Α. Α. ν. ΙΔΡΥΜΑ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 734/2013, 22/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:49 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Παντελίδου και Κ. Χριστοδούλου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 734/2013 Μεταξύ: Α. Α. Αιτητής -και- ΙΔΡΥΜΑ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 22η Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Σταυρινίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Παπαπέτρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 10.9.2013 ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Δήλωση και ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι αποκοπές από το μισθό του που έλαβαν χώρα από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι και σήμερα και ή βάσει των σχετικών Νόμων είναι παράνομες και ή αντισυνταγματικές. (Β) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την επαναφορά με αναδρομική ισχύ του μισθού του ως είχε πριν την επιβολή αποκοπής έκτακτης εισφοράς με τον περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμο του 2012 (Ν.168(Ι)/2012) και τον περί Προϋπολογισμού του 2013 Νόμο (Ν.59(ΙΙ)/2012). (Γ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την εφαρμογή της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής ως θα εφαρμοζόταν εάν δεν είχε ανασταλεί με τον περί της Μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημοσίου Τομέα (τροποποιητικός) Νόμο του 2012 (Ν.185(Ι)/2012). (Δ) Διάταγμα εφαρμογής της Συλλογικής Σύμβασης. (Ε) Αναδρομική καταβολή των αποκοπών του μισθού του Αιτητή από την 1.1.
- (Στ) Αναδρομική αναπροσαρμογή του μισθού του Αιτητή από την 1.1.2013 και αναδρομική καταβολή του υπόλοιπου του μισθού του από 1.1.
- (Ζ) Οχποιοδήποτε άλλο ποσό ή ωφέλημα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως εύλογο και δίκαιο. (Η) Νόμιμο τόκο επί του οφειλόμενου ποσού από την 31.1.2013 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. (Θ) Έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον Φ.Π.Α. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως διατυπώνεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι με την αποκοπή της έκτακτης εισφοράς και τη μείωση των απολαβών του, κατ' εφαρμογή των Ν. 168(Ι)/2012 και Ν.59(ΙΙ)/2012, παραβιάζεται η συλλογική σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ της Συντεχνίας ΠΑΣΕΥ - ΠΕΟ και των Καθ' ων η αίτηση, ως και τα νόμιμα και συνταγματικά δικαιώματα του. Επίσης ότι με βάση το καταστατικό, ενώ οι Καθ' ων η αίτηση ανήκουν στην σφαίρα του ιδιωτικού τομέα, εφαρμόζονται πρόνοιες για υπαλλήλους που ανήκουν στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ισχυρίζεται ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση συνιστούν δυσμενή και ή άνιση μεταχείριση του, ότι παραβιάζεται ξεκάθαρα το άρθρο 28 του Συντάγματος, κι ότι ο Ν.168(Ι)/2012 θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ως αντισυνταγματικός. Με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η επίδικη διαφορά ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και επομένως δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Παραδέχονται ότι έγιναν αποκοπές από τον μισθό του Αιτητή, ισχυρίζονται όμως ότι έδρασαν δέσμια και ή ως είχαν νομική υποχρέωση για συμμόρφωση με βάση τον περί Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου (Ν.168(Ι)/2012) και τον περί του Προϋπολογισμού της Δημοκρατίας για το Οικονομικό Έτος που λήγει στις 31.12.2013 Νόμο (Ν.59(ΙΙ)2012) και ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό Νόμο. Επίσης ότι για σκοπούς των εν λόγω νομοθεσιών, καθώς και του περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημοσίου Τομέα Νόμο (Ν.192(Ι)/2011), εμπίπτουν στον ορισμό του ευρύτερου δημοσίου τομέα και ή αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Όσον αφορά το θέμα της αντισυνταγματικότητας του Νόμου 168(Ι)/2012 που εγείρει ο Αιτητής, ισχυρισμό που εν πάση περιπτώσει αρνούνται, ισχυρίζονται ότι δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση του διότι δεν εγείρεται εξειδικευμένα και με πλήρη λεπτομέρεια στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία αμφότεροι διάδικοι δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά αρκέστηκαν στην κατάθεση κοινής δήλωσης παραδεκτών γεγονότων. Κατέθεσαν επίσης διάφορα έγγραφα, που είναι: (α) Η ιδρυτική πράξη των Καθ' ων η αίτηση, (β) Επιστολή ημερ. 12.12.2011 προς τον Υπουργό Οικονομικών από συντεχνίες ΠΕΟ και ΣΕΚ, (γ) Επιστολή ημερ. 7.1.2012 από ΠΕΟ και ΣΕΚ προς τους Καθ' ων η αίτηση, (δ) Εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών ημερ. 4.1.2013, (ε) Επιστολή της συντεχνίας ΠΑΣΕΥ -ΠΕΟ ημερ. 7.1.2013 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, (στ) Εγκύκλιος Επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών ημερ. 15.12013 και (ζ) Οικονομικές Καταστάσεις των Καθ' ων η αίτηση για τα έτη 2010 έως
- Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Ο Αιτητής προσλήφθηκε την 1.1.2003 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ως μουσικός και ή ως μέλος της ορχήστρας. Στις 23.8.2013 οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €2.533,77 πλέον 13ο μισθό. Οι Καθ' ων η αίτηση είναι κοινωφελές μη κερδοσκοπικό Ίδρυμα που ιδρύθηκε το 2006 από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας με βάση τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972, ως έχει τροποποιηθεί. Συστάθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και ενεγράφη στο μητρώο Ιδρυμάτων με αριθμό
- Σκοπός ίδρυσης των Καθ' ων η αίτηση είναι το δημόσιο συμφέρον και ιδιαίτερα η ανάπτυξη και προώθηση της τέχνης της ορχηστρικής μουσικής, η αναβάθμιση της μουσικής ζωής και μουσικής παιδείας του τόπου, η περαιτέρω εμπλοκή της κοινωνίας στις μουσικές δραστηριότητες καθώς και η εν γένει συμβολή στην κοινωνικοοικονομική πρόοδο. Με την ίδρυση τους ανέλαβαν τη συνέχιση των αρμοδιοτήτων, ενεργειών και δραστηριοτήτων των Κρατικών Ορχηστρών Κύπρου που ήταν η Κρατική Ορχήστρα Κύπρου και η Κρατική Ορχήστρα Νέων Κύπρου. Αποτελούν ανεξάρτητη υπηρεσία, της οποίας τα κεφάλαια και έσοδα με ποσοστό πέραν του 90%, προέρχονται από κρατική χορηγία μέσω του Ετήσιου Προϋπολογισμού του Κράτους. Με εγκύκλιο ημερομηνίας 4.1.2013 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών πληροφορούσε, μεταξύ άλλων και τους Καθ' ων η αίτηση για την εφαρμογή του περί Έκτακτης Εισφοράς Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (Τροποποιητικός) (Αρ.2) Νόμος του 2012 (Ν.184(Ι)/2012) και τον περί της Μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (Τροποιητικός) Νόμο του 2012 (Ν.185(Ι)/2012). Με απαντητική επιστολή ημερ. 7.1.2013 προς τον Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, η Συντεχνία ΠΑΣΕΥ - ΠΕΟ, της οποίας ο Αιτητής είναι μέλος, μαζί με τις συντεχνίες ΟΥΙΚ ΣΕΚ και ΣΕΒΕΤΤΥΚ-ΠΕΟ, ζητούσαν την μη συμπερίληψη των Καθ' ων η αίτηση στον επισυναφθέντα κατάλογο εφαρμογής των πιο πάνω νομοθετημάτων, καθώς οι τελευταίοι ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού τομέα. Επίσης, με σχετική επιστολή ιδίας ημερομηνίας, καλούσαν τους Καθ' ων η αίτηση όπως μη προβούν σε οποιαδήποτε αποκοπή που αφορούσε τα μέλη τους, καθώς η οποιαδήποτε μονομερής ενέργεια αποκοπής ή εισφοράς από τη μισθοδοσία του προσωπικού θα παραβίαζε τη μεταξύ τους συλλογική σύμβαση. Με νέα εγκύκλιο επιστολή ημερ. 15.1.2013, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών πληροφορούσε όλους τους κρατικούς φορείς για την εφαρμογή του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Τομέα Νόμο του 2012 (Ν.168(Ι)/2012), που με βάση τον περί Προϋπολογισμού Νόμο του 2013 (Ν.59(ΙΙ)/2012) τυγχάνει εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, σε Ιδρύματα / Οργανισμούς / Εταιρείες που παρατίθενται ονομαστικά, μεταξύ των οποίων και οι Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση εφαρμόζοντας τον περί Έκτακτης Εισφοράς Μισθωτών, Αυτοτελώς Εργοδοτουμένων και Αξιωματούχων του Ιδιωτικού Τομέα Νόμο (Ν. 202(Ι)/2011) ως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 183(Ι)/2012 και 58(Ι)/2013, ως και τους ως άνω προρρηθέντες Νόμους, Ν.168(Ι)/2012 και 59(ΙΙ)/2012, απέκοψαν από τις απολαβές του Αιτητή τα πιο κάτω ποσά: (α) Στις 31.1.2013 έγινε αποκοπή του ποσού των €5 ως έκτακτη εισφορά και του ποσού των €125,75 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά. (β) Στις 25.2.2013 έγινε αποκοπή του ποσού των €5 ως έκτακτη εισφορά και του ποσού των €142,63 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά. (γ) Την 1.6.2013 έγινε αποκοπή του ποσού των €5 ως έκτακτη εισφορά και του ποσού των €147,09 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά. (δ) Στις 25.1.2014 έγινε αποκοπή του ποσού των €15,97 ως έκτακτη εισφορά και του ποσού των €249,74 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά. (ε) Στις 28.2.2014 έγινε αποκοπή του ποσού των €22,76 ως έκτακτη εισφορά και του ποσού των €315,52 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά. (στ) Στις 25.1.2015 έγινε αποκοπή του ποσού των €18,78 ως έκτακτη εισφορά και του ποσού των €275,02 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά. (ζ) Στις 29.2.2016 έγινε αποκοπή του ποσού των €305,39 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά (η) Στις 28.2.2017 έγινε αποκοπή του ποσού των €254,09 ως έκτακτη κυβερνητική εισφορά. Αγορεύσεις Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή επανέλαβε τις θέσεις του όπως διατυπώνονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Προέβαλε επίσης λόγους δυσμενούς και ή άνισης μεταχείριση του Αιτητή, σημειώνοντας ότι με τη ψήφιση των πιο πάνω νομοθεσιών, ο Νομοθέτης εξίσωσε επιλεκτικά και μόνο, για θέματα αμοιβών, τους υπαλλήλους των Καθ' ων η αίτηση με τους υπαλλήλους του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Επίσης ότι ο Αιτητής ευρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από άλλους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς, ενώ οι εργασιακές σχέσεις διέπονται αποκλειστικά από το ιδιωτικό δίκαιο, γίνονται επιπρόσθετες αποκοπές από τον Αιτητή σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο στον ιδιωτικό τομέα. Επίσης ότι οι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα απολαμβάνουν ωφελημάτων που δεν απολαμβάνουν οι υπάλληλοι των Καθ' ων η αίτηση. Είναι εισήγηση του ότι η μείωση των απολαβών του Αιτητή και η μη παραχώρηση προσαυξήσεων και τιμαριθμικών αυξήσεων στον μισθό του, αποτελεί κατάφορη παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και ότι ο Ν.168(Ι)/2012 και Ν.185(Ι)/2012, όπως και το άρθρο 20 του Ν.59(ΙΙ)/2012, θα πρέπει να κριθούν αντισυνταγματικοί. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση, εισηγήθηκε ότι οι μειώσεις στο μισθό του Αιτητή έγιναν νόμιμα κατ' εφαρμογή των πιο πάνω νομοθεσιών με επακόλουθο να μην τίθεται θέμα παράβασης της συλλογικής σύμβασης ή οποιωνδήποτε άλλων όρων της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή. Προς επιβεβαίωση της θέσεως του παρέπεμψε στον Περί προστασίας των Μισθών Νόμο (Ν.35(Ι)/2007), σημειώνοντας ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 10 επιτρέπονται αποκοπές από τον μισθό, που προνοεί νόμος ή κανονισμός. Είναι περαιτέρω εισήγηση του, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί α εξετάσει θέμα συνταγματικότητας καθώς δεν τίθεται επακριβώς και δεν προσδιορίζονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης το άρθρο ή τα άρθρα που κατ' ισχυρισμό προσκρούουν σε συνταγματικές διατάξεις, ενώ ο Αιτητής καλεί το Δικαστήριο να κηρύξει ολόκληρο το Ν.168(Ι)/2012 ως αντισυνταγματικό. Επίσης ενώ ο Αιτητής δεν αναφέρεται στον Ν.59(ΙΙ)/2012 και στον Ν.192(Ι)/2011, εν τούτοις με την τελική αγόρευση του συνηγόρου του, χωρίς να παρέχεται καμία δικογραφημένη στήριξη και μετά την από κοινού κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, καλεί το Δικαστήριο να αποφασίσει περί της αντισυνταγματικότητας των εν λόγω νομοθετημάτων. Ανάλυση και Συμπεράσματα Στον περί Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2013 Νόμο (Ν.59(ΙΙ)/2012) και συγκεκριμένα στο άρθρο 20, υπό τον παράτιτλο «Εφαρμογή προνοιών για μείωση απολαβών και μη παραχώρηση προσαυξήσεων σε υπηρετούντες σε νομικά πρόσωπα κ.λ.π. που λαμβάνουν κρατική χορηγία, Ν.168(Ι)/2012, 192(Ι)/20011, 185(Ι)/2012», προνοούνται τα ακόλουθα: «
- Για τα νομικά πρόσωπα, οργανισμούς ή ιδρύματα που παρατίθενται ακολούθως, καθώς και αυτών που τα έσοδα προέρχονται σε ποσοστό ίσο ή πέρα του πενήντα τοις εκατόν από κρατική χορηγία που περιλαμβάνεται στο παρόντα Νόμο, η εν λόγω κρατική χορηγία παραχωρείται υπό τον όρο ότι στους Καθ' οποιονδήποτε τρόπο υπηρετούντες σε νόμιμη ή έκτακτη βάση στα εν λόγω νομικά πρόσωπα, οργανισμούς ή ιδρύματα τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών οι πρόνοιες των περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2012 και των περί της μη παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2011 έως 2012 νοουμένου ότι οι συνολικές αποκοπές των εν λόγω εργοδοτουμένων σε ουδεμία περίπτωση θα υπερβαίνουν εκείνες των καλυπτομένων από τους εν λόγω νόμους εργοδοτουμένων: ................
- Ίδρυμα Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου ................» Από το γράμμα της πιο πάνω διάταξης, είναι φανερό ότι για το προσωπικό όλων των Οργανισμών, Ιδρυμάτων και άλλων Νομικών Προσώπων που αναφέρονται ονομαστικά, καθώς και όσων τα έσοδα προέρχονται σε ποσοστό πέραν του 50% από κρατική χορηγία, θα τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής οι πρόνοιες του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημοσίου Τομέα Νόμου του 2012 (Ν.168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.31(Ι)/2012 και του περί μη παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου 2011 (Ν.192(Ι)/2011) ως έχει τροποποιηθεί από τους Ν.185(Ι)/2013 και 73(Ι)/
- Οι Καθ' ων η αίτηση τυγχάνει να είναι ένα από τα Ιδρύματα που αναφέρονται ονομαστικά στην πιο πάνω διάταξη. Επίσης από τα παραδεκτά γεγονότα φαίνεται να αποτελούν μια ανεξάρτητη υπηρεσία της οποίας τα κεφάλαια και έσοδα καλύπτονται σε ποσοστό που υπερβαίνει το 90% από κρατική χορηγία, μέσω του Ετήσιου Προϋπολογισμού της Δημοκρατίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των Οικονομικών Καταστάσεων των Καθ' ων η αίτηση για τα έτη 2010 έως
- Θέτοντας ο νομοθέτης τους Καθ' ων η αίτηση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και εφαρμόζοντας οι Καθ' ων η αίτηση τα πιο πάνω νομοθετήματα, προχώρησαν σε μείωση των απολαβών του προσωπικού τους, περιλαμβανομένου και του Αιτητή, με βάση τους συντελεστές μείωσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Νόμου 168(Ι)/2012 ως έχει τροποποιηθεί. Επίσης κατ' εφαρμογή του Νόμου 192(Ι)/2011 ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα των άρθρων 2 και 3, οι Καθ' ων η αίτηση δεν προχώρησαν στην παραχώρηση προσαυξήσεων και τιμαριθμικών αυξήσεων στο προσωπικό τους, περιλαμβανομένου και του Αιτητή. Επίσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του περί Έκτακτης Εισφοράς Μισθωτών, Αυτοτελώς Εργοδοτουμένων και Αξιωματούχων του Ιδιωτικού Τομέα Νόμου του 2011 (Ν.202(Ι)/2011) ως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 183(Ι)/2012 και 58(Ι)/2013, επέβαλαν επί των ακαθάριστων απολαβών του Αιτητή έκτακτη εισφορά, ως αναφέρεται ανωτέρω στα παραδεκτά γεγονότα. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του εν λόγω Νόμου, για τα φορολογικά έτη 2012 έως 2016 επιβάλλεται έκτακτη εισφορά επί του συνολικού ποσού των ακαθάριστων αποδοχών κάθε έτους, η οποία στην περίπτωση μισθωτού του ιδιωτικού τομέα, βεβαιώνεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, των περί Παρακρατήσεως Φόρου εξ Αποδοχών Κανονισμών και του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου. Προχωρούμε να εξετάσουμε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας που θέτει ο Αιτητής στην παράγραφο 13 της Αίτησης του, που έχει ως ακολούθως: «
- Οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση, που περιγράφονται στις πιο πάνω παραγράφους συνιστούν δυσμενή και ή άνιση μεταχείριση του Αιτητή, παραβιάζοντας ξεκάθαρα το Άρθρο 28 του Συντάγματος, αφού οι Καθ' ων η αίτηση αποκόπτουν από τις απολαβές του Αιτητή διπλά, ήτοι αποκοπές που ισχύουν για τους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αποκοπές που ισχύουν για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα. Συνεπώς ο Αιτητής βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από τους υπόλοιπους υπαλλήλους είτε του ευρύτερου δημόσιου τομέα είτε του ιδιωτικού τομέα. Ως εκ τούτου ο Ν.168(Ι)/2012 θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ως αντισυνταγματικό.» Το Προοίμιο του βασικού Νόμου 168(Ι)/2012 έχει ως ακολούθως: «Επειδή κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα η Δημοκρατία διέρχεται δύσκολη οικονομική περίοδο και, προς αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης, καθίσταται αναγκαίο όπως περιορισθούν οι δαπάνες του δημόσιου τομέα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών και. Επειδή, για τον ανωτέρω σκοπό καθίσταται αναγκαίο, μεταξύ άλλων, να μειωθούν οι απολαβές και οι συντάξεις που καταβάλλονται σε αξιωματούχους, εργοδοτουμένους και συνταξιούχους της κρατικής υπηρεσίας, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών, Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:» Σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Συντάγματος:
- Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.
- Έκαστος απολαύει πάντων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προβλεπομένων υπό του Συντάγματος άνευ ουδεμιάς δυσμενούς διακρίσεως αμέσου ή εμμέσου εις βάρος οιουδήποτε ατόμου ένεκα της κοινότητος, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσης, του φύλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως, του πλούτου, της κοινωνικής τάξεως αυτού ή ένεκα οιουδήποτε άλλου λόγου, εκτός εάν διά ρητής διατάξεως του Συντάγματος ορίζηται το αντίθετον. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η πρόνοια του Άρθρου 28.1 του Συντάγματος, ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, «δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά εξασφαλίζει εναντίον των αυθαίρετων διαφοροποιήσεων» (Βλ. Mikrommatis v. Republic 2 RSCC 125, Demetriades and Other v. Republic
(1971)3 CLR, 218, Ansor Corporation v. Republic
(1969)3 CLR, 325, Arakian and Ohters
(1972)3 CLR, 294, Republic v. Maria Crhistoudia
(1988)3 CLR, 2622). Το Άρθρο 28 δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις που απαιτούνται να γίνουν λόγω της φύσης των πραγμάτων και του γενικού συμφέροντος. Αυτό που απαγορεύεται είναι οι αυθαίρετες διακρίσεις. Μεταξύ ομοίων επιβάλλεται όμοια μεταχείριση. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερευνήσει αν πράγματι υπάρχει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων (Μάρω Γιασεμίδου και Άλλοι ν. Δημοτικού Συμβουλίου και Άλλων (Αρ. 2)
(1996)3 ΑΑΔ, 491). Στην Sportsman Betting Company Limited ν. Δημοκρατίας
(1998)4ΑΑΔ 532, αναπτύχθηκαν από το Δικαστήριο οι βασικές αρχές που αφορούν την ερμηνεία του Άρθρου 28 του Συντάγματος όπως αναπτύχθηκαν σε προγενέστερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την οποία παραθέτουμε: «Στη Σεργίδη ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119 (Απόφαση Ολομέλειας) υποδεικνύεται ότι το άρθρο 28 έχει ως λόγο (Βλ. Μικρομμάτης, πιο πάνω) την ουσιαστική σε αντίθεση με την φαινομενική ισότητα. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι η δυναμική της αρχής της ισότητας επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης, των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων (Βλ. και απόφαση του Πική, Δ. - όπως ήταν τότε - στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1989)3 Α.Α.Δ. 1931, σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της ομοιογένειας)" (Βλ. επίσης "Συνταγματική θεωρία και Πράξη" του Αριστόβουλου Μάνεση, σελ. 320). Ο Π.Δ. Δαγτόγλου στο σύγγραμμα του "Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα", Τόμος Β, παραγ. 1352-53 και σε σχέση με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων παρατηρεί ότι η δέσμευση του Νομοθέτη από την αρχή της ισότητας δεν σημαίνει εξουσιοδότηση προς τα δικαστήρια να ελέγχουν αν και κατά πόσο ένας νόμος είναι "δίκαιος", "ορθός", "εύλογος" ή και "σκόπιμος". Δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει απόλυτη πραγματική ισότητα δεν απαιτεί ούτε το Σύνταγμα από τον Νομοθέτη μαθηματικά ίση μεταχείριση "ομοίων" περιπτώσεων, που θα ήταν άλλωστε λογικά ανέφικτη. Στην υπόθεση Republic v. Maria Christoudia and Another
(1988)3 C.L.R. 2622, τονίστηκε ότι το άρθρο 28 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα ισότητας, ενσωματώνει δε την αρχή της μη δυσμενούς διάκρισης. Δεν απαγορεύει όμως διακρίσεις στη μεταχείριση που θεμελιώνονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών πραγματικών καταστάσεων που βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον. Το Άρθρο 28 δεν απαγορεύει διακρίσεις που βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών αντικειμένων και οι οποίες εδράζονται στο δημόσιο συμφέρον, φέρουν δε ισοζύγιο μεταξύ του γενικού συμφέροντος της πολιτείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη. Η αρχή της ισότητας παραβιάζεται μόνο αν η διάκριση δεν είναι αντικειμενική και εύλογη (Παύλος Παύλου ν. Γενικού Εφόρου Εκλογών και Άλλου
(1987)1 C.L.R. 252). Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι το Άρθρο 28 συναρτά την ισότητα με την ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων και καταστάσεων, σε αντίθεση με τη φαινομενική ή αριθμητική εξίσωσή τους. Η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη είναι πολύ ευρεία.». Στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Κ.Δ. (Υποθέσεις 1480/2011 κ.α., ημερ. 11.6.2014), επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το τρίτο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι στις περιπτώσεις που προβάλλεται ότι πρόνοια Νόμου είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα τις αρχές της ισότητας, νομολογιακά αναγνωρίζεται όχι μόνο ευρεία εξουσία στο κράτος στον περίπλοκο τομέα της οικονομίας και της δημοσιονομικής ρύθμισης, αλλά και ευρεία ευχέρεια στο νομοθέτη να προσαρμόζει τα οικονομικής και φορολογικής φύσεως νομοθετήματα, ώστε όχι μόνο να είναι δίκαια αλλά να συνάδουν και με τα εκάστοτε δεδομένα και φορολογικές πολιτικές που επιλέγει το κράτος τη δεδομένη στιγμή (βλ. Matsis v. Republic
(1969)3 CLR 245 και Σύγγραμμα Π.Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο-Ατομικά Δικαιώματα, Τόμος Β, παρ. 141). Όπως τονίστηκε από την Ολομέλεια στην υπόθεση Matsis με αναφορά σε αμερικανική και ινδική νομολογία, η πρόνοια του Συντάγματος που προστατεύει την αρχή της ισότητας, δεν αποσκοπεί στο να εμποδίζει το κράτος να προσαρμόζει με εύλογο τρόπο το δημοσιονομικό και φορολογικό του σύστημα (βλ. Κoufakis ν. Greece, Case No. 57665/12, ημερ. 7.5.2013 (ΕΔΑΔ), σκέψη 31). Γι' αυτό και είναι αδύνατο να τεθούν αυστηροί και άκαμπτοι κανόνες. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της δεδομένα που επικρατούν στην κοινωνία τη στιγμή που ελέγχεται η νομοθετική πρόνοια. Βέβαια, η ευχέρεια του νομοθέτη μπορεί να είναι ευρεία, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Κάθε φορολογικής φύσεως νομοθέτημα που εγκρίνεται από τη Βουλή, δεν πρέπει να είναι αυθαίρετο. Σε σχέση με το σκοπό του νομοθέτη θα πρέπει οι πρόνοιες του να θεωρούνται ότι κρίνουν πρόσωπα ή ομάδες στην ίδια θέση με όμοιο τρόπο, χωρίς να προβαίνουν σε πλασματικές διαφορές (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1989)3 CLR 1931. Όπως αναφέρεται σε αμερικανική νομολογία όπως υιοθετήθηκε στη Matsis, ανωτέρω (σελ. 259-262), το κριτήριο κατά πόσο μια νομοθετική πρόνοια παραβιάζει την αρχή της ισότητας, είναι κατά πόσο αυτή εναποθέτει αυθαίρετα και χωρίς οποιοδήποτε γνήσιο λόγο, βάρος σε μια ομάδα, ενώ ταυτόχρονα εξαιρεί άλλη ομάδα η οποία είναι ουσιαστικά στην ίδια θέση (βλ. επίσης Anastassiou v. Republic, ανωτέρω). ............. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε ήδη περιγράψει τη δεινή κατάσταση στην οποία περιήλθε το κράτος, κυρίως λόγω της αδράνειάς του να λάβει έγκαιρα μέτρα, όπως ήταν οι υποδείξεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Λόγω της ανάγκης να ληφθούν αμέσως αποτελεσματικά μέτρα, το κράτος δεν είχε πολλές επιλογές. Οι Αιτητές διερωτούνται γιατί να επιλεγούν πρώτα οι μισθωτοί και συνταξιούχοι του δημόσιου τομέα. Η απάντηση είναι προφανής. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά, ήταν το κρατικό μισθολόγιο. Επομένως, τα μέτρα εκεί έπρεπε να στοχεύσουν πρωτίστως. Υπό τις περιστάσεις που βρέθηκε το κράτος, η συγκεκριμένη πολιτική ήταν εκείνη που στόχευε στη λύση του προβλήματος και ήταν εκείνη που θα επέφερε γρήγορα αποτελέσματα. Δεν μας διαφεύγει ότι το κράτος είχε και άλλες επιλογές, π.χ. να αυξήσει τον εταιρικό φόρο ή να επιβάλει άλλες φορολογίες. Όμως η επιλογή ή όχι της συγκεκριμένης πολιτικής εντάσσεται μέσα στα πλαίσια της ευρείας ευχέρειας που έχει το κράτος στον τομέα διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και ιδιαίτερα του κρατικού μισθολογίου, ώστε να εξασφαλίζει σταθερότητα στα δημόσια οικονομικά και στην οικονομία γενικότερα, ειδικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα των συγκεκριμένων επιλογών του κράτους, εκτός βέβαια και αν με τον τρόπο που θα μετατραπούν σε νομοθετήματα, κριθούν ότι παραβιάζουν συγκεκριμένες πρόνοιες του Συντάγματος. Το κράτος διατηρεί την ευχέρεια σε περιόδους ακραίας οικονομικής κρίσης να επιβάλλει μέτρα που αφορούν σε συγκεκριμένες ομάδες, χωρίς κατ' ανάγκη να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας. Πρόσφατα το Πορτογαλικό Συνταγματικό Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει ακριβώς το ίδιο ερώτημα που καλούμαστε και εμείς να αποφασίσουμε, κατά πόσον τα μέτρα που έπλητταν μόνο εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και όχι άλλες κατηγορίες εργαζομένων, παραβίαζαν την αρχή της ισότητας. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας με την απόφαση του αρ. 396/2011, ημερ. 17.10.2011 (Diário da República), απέρριψε την εισήγηση, αναφέροντας σε μετάφραση ότι:- «Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, με τα μέτρα που βρίσκονται υπό εξέταση, η κατανομή των θυσιών που επιβάλλονται από την εξαιρετική κατάσταση της χρηματοοικονομικής κρίσης δεν πραγματοποιείται με τον ίδιο τρόπο ανάμεσα σε όλους τους πολίτες με ίδια φορολογική ικανότητα, όταν αυτά δεν έχουν καθολικό χαρακτήρα και τα επιβαρύνονται αποκλειστικά τα άτομα που έχουν σχέση με τη δημόσια απασχόληση. Υπάρχει, λοιπόν, μια πρόσθετη προσπάθεια για όφελος όλων, υπέρ της κοινότητας, που ζητείται αποκλειστικά από τους δημόσιους υπαλλήλους. ............................ Δεν εναπόκειται, προφανώς, στο Συνταγματικό Δικαστήριο να αναμιχθεί σε αυτή τη συζήτηση, εκτιμώντας τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ορθότητα, από αυτή την άποψη, των εφαρμοστέων μέτρων. Αυτό που του εναπόκειται είναι να κρίνει εάν οι προσβαλλόμενες λύσεις είναι αυθαίρετες, για την ελεύθερη και αδικαιολόγητη επιβάρυνση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών. Δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πως έτσι είναι η περίπτωση. Η μη απαλλαγή από μια μείωση των μισθών, στο πλαίσιο διαφόρων προφερόμενων μέτρων για δημοσιονομική εξυγίανση, που περιλαμβάνουν επίσης φορολογικές αυξήσεις και άλλες περικοπές των δημοσίων δαπανών, βασίζεται πάνω σε μια συνεκτική λογική με μια στρατηγική δράσης της οποίας ο ορισμός χωράει ακόμη μέσα στο περιθώριο ελεύθερης πολιτικής διαμόρφωσης του νομοθέτη. Προσπαθώντας, ακόμη και δυνάμει των δεσμεύσεων με ευρωπαϊκές και διεθνείς αρχές, να επιτευχθούν αποτελέσματα βραχυπρόθεσμα, έγινε κατανοητό πως, από πλευράς δαπανών, μόνο η μείωση των μισθών θα διασφάλιζε προφανείς λόγους περί του αντιθέτου, και μέσα στα «όρια της θυσίας», που η παροδικότητα και τα ποσά των μειώσεων ακόμα διαφυλάσσουν, είναι αποδεχτό πως εκείνος είναι ένας νόμιμος και απαραίτητος τρόπος, μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο, να μειωθεί το βάρος των δαπανών του Κράτους, με στόχο τη δημοσιονομική επανεξισορρόπηση. Εν όψει του σκοπού αυτού, όποιος κερδίζει από τα δημόσια κονδύλια δεν βρίσκεται σε ίση θέση με τους υπόλοιπους πολίτες, εξαιτίας του γεγονότος πως η επιπλέον θυσία που απαιτείται από αυτήν την κατηγορία ανθρώπων - η οποία και συνδέεται, είναι σκόπιμο να θυμόμαστε, με την επιδίωξη του δημόσιου συμφέροντος - δεν τεκμηριώνει μια αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση.» Ο Αιτητής, όπως αναφέρθηκε ήδη, απασχολείται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση με σχέση ιδιωτικού δικαίου, καθώς οι τελευταίοι αποτελούν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που συστάθηκε με βάση τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Αποτελούν ανεξάρτητη υπηρεσία, της οποίας τα κεφάλαια και έσοδα, με ποσοστό πέραν του 90%, προέρχονται από κρατική χορηγία μέσω του Ετήσιου Προϋπολογισμού του Κράτους. Επομένως, ο μισθός του Αιτητή, σε μεγάλο ποσοστό, εξασφαλίζεται από τα δημόσια κονδύλια που παρέχονται στους Καθ' ων η αίτηση μέσω του Ετήσιου Προϋπολογισμού και ως εκ τούτου δεν μπορεί να βρίσκεται σε ίση θέση με τους υπόλοιπους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα. Με αυτά τα δεδομένα, αν και ο Αιτητής, ως υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση, ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και υπό αυτή την ιδιότητα του παρουσιάζει ομοιότητες με τους υπόλοιπους ιδιωτικούς υπαλλήλους, εν τούτοις δεν φαίνεται να τελεί υπό ανάλογες ή παρόμοιες συνθήκες μ' αυτούς. Η διαφοροποίηση στη μεταχείριση του στηρίζεται στην ανάγκη άμεσης περιστολής των δημοσίων δαπανών των οποίων το κρατικό μισθολόγιο και ή το μισθολόγιο των ανηκόντων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος τους, κάτι που δεν ισχύει σε σχέση με τους μισθούς των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα. Το άρθρο 28 του Συντάγματος δεν απαγορεύει διακρίσεις που βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών αντικειμένων και οι οποίες εδράζονται στο δημόσιο συμφέρον, φέρουν δε ισοζύγιο μεταξύ του γενικού συμφέροντος της πολιτείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου. Παραβίαση υπάρχει όταν η διάκριση δεν είναι αντικειμενική και εύλογη (Π. Παύλου ν. Γενικού Εφόρου Εκλογών κ.α.
(1987)1 CLR 252), κάτι που δεν φαίνεται να ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Σε ότι αφορά την κατ' ισχυρισμό δυσμενή και ή άνιση μεταχείριση έναντι των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν φαίνεται να ισχύει αυτό που ο Αιτητής επικαλείται με το δικόγραφο του, δηλαδή ότι γίνονται διπλές αποκοπές από τον μισθό του και συνεπώς ότι ευρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση απ' αυτούς. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι υπήρξε ανάλογη μείωση στις απολαβές όλων των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με βάση τους συντελεστές μείωσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Ν.168(Ι)/2012 και ότι όλοι κατέβαλλαν έκτακτη εισφορά επί των ακαθαρίστων απολαβών τους. Οι μεν εργοδοτούμενοι στον ιδιωτικό τομέα βάσει του Ν.202(Ι)/2011 ως έχει τροποποιηθεί, οι δε εργοδοτούμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα βάσει του Ν.112(Ι)/2011 ως επίσης έχει τροποποιηθεί. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, εν τούτοις δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε δικαστική κρίση περί παραβάσεως του άρθρου 28 του Συντάγματος σε σχέση με τις διατάξεις του Ν.168(Ι)/2012 ως έχει τροποποιηθεί, λόγω ανακριβούς δικογράφησης του συγκεκριμένου λόγου ακυρότητας. Ως γνωστό, κατά πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ότι μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή των άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα. Επίσης κατά την ακρόαση το βάρος της απόδειξης, ότι πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική, καθορίζεται αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δημοκρατία ν. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ.3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, Investylia Ltd v. Ε.&Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1872). Κατά πάγια επίσης νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάθε νόμος φέρει το τεκμήριο συνταγματικότητας και καμία συνταγματική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός σε μία σαφή υπόθεση ή όταν είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. The Board for the Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 CLR 540, Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Με το δικόγραφο του ο Αιτητής θέτει ως αντισυνταγματικό τον Ν. 168(Ι)/2012 χωρίς να προσδιορίζει το άρθρο ή τα άρθρα ή μέρος άρθρου που αντίκειται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος και χωρίς επίσης να δώσει πλήρη αιτιολόγηση της εισήγησης του. Οι ισχυρισμοί του τέθηκαν γενικά και αόριστα αφού καλεί το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της συνταγματικότητας ολόκληρου του Ν.168(Ι)/2012, χωρίς εξειδίκευση και χωρίς τεκμηρίωση επί πραγματικών γεγονότων που θα επέτρεπαν τον δικαστικό έλεγχο. Επίσης, ενώ με την αγόρευση του θέτει θέμα αντισυνταγματικότητας του Ν.185(Ι)2012 και του άρθρου 20 του περί Προϋπολογισμού Νόμου (Ν.59(ΙΙ)/2012) δυνάμει του οποίου οι Καθ' ων η αίτηση εντάσσονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εν τούτοις ουδεμία αναφορά γίνεται στο δικόγραφο του. Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι ο Αιτητής, που είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει πως οι αποκοπές από τον μισθό του έγιναν κατά παράβαση συνταγματικών διατάξεων και δη του Άρθρου 28 του Συντάγματος ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο που τις καθιστούσε παράνομες. Ως εκ τούτου, είναι περαιτέρω κατάληξη μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν στα πλαίσια συνταγματικών νόμων και ότι νόμιμα απέκοψαν από τον μισθό του Αιτητή τα ως άνω αναφερθέντα ποσά σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007), όπου ρητά αναφέρει πως, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από τον μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός. Η Αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Παντελίδου, Μέλος Κ. Χριστοδούλου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο