← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΥ ν. STYLIANOS HOUVARTAS PHARMACY LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 319/17, 17/1/2019

ΠΕΤΡΟΥ ν. STYLIANOS HOUVARTAS PHARMACY LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 319/17, 17/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Λ. Ζάμπογλου ) Γ. Ιωάννου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 319/17 Μεταξύ: XXXXXX ΠΕΤΡΟΥ Αιτήτρια και

  1. STYLIANOS HOUVARTAS PHARMACY LTD
  2. XXXXXX ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ Καθ' ων η Αίτηση Aίτηση τροποποίησης της Αίτησης και των Γενικών Λόγων της Αίτησης ημερ. 18/05/2018 Ημερομηνία: 17/1/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Νεοφύτου για Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Αντωνιάδης για Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια καταχώρησε την 1/8/2017 την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») με την οποία εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: Α. Αποζημιώσεις για ηθική ζημιά και/ή θετική ζημιά και/ή υλική ζημιά που υπέστη σαν συνέπεια της παράβασης του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002)και/ή διάκριση λόγω φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της και/ή εξαναγκασμού της σε παραίτηση και/ή παραβίασης των ατομικών της δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας σαν συνέπεια των παράνομων και/ή των υπαίτιων πράξεων των Καθ' ων η Αίτηση. Β. Ποσό €300 που αποτελεί αναλογία 13ου μισθού της για την περίοδο από 1/1/2017 μέχρι την 10/4/
  3. Γ. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη να αποφασίσει και/ή να διατάξει υπό τις περιστάσεις. Ε. Νόμιμο Τόκο. Στ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α. Η Αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο για την Αίτηση εργαζόταν στους Καθ' ων η Αίτηση
  4. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι ο διευθυντής και ο διοικητικός σύμβουλος των Καθ' ων η Αίτηση
  5. Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης ο Καθ' ου η Αίτηση 2 από τον Φεβρουάριο του 2017 άρχισε να παρενοχλεί σεξουαλικώς την Αιτήτρια με διάφορους τρόπους περιλαμβανομένου και της αποστολής γραπτών μηνυμάτων. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να του δείξει ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του δεν ήταν αποδεκτή από αυτήν ο Καθ' ου η Αίτηση 2 συνέχισε να την παρενοχλεί μέχρι και τις 10/4/2017 που εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εργασία της λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς του Αιτητή. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης στις 18/9/2017 με το οποίο απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και είναι η θέση τους ότι περί τις αρχές Μαρτίου του 2017 η Αιτήτρια εκδήλωσε το ερωτικό ενδιαφέρον της για τον Καθ' ου η Αίτηση 2 με διάφορες πράξεις προς τον Καθ' ου η Αίτηση
  6. Ισχυρίζονται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ανταποκρίθηκε διακριτικά στο ενδιαφέρον της Αιτήτριας αποστέλλοντας της γραπτά μηνύματα πλατωνικής φύσεως και χωρίς σκοπό τη σεξουαλική παρενόχλησή της. Ότι η Αιτήτρια «προκαλούσε και/ή προσκαλούσε τον Καθ' ου η Αίτηση 2 να της αποστέλλει μηνύματα και/ή μηνύματα με ερωτικά υπονοούμενα αφού και η ίδια απαντούσε και/ή απέστελλε γραπτά μηνύματα με ερωτικό περιεχόμενο και/ή υπονοούμενο και/ή σύμβολα μέσω κινητού και/ή σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης που ωθούσαν και/ή υπονοούσαν στη δημιουργία ερωτικής σχέσης ενώ η Αιτήτρια περαιτέρω ζητούσε όπως ο Καθ' ου η Αίτηση 2 της αγοράσει ρούχα και/ή αξεσουάρ και/ή δώρα και/ή του ζητούσε όπως ταξιδέψουν οι δύο τους στο εξωτερικό, αιτήματα στα οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν ενέδωσε.» Ότι περί τα τέλη Μαρτίου του 2017 η Αιτήτρια απομακρύνθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και άρχισε να επιδεικνύει αδιαφορία κατά την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων της και να συμπεριφέρεται με απαξίωση προς τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  7. Ότι παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις που της δόθηκαν η Αιτήτρια δεν άλλαξε συμπεριφορά και ως εκ τούτου στις 21/4/2017 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 την απέλυσαν. Ότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας συγγενικά πρόσωπα της Αιτήτριας απείλησαν τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και του ζήτησαν ένα υπέρογκο ποσό χρημάτων ως αποζημίωση για τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας. Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν ενέδωσε στον εν λόγω εκβιασμό και η Αιτήτρια κακόπιστα και εκδικητικά καταχώρησε την Αίτηση. Στις 19/10/2017 οι δικηγόροι της Αιτήτριας καταχώρησαν τον τύπο αρ.25: κλήση για οδηγίες. Η εν λόγω κλήση ορίστηκε στις 20/12/
  8. Στις 10/11/2017 οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν το παράρτημα τύπος
  9. Στις 20/12/2018 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εντός δύο μηνών και όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 15/3/
  10. Στις 15/3/2018 οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν την Αιτήτρια ζήτησαν άδεια να αποσυρθούν από δικηγόροι της Αιτήτριας και το Δικαστήριο τους παρείχε την αιτούμενη άδεια. Περαιτέρω εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ο χρόνος της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων παρατεινόταν για 45 μέρες από τις 15/3/
  11. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 7/3/
  12. Στις 26/4/2018 οι νέοι δικηγόροι της Αιτήτριας καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Η υπόθεση ορίστηκε στις 30/4/2018 και στις 17/5/2018 για οδηγίες μετά από αίτημα των νέων δικηγόρων της Αιτήτριας ώστε να τους δοθεί ο χρόνος να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης. Η Αιτήτρια στις 18/5/2018 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται τα πιο κάτω: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέπον και/ή παρέχον την άδεια για τροποποίηση των αιτούμενων θεραπειών δια την προσθήκη νέας αιτούμενης θεραπείας μετά την αιτούμενη θεραπεία υπό το στοιχείο (Γ) ως ακολούθως: (Ι) «Δ. Ποσό €600,00, έξοδα XXXXX Μαρκίδη Εμπειρογνώμονα Δικαστικού Γραφολόγου για την ετοιμασία σχετικής έκθεσης.» Β. Διάταγμα του Σεβαστού επιτρέπον και/ή παρέχον την άδεια για τροποποίηση των Γενικών Λόγων στην υπό την ως άνω με αριθμό και τίτλο αίτηση, ως ακολούθως: (ΙΙ)Δια την προσθήκη 2 νέων παραγράφων μετά την παράγραφο 8 των Γενικών Λόγων της Αίτησης ως ακολούθως: «
  13. Η παρενόχληση της Αιτήτριας από τον Καθ' ου η Αίτηση την οδήγησε να προβεί και σε καταγγελία στην Αστυνομία, καθώς παρ' όλο που την εξανάγκασε ο Καθ' ου η Αίτηση 2 να παραιτηθεί από την δουλειά της εξακολουθούσε να την παρενοχλεί, με αποτέλεσμα στις 16/11/2017 να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Επίσης ο Καθ' ου η Αίτηση 2 εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να την ενοχλεί και/ή να παρενοχλεί κυρίως μέσω ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης δημιουργώντας ψεύτικους λογαριασμούς, προσπαθώντας κατ' αυτό τον τρόπο να προσεγγίσει την Αιτήτρια σεξουαλικά.» «
  14. Συνεπεία της ως άνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς του Καθ' ου η Αίτηση 2, η Αιτήτρια αναγκάστηκε να ζητήσει τις υπηρεσίες Ειδικού Εμπειρογνώμονα-Γραφολόγου, ο οποίος θα προέβαινε στην ταυτοποίηση του γραφικού χαρακτήρα του Καθ' ου η Αίτηση 2 σε πρόχειρο σημειωματάριο που διατηρούσαν στην επιχείρηση του Καθ' ου η Αίτηση 1, με τον γραφικό χαρακτήρα του ατόμου που έγραφε τα ραβασάκια και/ή ερωτικά σημειώματα. Ο Ειδικός Εμπειρογνώμονας θα αναφερθεί και θα επεξηγήσει λεπτομερώς το περιεχόμενο της Έκθεσή του κατά την δικάσιμο, όπως και θα παρουσιάσει αυτή ως τεκμήριο.» Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέπον και/ή παρέχον την άδεια προσθήκης του σημείου (Γ) μετά το σημείο (Β) της παραγράφου 10 των Γενικών Λόγων της Αίτησης ως ακολούθως: (ΙΙΙ) «(Γ) Ποσό €600,00 έξοδα Μάριου Μαρκίδη Εμπειρογνώμονα Δικαστικού Γραφολόγου για την ετοιμασία σχετικής έκθεσης.» (IV) Αναρίθμηση των λοιπών σημείων της παραγράφου
  15. Δ. Αναρίθμηση των λοιπών παραγράφων. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα της παρούσας αίτησης. Η παρούσα αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ. 1-4, Δ.9, Θ. 10, Δ.12 Θ. 1-5, Δ.48 Θ. 1-4, 8 και 9 ως επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην συνημμένη ένορκο δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 3/5/2018 η οποία αναφέρει ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητά να της επιτραπεί να τροποποιήσει την Αίτηση και τους Γενικούς Λόγους της έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ορθά και πλήρως όλα τα θέματα που σχετίζονται με την υπόθεση τα οποία εκ παραδρομής και εξ αβλεψίας δεν είχαν συμπεριληφθεί στην Αίτηση από το δικηγορικό γραφείο που αρχικά την εκπροσωπούσε. Αναφέρει ότι όταν διόρισε άλλο γραφείο να την εκπροσωπεί διαπιστώθηκε ότι χρειάζεται για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της να αποδειχτεί ο γραφικός χαρακτήρας του Καθ' ου η Αίτηση 2 στα χειρόγραφα μηνύματα που της απέστελλε μέσω γραφολογικής μελέτης από εμπειρογνώμονα. Λέγει ότι αν δεν εγκριθεί η αίτηση θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες στην παρουσίαση της υπόθεσής της κατά τρόπο καταστροφικό αφού θα στερηθεί το δικαίωμα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Ότι η γραφολογική μελέτη δεν αναφέρθηκε στα αρχικά δικόγραφα λόγω καλόπιστου λάθους. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για σκοπούς πλήρης απονομής της δικαιοσύνης. Ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 οι οποίοι μπορούν να προωθήσουν ανεπηρέαστοι την υπεράσπισή τους. . Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 31/8/2018 η οποία βασίζεται στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμό του 1999 (1/1999) Δ.Κ. 12

(1),
(3)και
(4), Δ.Κ.17, στον περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 (8/1967) Μέρος IV, στον Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμο του 2002, (205(Ι)/2002), Άρθρα 2, 4, 9, 12 και 15, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Δ.25 θθ 1-6, Δ.48 θθ 1, 2, 4, 8, 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, τη Νομολογία, την Πρακτική και τη Σύμφυτη Εξουσία των Δικαστηρίων. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται τα πιο κάτω: 1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, ως αυτές τίθενται από την Δ.25 θ.1
(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή από την σχετική νομολογία.
  1. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και διενεργείται με κακή τη πίστη (mala fide), με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
  2. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν εκ παραδρομής ή καλόπιστα λάθη στην σύνταξη της δικογραφίας και/ή δεν αφορούν γεγονότα μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για την καταχώρηση της Αίτησης, όπως επιτάσσει η Δ.25 θ. 1
(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
  1. Το επίδικο θέμα το οποίο η Αιτήτρια αιτείται όπως προσθέσει με την προτεινόμενη παράγραφο 9, στο σημείο Β(ΙΙ), της Αίτησής της εκπίπτει από την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ως αυτή προσδιορίζεται στον περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 (8/1967) Μέρος IV, και στον περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμο του 2002 (205(Ι)/2001), καθότι αφορά γεγονότα που κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα μετά τον τερματισμό της απασχόλησής της και/ή δεν αφορά εκ παραδρομής ή καλόπιστο λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας.
  2. Οι ισχυρισμοί που η Αιτήτρια επιχειρεί όπως προσθέσει με την προτεινόμενη παράγραφο 10 στο σημείο Β(ΙΙ) της Αίτησής της και η προσθήκη επιπλέον θεραπείας με την προτεινόμενη παράγραφο (Δ) στο σημείο Α(Ι) και (Γ) στο σημείο Γ(ΙΙΙ) της Αίτησής της, δεν αποτελούν εκ παραδρομής ή καλόπιστα λάθη στη σύνταξη της δικογραφίας και/ή δεν αφορούν γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την λήψη οδηγιών για την καταχώρηση της Αίτησης, καθότι η Αιτήτρια και/ή οι δικηγόροι αυτής γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν βάσει των δεδομένων που είχαν ενώπιον τους, αν όφειλαν να προβούν σε γραφολογική μελέτη και συνεπώς δεν πληρούνται τα κριτήρια της Δ.25 θ.1
(3).
  1. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αδικαιολόγητοι και/ή μη επαρκείς και δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  2. Η Αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση προκαλώντας παρακώλυση της διαδικασίας και στερώντας τους Καθ' ων η Αίτηση από το δικαίωμά τους σε ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης ως αυτό προστατεύεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  3. Η αλλαγή δικηγόρου από πλευράς της Αιτήτριας δεν συνιστά λόγο τροποποίησης και/ή δεν αποτελεί λόγο για διόρθωση του αρχικού δικογράφου.
  4. Η αλλαγή δικηγόρου από πλευράς της Αιτήτριας δεν αποτελεί λόγο για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης.
  5. Τυχόν έγκριση του αιτήματος, θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση.
  6. Η Αίτηση τροποποίησης γίνεται καταχρηστικά με σκοπό τον εκτροχιασμό της δικαστικής Διαδικασίας και/ή με σκοπό την κάλυψη ηθελημένων κενών.
  7. Τυχόν απόρριψη της Αίτησης δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της Αιτήτριας καθότι δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματά της να παρουσιάσει την υπόθεσή της και την μαρτυρία της που να σχετίζεται με την Αίτηση Εργατικών Διαφορών.
  8. Δεν θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης, εάν εγκριθεί το αίτημα τροποποίησης. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  9. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 λέγει ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει ως αποτέλεσμα την παρακώληση της διαδικασίας. Ότι η Αιτήτρια με την αιτούμενη τροποποίηση υπό το στοιχείο Β (ΙΙ) επιθυμεί να εισάξει στο δικόγραφό της ισχυρισμούς γεγονότων που έλαβαν χώραν μετά τον τερματισμό της απασχόλησής της και εκτός του εργασιακού της χώρου τους οποίους το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί. Ότι οι υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν εκ παραδρομής καλόπιστα λάθη στη σύνταξη της δικογραφίας ούτε γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά τη λήψη οδηγιών για την καταχώρηση της Αίτησης. Ότι η Αιτήτρια και οι δικηγόροι της είτε γνώριζαν είτε όφειλαν να γνωρίζουν βάσει των δεδομένων που είχαν ενώπιόν τους αν για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών τους ήταν αναγκαίο να προβούν σε γραφολογική μελέτη και ότι η αλλαγή δικηγόρου που επικαλείται η Αιτήτρια δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία αφού τόσο η Αιτήτρια όσο και οι προηγούμενοι δικηγόροι της αναφέρθηκαν σε γραπτά χειρόγραφα μηνύματα στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης και γνώριζαν με ποιο τρόπο θα έπρεπε να αποδειχτούν οι εν λόγω ισχυρισμοί τους. Ότι η εισαγωγή των ισχυρισμών που η Αιτήτρια ζητά να εισαχθούν στο δικόγραφό της με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εγείρουν οποιοδήποτε νέο επίδικο θέμα και αφορά μαρτυρία για ισχυρισμούς γεγονότων και ότι η μη έγκριση της αίτησης δεν θα εμποδίσει την Αιτήτρια από το να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Ότι έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και θα καθυστερήσει τη διαδικασία προκαλώντας ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση και στο δικαίωμά τους να εκδικαστεί η υπόθεση σε σύντομο και εύλογο χρόνο. Ότι η αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα αλλά γίνεται με σκοπό την παρακώληση της διαδικασίας αφού επιδιώκεται η εισαγωγή ζητημάτων που δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Σημειώνουμε ότι στις 19/9/2018 και στις 23/10/2018 οι δικηγόροι της Αιτήτριας δήλωσαν ότι δεν θα προωθήσουν το αίτημα που περιέχεται στο σημείο 9 της υποπαράγραφου (ΙΙ) της παραγράφου Β της αίτησης τροποποίησης και απέσυραν το εν λόγω αίτημά τους. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα - Κατάληξη Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η τροποποίηση δικογράφων ρυθμίζεται από τη Δ.
  10. Από 1/1/2016 τυγχάνουν εφαρμογής στις υποθέσεις που καταχωρήθηκαν μετά την 1/1/2015 οι διατάξεις της νέας Δ.
  11. Η νέα Δ.25 για την περίπτωση που ενδιαφέρει στην υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα πιο κάτω: 1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, όπως είναι η παρούσα, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον Θεσμό ήτοι (α) εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Κατ' αρχάς να σημειώσουμε ότι η Αιτήτρια στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στις πρόνοιες του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (ο «Ν.205(Ι)/2002»). Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πρόσωπο που παραβίασε τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου: «15.
(1)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον ο παρών Νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των εργατικών διαφορών και των λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)Σε περίπτωση αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος ..............
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.
(4)Σε περίπτωση απολύσεως κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εκτός από την επιδίκαση της κατά· το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημιώσεως, και χωρίς να εξετάσει την καλή ή κακή πίστη του εργοδότη, διατάζει την επαναπρόσληψη του εργαζόμενου και υποχρεώνει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, εφόσον ο εργαζόμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία: Νοείται ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψης ο εργαζόμενος, εφόσον έχει επιδικαστεί σ' αυτόν η κατά/το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημίωση, δε δικαιούται σε αναδρομική καταβολή μισθών ή άλλων ωφελημάτων, το χρονικό όμως διάστημα της απολύσεως θεωρείται ως υπηρεσία για όλους τους άλλους σκοπούς.
(5)Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπουν τα εδάφια
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκδίδει διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.
(6)............................» Ο Ν.205(I)/2002 δημιουργεί αστικής φύσεως αδικήματα και στην περίπτωση που στοιχειοθετούνται πράξεις που παραβιάζουν τον εν λόγω Νόμο οι αποζημιώσεις στο θύμα που επιδικάζονται είναι αστικής φύσεως[1] με βασικό κριτήριο ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη και να καλύπτει τη θετική ζημιά που υπέστηκε το θύμα. Δηλαδή επιδικάζονται στο θύμα αποζημιώσεις που καλύπτουν όλες τις ζημιές που υπέστηκε συνεπεία και λόγω των παραβάσεων του Ν.205(Ι)/2002 χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω ζημιές ήταν προβλεπτές[2]. Οι αποζημιώσεις καλύπτουν τις υλικές ζημιές, τη σωματική (περιλαμβάνει και την ψυχιατρική) βλάβη[3] και την ηθική βλάβη που υπέστηκε το θύμα. Το Δ.Ε.Δ. σε περιπτώσεις που υπάρχει υλική ζημιά και σωματική βλάβη/ασθένεια που προκλήθηκε από την πράξη διάκρισης επιδικάζει αποζημιώσεις που καλύπτουν την πραγματική ζημιά που έχει ήδη υποστεί το θύμα ή που ενδεχόμενα θα υποστεί στο μέλλον συνεπεία των απαγορευμένων πράξεων. Περαιτέρω με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν.205(Ι)/2002 κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να εισάξει στο δικόγραφό της ισχυρισμούς που αφορούν μέσο απόδειξης των ισχυρισμών της για σεξουαλική παρενόχλησή της με χειρόγραφες σημειώσεις του Καθ' ου η Αίτηση 2 καθώς και μια νέα αξίωση για το κόστος που κατέβαλε για να εξασφαλίσει το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Σε περίπτωση απόδειξης των ισχυρισμών της Αιτήτριας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει σε αυτήν τη θετική ζημιά που της προκλήθηκε συνεπεία και λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η Αίτηση 2 και μέσα σε αυτή τη ζημιά περιλαμβάνονται και τα έξοδα τα οποία υπέστηκε με σκοπό την απόδειξη της υπόθεσής της ενώπιόν του Δ.Ε.Δ. καθότι κάτι τέτοιο θεωρείται ως ζημιά την οποία υπέστηκε συνεπεία της παράβασης του Ν.205(Ι)/2002 από τον Καθ' ου η Αίτηση
  1. Ενόψει του ότι η εν λόγω ζημιά θεωρείται ως ειδική ζημιά η οποία με βάση πάγιες αρχές της νομολογίας πρέπει να δικογραφείται ειδικά και με λεπτομέρεια ώστε ένας διάδικος να μπορεί να προσκομίσει σχετική μαρτυρία για απόδειξή της και στη συνέχεια σε περίπτωση απόδειξής της να μπορεί να επιδικάσει ένα δικαστήριο τις σχετικές αποζημιώσεις, κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις, παρά το ότι αφορούν αποδεικτικά μέσα ισχυρισμών της Αιτήτριας, δεν είναι αχρείαστες και περιττές και ότι εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο σκοπό, αυτό της αξίωσης της αποζημίωσης για τα έξοδα που καταβλήθηκαν στον ειδικό γραφολόγο. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε αυτό το σημείο είναι κατά πόσον στην παρούσα περίπτωση ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.
  2. Από τα ενώπιόν μας τεθέντα στοιχεία δεν διαπιστώνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυρισμούς για νέα δεδομένα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης αφού τα χειρόγραφα σημειώματα του Καθ' ου η Αίτηση 2 ήταν εξ αρχής στη γνώση της Αιτήτριας και των δικηγόρων της. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση της Δ.25.Θ.
  3. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να θέσει στο δικόγραφό της τις αιτούμενες με την παρούσα αίτηση τροποποιήσεις αποτελούσε λάθος των δικηγόρων της αφού ήταν ευθύνη των δικηγόρων της να την συμβουλέψουν για τα αποδεικτικά μέσα των ισχυρισμών της και τον τρόπο αξίωσης κάλυψης όλων των εξόδων που θα υποστεί για την προώθηση και την απόδειξη των ισχυρισμών της. Η έννοια της καλής πίστης χρησιμοποιείται ευρέως στη νομική γλώσσα σε διάφορες περιπτώσεις και δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί ειδικά αφού έχει παραμείνει κάπως αόριστη και γενική ώστε να ερμηνεύεται στα πλαίσια της κάθε περίπτωσης που εφαρμόζεται. Στο νομικό λεξικό Black' s Law Dictionary, 5th edition, σημειώνονται τα πιο κάτω: "Good faith. Good faith is an intangible and abstract quality with no technical meaning or statutory definition, and it encompasses, among other things an honest belief, the absence of malice and the absence of design to defraud or to seek unconscionable advantage.." Στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2nd edition, στο λήμμα Good Faith παραπέμπει στην ακόλουθη αναφορά του Kekewich J. στην υπόθεση Mogridge v Clapp [1892] 3 Ch.382: "What does 'good faith' mean? What is meant by those two English words which are the exact equivalent in every sense of the expression, which is perhaps more commonly used, though not more correctly or properly, bona fides? I think that the best way of defining the expression, so far as it is necessary or safe to define it, is by saying that it is the absence of bad faith - of mala fides." Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44 στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700 το οποίο, κατά την κρίση μας, συνιστά μια ένδειξη αναφορικά με το τι μπορεί να σημαίνει η έννοια του καλόπιστου λάθους στο περιεχόμενο των δικογράφων: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . .». Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ' Έκδοση, αναφέρεται ότι «παραδρομή» σημαίνει «η έλλειψη προσοχής, η απροσεξία...» και «σύνταξη» σημαίνει «την παραγωγή γραπτών κειμένων..». Επίσης στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, αναφέρεται ότι «παραδρομή» σημαίνει «απροσεξία, αβλεψία..» και «σύνταξη» είναι «η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συντάσσω...., η διατύπωση επίσημου κυρίως κειμένου και ειδικότερα η συγγραφή ενός συλλογικού έργου ή η επεξεργασία και η σύνθεση δεδομένων στοιχείων.». Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι η Δ.25 Θ. 6 η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της διόρθωσης ενός γραφικού ή τυπικού λάθους παρέμεινε χωρίς τροποποίηση δεικνύει ότι Δ.25 Θ. 3 καλύπτει περιπτώσεις που το λάθος στο δικόγραφο είναι κάτι περισσότερο από ένα τυπογραφικό ή γραφικό λάθος στο δικόγραφο. Βάσει όλων των πιο πάνω είμαστε της γνώμης ότι στην περίπτωση που ένας διάδικος εκ λάθους ή ακόμα και λόγω αμέλειας που δεν αγγίζει τα όρια της κακοπιστίας, παραλείψει να αναφερθεί σε ένα γεγονός και/ή μια αξίωση στο δικόγραφό του και σε μεταγενέστερο στάδιο ζητεί να εισάγει το γεγονός και/ή την αξίωση στο δικόγραφό του κατά τρόπο που η βάση της αγωγής του δεν αλλοιώνεται ουσιαστικά και χωρίς οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του τότε η εν λόγω παράλειψή του δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Στην παρούσα περίπτωση βρίσκουμε ότι το λάθος και/ή η παράλειψη των προηγούμενων δικηγόρων της Αιτήτριας ήταν καλόπιστο και/ή καλόπιστη αφού δεν απεκρύβη κάτι από τους Καθ' ων η Αίτηση που να ωφελούσε την Αιτήτρια καθ' ότι στους γενικούς λόγους της Αίτησης υπάρχει ήδη αναφορά σε χειρόγραφα σημειώματα του Καθ' ου η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση εμπίπτει στις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.3. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσής του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, τα δικαιώματα που απέκτησαν οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Παρατηρούμε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η Αιτήτρια επιζητεί με τις αιτούμενες τροποποιήσεις να προσθέσει μια νέα αξίωση η οποία συνδέεται απόλυτα με την υφιστάμενη δικογραφημένη υπόθεσή της. Είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς
(1)θεμελίωσης και απόδειξης των ισχυρισμών τους και
(2)αμφισβήτησης των θέσεων της Αιτήτριας από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο της Αιτήτριας τους επιδιδόταν εξ αρχής. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστουν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 9 μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης, 8 μήνες μετά την καταχώρηση του Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση, 5 μήνες μετά την πρώτη φορά που ορίστηκε για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου και 3 εβδομάδες μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου της Αιτήτριας. Ο λόγος που αναφέρει η Αιτήτρια είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν οι νέοι δικηγόροι της διαπίστωσαν όταν αναλάβαν την υπόθεση την παράλειψη των προηγούμενων δικηγόρων να εξασφαλίσουν γραφολογική μελέτη για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσή της. Έχοντας αυτά κατά νου, κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν καταχωρήθηκε με αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιόν μας που να καταδεικνύει ότι Αιτήτρια με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση[4]. Δεν διαφαίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα[5]. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της Αιτήτριας. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Δεδομένου ότι: 1) σκοπός της αιτούμενης τροποποίησης είναι να διορθωθεί ένα εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στο δικόγραφο της Αιτήτριας, 2) σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, με την έγκριση της αίτησης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ΄ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της Αιτήτριας και 4) δεν διαπιστώνουμε ότι η Αιτήτρια έχει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση αιτούμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να επιτραπούν. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Αίτησης και των γενικών λόγων της Αίτησης ως οι παραγράφοι Α, Γ και Δ και το σημείο 10 της υποπαραγράφου (ΙΙ) της παραγράφου Β της αίτησης τροποποίησης ημερ. 18/5/2018. Τροποποιημένη Αίτηση και Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Αίτησης να καταχωρηθούν εντός 21 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένο Έγγραφο Εμφάνισης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Τροποποιημένης Αίτησης. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι σε βάρος της Αιτήτριας και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Λ. Ζάμπογλου, Μέλος Γ. Ιωάννου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Ιnterim (Αναφορά: Aίτηση Τροποποίησης). [1]Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι σχετικές νομοθεσίες που δημιουργούν το αστικό αδίκημα της διάκρισης διευκρινίζουν ότι όλες οι διαδικασίες που αφορούν αιτήσεις που στηρίζονται σε παράνομες διακρίσεις προχωρούν ως να είναι διαδικασίες που αφορούν αστικά αδικήματα. Βλέπε Chagger v Abby National [2010]IRLR 47, Ministry Of Defence v Cannock [1994] ICR 918. [2] Osei-Adjei v RM Education Ltd UKEAT/0461/12 date 24/9/13 [3] Sheriff v Klyme Tugs (Lowerstoft) Ltd [1999] IRLR 481 [4] Στην Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου , ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως , ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». [5] Πρόκειται για λάθος των προηγούμενων δικηγόρων της Αιτήτριας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.