← Κύπρος

Δ. Π. ν. SFS Group Public Company Limited, Αρ. Αίτησης: 1005/12, 11/2/2019

Δ. Π. ν. SFS Group Public Company Limited, Αρ. Αίτησης: 1005/12, 11/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:5 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή N. Μιχαήλ ) Κ. Ευθυμίου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 1005/12 Μεταξύ: Δ. Π. Aιτητή και SFS Group Public Company Limited Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 11/2/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Παπακωνσταντίνου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Πετρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι Καθ' ων η Αίτηση είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («το Χ.Α.Κ.»). Είναι μητρική εταιρεία (Όμιλος) διαφόρων άλλων εταιρειών μέσω των οποίων δραστηριοποιείται σε διάφορους επιχειρηματικούς και οικονομικούς τομείς. Μεταξύ άλλων, είτε από μόνη της είτε μέσω θυγατρικών εταιρειών της, ασχολείται με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Πριν τις 10/12/2003 ονομαζόταν Sharelink Financial Services Ltd. O Aιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση στις 16/5/2000, αφού υπογράφηκε μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η Αίτηση γραπτή συμφωνία εργοδότησης ημερ. 21/3/2000 (Τεκμήριο 2) («η Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης»), ως επικεφαλής του Ναυτιλιακού Τομέα τους με έδρα τη Λεμεσό. Σύμφωνα με τους όρους της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης:(α) η εργοδότηση του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση θα ίσχυε για περίοδο τουλάχιστον 5 ετών από τις 16/5/2000, (β) ο ετήσιος ακάθαρτος μισθός του Αιτητή θα ανερχόταν σε ΛΚ45.000 και (γ) ο Αιτητής θα δικαιούτο να γίνει μέλος του Ταμείου Προνοίας των Καθ' ων η Αίτηση και να λαμβάνει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και οδοιπορικά έχοντας ως βάση ότι η έδρα εργασίας του ήταν η ΛΧΧΧΧ. Περαιτέρω σύμφωνα με τον όρο 4(β) της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης ο Αιτητής θα δικαιούτο «βάσει της απόδοσης και διαγωγής του φιλοδώρημα (bonus) για τον κάθε χρόνο, το ποσό του οποίου θα υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο όμως δεν θα είναι μικρότερο από το 50% και δεν θα είναι μεγαλύτερο από 200% του ετησίου ακάθαρτου μισθού του Εργοδοτούμενου» το οποίο φιλοδώρημα (bonus) θα ήταν πληρωτέο στον Αιτητή κάθε Μάρτιο για τον προηγούμενο χρόνο. Στον όρο 14 της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης αναφέρονται τα πιο κάτω: «Η Συμφωνία αποτελεί ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ του Εργοδοτημένου και της Εταιρείας σχετικά με την απασχόληση του Εργοδοτημένου και περιέχει εξαντλητικά όλους τους όρους σχετικά με αυτή και οι οποίοι εκτός από άλλη έγγραφη συμφωνία δεν υπόκεινται σ'οποιανδήποτε τροποποίηση, προσθήκη ή ακύρωση που έχει γίνει με άλλο τρόπο και κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει στηριχθεί σ' οποιανδήποτε παράσταση η οποία έγινε από οποιοδήποτε άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή άλλο πρόσωπο εκτός από παραστάσεις οι οποίες ρητά περιέχονται στην παρούσα Συμφωνία.» Ο Αιτητής πριν προσληφθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση εργαζόταν στη θέση του ΛΧΧΧΧ ΕΧΧΧΧ ΝΧΧΧΧ στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και υπέβαλε παραίτηση από την εν λόγω θέση ώστε να μπορέσει να αναλάβει καθήκοντα εργασίας στους Καθ' ων η Αίτηση. Στις 12/10/2005 υπογράφηκε μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση συμφωνία με τίτλο Συμβόλαιο Εργοδότησης (Τεκμήριο 7) («η Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης»). Με βάση τις πρόνοιες της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης ο Αιτητής θα απασχολείτο από τους Καθ' ων η Αίτηση «στο τμήμα ναυτιλίας, στη θέση του Διευθύνοντα Συμβούλου της OΧΧΧΧ ChΧΧΧΧ Ltd και στη θέση του Αναπληρωτή Διευθύνοντα Συμβούλου της LΧΧΧΧ SΧΧΧΧ Co Ltd («η LΧΧΧΧ»), θυγατρικών εταιρειών» των Καθ' ων η Αίτηση, «σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες της Συμφωνίας». Οι όροι 2, 3, 4 και 15 της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης προέβλεπαν τα πιο κάτω: «2. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ Συμφωνείται ότι η απασχόληση του Εργοδοτουμένου από την Εταιρεία, τηρουμένων των παραγράφων 8(B) και 14 πιο κάτω, είναι για περίοδο πέντε χρόνων από την 1η Μαΐου 2005 μέχρι την 30η Απριλίου 2010 (η "Περίοδος Απασχόλησης"). Μετά την παρέλευση της Περιόδου Απασχόλησης η απασχόληση του Εργοδοτουμένου από την Εταιρεία θα συνεχίζεται μόνο μετά από γραπτή συμφωνία και των δύο μερών στη Συμφωνία δώδεκα

(12)μήνες πριν από τη λήξη της Συμφωνίας.
  1. ΜΙΣΘΟΣ Ο Εργοδοτούμενος θα πληρώνεται για την περίοδο από 1η Μαΐου 2005 μέχρι τη 30η Απριλίου 2006 από την Εταιρεία ετήσιο ακάθαρτο μισθό £40.000 και από τη LXXXX, επιπρόσθετο ετήσιο ακάθαρτο μισθό £20.
  2. Για το κάθε επόμενο έτος, από 1η Μαΐου 2006 μέχρι 30 Απριλίου 2010 ο συνολικός, ετήσιος, ακάθαρτος μισθός του Εργοδοτουμένου θα αυξάνεται κατ' ελάχιστον κατά 5% ετησίως νοουμένου ότι θα επιτυγχάνεται κατ' ελάχιστον 5% Απόδοση στα Ίδια Κεφάλαια (Return on Equity (RoE)) του Ομίλου Εταιρειών LXXXX. Ο μισθός αυτός θα καταβάλλεται στον Εργοδοτούμενο σε δεκατρείς ίσες μηνιαίες δόσεις και θα πληρώνεται στο τέλος κάθε μήνα κατά ή περί την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα.
  3. AΛΛΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ (α) Ο Εργοδοτούμενος, κατά τη διάρκεια απασχόλησης του από την Εταιρεία, θα δικαιούται να συμμετέχει στο Ταμείο Προνοίας της Εταιρείας καθώς και σε αυτό της LXXXX. (β) Ο Εργοδοτούμενος, κατά τη διάρκεια απασχόλησης του από την Εταιρεία, θα δικαιούται να συμμετέχει στο εκάστοτε Σχέδιο Δικαιώματος Επιλογής (Share Option Scheme) προσωπικού, διοικητικών συμβούλων και συνεργατών της Εταιρείας (το "Σχέδιο Δικαιώματος Επιλογής") σύμφωνα με και τηρουμένων των όρων και προνοιών του Σχεδίου Δικαιώματος Επιλογής. (γ) Ο Εργοδοτούμενος, κατά τη διάρκεια απασχόλησης του από την Εταιρεία, θα δικαιούται να συμμετέχει, ο ίδιος και η οικογένειά του, στο Σχέδιο Ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (Group Medical Scheme (PPP), οι συνδρομές του οποίου θα καταβάλλονται εξ' ολοκλήρου από την Εταιρεία. (δ) Ο Εργοδοτούμενος κατά την διάρκεια απασχόλησης του από την Εταιρεία, θα δικαιούται να συμμετέχει στο Ιδιωτικό Συνταξιοδοτικό Σχέδιο (Cypensions Unit Trust) και η LXXXX θα πληρώνει για αυτό £297,75 το μήνα. (ε) Η Εταιρεία μπορεί να πληρώνει κάθε χρόνο φιλοδώρημα (bonus) στον Εργοδοτούμενο, το ποσό του οποίου θα καθορίζεται κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας με βάση το ισχύον Σχέδιο Φιλοδωρήματος του Ομίλου σύμφωνα με την απόδοση και διαγωγή του Εργοδοτουμένου και τα κέρδη του Ομίλου κατά το σχετικό χρόνο. Το φιλοδώρημα (bonus) θα πληρώνεται στον Εργοδοτούμενο (σε περίπτωση που η Εταιρεία ήθελε αποφασίσει την καταβολή του στον Εργοδοτούμενο) σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που καθορίζονται από το εκάστοτε ισχύον Σχέδιο Φιλοδωρήματος του Ομίλου, νοουμένου ότι κατά την ημερομηνία πληρωμής του ο Εργοδοτούμενος εξακολουθεί να εργοδοτείται από την Εταιρεία. (στ) Η LXXXX θα πληρώνει κάθε χρόνο φιλοδώρημα (bonus) στον Εργοδοτούμενο, βάσει του Σχεδίου Φιλοδωρήματος των Εκτελεστικών Διοικητικών Συμβούλων (executive bonus scheme) της LXXXX. Σύμφωνα με το Σχέδιο Φιλοδωρήματος των Εκτελεστικών Διοικητικών Συμβούλων το φιλοδώρημα (bonus) κάθε έτους θα είναι ίσο με το 5% των καθαρών κερδών του Ομίλου Εταιρειών LXXXX και θα πληρώνεται ετησίως νοουμένου ότι θα επιτυγχάνεται Απόδοση στα Ίδια Κεφάλαια (Return on Equity (RoE)) του Ομίλου Εταιρειών LXXXX που θα υπερβαίνει το 10% για κάθε χρόνο. Η Επιτροπή Αμοιβών του Διοικητικού Συμβουλίου της LXXXX, κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια, θα αποφασίζει κάθε χρόνο το ποσό που θα αναλογεί στον κάθε Εκτελεστικό Σύμβουλο της LXXXX σύμφωνα με την απόδοση του Εργοδοτουμένου κατά το σχετικό χρόνο. Το φιλοδώρημα (bonus) θα πληρώνεται στον Εργοδοτούμενο (σε περίπτωση που η LXXXX ήθελε αποφασίσει την καταβολή του στον Εργοδοτούμενο) σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που καθορίζονται από το εκάστοτε ισχύον Σχέδιο Φιλοδωρήματος των Εκτελεστικών Διοικητικών Συμβούλων (executive bonus scheme), νοουμένου ότι κατά την ημερομηνία πληρωμής του ο Εργοδοτούμενος εξακολουθεί να εργοδοτείται από την Εταιρεία. (ζ) Η LXXXX μπορεί να πληρώνει κάθε χρόνο επιπρόσθετο φιλοδώρημα (bonus) στον Εργοδοτούμενο, το ποσό του οποίου θα καθορίζεται από την Επιτροπή Αμοιβών του Διοικητικού Συμβουλίου της LXXXX με βάση το εκάστοτε ισχύον Σχέδιο Φιλοδωρήματος του Προσωπικού (staff bonus scheme) της LXXXX σύμφωνα με την απόδοση του Εργοδοτουμένου και τα κέρδη του Ομίλου LXXXX κατά το σχετικό χρόνο. Το φιλοδώρημα (bonus) θα πληρώνεται στον Εργοδοτούμενο (σε περίπτωση που η LXXXX ήθελε αποφασίσει την καταβολή του στον Εργοδοτούμενο) σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που καθορίζονται από το εκάστοτε ισχύον Σχέδιο Φιλοδωρήματος Προσωπικού νοουμένου ότι κατά την ημερομηνία πληρωμής του ο Εργοδοτούμενος εξακολουθεί να εργοδοτείται από την Εταιρεία. (θ) Η Εταιρεία θα καταβάλλει στον Εργοδοτούμενο όλα τα δεόντως τεκμηριωμένα και δικαιολογημένα ταξιδιωτικά έξοδα και έξοδα παραστάσεων, τα οποία θα υπόκειται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, νοουμένου ότι η Εταιρεία θα έχει εγκρίνει τα έξοδα αυτά και ο Εργοδοτούμενος θα έχει φέρει ικανοποιητικές αποδείξεις. Η LXXXX θα καταβάλλει στον Εργοδοτούμενο όλα τα δεόντως τεκμηριωμένα έξοδα του Εργοδοτούμενου σχετικά με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο (καύσιμα, ελαστικά, service, κτλ.) νοουμένου ότι τα έξοδα αυτά δε θα υπερβαίνουν τις £2.000 το χρόνο. ...................................
  4. ΑΚΕΡΑΙΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ Η Συμφωνία αποτελεί ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ του Εργοδοτουμένου και της Εταιρείας σχετικά με την απασχόληση του Εργοδοτουμένου και περιέχει εξαντλητικά όλους( τους όρους σχετικά με αυτή και οι οποίοι εκτός από άλλη έγγραφη συμφωνία δεν υπόκεινται σ' οποιανδήποτε τροποποίηση, προσθήκη ή ακύρωση που έχει γίνει με άλλο τρόπο και κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει στηριχθεί σ' οποιανδήποτε παράσταση η οποία έγινε από οποιοδήποτε άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή άλλο πρόσωπο εκτός από παραστάσεις οι οποίες ρητά περιέχονται στην παρούσα Συμφωνία.» Δύο Διευθύνοντες Σύμβουλοι των Καθ' ων η Αίτηση (ο κ. Φ. Λ. και ο κ. Χρ. Ε.), ο Αιτητής και ο κ. Φ. Φ., Διευθύνοντας Σύμβουλος της LΧΧΧΧ SXXXX Co Ltd («η LΧΧΧΧ») υπέγραψαν ένα έγγραφο το οποίο έφερε τον τίτλο Memorandum of Understanding (Τεκμήριο 8). Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονται τα πιο κάτω: «PP Remuneration package (5 year contract)
  5. Annual gross salary of £40.000 from LXXXX SXXXX Group (LSG).
  6. Annual gross salary/fees of £20.000 from OXXXX ChXXXX Ltd.
  7. Annual tax free compensation of £30.000 (net) for overseas travelling and subsistence etc from LSG.
  8. Group A Medical Insurance for his family from Universal's PPP from LSG.
  9. Payment of £300 per month CyPensions cost by LSG.
  10. Payment of all his private car expenses (petrol, service, tyres etc.) not exceeding £2.000 per annum from LSG.
  11. Participation in Executive Bonus Scheme (see below details).
  12. Minimum 5% annual increase of 1, 2 & 3 above subject to achieving a minimum of 5% Return on Equity (ROE). DP Remuneration package (5 year contract)
  13. Annual gross salary of £20.000 from LSG.
  14. Annual tax free compensation of £15.000 (net) for overseas travelling and subsistence etc from LSG.
  15. Group A Medical Insurance for his family from Universal's PPP from SFS.
  16. Payment of £300 per month CyPensions cost by LSG.
  17. Payment of all his private car expenses (petrol, service, tyres etc.) not exceeding £2.000 per annum from LSG.
  18. Participation in Executive Bonus Scheme (see below details).
  19. Minimum 5% annual increase of 1 & 2 above subject to achieving a minimum of 5% ROE. Executive Bonus Scheme
  20. These bonuses will be 5% of LSG's net profits each year.
  21. These bonuses will be paid only when ROE exceeds 10% in any year.
  22. Bonus will be allocated between PP and DP by Remuneration Committee and BOD. Staff Bonus Scheme
  23. Staff (including PP and DP at BOD's discretion) will also be entitled to 5% of LSG's net profits each year.
  24. These bonuses will be paid only when ROE exceeds 6% in any year.
  25. Bonuses will be allocated to staff by PP and DP and will be subject to final approval by BOD.
  26. Any un-allocated portion of these bonuses can be allocated to PP and DP by Remuneration Committee and BOD.» Σύμφωνα με τις Ετήσιες Εκθέσεις των Καθ' ων η Αίτηση για τα έτη 2007 και 2009 (Τεκμήρια 10[1] και 11[2]) τα κέρδη των Καθ' ων η Αίτηση στον Ναυτιλιακό Τομέα για τα έτη 2005-2009 ήταν τα πιο κάτω: 2005 2006 2007 2008 2009 Κέρδη από εργασίες €3.970.000 €5.440.000 €6.960.000 €3.087.000 €185.000 Κέρδη από πώληση εξαρτημένων εταιρειών €19.680.000 €7.280.000 Σύνολο Κερδών €3.970.000 €5.440.000 €6.960.000 €22.767.000 €7.465.000 Τα κέρδη από πωλήσεις της εταιρείας LXXXX για το έτος 2008 ήταν €12.000.000 και για το 2009 €7.280.
  27. Στην Ετήσια Έκθεση του 2007 στη σελ. 19 αναγράφεται ότι το Προσωπικό και η Διεύθυνση του Ομίλου θα πληρωθεί φιλοδώρημα ύψους ΛΚ1.800.000 για το έτος 2007 σε 3 δόσεις μέχρι 31/12/2009 και υπάρχει και η ακόλουθη σημείωση [2006: ΛΚ800.000 μέχρι 31/12/2008]. Στη σελ. 199 της Ετήσιας Έκθεσης του 2009 (Τεκμήριο 20) στο σημείο 30 αναγράφονται τα πιο κάτω. «
  28. Σχέδιο Φιλοδωρήματος Προσωπικού και Διεύθυνσης Σύμφωνα με το Σχέδιο Φιλοδωρήματος Προσωπικού και Εκτελεστικών Διοικητικών Συμβούλων που εγκρίθηκε στις 25 Μαΐου 2005, η Εταιρεία θα δύναται να διανέμει στο προσωπικό και στους εκτελεστικούς διοικητικούς συμβούλους μέχρι τo 25% των κερδών του Ομίλου βάσει των ενοποιημένων οικο­νομικών καταστάσεων πριν από τους φόρους και τα φιλοδωρήματα αλλά μετά την αφαίρεση του συμφέροντος μειονότητας. Τα φιλοδωρήματα για κάθε οικονομικό έτος δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν τo 50% του μερίσματος ή άλλων ωφελημάτων και/ή πληρωμών προς τους μετόχους, του σχετικού οικονομικού έτους. Κατά τη διάρκεια του έτους που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2009 δεν έγινε πρόνοια για φιλοδωρήματα Προσωπικού και Εκτελεστι­κών Διοικητικών Συμβούλων (2008: μηδέν).» Τον Απρίλιο του 2009 και τον Απρίλιο του 2010 οι Καθ' ων η Αίτηση γνωστοποίησαν στο Χ.Α.Κ. ότι δεν θα κατέβαλλαν μερίσματα στους μετόχους τους για τα έτη 2008 και 2009 αντίστοιχα (Τεκμήρια 16 και 17). Μετά τη λήξη της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στους Καθ' ων η Αίτηση. Στις 7/11/2011 οι Καθ' ων η Αίτηση παρέδωσαν στον Αιτητή επιστολή με την οποία τερμάτιζαν την απασχόλησή του στις 2/1/2012 για λόγους πλεονασμού δίδοντας του οκτώ
(8)εβδομάδες προειδοποίησης τερματισμού της απασχόλησης. Μετά την απόλυση του Αιτητή και πριν τις 26/3/2012 έγινε συνάντηση του Αιτητή και του κ. Χρ. E. με τον κ. Γ. Π., ο οποίος ήταν νομικός σύμβουλος των Καθ' ων η Αίτηση, σε σχέση με απαιτήσεις του Αιτητή για καταβολή φιλοδωρημάτων από τους Καθ' ων η Αίτηση. Στις 26/3/2012 ο κ. Χρ. E. πρότεινε στον Αιτητή την καταβολή του ποσού των €40.000 για φιλική διευθέτηση της μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση διαφοράς σχετικά με τις απαιτήσεις του Αιτητή για φιλοδώρημα. Ο Αιτητής στις 28/12/2012 καταχώρησε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») με την οποία απαιτεί από τους Καθ' ων η Αίτηση: (α) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση που δεν ξεπερνά τα 2 χρόνια, μισθούς και ωφελήματα. (β) Ποσό €188.178,66 ως μη καταβληθέντα φιλοδωρήματα κάτω από την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή αλλιώτικα. (γ) Ποσό €765.838,22 ως μη καταβληθέντα φιλοδωρήματα κάτω από τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή αλλιώτικα. (δ) Τόκους από την ημερομηνία που τα πιο πάνω ποσά θα έπρεπε να καταβληθούν στον Αιτητή. (ε) Νόμιμους τόκους, έξοδα και ΦΠΑ. Ο Αιτητής στις 12/3/2015 μέσω των δικηγόρων του απέσυρε την αξίωσή του για πληρωμή αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση. Ο Αιτητής στους γενικούς λόγους της Αίτησής του ισχυρίζεται ότι με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησής του οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να του καταβάλουν φιλοδώρημα ανάλογα της επιτυχίας της πορείας των εργασιών τους που θα κυμαινόταν μεταξύ του 50% και του 200% του ετήσιου μισθού του. Ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του κάτω από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του κατέβαλλαν κανονικά το συμφωνημένο φιλοδώρημα, αλλά τον διαβεβαίωναν ότι αυτό θα του καταβαλλόταν αναδρομικά προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες για την καθυστέρηση. Ότι το ποσό του φιλοδωρήματος που οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του κατέβαλαν στη βάση της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης ανέρχεται σε €188.178,66 (ΛΚ110.046,00). Ότι μετά τη λήξη της περιόδου εργοδότησής του με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης, αυτός συνέχισε να προσφέρει στους Καθ' ων η Αίτηση τις υπηρεσίες του χωρίς συμφωνία μέχρι τις 12/10/2005 που υπογράφηκε νέα πενταετής συμφωνία εργοδότησής του από τους Καθ' ων η Αίτηση με αναδρομική ισχύ από την 1/5/2005 στην οποία συμφωνία υπήρχε πρόνοια για καταβολή φιλοδωρήματος. Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση του υπόσχονταν συνεχώς ότι θα του κατέβαλλαν τα ποσά που δικαιούτο για τις υπηρεσίες του κάτω από τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησής του. Ότι στη βάση των εξαιρετικών αποτελεσμάτων του Ναυτιλιακού Τμήματος που ηγείτο, δικαιούται ποσό ίσο με τουλάχιστον το 3% των συνολικών κερδών των Καθ' ων η Αίτηση από τις Ναυτιλιακές Δραστηριότητές τους, δηλαδή ποσό €765.838,22. Είναι η θέση του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση σε όλο τον ουσιαστικό χρόνο τον διαβεβαίωναν ότι θα του κατέβαλλαν τα φιλοδωρήματα που του όφειλαν δυνάμει και των δύο
(2)Συμφωνιών Εργοδότησής του αλλά επικαλούντο προσωρινή οικονομική αδυναμία και μετέθεσαν τον ουσιαστικό χρόνο για όταν θα γινόταν εκποίηση περιουσιακών στοιχείων θυγατρικών τους εταιρειών και ότι αυτός συμφώνησε και αποδέχτηκε να δώσει χρόνο στους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι όταν πωλήθηκαν κάποια πλοία που ανήκαν σε θυγατρική εταιρεία των Καθ' ων η Αίτηση έθεσε το θέμα των φιλοδωρημάτων του ξανά και οι Καθ' ων η Αίτηση τον διαβεβαίωσαν ότι το ζήτημα θα τύγχανε επίλυσης το συντομότερο. Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση του παρείχαν συνεχείς ενδείξεις ότι θα ελάμβανε τα ποσά των φιλοδωρημάτων. Ότι αυτός βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση τους έδωσε την παράταση του χρόνου που του ζήτησαν. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του αναγνώρισαν την υποχρέωσή τους να του καταβάλουν τα συμφωνηθέντα φιλοδωρήματα και τον διαβεβαίωσαν ότι θα του κατέβαλλαν ό,τι του όφειλαν ζητώντας του περισσότερο χρόνο. Ότι στις 26/3/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση τον πληροφόρησαν ότι θα του κατέβαλλαν το ποσό των €40.000 προς πλήρη εξόφληση της απαίτησής του, πρόταση την οποία απέρριψε. Ο Αιτητής στην παράγραφο 10 των γενικών λόγων της Αίτησης αναφέρει τα πιο κάτω: «
  1. Εκ των υστέρων και ένεκα των ως άνω περιγραφόμενων ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση, διεφάνη ότι αυτοί ουδέποτε είχαν σκοπό να καταβάλουν στους Αιτητές τα φιλοδωρήματα, αλλά οι ενέργειες τους αποσκοπούσαν στη σπατάλη πολύτιμου χρόνου και/ή στην καθυστέρηση της πληρωμής των φιλοδωρημάτων. Είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, ενήργησαν δόλια με σκοπό την εξαπάτηση και/ή την παραπλάνηση του Αιτητή, έτσι ώστε να του δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα κατέβαλλαν σε αυτόν τα συμφωνημένα φιλοδωρήματα σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ στην ουσία οι τελευταίοι ουδέποτε είχαν τέτοιο σκοπό.» Οι Καθ' ων η Αίτηση με τους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Προβάλλουν ως προδικαστική ένσταση τη θέση ότι οι αξιώσεις του Αιτητή για μη καταβληθέντα φιλοδωρήματα στηρίζονται σε δικαιώματα τα οποία ανέκυψαν εκτός της χρονικής προθεσμίας που η νομοθεσία θέτει για την διεκδίκηση αξιώσεων στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.»). Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή για την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης ισχυρίζονται ότι η καταβολή ή μη του φιλοδωρήματος προς τον Αιτητή εναπόκειτο με βάση τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας στη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η Αίτηση και δεν ήταν υποχρεωτική «ενώ παράλληλα εξαρτιόταν από πολλούς παράγοντες πέρα από την κερδοφορία των Καθ' ων η Αίτηση». Σε σχέση με τις υπόλοιπες θέσεις του Αιτητή αναφέρουν ότι με βάση τους όρους των δύο συμφωνιών εργοδότησής του όλα τα δεδουλευμένα δικαιώματα του Αιτητή έχουν πλήρως εξοφληθεί και γι' αυτό τον λόγο ο Αιτητής μέχρι και το τέλος του 2012 δεν ζήτησε οποιοδήποτε ποσό πέραν από αυτά που έλαβε μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του. Ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής αποκρύπτει ότι για την περίοδο 2005 - 2011 έλαβε από τη LXXXX ποσό €824.932 ως φιλοδώρημα και ότι για την περίοδο 2000-2011 εισέπραξε είτε από τους Καθ' ων η Αίτηση είτε από τις θυγατρικές τους εταιρείες υπό μορφή μισθών και φιλοδωρημάτων το ποσό των €2.426.
  2. Είναι η θέση τους ότι ουδέποτε διαβεβαίωσαν τον Αιτητή ότι θα του κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό για το οποίο πριν τον τερματισμό της απασχόλησής του ουδέποτε τους ενημέρωσε ότι του οφείλαν. Αρνούνται ότι ζήτησαν από τον Αιτητή οποιαδήποτε παράταση για την εξόφληση οποιωνδήποτε οφειλομένων προς αυτόν δεδουλευμένων δικαιωμάτων και ότι έγινε οποιαδήποτε πρόταση προς αυτόν για εξόφληση των επίδικων φιλοδωρημάτων. Ότι ο Αιτητής έλαβε για όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του όλα τα φιλοδωρήματα και/ή δικαιώματα που του αναλογούσαν και ότι ουδέποτε ζήτησε οποιοδήποτε επιπλέον χρηματικό ποσό πέραν από αυτό που είχε λάβει. Ως εκ τούτου ζητούν απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ τους και εις βάρος του Αιτητή. Μαρτυρία Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τον έπεισαν να εγκαταλείψει τον Δημόσιο Τομέα και να εργοδοτηθεί από αυτούς προσφέροντας του το δελεαστικό πακέτο ψηλών απολαβών το οποίο περιελάμβανε τον μισθό και το φιλοδώρημα που προέβλεπε η Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησής του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 ένα έγγραφο το οποίο ετοιμάστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση και στο οποίο φαίνονται οι απολαβές (μισθοί, φιλοδωρήματα και άλλες πληρωμές) οι οποίες σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση είναι αυτές που δικαιούτο κατά την απασχόλησή του σε αυτούς και οι απολαβές και τα ωφελήματα που του κατέβαλαν και υπέδειξε ότι σε αυτό οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν ότι το φιλοδώρημα που δικαιούτο να λάβει με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης για την περίοδο που απασχολήθηκε δυνάμει της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης στους Καθ' ων η Αίτηση ανέρχεται σε €190,619 (ΛΚ111,563). Ήταν η θέση του ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του κατέβαλλαν κανονικά το συμφωνημένο φιλοδώρημά του αλλά τον διαβεβαίωναν ότι αυτό θα του καταβαλλόταν σε μεταγενέστερο χρόνο στο ακέραιο προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες για την καθυστέρηση. Υποστήριξε ότι μέχρι τις 26/3/2012 οι Εκτελεστικοί Διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε του είπαν ότι δεν θα του καταβαλλόταν το συμφωνημένο φιλοδώρημα αλλά αντίθετα τον διαβεβαίωναν για το αντίθετο, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τη συνέχιση των υπηρεσιών του προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και ότι αυτός αποδεχόταν την αναβολή της πληρωμής και δεχόταν να δώσει παράταση στους Καθ' ων η Αίτηση αφού τον διαβεβαίωναν ότι θα λάβει στο ακέραιο το φιλοδώρημά του και έτσι συνέχιζε να τους παρέχει τις υπηρεσίες του. Ισχυρίστηκε ότι καθ' όλη την περίοδο της απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση παρείχε με επιτυχία τις υπηρεσίες του στους Καθ' ων η Αίτηση και ότι ο Τομέας της Ναυτιλίας των Καθ' ων η Αίτηση λόγω και των δικών του υπηρεσιών είχε συνεχή ανοδική πορεία και κέρδη. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 επιστολή των εξωτερικών ελεγκτών των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 4/5/2010 στην οποία αναφέρεται ότι οι επενδύσεις του Ομίλου (των Καθ' ων η Αίτηση) στη Ναυτιλία παρουσίαζαν ποσοστό εσωτερικής απόδοσης ύψους 32% ετησίως για την περίοδο 2000-
  3. Σύμφωνα με τον Αιτητή οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν στη βάση της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησής του να του καταβάλουν για την περίοδο 16/5/2000-15/5/2005 ως ελάχιστο φιλοδώρημα το συνολικό ποσό των €193.101 (ΛΚ113.017). Πιο συγκεκριμένα, εφόσον το ελάχιστο φιλοδώρημα που ήταν υποχρεωμένοι οι Καθ' ων η Αίτηση να του καταβάλουν για κάθε χρόνο εργασίας του ανερχόταν στο 50% του ετήσιου ακάθαρτου μισθού του, αναλυτικά για κάθε έτος το φιλοδώρημά του το οποίο ήταν πληρωτέο τον Μάρτη του επόμενου έτους ανερχόταν σε: - Για το έτος 2000 (από 16/5/2000 μέχρι 31/12/2000) €23.308 (ΛΚ27.284Χ50%) - Για το έτος 2001 €38.443 (ΛΚ45.000Χ50%) - Για το έτος 2002 €38.443 (ΛΚ45.000Χ50%) - Για το έτος 2003 €38.443 (ΛΚ45.000Χ50%) - Για το έτος 2004 €38.443 (ΛΚ45.000Χ50%) - Για το έτος 2005 (από 1/1/2005 μέχρι 1/5/2005) €16.018 (ΛΚ18.750Χ50%). Σύνολο €193.098 Αφαιρώντας από αυτό το συνολικό ποσό το ποσό των €12.936,44 (ΛΚ7.500) που του καταβλήθηκε το ποσό που του οφείλεται ανέρχεται σε €180.161,
  4. Ανέφερε ότι όταν μετά τη λήξη της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης ζήτησε από τους Καθ' ων η Αίτηση την καταβολή των φιλοδωρημάτων τα οποία του οφείλαν, οι Εκτελεστικοί Διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση τον διαβεβαίωσαν ότι θα του κατέβαλλαν στο ακέραιο ολόκληρο το ποσό το οποίο του όφειλαν ως φιλοδώρημα σε μεταγενέστερο χρόνο και έτσι αυτός συνέχισε να τους παρέχει τις υπηρεσίες του βασιζόμενος στα λεγόμενα των Εκτελεστικών Διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση. Ότι συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στους Καθ' ων η Αίτηση χωρίς νέα συμφωνία εργοδότησης μέχρι τις 12/10/2005 που υπογράφηκε η Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης. Επικαλούμενος τον όρο 4(ε) της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης υποστήριξε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση συμφώνησαν να του πληρώνουν κάθε χρόνο φιλοδώρημα σύμφωνα με την απόδοσή του και τα κέρδη του Ομίλου (των Καθ' ων η Αίτηση) κατά τον σχετικό χρόνο και ως το σχέδιο φιλοδωρήματος. Περαιτέρω ανέφερε ότι με βάση τους όρους της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης η LXXXX θα του κατέβαλλε ξεχωριστό μισθό και ξεχωριστό φιλοδώρημα από αυτά που θα λάμβανε από τους Καθ' ων η Αίτηση. Επίσης από την LXXXX θα λάμβανε ξεχωριστό φιλοδώρημα ίσο με 5% των καθαρών κερδών του ομίλου εταιρειών LXXXX το οποίο θα το μοιραζόταν με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της LXXXX. Υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 8 ήταν το σχέδιο φιλοδωρήματος της LXXXX. Ήταν η θέση του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση καθόρισαν το ποσοστό του φιλοδωρήματος που δικαιούτο να λάβει από αυτούς στη βάση της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησής του σε ποσοστό 3% των συνολικών ετήσιων κερδών του Ομίλου (των Καθ' ων η Αίτηση) από τις Ναυτιλιακές Δραστηριότητες. Ότι επειδή αυτός ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος της OXXXX ChXXXX Ltd και ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της LXXXX και αντίστοιχα ο Διευθύνων Σύμβουλος της LXXXX ήταν ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της OXXXX ChXXXX Ltd, με βάση τα σχέδια φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση θα λάμβανε ως φιλοδώρημα από τους Καθ' ων η Αίτηση ποσοστό 3% των συνολικών κερδών του Ομίλου (των Καθ' ων η Αίτηση) από τις Ναυτιλιακές Δραστηριότητες και 2% από τα συνολικά κέρδη της LXXXX από τη LXXXX και ο Διευθύνων Σύμβουλος της LXXXX και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της OXXXX ChXXXX Ltd θα λάμβανε ως φιλοδώρημα από τους Καθ' ων η Αίτηση ποσοστό 2% των συνολικών κερδών του Ομίλου (των Καθ' ων η Αίτηση) από τις Ναυτιλιακές Δραστηριότητες των Καθ' ων η Αίτηση και 3% από τα συνολικά κέρδη της LXXXX από την εταιρεία LXXXX. Ότι στη βάση των εξαιρετικών αποτελεσμάτων του Ναυτιλιακού Τμήματος των Καθ' ων η Αίτηση δικαιούται φιλοδώρημα ίσο τουλάχιστον με το 3% των συνολικών ετήσιων κερδών των Καθ' ων η Αίτηση (του Ομίλου) από τις Ναυτιλιακές Δραστηριότητές τους. Διευκρίνισε ότι αξιώνει το ποσό των €765,838 ως φιλοδώρημα στη βάση του ότι τα κέρδη του Ναυτιλιακού Τομέα των Καθ' ων η Αίτηση, αφού αφαιρεθούν τα κέρδη από τις πωλήσεις της LXXXX, για τα έτη 2005-2009 ήταν: - Για το έτος 2005 €3.970.787,70 - Για το έτος 2006 €5.435.061,10 - Για το έτος 2007 €6.962.550,08 - Για το έτος 2008 €10.770.000,00 - Για το έτος 2009 €185.000,00 Χοντρικά το 3% επί των εν λόγω κερδών: - Για το έτος 2005 ανέρχεται σε €120.000 - Για το έτος 2006 ανέρχεται σε €160.000 - Για το έτος 2007 ανέρχεται σε €210.000 - Για το έτος 2008 ανέρχεται σε €330.000 - Για το έτος 2009 ανέρχεται σε €10.000 Σύνολο €830.000 Αφαιρώντας από αυτό το ποσό των €830.000 το ποσό των €53.795 που έλαβε από τους Καθ' ων η Αίτηση έναντι των φιλοδωρημάτων του όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 5, το συνολικό ποσό που του οφείλεται ως φιλοδώρημα δυνάμει της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης ανέρχεται στο ποσό το οποίο αξιώνει. Υποστήριξε ότι οι Εκτελεστικοί Διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση σε όλο τον ουσιαστικό χρόνο τον διαβεβαίωναν ότι θα του κατέβαλλαν τα φιλοδωρήματα που του όφειλαν δυνάμει και των δύο συμφωνιών εργοδότησης αλλά επικαλούντο προσωρινή οικονομική αδυναμία και μετέθεταν τον ουσιαστικό χρόνο για όταν θα γινόταν εκποίηση περιουσιακών στοιχείων θυγατρικών τους εταιρειών. Ότι αυτός ως ανώτατο στέλεχος συμφωνούσε με την αναβολή της πληρωμής και αποδεχόταν να δώσει χρόνο στους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι στη συνέχεια όταν πωλήθηκαν κάποια πλοία που ανήκαν σε θυγατρική εταιρεία των Καθ' ων η Αίτηση έθεσε το θέμα ξανά και πήρε διαβεβαίωση ότι θα τύγχανε επίλυσης το συντομότερο. Οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε τον ενημέρωσαν ή του γνωστοποίησαν με οποιοδήποτε τρόπο την πρόθεσή τους για μη καταβολή του συμφωνημένου φιλοδωρήματος και αυτός βασιζόμενος στα λεγόμενά τους τους έδινε παράταση χρόνου. Ότι κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του οι Καθ' ων η Αίτηση αναγνώρισαν για ακόμα μια φορά την υποχρέωσή τους να του καταβάλουν τα συμφωνημένα φιλοδωρήματα και τον διαβεβαίωναν ότι θα του κατέβαλλαν ό,τι του όφειλαν πιο μετά καθ' ότι οι συνθήκες της αγοράς ήταν τέτοιες που δεν τους επέτρεπαν να του καταβάλουν τα συμφωνηθέντα φιλοδωρήματα αμέσως. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Χρ. E., ένας από τους Εκτελεστικούς Διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση, εισηγήθηκε να ανατεθεί στον κ. Γ. Π. (ο οποίος ήταν ο νομικός σύμβουλος των Καθ' ων η Αίτηση) να αποφασίσει δεσμευτικά για το συνολικό ποσό των φιλοδωρημάτων που του όφειλαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Ότι αυτός αποδέχτηκε νοουμένου ότι θα υπήρχε συμφωνία ότι η οποιαδήποτε απόφαση του κ. Γ. Π. θα ήταν δεσμευτική και για τις δύο πλευρές. Ότι αφού του είπε ο κ. Χρ. Ε. ότι και οι άλλοι δύο Εκτελεστικοί Διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση (ο κ. Φ. Λ. και ο κ. Π.) δέχονται, αυτός υπέβαλε στον κ. Γ. Π. όλα τα σχετικά στοιχεία. Ότι ο κ. Γ. Π. εισηγήθηκε να του καταβληθεί το ποσό των €250.000 για σκοπούς φιλικής διευθέτησης λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνθήκες της οικονομίας ήταν δύσκολες. Ότι στη συνέχεια στις 26/3/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση του πρότειναν να του καταβάλουν το ποσό των €40.000 προς πλήρη εξόφληση κάθε απαίτησής του, πρόταση την οποία απέρριψε αμέσως καθότι ήταν έκδηλα χαμηλή σε σχέση με το ποσό το οποίο όφειλαν να του καταβάλουν και το οποίο υπόσχονταν μέχρι εκείνη τη μέρα να του καταβάλουν στο ακέραιο. Ότι αυτός για πρώτη φορά έλαβε γνώση της άρνησης των Καθ' ων η Αίτηση να του καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό φιλοδωρημάτων του στις 26/3/
  5. Είπε ότι στις 17/9/2012 και στις 21/12/2012 απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολές προς τους Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα) με τις οποίες τους ζητούσε να του καταβάλουν το ποσό των €420.000 προς φιλική διευθέτηση του ζητήματος των φιλοδωρημάτων που του οφείλαν. Υποστήριξε ότι εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε είχαν σκοπό να του καταβάλουν τα οφειλόμενα φιλοδωρήματα και ότι οι διαβεβαιώσεις που του έδιναν ήταν ψεύτικες και δόλιες με σκοπό την καθυστέρηση της καταβολής των φιλοδωρημάτων. Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν δόλια με σκοπό την εξαπάτηση και την παραπλάνησή του ώστε να του δημιουργήσουν την εντύπωση ότι θα του κατέβαλλαν τα συμφωνημένα φιλοδωρήματα σε μεταγενέστερο χρόνο ενώ στην ουσία οι τελευταίοι ουδέποτε είχαν τέτοιο σκοπό. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι το 2008 οι Καθ' ων η Αίτηση τον επιβράβευσαν για την πώληση των πλοίων θυγατρικής εταιρείας τους η οποία πώληση επέφερε στον Όμιλο (στους Καθ' ων η Αίτηση) ένα κέρδος 12 εκατομμυρίων ευρώ δίνοντας του $300.000 ως δώρο. Ότι ο κ. Π. του ξεκαθάρισε στην παρουσία όλων των Εκτελεστικών Διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση ότι το εν λόγω πόσο δεν σχετίζεται με τα φιλοδωρήματά του. Σημείωσε ότι το ποσό των $300.000 αντιστοιχεί σε €191.083 και είναι αυτό το ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 5 κάτω από την στήλη «SFS other» για το έτος
  6. Ερωτώμενος για το συνολικό ποσό των χρημάτων που έλαβε από τους Καθ' ων η Αίτηση κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του σε αυτούς, απάντησε ότι λαμβάνοντας υπόψη και τα χρήματα που πήρε από την LΧΧΧΧ αυτό το ποσό ανέρχεται σε κάτι λιγότερο από 2.4 εκατομμύρια ευρώ. Υποστήριξε ότι μέχρι το 2008-2009 οι Καθ' ων η Αίτηση τον διαβεβαίωναν ότι είναι θέμα χρόνου να πληρωθεί τα φιλοδωρήματά του και ότι όταν έγινε η πώληση των πλοίων αποφασίστηκε η ίδρυση ενός επενδυτικού ταμείου με βάση το Ισλαμικό Δίκαιο στην Ασία και του ειπώθηκε ότι ήθελαν να του χρωστούν ώστε να επικεντρωθεί στην επιτυχία του εν λόγω επενδυτικού ταμείου. Ήταν η θέση του ότι υπέγραψε τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης παρόλο που του οφειλόταν το φιλοδώρημα με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης γιατί είχε εμπιστοσύνη στους Εκτελεστικούς Διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι του υπόσχονταν και τον διαβεβαίωναν ότι θα πάρει όλα τα οφειλόμενα φιλοδωρήματα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι με βάση τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης θα έπαιρνε 3% επί των κερδών των Καθ' ων η Αίτηση στο Ναυτιλιακό Τομέα ανέφερε ότι επειδή στην Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης υπήρχε εγγυημένο bonus όταν υπέγραψε τη Δεύτερη Συμφωνία ρώτησε πού είναι το εγγυημένο bonus και του απάντησαν ότι όπως γίνεται η πληρωμή του bonus στην LΧΧΧΧ θα γίνεται και στην OΧΧΧΧ ChΧΧΧΧ Ltd. Είπε ότι συνέχεια τον διαβεβαίωναν ότι θα λάβει όλα τα φιλοδωρήματα και ότι αν δεν είχε αυτές τις διαβεβαιώσεις θα πήγαινε στο Δικαστήριο να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Κατά την επανεξέτασή του ανέφερε ότι εμπιστευόταν τα λεγόμενα των Εκτελεστικών Διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση και τις υποσχέσεις τους ότι δεν θα αδικηθεί και θα πάρει όλα τα οφειλόμενά του. Ο κ. Φ. Λ., (ο οποίος είναι ένας από τους Διευθύνοντες Συμβούλους των Καθ' ων η Αίτηση) κατέθεσε ότι το κείμενο του Τεκμηρίου 2 περιλαμβάνει όλους τους όρους εργοδότησης του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση και ότι ουδεμία προφορική διευθέτηση ή αλλαγή των όρων εργοδότησης του Αιτητή υπήρξε από την υπογραφή της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης του Αιτητή μέχρι τη λήξη της. Σε σχέση με τον όρο που αφορά το φιλοδώρημα-bonus (άρθρο 4(β)) ήταν η θέση του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε έδωσαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις στον Αιτητή αναφορικά με το ζήτημα του bonus. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μετά τη λήξη της ισχύος του Tεκμηρίου 2 ο Αιτητής εργάστηκε για μερικούς μήνες στους Καθ' ων η Αίτηση χωρίς συμβόλαιο και στη συνέχεια υπογράφηκε το Τεκμήριο
  7. Αναφερόμενος στον όρο 4(ε) του Τεκμηρίου 7 είπε ότι με βάση τον εν λόγω όρο, η καταβολή του φιλοδωρήματος στον Αιτητή ήταν στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η Αίτηση και ότι ουδέποτε ο Αιτητής διαμαρτυρήθηκε ή επιχείρησε να τροποποιήσει τον συγκεκριμένο όρο της Συμφωνίας. Απέρριψε τη θέση του Αιτητή ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 7 στη βάση παραστάσεων ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα του κατέβαλλαν το οφειλόμενο φιλοδώρημα με βάση το Τεκμήριο 2 και παρέπεμψε στον όρο 12 του Τεκμηρίου
  8. Ισχυρίστηκε ότι η αξίωση του Αιτητή για καταβολή προς αυτόν φιλοδωρήματος ύψους 3% επί των συνολικών κερδών του Ομίλου (των Καθ' ων η Αίτηση) είναι παντελώς αυθαίρετη. Σημείωσε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την σχεδόν 11χρόνη περίοδο απασχόλησης του Αιτητή κατέβαλαν σε αυτόν το συνολικό ποσό των €2.397.
  9. Απέρριψε ως παντελώς ψευδείς και ανυπόστατους τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί δήθεν υποσχέσεων προς το άτομό του, είτε από αυτόν είτε από οποιοδήποτε άλλο αξιωματούχο των Καθ' ων η Αίτηση, σε σχέση με καταβολή φιλοδωρήματος σε μέλλοντα χρόνο ή ότι δόλια τον ξεγέλασαν για να μην του καταβάλουν bonus. Ανέφερε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δημοσιοποίησαν στις 2/4/2009 και στις 20/4/2010 την πρόθεσή τους να μην καταβάλουν μέρισμα στους μετόχους τους και ότι η μη καταβολή μερίσματος συνεπαγόταν τη μη καταβολή bonus στους εργοδοτούμενούς τους. Προς υποστήριξη της θέσης του κατέθεσε τις σχετικές ανακοινώσεις των Καθ' ων η Αίτηση στο Χ.Α.Κ. και είπε ότι ο Αιτητής με τη δημοσιοποίηση των εν λόγω ανακοινώσεων (Τεκμήρια 16 και 17) έλαβε γνώση ότι δεν θα ελάμβανε bonus για το 2008 και το
  10. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 18 και 19 αντίγραφα αποδείξεων δύο τραπεζικών εμβασμάτων που εκτελέστηκαν από την LΧΧΧΧ προς μια εταιρεία που ονομάζεται Harbour Island Trading Company Ltd στο Χονγκ-Κονγκ για πoσά των €60.000 και €19.430 μετά από οδηγίες και προς όφελος του Αιτητή (αφού, όπως είπε, ο Αιτητής έλαβε τα εν λόγω ποσά ως τελικός δικαιούχος και η πληρωμή έγινε στο εξωτερικό (Χονγκ-Κονγκ) μετά από οδηγίες του Αιτητή). Υποστήριξε ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι έλαβε το ποσό των €191.083 το 2008 και το ποσό των €300.000 που παραδέχτηκε ότι έλαβε ως οδοιπορικά. Ανέφερε ότι δεν είναι λογικός ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του έδιναν το φιλοδώρημα για να τον έχουν δεσμευμένο. Επιβεβαίωσε ότι τόσο το 2008 όσο και το 2009 οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν στα αποθεματικά τους 29 με 33 εκατομμύρια ευρώ και δεν είχαν πρόβλημα ρευστότητας. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο Αιτητής ήταν καλός υπάλληλος και η απόδοσή του συνείσφερε στα κέρδη που είχαν οι Καθ' ων η Αίτηση στον Τομέα της Ναυτιλίας. Αναφερόμενος στο φιλοδώρημα με βάση το Τεκμήριο 2 είπε ότι η εν λόγω σύμβαση προβλέπει για ελάχιστο εγγυημένο bonus ύψους 50% του ακαθάριστου ετήσιου μισθού του Αιτητή και ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου που ίσχυε το Τεκμήριο 2 δεν καταβλήθηκε στον Αιτητή το οφειλόμενο bonus. Ότι το εν λόγω bonus δόθηκε στον Αιτητή το 2008 με την καταβολή του ποσού των €191.
  11. Αρνήθηκε ότι ο Αιτητής ζητούσε επανηλειμμένα από τους Καθ' ων η Αίτηση την καταβολή των φιλοδωρημάτων που του οφείλονταν βάσει των δύο συμφωνιών εργοδότησής του και ισχυρίστηκε ότι η πρώτη φορά που ο Αιτητής ζήτησε «δήθεν» οφειλόμενο bonus ήταν μετά που του δόθηκε η επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του. Στη συνέχεια σε σχέση με το σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση είπε ότι αυτό δημοσιεύεται κάθε χρόνο στις Ετήσιες Εκθέσεις των Καθ' ων η Αίτηση. Ήταν η θέση του ότι με βάση το Τεκμήριο 7 η πληρωμή φιλοδωρήματος στον Αιτητή εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η Αίτηση και υποστήριξε ότι κατά την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής έλαβε από τους Καθ' ων η Αίτηση το ποσό των €870.000 περίπου ως bonus αφού η LΧΧΧΧ ανήκει στους Καθ' ων η Αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 8 δεν ήταν το σχέδιο φιλοδωρήματος της LΧΧΧΧ αλλά είναι μια μυστική άγραφη συμφωνία που δεσμεύει τους εμπλεκόμενους στην οποία καταγράφηκαν οι όροι εργοδότησης του Αιτητή και του κ. Φ. Φ. και η οποία συμφωνία ενσωματώθηκε στο Τεκμήριο
  12. Ήταν η θέση του ότι με βάση τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης οι Καθ' ων η Αίτηση μπορούσαν να πληρώσουν «0% επί των κερδών τους» ως φιλοδώρημα αλλά οι Καθ' ων η Αίτηση πλήρωσαν στον Αιτητή €55.000 ως φιλοδώρημα. Αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε διασύνδεση του επενδυτικού ταμείου με βάση το Ισλαμικό Δίκαιο με το φιλοδώρημα του Αιτητή. Επέμενε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση πλήρωσαν στον Αιτητή όλα τα οφειλόμενα προς αυτόν φιλοδωρήματα. Ότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, ο Αιτητής και ο κ. Χρ. Ε. συναντήθηκαν στο γραφείο του κ. Γ. Π. σε σχέση με την απαίτηση του Αιτητή για οφειλόμενο bonus. Ήταν η θέση του ότι δεν υπεβλήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο προς τον Αιτητή για να αποδεχτούν την πληρωμή του. Υποστήριξε ότι στις 26/3/2012 η πρόταση των Καθ' ων η Αίτηση για πληρωμή στον Αιτητή του ποσού των €40.000 δεν συνιστούσε άρνηση των Καθ' ων η Αίτηση να πληρώσουν στον Αιτητή φιλοδώρημα καθότι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ήταν πάντα ότι δεν οφειλόταν στον Αιτητή οποιοδήποτε ποσό αλλά συνιστούσε μια πρόταση των Καθ' ων η Αίτηση για φιλική διευθέτηση της απαίτησης του Αιτητή. Επίδικα Θέματα Με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα διαδικασία είναι τ' ακόλουθα: (i) Κατά πόσον ο Αιτητής είχε δικαίωμα σε πληρωμή φιλοδωρήματος ή όχι με βάση τις πρόνοιες (α) της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης για την περίοδο από 16/5/2000 μέχρι 16/5/2005 και/ή (β) της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης για την περίοδο από 1/5/2005 μέχρι 30/4/2010, (ii) Στην περίπτωση που κριθεί ότι ο Αιτητής είχε δικαίωμα να πληρωθεί φιλοδώρημα με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης και/ή τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης, ποιο είναι το ποσό που δικαιούτο ως φιλοδώρημα, πότε αυτό το ποσό ήταν πληρωτέο και κατά πόσον του έχει πληρωθεί ή όχι το οφειλόμενο ποσό ως φιλοδώρημα, και (iii) Κατά πόσον ο Αιτητής εμποδίζεται ή όχι από το να αξιώνει με την παρούσα Αίτηση οποιοδήποτε ποσό ως φιλοδώρημα λόγω παραγραφής και/ή λόγω εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησής του. Νομική Πτυχή Α. Ως προς τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία των συμβάσεων, μελετήσαμε και λάβαμε υπόψη τη σχετική νομολογία και συγγράμματα. Βλέπε Chitty on Contracts, 25η Έκδοση, Τόμος Ι, σελ. 420 έως 430, παρ. 765 έως 785 και σελ. 437 έως 450, παρ. 802 έως 833, Γ.Π. Κακογιάννη, «Η Απόδειξη», σελ. 717 έως 730, Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Εμπορικοί Γεωργικών Προϊόντων
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, Θεολόγου ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσης
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρεία Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1806, Τάκη Λευκαρίτη κ.ά. ν. Long Beach Hotels Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 168, Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ ν. G. & C. Exhaust Systems Ltd
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 500, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630. Από τις πιο πάνω αυθεντίες σημειώνουμε τις πιο κάτω αρχές και κανόνες που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης: - Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. - Ο σκοπός της ερμηνείας ενός εγγράφου είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως αυτή διακηρύττεται στο έγγραφο. Γι' αυτό τον λόγο η ερμηνεία του εγγράφου έχει ως αφετηρία το πλαίσιο του εγγράφου της σύμβασης και οδηγό την πρόθεση των μερών όπως προκύπτει από το κείμενο του. - Βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο και γι' αυτό η πρόθεση τους εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση του εγγράφου, δηλαδή των σκέψεων των συμβαλλομένων, που γι' αυτό το σκοπό εξετάζεται συνολικά το κείμενο του εγγράφου. - Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στο έγγραφο πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning) όπως είναι γενικά κατανοητές αποδίδοντας σε αυτές την απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους. - Αντικείμενο της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Για τον σκοπό αυτό μπορεί να δοθεί μαρτυρία για την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, των μονομερών δηλώσεων και των υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. - Εάν οι πρόνοιες του εγγράφου είναι ξεκάθαρες, δηλαδή η εξακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων βρίσκει έκφραση στη δήλωσή τους στη γραπτή συμφωνία, είναι επιτρεπτή μόνο η αντικειμενική ερμηνεία της δήλωσης. Αν όμως υπάρχουν φράσεις και αντιφατικές πρόνοιες και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων. - Όπου υπάρχει γραπτή συμφωνία, προφορική μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή για να προσθέσει, να αφαιρέσει ή άλλως πως να τροποποιήσει τη γραπτή συμφωνία (parol evidence rule) εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) όπου δεν υπάρχει η πρόθεση το γραπτό κείμενο να περιλαμβάνει ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών, (β) όπου υπάρχει συνακόλουθη συμφωνία (collateral contract), (γ) όπου υπάρχει προφορική υπόσχεση ότι η γραπτή συμφωνία δεν θα εφαρμοστεί σύμφωνα με τους όρους της και (δ) όπου υπάρχει κενό στη γραπτή συμφωνία. - Μαρτυρία σχετικά με τις πράξεις και τις ενέργειες των συμβαλλομένων μερών μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν γίνεται αποδεκτή για να καταδείξει την πρόθεση των συμβαλλομένων ώστε να ερμηνευτεί με τον ανάλογο τρόπο το λεκτικό της σύμβασης. Τέτοια μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο προς απόδειξη νέας συμφωνίας (η οποία μπορεί να είναι και προφορική) ή της ύπαρξης κωλύματος (estoppel). Να σημειώσουμε ότι οποιαδήποτε τροποποίηση σε όρους της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών και να υποστηρίζεται από αντιπαροχή[3]. Τα μέρη σε μια σύμβαση μπορεί να συμφωνήσουν και να συμπεριλάβουν ως όρο της μεταξύ τους συμφωνίας ότι (α) η συμφωνία που περιέχεται στη γραπτή σύμβαση που κατάρτισαν περιέχει ολόκληρη τη μεταξύ τους συμφωνία και ότι δεν βασίστηκαν σε οποιεσδήποτε προφορικές ή γραπτές παραστάσεις ('entire contract clause') και (β) οποιεσδήποτε τροποποιήσεις στη γραπτή σύμβαση μπορούν να γίνουν μόνο γραπτώς ('no oral variation clause'). Μέχρι το 2018 τα αγγλικά δικαστήρια σε κάποιες περιπτώσεις αποδέχονταν ως έγκυρη μεταγενέστερη προφορική συμφωνία που διαφοροποιούσε τους όρους μιας γραπτής συμφωνίας που περιείχε τους πιο πάνω αναφερόμενους όρους στην περίπτωση που αποδεικνύετο ότι είχε συναφθεί μια τέτοια συμφωνία και δέχονταν ότι η μεταγενέστερη συμφωνία εξυπακουόμενα τροποποίησε τους όρους της γραπτής συμφωνίας που προέβλεπαν ότι ολόκληρη η συμφωνία περιέχετο στη γραπτή σύμβαση και ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της συμφωνίας μπορεί να γίνει μόνο γραπτώς[4]. Το 2018 το Supreme Court στην υπόθεση MWB Business Exchange Centres Ltd v. Rock Advertising Ltd [2018] UKSC 24 αποφάσισε ότι εφόσον τα μέρη σε μια γραπτή συμφωνία συμφώνησαν ότι ολόκληρη η συμφωνία τους περιέχεται στο γραπτό κείμενο της συμφωνίας και ότι για να τροποποιηθεί η εν λόγω συμφωνία θα πρέπει η συμφωνία τροποποίησης να γίνει γραπτώς τότε (α) τα μέρη εμποδίζονται από το να επικαλεστούν μια δήλωση κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων πριν τη σύναψη της συμφωνίας ως βάση συμφωνίας και (β) για να είναι έγκυρη οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των μερών που τροποποιεί την αρχική γραπτή συμφωνία θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τους όρους της αρχικής γραπτής συμφωνίας. Οι μόνες εξαιρέσεις στον πιο πάνω κανόνα που μπορεί να επικαλεστεί ένας διάδικος που θέλει βασιστεί σε δήλωση πριν τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας ή σε μεταγενέστερη προφορική τροποποίηση της γραπτής συμφωνίας είναι (α) η ύπαρξη κωλύματος που εμποδίζει την άλλη πλευρά να βασίζεται στις πρόνοιες της γραπτής συμφωνίας[5] και/ή (β) η δήλωση και/ή η τροποποίηση της συμφωνίας να συνιστά από μόνη της ανεξάρτητη και παράλληλη συμφωνία[6]. Λόγω της ιδιαιτερότητας της σύμβασης εργασίας σε κάποιες αγγλικές αποφάσεις λέχθηκε ότι η ερμηνεία της σύμβασης εργασίας δεν περιορίζεται σε γραμματικά ή εννοιολογικά πλαίσια αλλά λαμβάνει υπόψη τόσο το όλο περιεχόμενο της σύμβασης όσο και το ευρύτερο πλαίσιο αυτής. Το ζητούμενο είναι η αναζήτηση της πραγματικής συμφωνίας μεταξύ των μερών με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό[7]. Αυτό που όμως είναι πλέον αρχή σε σχέση με τις συμβάσεις εργασίας είναι ότι οι όροι που περιέχονται σε μια σύμβαση εργασίας διέπονται από τον εξυπακουόμενο όρο πίστης και εμπιστοσύνης[8]. Ο εν λόγω όρος είναι ανεξάρτητος από τους υπόλοιπους όρους που περιέχονται στη σύμβαση εργασίας και επιπρόσθετος όρος που εξυπακούεται σε όλες τις συμβάσεις εργασίας[9]. Ακόμα και οι όροι / πρόνοιες της σύμβασης εργοδότησης που παραχωρούν στον εργοδότη διακριτική ευχέρεια πρέπει να ερμηνεύονται στο πλαίσιο του εξυπακουόμενου όρου της καλής πίστης. Στην υπόθεση Clark v. Nomura International plc [2000] IRLR 766 αποφασίστηκε ότι στις περιπτώσεις που η σύμβαση εργασίας παρέχει στον εργοδότη διακριτική ευχέρεια να καταβάλει ή όχι φιλοδώρημα, αυτή η διακριτική ευχέρεια πρέπει να εξασκηθεί από τον εργοδότη σύμφωνα με τις απαιτήσεις του όρου της καλής πίστης και λέχθηκε ότι σε περίπτωση άρνησης καταβολής φιλοδωρήματος το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπήρξε παράβαση της σύμβασης εργασίας ή όχι (δηλαδή κατά πόσον υπήρξε παράλογη ή αυθαίρετη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του εργοδότη με την έννοια ότι κανένας λογικός εργοδότης δεν θα ενεργούσε όπως ο καθ' ου η αίτηση) και σε περίπτωση που απαντήσει θετικά το εν λόγω ερώτημα να εξετάσει τι θα έπραττε ο εργοδότης αν ενεργούσε σύμφωνα με τον εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η διακριτική του ευχέρεια έπρεπε να ασκηθεί εύλογα (τοποθετώντας τον εαυτό του στη θέση του εργοδότη)[10]. Αποφασίστηκε στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων και δεδομένων ότι η απόφαση των εργοδοτών να μην δώσουν φιλοδώρημα στον αιτητή ο οποίος είχε δικαίωμα σε φιλοδώρημα κατά τη διακριτική ευχέρεια των εργοδοτών και ο οποίος απέφερε κέρδη 6 εκατομμυρίων στερλινών στους εργοδότες ήταν παράλογη και αυθαίρετη και συνιστούσε παράβαση της συμφωνίας εργασίας του αιτητή και δόθηκε αποζημίωση στον αιτητή ύψους 1.3 εκατομμυρίων στερλινών. Στην υπόθεση Horkulak v. Cantor Fitzgerald International [2005] ICR 402 σε σχέση με τη διακριτική ευχέρεια που έχει ένας εργοδότης να καταβάλλει φιλοδώρημα σε εργοδοτούμενο λέχθηκαν τα πιο κάτω: "While, in any such situation, the parties are likely to have conflicting interests and the provisions of the contract effectively place the resolution of that conflict in the hands of the party exercising the discretion, it is presumed to be the reasonable expectation and therefore the common intention of the parties that there should be a genuine and rational as opposed to an empty or irrational, exercise of discretion." Περαιτέρω σε σχέση με τον καθορισμό των αποζημιώσεων σε περίπτωση που κριθεί ότι ο εργοδότης παραβίασε τη σύμβαση εργασίας σημείωσε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υπολογίζει το χαμηλότερο φιλοδώρημα που μπορεί να δοθεί σε μια λογική κλίμακα αλλά πρέπει να εκτιμήσει στη βάση των εύλογων υποθέσεων ποιο είναι το ύψος του φιλοδωρήματος που θα δινόταν αν ο εργοδότης ενεργούσε σύμφωνα με την υποχρέωση της καλής πίστης. Σημειώνουμε ότι έχει τονιστεί σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις ότι στις περιπτώσεις που ο εργοδότης έχει διακριτική ευχέρεια το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί με την αναγκαία βεβαιότητα ότι η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν αυθαίρετη και καταχρηστική. Το Δικαστήριο χρειάζεται σαφή στοιχεία ώστε να μπορεί να εξετάσει την άσκηση της αρμοδιότητας του εργοδότη ώστε να μην αναλάβει αυτό τον ρόλο του εργοδότη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις σε περιπτώσεις όπου η σύμβαση δεν περιέχει οποιαδήποτε κριτήρια στη βάση των οποίων θα καταβάλλεται και θα υπολογίζεται το φιλοδώρημα[11]. Το βάρος απόδειξης είναι στον εργοδοτούμενο ο οποίος πρέπει να αποδείξει ότι οι επίδικες αποφάσεις του εργοδότη ήταν αυθαίρετες ή εκδικητικές ή τέτοιες που κανένας λογικός εργοδότης δεν μπορούσε να λάβει. Στην υπόθεση IBM UK Holdings Ltd v Dalgleish [2018] IRLR 4 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "In order to decide whether an employer' s decision on a given case satisfies the rationality test we have described .. the court may need to know what the employer's reasons were and may also need to know more about the decision - making process, so as to assess whether all relevant matters, and no irrelevant matters, were taken into account. The legal burden of proof lies with the claimants throughout. If, however, the claimants show a prima facie case that the decision is at least questionable, then the evidential burden may shift to the employer to show what its reasons were. In such a case, if no such evidence is placed before the court, the inference might be drawn that he decision lacked rationality. However, in all cases the legal burden of proof rests on the claimant." Β. Το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 1967, Ν.8/67όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα προνοεί τ' ακόλουθα: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για το πλεονάζων προσωπικό.» Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Ν.8/67, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Οι διατάξεις του Ν.8/67 δεν παρέχουν οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια στο Δ.ΕΔ. να παρατείνει τον χρόνο καταχώρησης μιας αίτησης πέραν των 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς την υποβολή της αίτησης αγώγιμο δικαίωμα. Στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 «η βάσις της αγωγής» ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει «το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα περί ου η αγωγή». Στην αγγλική υπόθεση Read v. Brown
(1888)22 Q.B.D 128 ο όρος "cause of action" ερμηνεύτηκε ως ακολούθως: ".. every fact which it would be necessary for the plaintiff to prove, if traversed, in order to support his right to the judgment of the court." Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32nd edition στη σελίδα 2042 σημειώνεται ότι ο Lord Dunedin στην υπόθεση Board of Trade v Cayzer, Irvine & Co [1927] A.C.610 ανέφερε ότι βάση αγωγής σημαίνει αυτό που κάνει την αγωγή δυνατή ("that which makes action possible"). Περαιτέρω στην ίδια σελίδα του πιο πάνω συγγράμματος γίνεται αναφορά στο αγγλικό νομοθέτημα σχετικά με την παραγραφή στο οποίο προβλέπεται ότι η αγωγή δεν μπορεί να καταχωρηθεί μετά τη λήξη των έξι χρόνων από την ημέρα κατά την οποία "the cause of action accrued"[12] και σημειώνει ότι στην υπόθεση Reeves v Butcher [1891] 2 Q.B. 509 λέχθηκε ότι "it has always been held that the statute runs from the earliest time at which an action could be brought." Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής στηρίζει τις αξιώσεις του στην παράβαση των συμφωνιών εργοδότησής του. Με βάση την παράγραφο (ε) του εδαφίου 1 του άρθρου 12 του Ν.8/67 η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ.[13] . Ο γενικός κανόνας σε σχέση με τις συμβάσεις είναι ότι η βάση της αγωγής ανακύπτει όταν λαμβάνει χώρα η παράβαση της σύμβασης και όχι όταν προκύπτει η ύπαρξη ζημιάς λόγω της παράβασης και συνακόλουθα η περίοδος παραγραφής αρχίζει από την στιγμή που παραβιάστηκε η σύμβαση[14]. Σημειώνουμε ότι οι πρόνοιες του Περί Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν.66(Ι)/2012δεν εφαρμόζονται στις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον του Δ.Ε.Δ.. Και εξηγούμε. Στο άρθρο 24 του Ν.66(Ι)/2012 με τίτλο Διατάξεις νόμων που δεν επηρεάζονται προβλέπεται ότι οι διατάξεις του Ν.66(Ι)/2012 δεν επηρεάζουν τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη αν αυτή δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις που καταργούνται από το άρθρο 29 του Ν.66(Ι)/2012 και δεν είχε ανασταλεί δυνάμει του Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου. Ο χρόνος για την καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς ενώπιον του Δ.Ε.Δ. προβλέπεται από το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67. Το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 δεν καταργήθηκε από το άρθρο του 29 του Ν.66(Ι)/2012 και δεν είχε ανασταλεί από τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο. Συνεπώς οι διατάξεις του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 δεν επηρεάζονται[15] από τις πρόνοιες του Ν.66(Ι)/2012. Παρά το ότι οι πρόνοιες του άρθρου 14
(1)του Ν.66(Ι)/2012[16] δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες ενώπιον του Δ.Ε.Δ. καθοδηγούμενοι από αγγλικές νομολογιακές αρχές που υπήρχαν πριν τη θέσπιση του Limitation Act του 1980 και πιο συγκεκριμένα του section 32 οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 14
(1)του Ν.66(Ι)/2012 είμαστε της άποψης ότι στην περίπτωση που ένας εργοδότης εμποδίζει με απατηλά μέσα ένα εργοδοτούμενο να καταχωρήσει μια αίτηση εργατικών διαφορών το χρονικό όριο παραγραφής μπορεί να ανασταλεί στη βάση των κανόνων της επιείκειας ώστε να μην προκαλείται αδικία στον εργοδοτούμενο λόγω της δόλιας και/ή ασυνείδητης (χωρίς ηθική συνείδηση) (unconscionable) συμπεριφοράς του εργοδότη. Στην υπόθεση Grimes v. Sutton London Borough Council [1973] ICR 241 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τ' ακόλουθα: "There remains the employee's contention that it would be unjust ("contrary to natural justice" was the way he put
  1. it)to deny him relief because he could not have discovered his employers' breach of duty in time to pursue his remedy. He says, «Unknown to me my employment was changed in 1968. I was dismissed in May 1971. Not until April 1972 did I know of the change. Therefore, I never had the change to refer to a tribunal until April 1972.» The Act of 1939[17] makes statutory provision for the postponement of a limitation period in case of fraud or mistake. The relevant part of section 26 provides: "Where, in the case of any action for which a period of limitation is prescribed by this Act, either — (
  2. a)the action is based upon the fraud of the defendant or his agent or of any person through whom he claims or his agent, or (
  3. b)the right of action is concealed by the fraud of any such person as aforesaid, or (
  4. c)the action is for relief from the consequences of a mistake, the period of limitation shall not begin to run until the plaintiff has discovered the fraud or mistake, as the case may be, or could with reasonable diligence have discovered it:" There is no such corresponding provision in the Act of 1972[18], but the doctrine that the running of time was postponed by fraud was originated by courts of equity before the Act of 1939 came into operation: see such decisions as Gibbs v. Guild
(1882)2 Q.B
  1. and Lynn v. Bamber [1930] 2 K.B.
  2. In a suitable case it may well be that the courts will be prepared to develop this equitable doctrine and to apply it to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant. We are, however, satisfied that this is not a case in which it would be appropriate to take such a course. It is difficult to see what real advantage the employee would gain if he did succeed in obtaining a statement of the terms upon which he was employed in 1968, five years ago, and now, two years after his employment has ceased. It is even more difficult to see what hardship or injustice he will suffer if he does not obtain the statement; there are no proceedings he can take upon it under the Act of 1972, and the fact that he does not obtain it in no way prevents him from bringing an action for breach of contract to obtain financial redress if he thinks that he has such a cause of action. Nor is there any material upon which the tribunal or this court could properly conclude that a prima facie case existed of that type of unconscionable behaviour on the part of the employers that would justify invoking the doctrine of equitable fraud. This appeal, therefore, fails on this further ground and must be dismissed." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) H απάτη με βάση της αρχές της επιείκειας δεν περιορίζεται στην εξαπάτηση αλλά καλύπτει και άλλες συναλλαγές[19] που αντίκεινται τόσο στην αρχή των δίκαιων σχέσεων/δοσοληψιών που δεν μπορεί να θεωρηθούν ως δεσμευτικές. Στην Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v. 1.Αντ. Αντωνίου,
  3. Μ Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολ. Έφεση αρ.273/2010 ημερ. 8/4/2014 το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υιοθέτησε τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Nicolas Pyrgas v. Theodoras Charalambous Stavridou
(1969)1 Α.Α.Δ. 332[20] ότι ο δόλος κατά το δίκαιο της επιείκειας έχει ευρύτερη έννοια από αυτή του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου 146 και καλύπτει ποικίλες ενέργειες και συμπεριφορές ανέφερε ότι αποτελεί βασικό αξίωμα του δικαίου της επιείκειας ότι ο αδικοπραγήσας δεν επιτρέπεται να αποκομίσει οφέλη από την άδικη πράξη του. Στα πλαίσια της παραγραφής η απάτη έχει ερμηνευτεί ως τέτοια συμπεριφορά από τον εναγόμενο η οποία (α) είναι εναντίον της ηθικής να χρησιμοποιηθεί ώστε να του παρέχει την υπεράσπιση της παραγραφής και (β) αφορά απόκρυψη γεγονότος που συνδέεται με τη βάση αγωγής ή που στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα[21]. Σημειώνουμε ότι η απάτη και/ή ασυνείδητη συμπεριφορά (η σκόπιμη απόκρυψη γεγονότος που σχετίζεται με τη βάση της αγωγής) πρέπει να αποδειχτούν ώστε να μπορεί να ανασταλεί η προθεσμία της παραγραφής. Έχει νομολογηθεί ότι είναι αρκετό για να θεωρηθεί ως σκόπιμη απόκρυψη ο εναγόμενος να γνώριζε ή ενώ όφειλε να γνωρίζει αδιαφόρησε ότι διέπραξε μια αδικοπραξία ή μια παράβαση σύμβασης και δεν είπε τίποτα στον ενάγοντα[22]. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρουμε ότι (α) το γεγονός ότι οι διάδικοι διαπραγματεύονταν για τη διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς από μόνο του δεν αναστέλλει ή επηρεάζει τον χρόνο παραγραφής ούτε εμποδίζει ένα διάδικο από το να βασιστεί στην υπεράσπιση της παραγραφής[23] και (β) σε ορισμένες περιπτώσεις λέχθηκε ότι ο εναγόμενος εμποδίζεται από το να εγείρει την υπεράσπιση της παραγραφής στη βάση του δόγματος του εξ υποσχέσεως κωλύματος (όμως ο ενάγοντας για να μπορέσει να επικαλεστεί με επιτυχία τη δημιουργία του εξ υποσχέσεως κωλύματος θα πρέπει να αποδείξει ότι
(1)ζήτησε παράταση,
(2)ο εναγόμενος ξεκάθαρα και με σαφήνεια προέβη σε παράσταση ότι δεν θα επικαλεστεί την υπεράσπιση της παραγραφής και
(3)αυτός βασίστηκε στη σχετική υπόσχεση του εναγόμενου και με αυτό τον τρόπο επηρεάστηκε η θέση του)[24]. Ανάλυση μαρτυρίας - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Συμπεράσματα 1. Σε ότι αφορά την αξίωση του Αιτητή που βασίζεται στην Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης εξετάζοντας τον όρο 4(β) δεν βρίσκουμε να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή να προκύπτει οποιοδήποτε άλλη ερμηνεία πέραν αυτής που αποδίδεται από τη συνήθη γραμματική σημασία του. Το λεκτικό του άρθρου 4(β) προβλέπει ρητά και ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής δικαιούται φιλοδώρημα για κάθε χρόνο το ύψος του οποίου δεν θα είναι μικρότερο από το 50% και δεν θα είναι μεγαλύτερο από το 200% του ετησίου ακάθαρτου μισθού του. Οι Καθ' ων η Αίτηση με βάση το πιο πάνω λεκτικό δεν έχουν διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσον θα καταβάλουν φιλοδώρημα στον Αιτητή ή όχι. Διακριτική ευχέρεια έχουν μόνο σε ότι αφορά το ύψος του ποσού του φιλοδωρήματος που θα δοθεί στον Αιτητή εντός των παραμέτρων που θέτει η εν λόγω συμφωνία. Παρατηρούμε ότι παρόλο που οι Καθ' ων η Αίτηση στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισής τους ισχυρίζονται ότι η καταβολή ή μη του φιλοδωρήματος στον Αιτητή με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια των Καθ' ων η Αίτηση, ο κ. Φ. Λ. κατά την αντεξέτασή του παραδέχτηκε εμμέσως ότι το φιλοδώρημα που προέβλεπε η Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης δεν εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια των Καθ' ων η Αίτηση και προέβαλε τη θέση ότι το εν λόγω φιλοδώρημα έχει καταβληθεί στον Αιτητή το 2008. Σημειώνουμε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με το ύψος του φιλοδωρήματος που δικαιούτο για κάθε χρόνο που κάλυπτε η Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης στη βάση του 50% του ετησίου ακαθάριστου εισοδήματός του δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας τους από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω τόσο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και όσο από τις θέσεις που προέβαλε ο κ. Φ. Λ. με την ένορκη μαρτυρία του προκύπτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν διαφωνούν με τους εν λόγω ισχυρισμούς του Αιτητή. Επιπρόσθετα ο κ. Φ. Λ. παραδέχτηκε ότι εκτός από το ποσό των Λ.Κ7.500,00 που δόθηκε στον Αιτητή το 2001 δεν καταβλήθηκε στον Αιτητή οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι του φιλοδωρήματος που προέβλεπε η Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης κατά τις περιόδους που προέβλεπε η εν λόγω συμφωνία. Συνακόλουθα οι θέσεις του Αιτητή ότι (α) βάσει της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να του καταβάλλουν για κάθε χρόνο εργασίας ως φιλοδώρημα τον Μάρτη του επόμενου έτους τα ποσά που ανέφερε στην κατάθεσή του, (β) κατά τη διάρκεια της ισχύς της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του κατέβαλλαν τα φιλοδωρήματα ως προέβλεπε η εν λόγω συμφωνία και (γ) του οφείλεται στη βάση της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης ως συνολικό φιλοδώρημα το ποσό των €180.161,56, γίνονται αποδεκτές και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Οι ισχυρισμοί του κ. Φ. Λ. ότι το ποσό που οφείλετο στον Αιτητή ως φιλοδώρημα με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης του καταβλήθηκε το 2008 δεν γίνονται αποδεκτοί ως αξιόπιστοι καθότι (α) είναι σε διάσταση με την υποβολή του δικηγόρου τους στον Αιτητή κατά την αντεξέταση του Αιτητή ότι υπέγραψε τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης επειδή με τη λήξη της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του όφειλαν οποιοδήποτε ποσό ως φιλοδώρημα με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης, (β) ο κ. Φ. Λ. κατά την κυρίως εξέτασή του δεν ανέφερε με σαφήνεια ότι το ποσό των €191.083 καταβλήθηκε στον Αιτητή για τα ποσά που οφείλονταν σε αυτόν ως φιλοδώρημα βάσει της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης και δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο που να υποστηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό του, (γ) στο Τεκμήριο 5 (το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση) το ποσό των €191.083 καταγράφεται κάτω από την στήλη με τίτλο SFS other και όχι κάτω από την στήλη SFS Bonus, γεγονός που μας δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες σε σχέση με το αξιόπιστο του εν λόγω ισχυρισμού των Καθ' ων η Αίτηση (σημειώνουμε ότι η θέση του κ. Φ. Λ. ότι στη στήλη SFS Bonus στο Τεκμήριο 5 αναγράφονται τα ποσά που ήταν δηλωμένα στις φορολογικές δηλώσεις του Αιτητή δεν αποτελεί, κατά την άποψή μας, πειστική εξήγηση για τον λόγο που δεν αναφέρθηκε ρητά και ξεκάθαρα στο εν λόγω Τεκμήριο ότι το εν λόγω ποσό πληρώθηκε προς εξόφληση των φιλοδωρημάτων που οφείλονταν στον Αιτητή καθότι ο κ. Φ. Λ. δεν ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι το εν λόγω Τεκμήριο ετοιμάστηκε από αυτόν για κάποιο άλλο σκοπό και όχι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας), (δ) ενώ ο Αιτητής με επιστολές των δικηγόρων του ημερομ. 27/8/2012 (Τεκμήριο 13) και ημερομ. 21/12/2012 (Τεκμήριο 14) ζητούσε και το φιλοδώρημα που του οφειλόταν βάσει της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης (στο Τεκμήριο 13 αναφερόταν ότι τον Απρίλιο του 2008 οι Καθ' ων η Αίτηση έδωσαν στον Αιτητή ένα δώρο διαβεβαιώνοντας τον ότι αυτό δεν έχει να κάνει με το ετήσιο φιλοδώρημα που του οφείλεται) οι Καθ' ων η Αίτηση δεν απαντήσαν στις εν λόγω επιστολές, και (ε) ενώ ο κ. Φ. Λ. υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις στον Αιτητή σε σχέση με το φιλοδώρημα που προέβλεπε η εν λόγω συμφωνία, κατά την αντεξέτασή του σχετικά με το εν λόγω ζήτημα δεν απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και θετικότητα αφού (
  1. i)ερωτώμενος κατά πόσον αυτός κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση συζήτησε με τον Αιτητή το θέμα του φιλοδωρήματος απάντησε με γενικότητα και αοριστία λέγοντας ότι σίγουρα στα 11 χρόνια συνεργασίας το συζήτησε με τον Αιτητή αλλά όχι όπως το παρουσίασε ο Αιτητής και ότι μιλούσαν γενικά για τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων των Καθ' ων η Αίτηση στο Ναυτιλιακό Τομέα και (
  2. ii)σε ερώτηση κατά πόσον ο Αιτητής, όταν έληξε η Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης είπε κάτι για το φιλοδώρημά του απάντησε λέγοντας απλώς ότι το ανέφερε ο Αιτητής χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε άλλες διευκρινίσεις και στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε αν ο Αιτητής διεκδίκησε το φιλοδώρημα ή απλώς πληροφοριακά τους το ανέφερε, απάντησε με υπεκφυγή λέγοντας ότι υπήρχε ένα συμβόλαιο εργοδότησης βάσει του οποίου οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να δώσουν φιλοδώρημα στον Αιτητή και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε το αρνήθηκαν ως εργοδότες και γι' αυτό το 2008 με την πρώτη ευκαιρία όταν πωλήθηκαν τα πλοία δόθηκε στον Αιτητή το οφειλόμενο ποσό και ακολούθως στην επιμονή της δικηγόρου του Αιτητή είπε ότι δεν θυμάται οποιαδήποτε συγκεκριμένη συζήτηση για το ζήτημα του φιλοδωρήματος με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ότι όφειλαν να το πληρώσουν στον Αιτητή το πλήρωσαν έστω και με καθυστέρηση γιατί έπρεπε να υπάρχει "cash flow" για να μπορούν να πληρώσουν. 2. Σε σχέση με την αξίωση του Αιτητή που βασίζεται στη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης (η οποία υπογράφηκε αφού ο Αιτητής είχε ήδη εργαστεί για 5 και πλέον χρόνια στους Καθ' ων η Αίτηση[25]) παρατηρούμε ότι το λεκτικό του όρου 4(ε) της εν λόγω συμφωνίας που αφορά το φιλοδώρημα του Αιτητή από τους Καθ' ων η Αίτηση είναι διαφορετικό από το λεκτικό του όρου 4(β) της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης. Στον όρο 4(ε) αναφέρεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση μπορεί να πληρώνουν κάθε χρόνο φιλοδώρημα στον Αιτητή το ύψος του οποίου θα καθορίζεται κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η Αίτηση με βάση το σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με την απόδοση του Αιτητή και τα κέρδη των Καθ' ων η Αίτηση. Σημειώνουμε ότι ο όρος 4(στ) της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης που προβλέπει για το φιλοδώρημα που δικαιούται ο Αιτητής από τη LΧΧΧΧ έχει διαφορετικό λεκτικό από το λεκτικό του όρου 4(ε) και σ΄ αυτόν αναφέρεται ότι η LΧΧΧΧ θα πληρώνει κάθε χρόνο φιλοδώρημα στον Αιτητή. Επίσης ο όρος 4(ζ) που αναφέρεται στο επιπρόσθετο φιλοδώρημα του Αιτητή από τη LΧΧΧΧ (ο οποίος όρος φαίνεται να στηρίζεται στο περιεχόμενο της παραγράφου με τίτλο Staff Bonus Scheme του Τεκμηρίου 8 όπου εκεί αναφέρεται η λέξη «can» σε σχέση με την πληρωμή φιλοδωρήματος) έχει το ίδιο λεκτικό με τον όρο 4(ε). Να σημειώσουμε ότι επειδή ο Αιτητής βασίζει την αξίωσή του στον όρο 4(ε) της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης και δεν προβάλει στο δικόγραφό του (α) ότι έγινε κάποια σαφής και συγκεκριμένη τροποποίηση στον εν λόγω όρο της εν λόγω σύμβασης ή (β) ότι υπήρχε ή έχει συναφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο οποιαδήποτε συγκεκριμένη συμφωνία ότι ο εν λόγω όρος της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης δεν θα εφαρμοστεί σύμφωνα με τις πρόνοιές του ή (γ) ότι υπήρξε άλλη παράλληλη και ανεξάρτητη συμφωνία που να διαφοροποιεί τον εν λόγω όρο, ή (δ) την ύπαρξη εξ υποσχέσεως κωλύματος που να εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση από το να βασίζονται στις ρητές πρόνοιες του εν λόγω όρου, η μαρτυρία του σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις που του δόθηκαν αναφορικά με τον τρόπο που καθορίστηκε το εν λόγω δικαίωμά του για φιλοδώρημα σε ότι αφορά τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου κρίνουμε ότι όρος 15 της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης εμποδίζει τον Αιτητή (ο οποίος σημειώνουμε δεν ήταν ένας απλός χαμηλόβαθμος υπάλληλος των Καθ' ων η Αίτηση στον οποίο δόθηκε ένα τυπικό συμβόλαιο εργοδότησης αλλά ήταν Διευθύνων Σύμβουλος σε εταιρείες των Καθ' ων η Αίτηση και διαχειριζόταν συμφωνίες και επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ ανά το παγκόσμιο) από το να επικαλείται (α) δηλώσεις και παραστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση πριν τη σύναψη της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης και (β) ότι το γραπτό κείμενο της εν λόγω συμφωνίας δεν περιλάμβανε όλες τις λεπτομέρειες της μεταξύ τους συμφωνίας σε σχέση με το δικαίωμά του για φιλοδώρημα με βάση την εν λόγω συμφωνία. Επίσης ο εν λόγω όρος εμποδίζει τον Αιτητή από το να επικαλείται ότι το 2009 και το 2010 όταν έλαβε γνώση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα καταβάλουν μέρισμα στους μετόχους τους για τα έτη 2008 και 2009 συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο όρος 4(ε) δεν θα εφαρμοστεί στη δική του περίπτωση σύμφωνα με τις πρόνοιές του. Για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσουμε και θα αναφέρουμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση καθόρισαν ότι με βάση τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης θα έπαιρνε για κάθε έτος εργασίας του φιλοδώρημα το ποσό του οποίου θα ανερχόταν στο 3% των συνολικών κερδών των Καθ' ων η Αίτηση στις Ναυτιλιακές Δραστηριότητες κατά το εν λόγω έτος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη καθότι (α) ενώ στα Τεκμήρια 13 και 14 οι δικηγόροι του Αιτητή αναφέρουν ότι με βάση τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης ο Αιτητής θα λάμβανε για τις υπηρεσίες που προσέφερε στη LΧΧΧΧ ως φιλοδώρημα 2% επί των κερδών της με την υπόσχεση ότι το φιλοδώρημα από τους Καθ' ων η Αίτηση θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο αν οι αποδόσεις και τα κέρδη ήταν ανάλογα, στους γενικούς λόγους της Αίτησης ο Αιτητής δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε υπόσχεση αλλά περιορίζεται στο να αναφέρει ότι στη βάση των εξαιρετικών αποτελεσμάτων του Ναυτιλιακού Τμήματος δικαιούται ποσό ίσο με τουλάχιστον 3% των κερδών των Καθ' ων η Αίτηση, (β) στη γραπτή δήλωσή του ο Αιτητής προβάλει μια διαφορετική εκδοχή από τις δύο πιο πάνω αφού ισχυρίζεται οι Καθ' ων η Αίτηση καθόρισαν το ποσοστό του φιλοδωρήματος που δικαιούτο να λάβει από αυτούς στη βάση της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησής του σε ποσοστό 3% των συνολικών ετησίων κερδών των Καθ' ων η Αίτηση από τις Ναυτιλιακές Δραστηριότητές τους και αφού αναφέρει ότι το Τεκμήριο 8 ήταν το σχέδιο φιλοδωρήματος της LΧΧΧΧ λέει ότι δεν έχει στην κατοχή του το αντίστοιχο σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν το αποκάλυψαν στην παρούσα διαδικασία[26], (γ) (
  3. i)από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό διαφαίνεται ότι το Τεκμήριο 8 δεν αποτελούσε σχέδιο φιλοδωρήματος της LΧΧΧΧ ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής αλλά μια κατ΄ αρχάς συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και του κ. Φ. Φ. με τους Διευθύνοντες Συμβούλους των Καθ' ων η Αίτηση για την εργοδότησή τους στους Καθ' ων η Αίτηση και στη LΧΧΧΧ η οποία όσον αφορά την απασχόληση του Αιτητή μετουσιώθηκε σε άλλη γραπτή συμφωνία, τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης[27] και (
  4. ii)κατά την αντεξέτασή του ο Αιτητής σε διάσταση με τους ισχυρισμούς του για γραπτό σχέδιο φιλοδωρήματος ανέφερε ότι το 3% δεν υπάρχει κάπου γραμμένο αλλά ήταν μια «συμφωνία κυρίων» και (δ) ενώ στα αρχικά στάδια της αντεξέτασής του ο Αιτητής επικαλέστηκε (
  5. i)διάφορα επιχειρήματα για να υποστηρίξει τη θέση του ότι το φιλοδώρημά του δεν μπορούσε να εξαρτάται από τα κέρδη του Ομίλου και (
  6. ii)διάφορες κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις και αναφορές των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι πρόνοιες του όρου για το φιλοδώρημα στη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης ήταν γενικές και ότι τυπικά «έμπαιναν» σε όλες τις συμφωνίες των Καθ' ων η Αίτηση και ότι το δικό του φιλοδώρημα εξαρτάτο μόνο από την απόδοσή του, στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι όταν διαφάνηκε ότι στη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης δεν υπήρχε εγγυημένο φιλοδώρημα το ανέφερε στους Καθ' ων η Αίτηση και αυτοί του είπαν ότι το φιλοδώρημα στους Διευθύνοντες Συμβούλους της OΧΧΧΧ ChΧΧΧΧ Ltd θα δίνεται όπως δίνεται και στους Διευθύνοντες Συμβούλους της LΧΧΧΧ (σημειώνουμε ότι η τελευταία θέση του Αιτητή τέθηκε ενώπιόν μας πολύ γενικά και αόριστα[28]). Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα το λεκτικό του όρου 4(ε) υπό το φως του συνολικού περιεχομένου της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης, βρίσκουμε ότι ο όρος 4(ε) της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης δίνει διακριτική ευχέρεια στο Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση σχετικά με το κατά πόσον οι Καθ' ων η Αίτηση θα καταβάλουν στον Αιτητή φιλοδώρημα. Περαιτέρω με βάση τις πρόνοιες του όρου 4(ε) στην περίπτωση που οι Καθ' ων η Αίτηση αποφασίσουν να καταβάλουν στο Αιτητή φιλοδώρημα το ύψος του ποσού και ο χρόνος πληρωμής του θα καθορίζεται κατά τη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η Αίτηση (
  7. i)σύμφωνα με το ισχύον σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση και (
  8. ii)λαμβάνοντας υπόψη τα κέρδη των Καθ' ων η Αίτηση και την απόδοση του Αιτητή. Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής, εκτός του ότι δεν κατέθεσε οποιοδήποτε σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση, δεν μπορούσε να αναφέρει κατά τη μαρτυρία του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο που αποτελούσε σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση και τις σχετικές πρόνοιές του και σε κάποιο στάδιο, κατά την αντεξέτασή του, παραδέχτηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση το 2008 και το 2009 είχαν συνδέσει τη μη πληρωμή φιλοδωρημάτων των εργοδοτουμένων τους με τη μη πληρωμή μερισμάτων στους μετόχους τους. Ενόψει των πιο πάνω και του ότι το Τεκμήριο 20 αποτελεί αντίγραφο της σελίδας 199 που περιέχεται στην Ετήσια Έκθεση των Καθ' ων η Αίτηση για το 2009 δεχόμαστε τον ισχυρισμό του κ. Φ. Λ. ότι στο σημείο 30 της εν λόγω σελίδας περιέχεται το σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Αιτητή και της δικογραφημένης εκδοχής του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να του καταβάλουν 3% επί των κερδών τους ως φιλοδώρημα για τα έτη 2005-2009, η αξίωση του Αιτητή για πληρωμή του ποσού των €765.838,66 ως μη καταβληθέντα φιλοδωρήματα κάτω από τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η πιο πάνω κατάληξή μας για απόρριψη της αξίωσης του Αιτητή για φιλοδώρημα για την περίοδο 2005-2009 θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον ή όχι οι Καθ' ων η Αίτηση παραβίασαν τον όρο 4(ε) της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ή όχι οι Καθ' ων η Αίτηση, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, εξάσκησαν τη διακριτική ευχέρεια που τους παρέχεται από τον εν λόγω όρο κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας. Ο Αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει (α) ότι οι Καθ' ων η Αίτηση με το να μην του καταβάλουν φιλοδώρημα για τα έτη 2005-2009 εξάσκησαν παράλογα και αυθαίρετα τη διακριτική τους ευχέρεια που τους παρέχετο από τη μεταξύ τους συμφωνία (δηλαδή κανένας λογικός εργοδότης θα ενεργούσε όπως ενήργησαν οι Καθ' ων η Αίτηση) και (β) με σαφή στοιχεία πώς θα έπραττε ο εργοδότης του αν ασκούσε εύλογα τη διακριτική του ευχέρεια σύμφωνα με τον όρο της καλής πίστης. Σ' αυτό το σημείο θα θέλαμε να σημειώσουμε τα πιο κάτω: (α) προκύπτει από το περιεχόμενο της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης ότι τα ποσά που θα κατέβαλλε η LΧΧΧΧ στον Αιτητή ως φιλοδωρήματα ήταν ξεχωριστά από τα ποσά που θα κατέβαλλαν οι Καθ' ων η Αίτηση ως φιλοδωρήματα σ' αυτόν και γι΄ αυτόν τον λόγο τα ποσά που κατέβαλε η LΧΧΧΧ στον Αιτητή ως φιλοδωρήματα για την περίοδο 2005 -2010 δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, (β) το ποσά που καταβλήθηκαν είτε από τους Καθ' ων η Αίτηση είτε από τη LΧΧΧΧ ως ταξιδιωτικά έξοδα δεν συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από τον κ. Φ. Λ. με τα φιλοδωρήματα του Αιτητή και συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο θέμα της Αίτησης και (γ) σε σχέση με τα εμβάσματα που περιέχονται στα Τεκμήρια 18 και 19 δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε πειστική, σαφής, άμεση, θετική και συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση ότι τα εν λόγω εμβάσματα αφορούσαν πληρωμές προς το πρόσωπο του Αιτητή και ότι συνδέονταν με τα φιλοδωρήματά του και ως εκ τούτου η θέση του κ. Φ. Λ. δεν γίνεται αποδεκτή και τα εν λόγω εμβάσματα θα αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Αποτελούν παραδεκτά γεγονότα ότι ο Αιτητής ήταν πολύ καλός στην εργασία του καθόλη τη διάρκεια της περιόδου που απασχολήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν ικανοποιημένοι με την απόδοσή του, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τα έτη 2005-2009 είχαν κέρδη από τις Ναυτιλιακές Δραστηριότητές τους[29] και ότι ο Αιτητής είχε συνεισφέρει στην πραγματοποίηση των εν λόγω κερδών. Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι για τα έτη 2006 και 2007 οι Καθ' ων η Αίτηση αποφάσισαν όπως δώσουν φιλοδωρήματα στο Προσωπικό και τη Διεύθυνσή τους. Πιο συγκεκριμένα, για το 2006 θα δινόταν το ποσό των Λ.Κ.800.000 μέχρι τις 31/12/2008 και για το 2007 το ποσό των Λ.Κ.1.800.000 μέχρι τις 31/12/2009 (βλέπε Τεκμήριο 10). Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση βάσει του σχεδίου φιλοδωρήματός τους αποφάσισαν να δώσουν φιλοδώρημα στους εργοδοτούμενούς τους για τα εν λόγω έτη. Σ' αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτει ως γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κατέβαλαν στον Αιτητή ως φιλοδώρημα το 2008 το ποσό των €21.918 και το 2009 το ποσό των €23.334. Ούτε ο Αιτητής ούτε ο κ. Φ. Λ. μας ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους για ποια έτη εργασίας του Αιτητή πληρώθηκαν τα εν λόγω ποσά ή κατά πόσο αυτά τα ποσά έχουν σχέση με τα φιλοδωρήματα που αναφέρονταν στη σελίδα 19 της Ετήσιας Έκθεσης των Καθ' ων η Αίτηση για το 2007 (στην εν λόγω σελίδα αναφέρεται ότι θα καταβληθούν φιλοδωρήματα στο προσωπικό για το 2006 μέχρι τις 31/12/2008 και για το 2007 μέχρι τις 31/12/2009). Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε μόνο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να του δώσουν το συμφωνημένο φιλοδώρημά του για το 2007 μεταθέτοντας τον χρόνο καταβολής του παρά το ότι στις Ετήσιες Εκθέσεις του 2007 δήλωσαν δημόσια την πρόθεσή τους για καταβολή φιλοδωρημάτων στους εργοδοτουμένους τους για το 2007 και κατά την αντεξέτασή του περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι το 2008 και το 2009 οι Καθ' ων η Αίτηση άρχισαν να δίνουν φιλοδωρήματα χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε άλλες σχετικές διευκρινίσεις. Ο κ. Φ. Λ. καταθέτοντας ανέφερε μόνο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έδωσαν αυτά το ποσά στον Αιτητή χωρίς να έχουν κάποια υποχρέωση και δεν σχολίασε τη θέση του Αιτητή αναφορικά με το φιλοδώρημα του 2007 και την Ετήσια Έκθεση του 2007. Κατά την άποψή μας το γεγονός ότι η ανακοίνωση για τη μη καταβολή μερίσματος / φιλοδωρήματος για το 2008 εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2009 τείνει να καταδείξει ότι το ποσό που καταβλήθηκε στον Αιτητή το 2008 δεν αφορούσε το φιλοδώρημα του 2008. Υπό το φως των πιο πάνω και ενόψει και της μη αποδοχής της μαρτυρίας του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να του καταβάλουν για κάθε έτος το 3% επί των κερδών των Καθ' ων η Αίτηση κρίνουμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή δεν ήταν ικανοποιητική και αρκετή υπό τις περιστάσεις ώστε να αποσείσει το βάρος που είχε στους ώμους του να αποδείξει ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η Αίτηση που αφορούσαν τα φιλοδωρήματά του για τα έτη 2006 και 2007 ήταν παράλογες ώστε να μετατεθεί το αποδεικτικό βάρος στους Καθ' ων η Αίτηση. Ο Αιτητής δεν έθεσε με σαφήνεια ενώπιόν μας στοιχεία σχετικά με το τι αφορούσαν τα ποσά που του καταβλήθηκαν το 2008 και το 2009 και πώς σχετίζονταν με τις αναφορές των Καθ' ων η Αίτηση στις Ετήσιες Εκθέσεις τους και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε εύρημα ότι τα πιο πάνω ποσά που του καταβλήθηκαν δεν αφορούσαν φιλοδωρήματα για το 2006 και το 2007. Ούτε έθεσε συγκεκριμένα στοιχεία που να δεικνύουν ότι η διακριτική ευχέρεια των Καθ' ων η Αίτηση ως προβλέπεται στη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης εξασκήθηκε στη δική του περίπτωση για τα έτη 2006 και 2007 με τέτοιο τρόπο που κανένας λογικός εργοδότης υπό τις περιστάσεις θα ενεργούσε με αυτό τον τρόπο. Από το Τεκμήριο 20 προκύπτει ότι για το 2008 και το 2009 οι Καθ' ων η Αίτηση δεν κατέβαλαν στους εργοδοτούμενούς τους και στους εκτελεστικούς διοικητικούς συμβούλους τους φιλοδωρήματα. Οι πιο πάνω ενέργειές τους ήταν σύμφωνες με το σχέδιο φιλοδωρήματός τους το οποίο συνδεόταν με την καταβολή μερίσματος στους μετόχους των Καθ' ων η Αίτηση (εφόσον δεν κατέβαλαν μέρισμα στους μετόχους δεν μπορούσαν να καταβάλουν φιλοδωρήματα στο προσωπικό και τη διεύθυνση). Λαμβάνοντας υπόψη ότι (α) οι Καθ' ων η Αίτηση είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χ.Α.Κ. και (β) η πρόνοια για το φιλοδώρημα του Αιτητή στη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης συναρτούσε την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η Αίτηση με τις πρόνοιες του σχεδίου φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση, κρίνουμε ότι για τα έτη 2008 και 2009 δεν υπήρξε παράλογη και αυθαίρετη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με την απόφασή τους για μη καταβολή φιλοδωρήματος στον Αιτητή για τα εν λόγω έτη αφού δεν τέθηκε ικανοποιητική μαρτυρία από την πλευρά του Αιτητή που να αποδεικνύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν με τέτοιο τρόπο που κανένας λογικός εργοδότης θα ενεργούσε υπό τις περιστάσεις σε σχέση με τον Αιτητή και το φιλοδώρημά του για τα έτη 2008 και 2009. Για το 2005 ο Αιτητής δεν μας ανέφερε μας οτιδήποτε άλλο πέραν του ότι το 2005 οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν κέρδη και ότι αυτός συνείσφερε στην πραγματοποίηση των εν λόγω κερδών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αιτητής δεν μας ανέφερε κατά πόσον οι Καθ' ων η Αίτηση έδωσαν φιλοδωρήματα στους εργοδοτούμενους τους και μερίσματα στους μετόχους τους για το 2005 και αν έδωσαν φιλοδώρημα ποιο ήταν το συνολικό ποσό που δόθηκε ως φιλοδώρημα στο προσωπικό των Καθ' ων η Αίτηση κρίνουμε ότι αυτά δεν είναι αρκετά για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχε ο Αιτητής. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται φιλοδωρήματα για τα έτη 2005-2009. Σ' αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι οι αναφορές του Αιτητή ότι κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του οι Καθ' ων η Αίτηση αναγνώρισαν την υποχρέωσή τους να του καταβάλουν τα συμφωνημένα φιλοδωρήματα και συνέχιζαν να τον διαβεβαιώνουν ότι θα του κατέβαλλαν τα συμφωνημένα φιλοδωρήματα τέθηκαν ενώπιόν μας πολύ γενικά και αόριστα χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες του τι ακριβώς λέχθηκε σε αυτόν, πότε και από ποιον. Το πιο πάνω γεγονός μας εμποδίζει να βασιστούμε σε αυτές τις αναφορές και να καταλήξουμε σε εύρημα που να υποστηρίζει τις θέσεις του Αιτητή καθότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μας τα απαραίτητα στοιχεία που θα μας βοηθούσαν να εξετάσουμε και να αποφανθούμε κατά πόσον οι εν λόγω αναφορές του Αιτητή ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στη συνέχεια να καταλήξουμε στο τι ακριβώς του είχε λεχθεί και ποια ήταν η νομική σημασία των λεχθέντων σ' αυτόν. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι η θέση του Αιτητή ότι υπέβαλε τα σχετικά στοιχεία στον κ. Γ. Π. για να αποφασίσει για το ύψος του ποσού που του οφείλεται ως φιλοδώρημα με βάση τις συμφωνίες εργοδότησής του και ότι ο κ. Γ. Π. του εισηγήθηκε να δεχτεί το ποσό των €250.000, δεν περιέχεται στα Τεκμήρια 13 και 14 στα οποία απλώς αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ του Αιτητή και του κ. Χρ. Ε. (που εκπροσωπούσε τους Καθ' ων η Αίτηση) όπως οι δύο πλευρές να τοποθετηθούν ενώπιον του κ. Γ. Π. και να αποφασίσει ο τελευταίος για το μέγεθος της αποζημίωσης που δικαιούται, γεγονός που μας προβληματίζει και μας δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με το αξιόπιστο της εκδοχής του Αιτητή. 3. Για να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος της παραγραφής και της εμπρόθεσμης ή εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης θα πρέπει να απαντήσει πρώτα το ερώτημα σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο ανέκυψε το προς υποβολή δικαίωμα του Αιτητή για καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. αφού το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του «προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος» του Αιτητή. Ο Αιτητής στηρίζει τις αξιώσείς του στις παραβάσεις των προνοιών των δύο συμφωνιών εργοδότησής του για πληρωμή φιλοδωρήματος. Στην περίπτωση της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης καθοριζόταν ρητά πότε το φιλοδώρημα ήταν πληρωτέο για κάθε έτος που κάλυπτε η συμφωνία (τον Μάρτιο του επόμενου έτους) και στην περίπτωση της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης αναφερόταν ότι η καταβολή στον εργοδοτούμενο θα γινόταν σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που καθορίζονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με το εκάστοτε σχέδιο φιλοδωρήματος των Καθ' ων η Αίτηση. Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του δεν ισχυρίζεται ότι με τις κατ' ισχυρισμό παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση για πληρωμή των φιλοδωρημάτων που του οφείλοντο στη βάση των δύο συμφωνιών εργοδότησής του σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν που προέβλεπαν οι δύο συμφωνίες, τροποποιήθηκε ο χρόνος καταβολής των φιλοδωρημάτων που προβλεπόταν στις δύο συμβάσεις εργασίας του[30]. Ούτε επικαλείται τον κανόνα του εξ υποσχέσεως κωλύματος[31] με την έννοια του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση με τη συμπεριφορά και τις διαβεβαιώσεις τους εμποδίζονται είτε από το να εγείρουν την υπεράσπιση της παραγραφής είτε από το να επικαλούνται ότι ο χρόνος πληρωμής των φιλοδωρημάτων ως προβλέπεται στις δύο συμφωνίες εργοδότησης δεν έχει τροποποιηθεί. Συνακόλουθα ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας για καταχώρηση αίτησης στο Δ.Ε.Δ. για τις αξιώσεις του Αιτητή είναι η ημερομηνία που οι Καθ' ων η Αίτηση παραβίασαν τις πρόνοιες των εν λόγω συμφωνιών για πληρωμή των φιλοδωρημάτων για κάθε έτος, δηλαδή η ημερομηνία που το φιλοδώρημα με βάση τις συμφωνίες εργοδότησης για κάθε έτος ήταν πληρωτέο στον Αιτητή και δεν του καταβλήθηκε καθ' ότι κατά αυτή την ημερομηνία ο Αιτητής μπορούσε να καταχωρήσει αίτηση στο Δ.Ε.Δ. για τη μη πληρωμή φιλοδωρήματος αφού όλα τα γεγονότα που στηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμά του είχαν λάβει χώρα. Ο Αιτητής προβάλει τη θέση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τον διαβεβαίωναν ότι τα συμφωνημένα φιλοδωρήματα θα του καταβληθούν σε μεταγενέστερο χρόνο και ότι εκ των υστέρων από τις πράξεις των Καθ' ων η Αίτηση διαφάνηκε ότι ουδέποτε είχαν πρόθεση να του καταβάλουν τα φιλοδωρήματα και ότι οι ενέργειές τους αποσκοπούσαν στην σπατάλη χρόνου, γεγονός που δεικνύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν δόλια με σκοπό την εξαπάτησή του ώστε να του δημιουργήσουν την εντύπωση ότι θα του κατέβαλλαν τα συμφωνημένα φιλοδωρήματα ενώ στην ουσία δεν είχαν τέτοιο σκοπό. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι ο χρόνος για την καταχώρηση της Αίτησης αρχίζει να μετρά από τις 26/3/2012 που ήταν η πρώτη φορά που οι Καθ' ων η Αίτηση ανακοίνωσαν στον Αιτητή ότι δεν θα του καταβάλουν τα συμφωνημένα φιλοδωρήματά του. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του Αιτητή το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον οι Καθ' ων η Αίτηση επέδειξαν τέτοια συμπεριφορά που ισοδυναμεί με απάτη ή σκόπιμη απόκρυψη με βάση τις αρχές της επιείκειας που να δικαιολογεί την αναστολή του χρόνου έναρξης της περιόδου παραγραφής μέχρι τις 26/3/2012. Κατ' αρχάς αναφέρουμε ότι είμαστε της άποψης ότι οι διαβεβαιώσεις που επικαλείται ο Αιτητής ότι του έδωσαν οι Καθ' ων Αίτηση δεν εμπίπτουν στην έννοια της σκόπιμης ή απατηλής απόκρυψης γεγονότων που σχετίζονται με το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή για πληρωμή φιλοδωρημάτων με βάση τις συμφωνίες εργοδότησής του. Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας στοιχεία που να δεικνύουν ότι οι Καθ' ων Αίτηση εμπόδισαν τον Αιτητή από το να λάβει γνώση των γεγονότων που στήριζαν το δικαίωμά του για καταβολή φιλοδωρήματος με βάση τις συμφωνίες εργοδότησής του. Αυτό που ανέφερε ο Αιτητής ήταν ότι γνώριζε κατά τον ουσιώδη, για κάθε περίπτωση, χρόνο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν (σύμφωνα με αυτόν) «παραβιάσει» τις συμφωνίες εργοδότησής του σε σχέση με την καταβολή φιλοδωρήματος και ότι τους έδινε πίστωση χρόνου μετά που, κατ' ισχυρισμό, οι Καθ' ων η Αίτηση τον διαβεβαίωναν ότι θα του κατέβαλλαν τα φιλοδωρήματά του σε μεταγενέστερο χρόνο. Οι πιο πάνω αναφορές του Αιτητή δεν είναι αρκετές για να ενεργοποιήσουν την αναστολή της περιόδου παραγραφής σύμφωνα με τις αρχές της επιείκειας. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι ανεξάρτητα από το (α) αν είχε δικαίωμα ο Αιτητής σε καταβολή φιλοδωρήματος (ως καταλήξαμε ότι είχε με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης) είτε όχι (ως καταλήξαμε σχετικά με τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης) και (β) αν έδωσαν διαβεβαιώσεις οι Καθ' ων η Αίτηση στον Αιτητή σε σχέση με το πότε θα καταβληθούν τα φιλοδωρήματα στον Αιτητή (ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής) είτε όχι (ως η θέση του κ. ΛΧΧΧΧ) τα αγώγιμα δικαιώματα του Αιτητή για φιλοδωρήματα στη βάση των παραβιάσεων των συμφωνιών εργοδότησής του από τους Καθ' ων η Αίτηση για τα έτη 2000-2009 έχουν παραγραφεί πριν τις 28/12/2012 (που είναι η ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης) αφού οι οποιεσδήποτε παραβάσεις των συμφωνιών εργοδότησης του Αιτητή σχετικά με την καταβολή φιλοδωρημάτων (οι οποίες έδιναν στον Αιτητή το δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση στο Δ.Ε.Δ.) έλαβαν χώρα πολύ πριν τις 28/12/2011 καθότι οι εν λόγω παραβάσεις έλαβαν χώρα τις ημερομηνίες που το φιλοδώρημα για κάθε έτος κατέστη πληρωτέο και δεν καταβλήθηκε στον Αιτητή[32]. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή σε σχέση με τις διαβεβαιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση ήταν πολύ γενική και αόριστη. Δεν μας ανέφερε συγκεκριμένα με ποια άτομα και πότε έγιναν οι συζητήσεις για το ζήτημα των φιλοδωρημάτων του. Ούτε ήταν σαφής και ιδιαίτερα συγκεκριμένος αναφορικά με το περιεχόμενο των εν λόγω συζητήσεων. Περαιτέρω η εν λόγω μαρτυρία του δεν ήταν σταθερή. Αρχικά κατέθεσε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επικαλούντο προσωρινή οικονομική αδυναμία και μετέθεταν τον χρόνο καταβολής των φιλοδωρημάτων για όταν θα γινόταν εκποίηση περιουσιακών στοιχείων θυγατρικών τους εταιρειών. Στη συνέχεια όταν του τέθηκε ότι το 2008 έγινε η πώληση των πλοίων των θυγατρικών εταιρειών, διαφοροποιήθηκε προβάλλοντας για πρώτη φορά τη δημιουργία του επενδυτικού ταμείου με βάση το Ισλαμικό Δίκαιο και σημειώνοντας ότι οι προηγούμενες αναφορές του αφορούσαν το τι του είχε λεχθεί τέλος του 2011 (μας φαίνεται παράξενο που οι τελευταίες θέσεις του Αιτητή δεν αναφέρθηκαν με σαφήνεια και λεπτομέρεια κατά την κυρίως εξέτασή του). Όταν του υποδείχτηκε ότι στο Τεκμήριο 14 αναφέρεται ότι μετέπειτα ως εκ των υστέρων σκέψη προβλήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση ως λόγος για τη μη καταβολή φιλοδωρήματος σ' αυτόν η μη καταβολή μερίσματος για τα έτη 2008 και 2009, είπε ότι αυτός ο λόγος προβλήθηκε για πρώτη φορά από τους Καθ' ων η Αίτηση μετά την απόλυσή του. Όμως σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι μετά την πώληση των πλοίων της θυγατρικής εταιρείας οι Καθ' ων η Αίτηση «σοφίστηκαν» ως λόγο για τη μη καταβολή φιλοδωρήματος τη μη καταβολή μερίσματος για το 2008 και το 2009 και όταν αυτός το συζήτησε τότε μαζί τους, οι Καθ' ων η Αίτηση τον διαβεβαίωσαν ότι αυτός δεν θα αδικηθεί και ότι όταν στηθεί το επενδυτικό ταμείο με βάση το Ισλαμικό Δίκαιο θα του καταβληθούν τα φιλοδωρήματα που του οφείλονται. Θεωρούμε τις πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του Αιτητή ως ουσιαστικές και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία του Αιτητή για την εξαγωγή ευρημάτων που στηρίζουν την εκδοχή του Αιτητή. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις προς τον Αιτητή σε σχέση με τον χρόνο πληρωμής των φιλοδωρημάτων. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε στ' ακόλουθα: Α. Ο Αιτητής δικαιούται το συνολικό ποσό των €180.161,56 πλέον νόμιμους τόκους ως οφειλόμενο φιλοδώρημα βάσει της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης. Όμως η Αίτηση σε σχέση με την εν λόγω αξίωση Αιτητή έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και τα σχετικά αγώγιμα δικαιώματα του Αιτητή που την στηρίζουν έχουν παραγραφεί. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει το εν λόγω ποσό στον Αιτητή. Κατά συνέπεια δεν εκδίδεται σχετική απόφαση. Β. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν οφείλουν στον Αιτητή οποιοδήποτε ποσό ως φιλοδώρημα στη βάση της Δεύτερης Συμφωνίας Εργοδότησης και ως εκ τούτου η σχετική αξίωση του Αιτητή απορρίπτεται. Γ. Τα δικηγορικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... N. Mιχαήλ, Μέλος Κ. Ευθυμίου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Αξίωση για φιλοδώρημα βάσει συμφωνιών εργοδότησης/ Αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής λόγω απάτης) [1] Ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκαν ενώπιόν μας οι σελίδες 19 και 34 της Ετήσιας Έκθεσης των Καθ' ων η Αίτηση για το 2007. [2] Ως Τεκμήριο 11 κατατέθηκαν ενώπιόν μας οι σελίδες 17 και 28 της Ετήσιας Έκθεσης των Καθ' ων η Αίτηση για το 2009. [3] Στο σύγγραμμα J .Bowers, A Practical Approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th Edition, στις σελ 47-48 σημειώνονται τα εξής : "The contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements , changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration." Επίσης στο σύγγραμμα Douglas Brodie, The Employment Contract, Oxford University Press, 2005 στην παράγραφο 13.01 αναφέρεται ότι: "Because of the ongoing nature of the employment relationship, the issue of variation is very often far from theoretical one. On general principles the contract of employment can be varied by mutual agreement." [4] Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, Issue 270 edition, paragraphs [81 -81.01]: "As with express terms incorporating contractual provisions to be found elsewhere, there is nothing to prevent the parties from specifically agreeing to exclude such incorporation, or indeed reliance on any other contractual source apart from the written terms. In White v. Bristol Rugby Ltd [2002] IRLR 204, an 'entire contract' provision (which stipulated that the agreement contained the whole agreement between the parties and that they had not relied upon oral or written representations) was held to be effective to defeat an assertion that a representation to the effect that a three -year contract for a player could be cancelled by the player returning a salary advance had contractual effect. It may, however, have been significant that this was a one-off contract negotiated at arm's length. In the subsequent case of Bushaway v. Royal National Lifeboat Institution [2005] IRLR 674, EAT (concerning arguably a more ordinary employment relationship) the EAT held that an entire agreement clause may or may not be conclusive, depending on whether in all circumstances the parties intended the written instrument to reflect their whole bargain; as there where inconsistencies between the written instrument and their previous dealings, the EAT held that the tribunal were justified in looking beyond the entire agreement clause. For some time there appeared to be a more fundamental way to challenge an entire agreement clause but this has been largely closed down by a decision of the Supreme Court. Τhis was to argue that the parties on the facts have subsequently agreed a further provision to the contract and, in doing so, have implicitly amended (or even discarded) the entire agreement clause itself." [5] "The enforcement of No Oral Modification clauses carries with it the risk that a party may act on the contract as varied, for example by performing it, and then find itself unable to enforce it........ the safeguard against injustice lies in the various doctrines of estoppel. This is not the place to explore the circumstances in which a person can be estopped from relying on a contractual provision laying down conditions for the formal validity of a variation. The courts below rightly held that the minimal steps taken by Rock Advertising were not enough to support any estoppel defences. I would merely point out that the scope of estoppel cannot be so broad as to destroy the whole advantage of certainty for which the parties stipulated when they agreed upon terms including the No Oral Modification clause. At the very least, (
  9. i)there would have to be some words or conduct unequivocally representing that the variation was valid notwithstanding its informality; and (
  10. ii)something more would be required for this purpose than the informal promise itself;" [6]"But what if the parties make a collateral contract anyway, and it would otherwise have bound them.... The true position is that if the collateral contract is capable of operating as an independent agreement, and is supported by its own consideration, then the most standard forms of entire agreement clause will not prevent its enforcement..... But if the clause is relied upon as modifying what would otherwise be the effect of the agreement which contains it, the courts will apply it according to its terms and decline to give effect to the collateral agreement." [7] Π. Γ. Πολυβίου, Η Σύμβαση της Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, σελ.155-175. [8] Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, Vol.39 para.48 αναφέρονται τα πιο κάτω:"The implied term of trust and respect in the contract of employment has been held to have overriding effect, that is to say that, even where the employer has express power to act in a particular way under the terms of the contract, he must exercise that power in the light of his overall duty of trust and respect, with the result that, if he does not do to so, the employee may be contractually entitled to leave his employment and claim constructive dismissal, in spite of the employer's claim that he was merely exercising his rights". [9] A. Emir, Selwyn's Law of Employment, Oxford University Press, 20th edition, p.85: "Under the modern law of employment, contractual terms are subject to an overriding obligation of trust and respect." Στην υπόθεση L' Union National (Tourist and Sea Resorts) Ltd v. Γιώργος Χουλιώτης Πολ. Έφεση Αρ.176/2010 ημερομηνίας 10/9/2015 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η εξουσία, οι δυνατότητες και τα δικαιώματα που έχει ένας εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργοδότησης πρέπει να εξασκούνται όχι μόνο εντός των συμβατικών παραμέτρων αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας. Περιπτώσεις όπου ο εργοδότης στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματός του εξασκεί, χωρίς εύλογη και δικαιολογημένη αιτία, δικαιώματά του τα οποία προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας και η εν λόγω πράξη του επηρεάζει τα συμφέροντα του εργοδοτουμένου μπορεί να θεωρηθούν ως συμπεριφορές που παραβιάζουν τον πιο πάνω εξυπακουόμενο όρο. [10] "My conclusion is that the right test is one of irrationality or perversity (of which caprice or capriousness would be a good example) ie that no reasonable employer would have exercised his discretion in this way..Such test of perversity or irrationality is not only one which is simple, or at any rate simpler, to understand and apply, but it is a familiar one, being regularly applied in the Crown Office, or at it is soon to be, the Administrative Court. In reaching its conclusion, what the court does is thus not substitute its own view, but to ask the question whether any reasonable employer could have come to such a conclusion. Of course, if and when the court concludes that the employer was in breach of contract, then it will be necessary to reach a conclusion, on the balance of probabilities, as to what would have occurred had the employer complied with its contractual obligations . That will involve the court in assessing the employee's bonus on the basis of the evidence before it, and thus to that extent putting itself in the position of the employer; but it will only do it if it first satisfied, on the higher test, not that the employer acted unreasonably, but that no reasonable employer would have reached the conclusion it did acting in accordance with its contractual obligations and then the assessment of the bonus then of course is by way of an award of damages." Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, Issue 270 edition, paragraph [35] αναφέρονται τα πιο κάτω: "As Burton J pointed out in Clark v Nomura this means that the court's approach to the questions of liability and remedy are radically different. When considering liability - at least when applying the irrationality/perversity test - the court must not substitute its view for that of the employer. However when assessing the level of damages the court is required to place itself in the shoes of the employer and assess what would have happened if a bona fide exercise of discretion had taken place." [11] Π. Γ. Πολυβίου, Η Σύμβαση της Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, 2016, σελ.201-203. Στην υπόθεση Keen v Commerzbank AG [2007] ICR 623 αναφέρθηκε ότι χρειάζονται σαφή στοιχεία και όχι πιθανολογήσεις ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι οι ενέργειες του εργοδότη ήταν παράλογες και αυθαίρετες. [12] Section 5 of the Limitation Act 1980. [13] «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών: ........... (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.» Βλέπε επίσης την υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496. [14] Chitty on Contracts, 32nd edition σελ.2043: "The general rule in contract is that the cause of action accrues, not when the damage is suffered, but when the breach takes place... The gist of an action for breach of contract is the breach, and not any resulting damage which may be occasioned thereby. Consequently, the (Limitation) Act runs from the time when the contract is broken, and not from the time at which any damage resulting therefrom is sustained by the claimant." [15] Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Γ' Έκδοση, αναφέρεται ότι «επηρεάζω» σημαίνει «ασκώ επίδραση σε κάποιον..» και «επίδραση» σημαίνει «ενέργεια που ασκείται σε (κάποιον/κάτι) καθώς και οι μεταβολές που επιφέρει». Επίσης στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη σημειώνεται ότι «επηρεάζω» σημαίνει «ασκώ επίδραση σε κπ. ή σε κτ., συντελώ στη διαμόρφωση ή στη διαφοροποίησή του.» [16]«14.-
(1)Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει, αν η αγωγή αφορά δόλο του εναγομένου ή αν ο εναγόμενος έχει σκόπιμα αποκρύψει γεγονός σχετικό με την βάση της αγωγής ή αν η αγωγή αφορά θεραπεία συνεπειών που προέκυψαν από λάθος, μέχρις ότου ο ενάγων ανακαλύψει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, την απόκρυψη ή το λάθος, ανάλογα με την περίπτωση.» [17] Αναφέρεται στο νόμο Limitation Act 1939. [18] Αναφέρεται στο νόμο Contract of Employments Act 1972 στον οποίο προβλεπόταν η χρονική προθεσμία εντός της οποίας ένας εργοδοτουμένος μπορούσε να καταχωρήσει αίτηση στο Industrial Tribunal. [19] Halsbury's Laws of England, Lexisnexis
(2016)Volume 47 para.16: "'Fraud' in its equitable context does not mean, or is not confined to, deceit; it means an unconscientious use of the power arising out of the circumstances and conditions of the contracting parties. It is victimisation, which can consist either of the active extortion of a benefit or of the passive acceptance of a benefit in unconscionable circumstances." [20] «In this case we think that we are dealing with what is described as "constructive fraud" in Snell's Principles of Equity, ibid. at page 607. "In equity the term 'fraud' embraces not only actual fraud, in the sense just defined, but also certain other conduct which falls below the standards demanded by equity. Courts of equity did not even stop at 'moral fraud in the ordinary sense' but took account of any 'breach of the sort of obligation which is enforced by a Court that from the beginning regarded itself as a Court of conscience". (This statement of the law is based on Nocton v. Lord Ashburton [1914] A.C. 932, at page 954). "The Courts have refused to define this extended, or constructive, fraud; for, in the words of Lord Hardwicke, 'Fraud is infinite, and were a Court of Equity once to lay down rules, how far they would go, and no farther, in extending their relief against it, or to define strictly the species of evidence of it, the jurisdiction would be cramped, and perpetually eluded by new schemes which the fertility of man's invention would contrive' "» [21] Halsbury's Laws of England, Lexisnexis
(2016)Volume 68 para.1226: "Where in a claim any fact relevant to the claimant' s right of action has been deliberately concealed from him by the defendant, the period of limitation will be postponed..... under the former legislation, the running of time was postponed where the claimant' s cause of action had been concealed by the fraud of the defendant (fraudulent concealment). That provision was given a wide interpretation by the courts, and it would appear that that case law remains authoritative for the purposes of the Limitation Act 1980". Βλέπε επίσης Chitty on Contracts, 32nd edition σελ.2060-
  1. [22] King v Victor Parsons & Co (a firm) [1973] 1 ALL ER 206: "The word 'fraud' here is not used in the common law sense. It is used in the equitable sense to denote conducts by the defendant ... such that it would be 'against conscience' for him to avail himself of the lapse of time. The cases show that if, a man knowingly commits a wrong ... or a breach of contract.. in such circumstances that it is unlikely to be found out for many a long day, he cannot rely on the Statute of Limitations as a bar to the claim..In order to show that he 'concealed' the right of action 'by fraud', it is not necessary to show that he took active steps to conceal his wrongdoings or his breach of contract. It is sufficient that he knowingly committed it and did not tell the owner anything about it. He did the wrong or committed the breach secretly. By saying nothing he keeps it secret. He conceals the right of action. He conceals it by 'fraud' as those words have been interpreted in the cases. To this word 'knowingly' there must be added 'recklessly'..Like the man who turns a blind eye. He is aware that what he is doing may well be a wrong, or a breach of contract, but he takes the risk of it being so. He refrains from further enquiry least it should prove to be correct; and says nothing about it. The court will not allow him to get away with conduct of that kind. It may that he has no dishonest motive; but that does not matter. He has kept the plaintiff out of the knowledge of his right of action; and that is enough... If the defendant was, however, quite unaware that he was committing a wrong or a breach of contract, it would be different. So if, by an honest blunder, he unwittingly commits a wrong ..or a breach of contract ..then he could avail himself of the Statute of Limitations." [23] Chitty on Contracts, 32nd edition σελ.2072-
  2. [24] Chitty on Contracts, 32nd edition σελ.
  3. [25] Γι΄ αυτό τον λόγο είμαστε της άποψης ότι το γεγονός ότι προηγουμένως ο Αιτητής εργαζόταν στον Δημόσιο Τομέα και παραιτήθηκε για να εργαστεί στους Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως υπόβαθρο γεγονότων που σχετίζεται με τη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης αφού αυτό το γεγονός αφορούσε την υπογραφή της Πρώτης Συμφωνίας Εργοδότησης. [26] Αφήνοντας να νοηθεί ότι υπήρχε και για τους Καθ' ων η Αίτηση παρόμοιο έγγραφο με αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. [27] Σημειώνουμε ότι όλοι οι όροι του Τεκμηρίου 8 που αφορούν το πρόσωπο του Αιτητή περιλαμβάνονται στη Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης. [28] Δεν μας ανέφερε συγκεκριμένα και με λεπτομέρειες πότε και ποιος του ανέφερε τα πιο πάνω. [29] Δεχόμαστε τη μαρτυρία του Αιτητή σε σχέση με το ύψος των κερδών των Καθ' ων Αίτηση αφού αφαιρεθούν τα κέρδη της LΧΧΧΧ καθότι οι θέσεις του υποστηρίζονται από τις Ετήσιες Εκθέσεις των Καθ' ων η Αίτηση και δεν αμφισβητήθηκαν ούτε αντικρούστηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση. [30] Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής ζητά τόκους από την ημερομηνία που τα φιλοδωρήματα έπρεπε να του καταβληθούν σύμφωνα με τις πρόνοιες των δύο συμφωνιών εργοδότησης. [31] Ο εν λόγω κανόνας για να εξεταστεί από το Δικαστήριο πρέπει να δικογραφηθεί ειδικώς (Βλέπε Λοίζου ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A168, Πολ. Έφεση 163/10 ημερ.10/3/2015). [32] Με βάση την Πρώτη Συμφωνία Εργοδότησης το φιλοδώρημα για κάθε έτος ήταν πληρωτέο τον Μάρτιο του επόμενου έτους. Από τα στοιχεία (Δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης, Ετήσιες Εκθέσεις του 2007 και του 2009)που τέθηκαν ενώπιόν μας διαφαίνεται ότι για τα έτος 2006 το φιλοδώρημα ήταν πληρωτέο μέχρι τις 31/12/2008 και για το 2007 το φιλοδώρημα ήταν πληρωτέο μέχρι τις 31/12/
  5. Για τα έτη 2008 και 2009 θεωρούμε ότι οι ημερομηνίες που εκδόθηκαν οι ανακοινώσεις των Καθ' ων η Αίτηση για τη μη καταβολή μερίσματος στους μετόχους (2/4/2009 και 20/4/2010) ήταν οι ημερομηνίες που εκδήλωσαν οι Καθ' ων η Αίτηση την πρόθεσή τους για μη πληρωμή φιλοδωρήματος στον Αιτητή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.