← Κύπρος

Θ. Τ. ν. COMATEC ENGINEERING LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 5/2018, 29/5/2019

Θ. Τ. ν. COMATEC ENGINEERING LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 5/2018, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:53 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Κ. Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 5/2018 Μεταξύ: Θ. Τ. Αιτητής -και- COMATEC ENGINEERING LIMITED Καθ' ων η αίτηση ---------- Ημερομηνία: 29η Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Κ. Λούτσιου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Ιωαννίδης ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, αναλογία 13ου μισθού, αναλογία αδείας, νόμιμο τόκο, έξοδα συν Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, εγείρουν κατ' αρχάς προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι η παρούσα Αίτηση είναι νομικά αδικαιολόγητη και αβάσιμη και ή εκδικητική και ή ενοχλητική και ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Σεβαστού Δικαστηρίου και ή ότι ο Αιτητής βάσει των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης ή της σχετικής Νομολογίας και ή λόγω συμπεριφοράς και ή υποχρεώσεων, κωλύεται και ή παρεμποδίζεται (estoppel) και ή έχει ρητώς απεμπολήσει κατ' ισχυρισμό δικαιώματα και ή ενδεχόμενη αξίωση του (waiver) και ή δεν νομιμοποιείται, μεταξύ άλλων στην έγερση της παρούσας Αίτησης. Άνευ βλάβης της προαναφερόμενης προδικαστικής ένστασης, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος, καθώς ο Αιτητής εκτελούσε τα καθήκοντα του πλημμελώς, ότι δέχθηκε αρκετές προφορικές επιπλήξεις και ότι αντιδρούσε σε διάφορες υποδείξεις των ανωτέρων του σε σχέση με τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας του. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε για τους Καθ' ων η αίτηση ένας μάρτυρας. Κατάθεσε επίσης ο Αιτητής. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την κατασκευή τεχνολογικών προϊόντων και με άλλες συναφείς εργασίες. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση στις 12.5.2013 και εργάστηκε ως τεχνικός τηλεπικοινωνιών μέχρι τις 9.10.2017 που η απασχόληση του τερματίστηκε με σχετική επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.4), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο: "This is to inform you that your contract of employment is terminated from today the 9th of October 2017. According to the Termination of employment legislation which was enacted on the 27th of May 1967 in the republic of Cyprus, yοu are entitled to a notice of seven
(7)weeks which ends at 26th of November. We would like to inform you that the sever weeks' notice will be paid to you on due time without your attendance to the work. All your and our rights will stay under the law without any loss." Στις 29.11.2017 ο Αιτητής υπέγραψε και σχετική δήλωση με τίτλο 'Settlement of account and rights' (Τεκ.2), την οποία επίσης παραθέτουμε: "This is to acknowledge that I have received all my rights (payments and holidays) from COMATEC Engineering Ltd. I have no complains about the company, employee or its key personnel" Μαρτυρία Ο κ. Z. A., διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση, με τη γραπτή ένορκη δήλωση του επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής εκτελούσε τα καθήκοντα πλημμελώς, δεχόμενος αρκετές επιπλήξεις σε σχέση με την ποιότητα της εργασίας του, ότι αντιδρούσε σε διάφορες υποδείξεις των ανωτέρων του αναφορικά με την βελτίωση του και ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που εγκατέλειψε ή απουσίαζε από την εργασία του, άνευ λόγου και αιτίας, εκθέτοντας τους Καθ' ων η αίτηση σε πελάτες και ή σε τρίτα πρόσωπα. Επίσης ότι πολλές φορές εξέφρασε την επιθυμία να εγκαταλείψει την εργασία του, πράγμα που έπραξε τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις στις 22.6.2017 και 27.9.
  1. Εκτός από την επιστολή απόλυσης ο μάρτυρας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και σχετική επιστολή ημερ. 19.1.2018 που οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν στη Λειτουργό του Τμήματος Εργασίας του Αρμόδιου Υπουργείου (Τεκ.5), ισχυριζόμενος ότι τα όσα αναφέρονται αποτελούν τους λόγους απόλυσης του Αιτητή. Για τον μισθό του Αιτητή, ισχυρίζεται ότι ανερχόταν στα €1.073 μηνιαίως και ότι με βάση το περιεχόμενο της Σύμβασης εργασίας που υπέγραψε με τους Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.3), δεν δικαιούτο στην καταβολή 13ου μισθού. Τέλος για να υποστηρίξει την προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκ.2, ισχυριζόμενος ότι στον Αιτητή καταβλήθηκαν όλα τα προβλεπόμενα από το Νόμο δικαιώματα του και ότι ουδέν άλλο ποσό του οφείλεται. Ο Αιτητής, με τη γραπτή ένορκη δήλωση του, ενώ παραδέχεται ότι το Τεκ.3 δεν αναφέρεται σε καταβολή 13ου μισθού, εν τούτοις ισχυρίζεται ότι τέτοιο ωφέλημα παρεχόταν σε όλους τους υπαλλήλους των Καθ' ω η αίτηση κατά τον μήνα Δεκέμβριο εκάστου έτους. Επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε του γνωστοποίησαν τους λόγους απόλυσης του και ότι επισκεπτόμενος τα Γραφεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να εγγραφεί ως άνεργος, με έκπληξη διαπίστωσε ότι οι Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν δική του υπαιτιότητα για την απόλυση του, θέση την οποία απορρίπτει. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το Τεκ.2 με την καταβολή πληρωμής αντί προειδοποίησης που αναλογούσε με ημερομίσθια επτά βδομάδων και του μισθού του και ότι μέχρι σήμερα οι Καθ' ων η αίτηση συνεχίζουν να του οφείλουν αναλογία ετήσιας άδειας και 13ου μισθού για το έτος
  2. Ανάλυση - Συμπεράσματα (i) Κώλυμα (Estoppel) Προτού εξετάσουμε τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή, προέχει ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση της νομικής υπόστασης του κωλύματος που τέθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση στην παράγραφο 1 των γενικών λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως. Απόλυτα σχετική με την εξέταση του επίδικου αυτού ζητήματος αποτελεί το έγγραφο ημερ. 29.11.2017 (Τεκ.2). Ο κ. Ιωαννίδης, με αναφορά σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 και Γ. Διονά ν. Κυπριακές Αερογραμμές (Πολιτική Έφεση 182/2011, ημερ. 24.5.2016), ECLI:CY:AD:2016:A250], εισηγήθηκε ότι με βάση το περιεχόμενο του Τεκ.2 ο Αιτητής έχει απεμπολήσει πλήρως όλα τα δικαιώματα του εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση. Η κα Λούτσιου, με αναφορά στις αντίστοιχες αποφάσεις, εισηγήθηκε ότι η προβαλλόμενη από τους Καθ' ων η αίτηση προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί, καθώς ο Αιτητής υπέγραψε το Τεκ.2 για να βεβαιώσει αποκλειστικά και μόνο ότι έλαβε όλους τους μισθούς και την αναλογία της άδειας του και ότι ποτέ δεν υπέγραψε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να αποποιείται των δικαιωμάτων του αναφορικά με τον τερματισμό της απασχόλησης του. Με δεδομένη την ύπαρξη του Τεκ.2 και την υπογραφή του από τον Αιτητή, το ερώτημα που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο η δήλωση αυτή αποτελεί κώλυμα για τον Αιτητή να προωθήσει την υπόθεση του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που και οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα γεγονότα σε σχέση με την έκδοση και υπογραφή του εν λόγω Τεκμηρίου, συνάδουν πλήρως με τα όσα ο Αιτητής παρέθεσε στην ένορκη δήλωση του, δηλαδή ότι υπέγραψε το εν λόγω Τεκμήριο με την καταβολή των δεδουλευμένων του και της πληρωμής αντί προειδοποίησης ως αναφέρεται στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.4). Από το λεκτικό του εν λόγω εγγράφου (Τεκ.2) δεν φαίνεται και δεν υποδηλώνεται αναμφισβήτητα η απεμπόληση ή η εγκατάλειψη από τον Αιτητή του δικαιώματος να διεκδικήσει αποζημιώσεις σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης του κριθεί παράνομος. Κατά την εκτίμηση μας η φράση (σε ελεύθερη μετάφραση) «έχω λάβει όλα τα δικαιώματα μου (πληρωμές και αργίες)» και «δεν έχω κανένα παράπονο εναντίον της Εταιρείας, του προσωπικού ή των βασικών στελεχών της» θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση και κατ' αναλογία με τα ποσά που καταβλήθηκαν στον Αιτητή με την αποχώρηση του, ως αναφέρονται ρητά στο ίδιο το έγγραφο (Τεκ.2) και την επιστολή απόλυσης (Τεκ.4) και όχι με οποιαδήποτε άλλα ποσά που νόμιμα θα εδικαιούτο να διεκδικήσει σε περίπτωση που τερματισμός της απασχόλησης του ήθελε κριθεί παράνομος. Εν ολίγοις, η υπογραφή του Τεκ.2 δεν καταδεικνύει σαφή αποκρυστάλλωση δικαιωμάτων του Αιτητή, που έχουν εξασφαλιστεί πλήρως αναφορικά με τον τερματισμό της απασχόλησης του, καθώς καμία σαφή και συγκεκριμένη αναφορά δεν γίνεται στο εν λόγω έγγραφο που υποδηλώνει αναμφισβήτητα εγκατάλειψη ενός τέτοιου δικαιώματος. Νομολογιακά, το δικαίωμα του Αιτητή να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης του, εξαιρείται του πεδίου της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργοδοτούμενους παρέκκλιση από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου. Σχετική είναι η απόφαση Αδάμος Ιωάννου & Υιοί Λτδ ν. Άγγελος Βαρνάβα (Πολιτική Έφεση 377/2010 ημερ. 8.3.2016), ECLI:CY:AD:2016:A146 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: «To Δικαστήριο, αναλύοντας τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, άρθρα 5 και 6
(1)
(4)με παραπομπή σε νομολογία (Ζαβρού (ανωτέρω), Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 517 και Κanika Developments Ltd v. Λουκά
(2004)1Α.Α.Δ. 603) τόνισε ιδιαιτέρως τον πρωταρχικό σκοπό του: ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του εργοδοτουμένου από το μονομερή τερματισμό της απασχόλησης, ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας, και εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργοδοτούμενους παρέκκλιση από τις προστατευτικές αναγκαστικές του διατάξεις (Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026, Alan v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968, και απόφαση του ΔΕΚ Daddy's Dance Hall (10.2.1998) Συλλογή 1998, σ.749). Συνεπώς, έκρινε το Δικαστήριο ότι είναι άκυρες οι συμφωνίες δυνάμει των οποίων οι εργαζόμενοι συναινούν σε παραίτηση ή μείωση των δικαιωμάτων τους, ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά σε παράνομη απόλυση. Στη βάση της ανωτέρω τεκμηριωμένης θεώρησης του το Δικαστήριο κατέληξε ότι και η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία καταστρατηγεί τις πρόνοιες του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου και κατά συνέπεια την έκρινε άκυρη. Τούτων δοθέντων, με αναφορά στα άρθρα 5 και 6
(1)του Νόμου και στη βάση του κοινού τόπου ότι οι εφεσείοντες δεν έδωσαν οποιοδήποτε νόμιμο λόγο που να δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του εφεσίβλητου, έκρινε παράνομο και αδικαιολόγητο τον τερματισμό και απέδωσε στον εφεσίβλητο τις αξιούμενες αποζημιώσεις. .............................................. Η απόφαση του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους: Το Δικαστήριο αντίκρισε τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των εφεσειόντων στη σωστή τους διάσταση και μέσα στο πνεύμα και το γράμμα του Νόμου. .............................................. Εδώ η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία προνοούσε επί το έλαττον: περιείχε όρους παραίτησης του εργοδοτουμένου εφεσίβλητου από τα δικαιώματα που του παρέχει ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, άρθρα 5, 6 και 9
(1)και ειδικότερα από άδικη και παράνομη απόλυση χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση υπό των εργοδοτών-εφεσειόντων. Ως εκ τούτου η γραπτή συμφωνία εργοδότησης είναι κατά συνέπεια άκυρη. .............................................. Θεωρούμε ότι στα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκει άμεση εφαρμογή ο λόγος της Οdessa Hotels Ltd ν. Pino κ.α.
(2007)1 A.A.Δ. 1277, όπου κρίθηκε ότι η διευθέ-τηση που έγινε για την καταβολή μισθού ενός μηνός στους εφεσίβλητους από τους εφεσείοντες, έγινε με στόχο να αποφύγουν οι εφεσείοντες τις ρητές υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από το Νόμο». Σχετική είναι επίσης η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα του Καθ. Ιωάννη Κουκιάδη «Εργατικό Δίκαιο» σελ. 749 κάτω από τον τίτλο «ε. Η απαγόρευση της παραίτησης από τον μισθό», την οποία παραθέτουμε: «αα) Η παραίτηση αποτελεί ένα γενικό όρο του ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου που υποδηλώνει τη βούληση προσώπου να αποποιηθεί ορισμένο δικαίωμα ή ορισμένη θέση ή να αναγνωρίσει τη μη ύπαρξη δικαιώματος του. Η παραίτηση από ενοχικές αξιώσεις συντελείται με σύμβαση. Η σύμβαση της παραίτησης για να είναι νόμιμη πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις να μη προσκρούει σε απαγορευτικό κανόνα. Το εργατικό δίκαιο ως κατά βάση δίκαιο περιορισμού της συμβατικής ελευθερίας κυριαρχείται από διατάξεις που εξυπηρετούν τη δημόσια τάξη ή την κοινωνική δημόσια τάξη, όπως είναι το πλαίσιο των προστατευτικών για τον μισθωτό διατάξεων. Γι' αυτό οι συμφωνίες παραίτησης είναι άκυρες σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες. ββ) . Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω άκυρη είναι η συμφωνία παραίτησης είτε γίνει πριν από τη γέννηση της αξίωσης είτε εκ των υστέρων. Γι' αυτό είναι άκυρη και η παραίτηση από τον απαιτητό μισθό, οπότε ουσιαστικά έχουμε συμβατική άφεση χρέους. Αν δεν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή θα αποτύγχανε ολόκληρο το σύστημα προστασίας του μισθού. Η άποψη αυτή που είχαμε υποστηρίξει και παλαιότερα έχει σήμερα παγιωθεί. Άκυρη εξάλλου είναι η παραίτηση ακόμη και όταν γίνεται ύστερα από τη λήξη της σύμβασης, σε χρόνο δηλ. που δεν υπάρχει η εξάρτηση του μισθωτού. Το τελευταίο αυτό δέχεται ύστερα από ορισμένες διχογνωμίες, και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. . Η ακυρότητα της συμφωνίας παραίτησης από νόμιμους μισθούς είναι απόλυτη γιατί λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και προτείνεται σε κάθε φάση της δίκης. Είναι ακόμη άκυρη και αν γίνει με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά δικαστηρίου. γγ) Για τους ίδιους λόγους η εξοφλητική απόδειξη θεωρείται παραστατική για το ποσό που αναγράφεται σ' αυτή ως εξοφλημένο. Η συνοδεύουσα την εξόφληση δήλωση ότι δεν έχει άλλη απαίτηση, μικρή σημασία έχει, γιατί δεν επιτρέπεται παραίτηση. Έτσι δεν αποτελεί εξόφληση των οφειλομένων μισθών και η δήλωση που αναγράφεται στην εξοφλητική απόδειξη ότι περιέχει πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων του μισθωτού. Γι' αυτό θα πρέπει να είναι πλήρως ορισμένη με την έννοια να αναγράφονται στην εξοφλητική απόδειξη αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν από κάθε αιτία.» Επίσης στο σύγγραμμα του Στυλιανού Γ. Βλαστού «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», εντοπίζουμε τα ακόλουθα: «Οι κανόνες του εργατικού δικαίου, από το σκοπό τους, ενδιαφέρουν εντόνως την δημοσία τάξη. Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης, με τη θέσπιση των εργατικών νόμων, αποβλέπει όχι μόνο στην ενίσχυση του εργαζομένου στον οικονομικό του αγώνα κατά του εργοδότη, αλλά και στη δημιουργία κοινωνικής ισορροπίας, της οποίας το αποτέλεσμα θα είναι η πρόοδος και η ευημερία όλων των κοινωνικών τάξεων. Γι' αυτό, τόσο ο εργοδότης, όσο και ο εργαζόμενος δεν έχουν δικαίωμα να παραβούν, με αμοιβαία συναίνεση τον εργατικό νόμο. Εξ άλλου, τυχόν παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματα τα οποία του παρέχει ο εργατικός νόμος, συνεπάγεται, με βεβαιότητα, την ενθάρρυνση του εργοδότη να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα και από άλλους εργαζόμενους του και περαιτέρω την μίμηση και των λοιπών εργοδοτών στην επίτευξη του ιδίου αποτελέσματος με τους εργαζομένους τους, ώστε η εκούσια παραίτηση του ενός εργαζόμενου από τα δικαιώματα του, να προκαλεί, έστω και αντανακλαστικώς, ζημία στην εργατική τάξη, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ευρύτερων κοινωνικών αναταραχών. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον εργατικό νομοθέτη να κηρύσσει, κατά κανόνα και με ρητές νομοθετικές διατάξεις, άκυρη κάθε συμφωνία που είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο των εργατικών αξιώσεων οι οποίες κατοχυρώνονται με τους εργατικούς νόμους και περαιτέρω να προσδίδει στους κανόνες οι οποίοι εισάγονται με τους νόμους αυτούς, χαρακτήρα δημόσιας τάξεως (όπως ήδη αναφέρθηκε), το οποίο συνεπάγεται: α) Την ακυρότητα κάθε αντίθετης συμβάσεως, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.» Τα πιο πάνω υποστηρίζονται και στην απόφαση Κ. Γρηγορίου ν. 1. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας 2. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Πολιτική Έφεση 204/2011 ημερ. 24.5.2016), ECLI:CY:AD:2016:A251, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω οι εφεσείοντες ρητά συμφώνησαν και δέχθηκαν αποζημιώσεις για αποχώρηση τους από την εταιρεία. Επικαλούνται στη συνέχεια παραβιάσεις κυρίως της αρχής της ισότητας γιατί άλλοι υπάλληλοι μεταγενέστερα εδέχθησαν να αποχωρήσουν με αυξημένα ποσά. Αυτή η θέση δεν μπορεί να ενταχθεί με οποιονδήποτε εύλογο τρόπο στην αρχή της τριτενέργειας για κανένα από τα επικαλούμενα δικαιώματα ως αναλύονται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων. Εν πάση περιπτώσει δεν στοιχειοθετείται ούτε παραίτηση, ούτε μείωση δικαιωμάτων και ούτε οι περιστάσεις αφορούν παράνομη απόλυση για να ισχύσουν αυτά που έχουν επισημανθεί υπό Μιχαηλίδου Δ., στην Αδάμου Ιωάννου & Υιοί Λτδ ν. Άγγελου Βαρνάβα Πολ. Εφ.377/10 8.3.2016, ECLI:CY:AD:2016:A146 είτε στο Σύγγραμμα του Ιωάννη Ληξουριώτη Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 4η έκδοση σελ.63 κ.ε., όπως αναλύουμε και στην απόφαση Γεώργιος Διονά (ανωτέρω). Είναι οι ίδιοι οι εφεσείοντες που προέβησαν στη συμφωνία αυτή έχοντας υπόψη, πόσα θα λάμβαναν και πότε τούτο θα συντελείτο και στα πλαίσια της δικαιοπρακτικής τους ελευθερίας κατέληξαν στην υπογραφή του σχετικού τεκμηρίου». Για όλα τα πιο πάνω, είναι κατάληξη μας, ότι ο Αιτητής ουδέποτε απεμπόλησε και ή παραιτήθηκε του δικαιώματος του να διεκδικήσει αποζημιώσεις σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης του κριθεί παράνομος. (
  1. ii)Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Οι λόγοι που δικαιολογούν τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενου και συνεπώς απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)..................................................................................................................................................... (γ)..................................................................................................................................................... (δ)..................................................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
  2. i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
  3. ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (
  4. iv)απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (
  5. v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Με την επιστολή (Τεκ.4) οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβαλαν κανένα λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Απλώς, ενημέρωσαν τον Αιτητή για τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του με την καταβολή πληρωμής αντί προειδοποίησης και χωρίς την προσφορά περαιτέρω υπηρεσιών από μέρους του. Παρόλα αυτά όμως, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης και με την προσαχθείσα μαρτυρία, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε κατά εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του, και ότι δεχόταν πολλές προφορικές επιπλήξεις από τους ανώτερούς του. Επίσης ότι εγκατέλειπε και ή απουσίαζε από την εργασία του χωρίς λόγο ή αιτία. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, που το Δικαστήριο τούτο ακολούθησε και σε παλαιότερες αποφάσεις του, η νομιμότητα μιας απόλυσης που οφείλεται στην παράλειψη του εργοδοτούμενου να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο, εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας. Ειδικότερα όταν ο εργοδότης κάνει χρήση του άρθρου 5(α) του Νόμου θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η εφαρμογή της πρόνοιας αυτής απαιτεί λογική αποτελεσματικότητα (reasonable efficiency) και όχι μεγίστη αποτελεσματικότητα (utmost efficiency). Τι είναι λογική αποτελεσματικότητα είναι θέμα βαθμού εξαρτώμενο από τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Συνεπώς, ο εργοδότης θα πρέπει κατ' αρχάς να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως θα πρέπει να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προέβη σε λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτούμενου δεν ήταν η λογικά αναμενόμενη και ότι έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του. Επίσης ότι έδωσε στον εργοδοτούμενο τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και τον προειδοποίησε (worn him) για τις τυχόν συνέπειες πριν του δώσει προειδοποίηση (notice) απόλυσης. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Στην απόφαση James v Waltham Holy Cross UDC [1973] IRLR 348 το Δικαστήριο δήλωσε τα ακόλουθα: 'An employer should be very show to dismiss upon the grounds that the employee is incapable of performing the work which he is employed to do, without first telling the employee of the respects in which he is failing to do his job adequately, warning him of the possibilities or likelihood of dismissal on this ground and giving him an opportunity of improving his performance'. Η προειδοποίηση, κατά ένα λόγο, αποτρέπει τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης υπέρ του εργοδοτούμενου. Πράγματι, από το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδοτούμενου, αντίθετες προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις (π.χ. ολιγόλεπτη καθυστέρηση στην έναρξη της εργασίας, πλημμελής εκπλήρωση καθηκόντων) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντίδρασης ή αποδοκιμασίας από τον εργοδότη είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο πρόσωπο του εργοδοτούμενου η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι ο εργοδότης είναι ικανοποιημένος ή τουλάχιστον ανέχεται τον τρόπο με τον οποίο αυτός εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η προσφυγή του εργοδότη αιφνιδιαστικά στον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, χωρίς να δώσει στον εργοδοτούμενο προηγουμένως την ευκαιρία να μεταβάλει τη συμπεριφορά του, ώστε αυτή να είναι σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις του, συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές της καλής πίστης. Δεν πρέπει να αναμένει κανείς από τον εργοδοτούμενο ότι θα μεταβάλει τη συμπεριφορά του, όταν αυτός δικαιολογημένα, εν όψει της για μεγάλο χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητης αποδοχής από τον εργοδότη της πλημμελώς εκπληρούμενης υποχρέωσης για παροχή εργασίας, θεωρεί ότι ο τελευταίος ανέχεται τη συμπεριφορά αυτή. (Δ. Ζερδελής, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2η έκδοση σ.130 επ.). Στις περιπτώσεις αυτές, ο εργοδότης που παραλείπει να προβεί σ' ένα σημαντικό διαδικαστικό βήμα, οφείλει να δικαιολογήσει την παράλειψη του. Η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διατηρούν τα δικαστήρια να αποφασίσουν εάν θα αντιμετωπίσουν τη διαδικαστική παράλειψη ως λόγο διαπίστωσης αδικαιολόγητης απόλυσης διασφαλίζει ότι τα μέτρα που προτείνονται στην υπόθεση James (ανωτέρω) θα διατηρήσουν τη σημασία τους ως οδηγό για την εύλογη διαδικασία σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Έτσι, τα δικαστήρια μπορούν να αποφασίσουν ότι η απόλυση δεν δικαιολογείται, επειδή ο εργοδότης παρέλειψε να ακολουθήσει το πρότυπο του «λογικού εργοδότη» και δεν έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τη δυσαρέσκεια και τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του, επιδεικνύοντας του με επάρκεια τις ελλείψεις και αδυναμίες του και προειδοποιώντας τον ότι λόγω αυτών των αδυναμιών η εργασία του τίθεται σε κίνδυνο. Επιπλέον, τα δικαστήρια δικαιολογούνται να θεωρούν την απόλυση αδικαιολόγητη όταν ο εργοδότης δεν παρέχει στον εργαζόμενο εύλογη ευκαιρία να βελτιωθεί. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.231). Αξιολογώντας την προσαχθείσα επί του ζητήματος τούτου μαρτυρία, παρατηρούμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση κανένα στοιχείο δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του, ή ότι προέβησαν σε οποιαδήποτε λογική έρευνα σε σχέση με την απόδοση του, ή ότι έφεραν σε γνώση του Αιτητή, με σαφή τρόπο, τα παράπονα τους ή τον προειδοποίησαν για την μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του και ή έδωσαν στον Αιτητή την εύλογη ευκαιρία να βελτιωθεί. Για όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ακολούθησαν το πρότυπο του λογικού εργοδότη και δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν την απόλυση του δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα του και δη εντός των πλαισίων της λογικής αποτελεσματικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Επίσης κανένα στοιχείο δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τη θέση τους ότι ο Αιτητής απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του ή εγκατάλειπε την εργασία του χωρίς λόγο ή αιτία. Όπως εντοπίζεται στην Demil Imports Exports v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολ.Εφ. 299/2008, ημερ. 17.6.2011, λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Μαρσέλ ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858)». Ως επακόλουθο κρίνουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. (iii) Οι απολαβές του Αιτητή και οι αυτοτελείς αξιώσεις του Αναφορικά με τις μισθολογικές απολαβές του Αιτητή αποτελεί κοινό έδαφος ότι λάμβανε το ποσό των €1.073- μηνιαίως. Η θέση του Αιτητή ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι στους Καθ' ων η αίτηση επωφελούνταν κατά τον μήνα Δεκέμβριο εκάστου έτους φιλοδώρημα που αντιστοιχούσε με ένα μηνιαίο μισθό, δεν υποστηρίζεται από τη σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή αλλά ούτε και από οποιαδήποτε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία πού μπορούσαν να υποστηρίξουν μια τέτοια εκδοχή. Περαιτέρω ούτε και η θέση του ότι του οφείλεται αναλογία ετήσιας άδειας υποστηρίζεται από τέτοια στοιχεία. Αντιθέτως από το περιεχόμενο του Τεκ.2 φαίνεται ότι στον Αιτητή πληρώθηκαν όλα τα δικαιώματα του, μισθοί και άδειες, με την αποχώρηση του. Είναι επομένως κατάληξη μας ότι ο Αιτητής δεν λάμβανε 13ο μισθό και ότι οποιαδήποτε ποσά που προέκυψαν κατά την απασχόληση του, του είχαν εξοφληθεί εξ' ου και υπέγραψε το Τεκ.2. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστη-ρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία Καθ' ων η αίτηση για 4 και πλέον συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €247,61 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του και την ηλικία του (δεν έγινε αναφορά), κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίω-σης, το ποσό των €2.599,90 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 10,5 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €2.599,90 με νόμιμο τόκο από 9.1.2018 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €1.524- ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 9.1.2018 μέχρι τελικής εξόφλησης. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.