← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Αίτησης: 456/14, 17/1/2019

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Αίτησης: 456/14, 17/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Ε. Χαμπουλλά ) Χ. Χριστοφή ) Μελών Αρ. Αίτησης: 456/14 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Αιτητή και ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Kαθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 17/1/19 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Ε. Νικολάου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής εργάστηκε στην εταιρεία Α. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ («η Εργοδότρια Εταιρεία») από τις 13/07/1979 μέχρι τις 15/2/2012. Η απασχόληση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία για λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία στις 21/12/2011 παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 2) με την οποία τον πληροφορούσε για την απόφασή της να τερματίσει την απασχόλησή του και του έδιδε προειδοποίηση οκτώ

(8)εβδομάδων. Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») στις 21/2/2012 για πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο ενέκρινε την αίτησή του στις 16/10/2013 και κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των €39.920,63 ως πληρωμή πλεονασμού για την περίοδο απασχόλησής του από 13/07/1979 μέχρι 15/2/2012. Οι ακάθαρτες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή για το 2011 και το 2012 (Τεκμήρια 1, 3 και 4) ήταν οι ακόλουθες: 1/2011 €2.318,40 7/2011 €2.115,00 2/2011 €2.318,40 8/2011 €2.115,00 3/2011 €2.318,40 9/2011 €2.115,00 4/2011 €2.087,00 10/2011 €2.115,00 5/2011 €2.087,00 11/2011 €2.115,00 6/2011 €2.087,00 12/2011 €2.115,00 1/2012 €2.390,57 2/2012 (μέχρι 15/2/2012) €1.236,50 Ο Αιτητής έλαβε: (α) το 2010 και το 2011 13ο μισθό (Τεκμήριο 1), και (β) στις 15/2/2012
(1)€717,17 ως 14ο μισθό για το 2011 και
(2)€302,04 ως αναλογία 13ου μισθού για το 2012 και €129,74 ως αναλογία 14ου μισθού για το 2012 (Τεκμήριο 3). Για τις πληρωμές που του έγιναν στις 15/2/2012 καταβλήθηκαν εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπό του (Τεκμήρια 1 και 3). Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει εναντίον του Ταμείου συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού. Είναι η θέση του ότι για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου, Ν.24/67(«ο Νόμος») ελάμβανε €611,28 εβδομαδιαίως και ότι το Ταμείο λανθασμένα του κατέβαλε το ποσό των €39.920,63 για την περίοδο απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία από 13/7/1979 μέχρι 15/2/
  1. Ισχυρίζεται ότι το ποσό που δικαιούται από το Ταμείο είναι μεγαλύτερο από αυτό που του κατέβαλε το Ταμείο. Το Ταμείο με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του απορρίπτει την εναντίον του αξίωση και ισχυρίζεται ότι ορθά κατέβαλε στον Αιτητή πληρωμή για το ποσό των €39.920,63 καθότι το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν στο ποσό των €528,75 αφού οι τελευταίες πριν τον τερματισμό της απασχόλησής του αποδοχές ανέρχονταν στο ποσό των €528,75 εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Ως εκ τούτου το Ταμείο ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ του. Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2011 αποδέχτηκε μείωση του μισθού του κατά 10% λόγω της οικονομικής κρίσης και για να μην υπάρξει μείωση του προσωπικού στην Εργοδότρια Εταιρεία με την επιφύλαξη ότι ο μισθός του θα επανέλθει στα ίδια επίπεδα μόλις εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους έγινε η μείωση του μισθού. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 επιστολή του ημερ. 19/4/2011 την οποία απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Στη συνέχεια είπε ότι όταν τέλος Δεκεμβρίου του 2011 του γνωστοποιήθηκε η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να τον απολύσει για λόγους πλεονασμού επειδή δεν μπόρεσε να ανακάμψει οικονομικά ζήτησε την επαναφορά του μισθού του στα επίπεδα του Μαρτίου του 2011 γιατί εξέλειπε πλέον ένας από τους λόγους που αποδέχτηκε τη μείωση του μισθού του που ήταν η δέσμευση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι δεν θα απολυθεί κανένας από το προσωπικό. Ήταν η θέση του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε το αίτημά του. Υποστήριξε ότι το Ταμείο λανθασμένα του κατέβαλε πληρωμή με βάση τον μισθό που λάμβανε τον Δεκέμβριο του 2011 και ότι το Ταμείο έπρεπε να του καταβάλει πληρωμή με βάση τον μισθό που λάμβανε τον Φεβρουάριο του
  2. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2011 η πρόταση για μείωση του μισθού του έγινε προφορικά, ότι αυτή η πρόταση αφορούσε το τμήμα που εργαζόταν αυτός και ότι έγινε και σε άλλους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας που εργάζονταν σε άλλα τμήματα της Εργοδότριας Εταιρείας μείωση μισθού εκείνη την περίοδο. Διευκρίνισε ότι μόλις πήρε την επιστολή απόλυσής του ζήτησε από την Εργοδότρια Εταιρεία την επαναφορά του μισθού του στα επίπεδα που ήταν πριν τη μείωση. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Οι θέσεις του Αιτητή ότι (α) τον Απρίλιο του 2011 αποδέχτηκε να μειωθεί ο μισθός του και ότι από τον Ιανουάριο του 2012 ο μισθός του επανήλθε στα επίπεδα που ήταν τον Μάρτιο του 2011 και (β) ότι μετά που έλαβε την επιστολή απόλυσής του ζήτησε από την Εργοδότρια Εταιρεία να του επαναφέρει τον μισθό του στα επίπεδα που ήταν πριν την 1/4/2011 και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε το αίτημά του, παρέμειναν αναντίλεκτες και υποστηρίζονται από την πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτές και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι τον Απρίλιο του 2011 δέχθηκε τη μείωση του μισθού του με την επιφύλαξη ότι ο μισθός του θα επανέλθει στα ίδια επίπεδα μόλις εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους έγινε η μείωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι (α) δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, το οποίο στάληκε κατά την περίοδο που συμφωνήθηκε η μείωση του μισθού του Αιτητή και (β) δεν τέθηκε ενώπιόν μας με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια, γεγονότα που μας δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο του ισχυρισμού του Αιτητή. Στο Τεκμήριο 5, δεν περιέχεται οποιαδήποτε αναφορά σε όρο που έθεσε ο Αιτητής ότι για να αποδεχτεί τη μείωση του μισθού του θα πρέπει να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση που οι λόγοι για τους οποίους γίνεται η μείωση εκλείψουν τότε ο μισθός του θα επανέλθει στα επίπεδα που ήταν πριν τη μείωση. Συνακόλουθα (α) κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι η μείωση των απολαβών του Αιτητή ήταν προσωρινή, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένα συμφωνημένα κριτήρια για την ισχύ της συμφωνίας για μειωμένο μισθό ( με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα εξέτασης από το Δικαστήριο των οποιωνδήποτε νομικών συνεπειών μιας τέτοιας μορφής συμφωνίας μείωσης μισθού στο πλαίσιο του Νόμου) και (β) βρίσκουμε ότι η συμφωνία για επαναφορά του μισθού του Αιτητή έγινε μετά που δόθηκε η επιστολή απόλυσης στον Αιτητή. Περαιτέρω αξιολογώντας τα ενώπιόν μας τεθέντα στοιχεία διαπιστώνουμε ότι τον Μάιο του 2010 οι απολαβές του Αιτητή ως αυτές δηλώθηκαν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 1) ήταν αυξημένες σε σύγκριση με τις απολαβές των υπόλοιπων μηνών του 2010 εκτός από αυτές του Δεκεμβρίου. Σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 4 βρίσκουμε ότι ο Αιτητής με βάση τη σύμβαση εργασίας του δικαιούτο 14ο μισθό τον οποίο όμως το έτος 2011 δεν έλαβε. Υπό το φως των γεγονότων ότι από 1/1/2012 μετά από συμφωνία του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας, η οποία συμφωνία έγινε μετά που έλαβε ο Αιτητής την προειδοποίηση για την απόλυσή του, οι απολαβές του Αιτητή επανήλθαν στα επίπεδα που ήταν πριν την 1/4/2011 βρίσκουμε ότι η πληρωμή του 14ου μισθού του 2011 στις 15/2/2012 έγινε στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας. Βάσει όλων των πιο πάνω προκύπτει ότι με βάση τη συμφωνία εργασίας του Αιτητή ο Αιτητής από 1/4/2011 μέχρι και την ημερομηνία που του κοινοποιήθηκε η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας για απόλυσή του οι απολαβές του ανέρχονταν σε €2.115,00 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Περαιτέρω από το σύνολο του ενώπιόν μας μαρτυρικού υλικού προκύπτει ότι ο Αιτητής κατά τη διάρκεια των οκτώ
(8)εβδομάδων της προειδοποίησής του πληρώθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία για την περίοδο 21/12/2011 - 31/12/2011 με βάση τις απολαβές που λάμβανε από την 1/4/2011 και μετά (βασικός μισθός €1.652,85 πλέον Α.Τ.Α πλέον 13ος μισθός) ενώ για την περίοδο 1/1/2012 μέχρι 15/2/2012 πληρώθηκε με βάση τις απολαβές που λάμβανε πριν τις 31/3/2011 (βασικός μισθός €1.836.50 πλέον Α.Τ.Α.[1] πλέον 13ο και 14ο μισθό). Το ερώτημα που προκύπτει επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει επί της αξίωσης του Αιτητή με την παρούσα αίτηση είναι ποιο είναι το ποσό των απολαβών του Αιτητή που πρέπει να ληφθεί υπόψη βάσει των προνοιών του Νόμου για τον υπολογισμό της πληρωμής που δικαιούται ο Αιτητής δυνάμει του Νόμου από το Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε πλεονασμό. Το άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα:» Ο Τέταρτος Πίνακας του Νόμου αναφέρει τα πιο κάτω: «
  1. Εργοδοτούμενος ο οποίος καθίσταται πλεονάζων υπό την έννοιαν του άρθρου 18 λαμβάνει εκ του Ταμείου πληρωμήν λόγω πλεονασμού υπολογιζομένην ως ακολούθως: (α)Διά τα πρώτα τέσσαρα έτη συνεχούς απασχολήσεως, δύο εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (β) από του πέμπτου μέχρι και του δεκάτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, δύο και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (γ) από του ενδεκάτου μέχρι και του δεκάτου πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (δ) από του δεκάτου έκτου μέχρι και του εικοστού έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· και (ε) από του εικοστού πρώτου μέχρι και του εικοστού πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τεσσάρων εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων: Νοείται ότι, αν η ολική περίοδος συνεχούς απασχόλησης δεν αποτελεί ακέραιο αριθμό ετών, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιόδου απασχόλησης 26 ή περισσότερων εβδομάδων θεωρείται ένα έτος απασχόλησης. 1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.
  2. Ουδεμία πληρωμή καταβάλλεται δι' οιανδήποτε απασχόλησιν προ της 1ης Ιανουαρίου,
  3. Η διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως και το εάν η απασχόλησις ήτο συνεχής ή μη αποφασίζονται συμφώνως προς τον Δεύτερον Πίνακα.
  4. Διά τους σκοπούς του παρόντος Πίνακος, το ποσόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων είναι το ποσόν εις το οποίον ο εργοδοτούμενος θα εδικαιούτο κατά την τελευταίαν εβδομάδα της απασχολήσεως του, ως τούτο υπολογίζεται συμφώνως προς τον Τρίτον Πίνακα: Νοείται ότι, προκειμένου περί λιμενεργάτου, εγγεγραμμένου ή μη, διά τον υπολογισμόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος ημερομισθίου αυτού, κατά το τελευταίον, προ της απολύσεως του, ημερολογιακόν έτος. Νοείται ότι κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής οποιοδήποτε ποσό το οποίο υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο εκάστοτε καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1993, δε λαμβάνεται υπόψη. Νοείται περαιτέρω ότι ο Υπουργός δύναται, διά διατάγματος, να προβλέψη δι' υψηλότερον ποσόν του άνω αναφερομένου ποσού.» Με βάση το άρθρο 4 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού του ποσού της πληρωμής λόγω πλεονασμού είναι το ποσό το οποίο ο εργοδοτούμενος θα δικαιούτο κατά την τελευταία εβδομάδα της απασχόλησής του ως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ο Τρίτος Πίνακας προνοεί για τις πληρωμές ημερομισθίων που δικαιούται ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης και τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω ημερομισθίων. Παραθέτουμε πιο κάτω τις πρόνοιες του Τρίτου Πίνακα του Νόμου: «
  5. Όταν ο εργοδοτούμενος εργάζεται αντί ωρισμένου ημερομισθίου δικαιούται εις το ωρισμένον τούτο ημερομίσθιον διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως, εκτός εάν άλλως προβλέπεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος.
  6. Όταν η αμοιβή του εργοδοτουμένου βασίζηται επί του αριθμού των ωρών τας οποίας εργάζεται και δεν ποικίλλει αναλόγως του ποσού της εκτελουμένης εργασίας, ο εργοδοτούμενος πληρώνεται διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως.
  7. -
(1)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 1 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια λαμβάνει τότε την υπό της ρηθείσης παραγράφου 1 καθοριζομένην αμοιβήν·
(2)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια τότε ο εργοδότης καταβάλλει εις τον εργοδοτούμενον δι' εκάστην εβδομάδα της περιόδου της προειδοποιήσεως ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
(3)Πάσα πληρωμή γενομένη εις τον εργοδοτούμενον υπό του εργοδότου υπό μορφήν πληρωμής λόγω ασθενείας λογίζεται έναντι της δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρεώσεως του εργοδότου.
(4)Όταν ο εργοδοτούμενος πληρώνηται επί ωριαίας βάσεως, η πληρωμή του κατά την διάρκειαν της περιόδου της προειδοποιήσεως δεν είναι ολιγωτέρά της πληρωμής διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως επί τη βάσει του μέσου όρου ωριαίας αμοιβής κατά τας τέσσαρας τελευταίας πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
  1. Όταν ο εργοδοτούμενος δεν έχει καθωρισμένον ημερομίσθιον ή μισθόν και όταν δεν πληρώνεται επί ωριαίας βάσεως άνευ συσχετισμού προς το ποσόν της γενομένης εργασίας, τότε ο εργοδοτούμενους δικαιούται εις πληρωμήν διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως ως ακολούθως: (α) δι' εκάστην εβδομάδα του χρονικού διαστήματος της προειδοποιήσεως ο εργοδότης πληρώνει τον εργοδοτούμενον ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις:- Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην· (β) η δυνάμει της υποπαραγράφου (α) ανωτέρω υποχρέωσις του εργοδότου είναι υπό τον όρον ότι ο εργοδοτούμενος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκτελέση εργασίαν ευλόγου φύσεως ίνα κερδίζη αμοιβήν προς το εν τη παραγράφω (α) ανωτέρω οριζόμενον ποσόν: Νοείται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνη τον εργοδοτούμενον ως καθορίζεται εν τη παρούση παραγράφω εάν ο εργοδοτούμενος είναι- (i) απών εκ της εργασίας του λόγω ασθενείας, τεκνογονίας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (ii) απών επ' αδεία· (iii) απών με γονική άδεια (γ) οιαδήποτε πληρωμή λόγω ασθενείας καταβαλλομένη υπό του εργοδότου λογίζεται έναντι της δυνάμει της υποπαραγράφου (β) ανωτέρω υποχρεώσεως αυτού (δ) όταν η προειδοποίησις εδόθη υπό του εργοδοτουμένου, η δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρέωσις του εργοδότου δεν δημιουργείται εκτός εάν και μέχρις ότου ο εργοδοτούμενος εγκαταλείψη την εργασίαν του δυνάμει της προειδοποιήσεως.
  2. Ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος δi' οιανδήποτε περίοδον καθ' ην ο εργοδοτούμενος απουσιάζει εκ της εργασίας του λόγω εργατικής διαφοράς.
  3. Εάν διαρκούσης της περιόδου προειδοποιήσεως ο εργοδότης νομίμως απολύη τον εργοδοτούμενον, ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος διά την υπολειπομένην περίοδον της προειδοποιήσεως» Σημειώνουμε ότι το άρθρο 14
(1)του Νόμου καθορίζει ρητά ότι τα δικαιώματα του εργοδότη και του εργοδοτουμένου κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης διέπονται από τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα. Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου καθιστά άκυρο κάθε όρο σε οποιαδήποτε σύμβαση ή άλλη συμφωνία που τείνει να περιορίσει τη νομική ενέργεια του άρθρου 14 του Νόμου. Περαιτέρω το άρθρο 11
(1)του Νόμου προβλέπει για δικαίωμα του εργοδότη να απαιτήσει από τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. Στην επιφύλαξη του εν λόγου άρθρου σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο εργοδότης εξασκήσει αυτό το δικαίωμά του ο εργοδοτούμενος θεωρείται ως απασχολούμενος για σκοπούς των Μερών ΙΙ (τερματισμός της απασχόλησης) και IV (πλεονασμός) του Νόμου μέχρι τη λήξη της περιόδου της προειδοποίησης την οποία θα ελάμβανε αν δεν είχε λάβει πληρωμή αντ΄ αυτής. Στην απόφαση Μιλτιάδη Ιωάννου v 1. Vesta Holidays Ltd, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 909, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τ' ακόλουθα: «. Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως διαφοροποιείται στον ίδιο το Νόμο, ακόμη και με την ονομασία που χρησιμοποιείται, ο τερματισμός της απασχόλησης που συντελείται με τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας της πραγματικής απασχόλησης εργοδοτούμενου, και η προειδοποίηση κατά την περίοδο της οποίας για όλους τους σκοπούς του Νόμου, συνεχίζεται η εργοδότηση μέχρι τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας στην προειδοποίηση..» Από όλα τα πιο πάνω είναι σαφές ότι με βάση το λεκτικό των διατάξεων του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού (α) υπολογίζεται όπως και το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων που δικαιούται να λάβει ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης και (β) δεν είναι το ποσό που πραγματικά έλαβε ο εργοδοτούμενος την τελευταία εβδομάδα της πραγματικής απασχόλησής του στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εργάστηκε την προειδοποίηση που του δόθηκε. Η οποιαδήποτε κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του Νόμου πληρωμή καταβάλλεται από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τον υπολογισμό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πλεονασμού[2]. Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής είχε καθορισμένο ημερομίσθιο και ως εκ τούτου εφαρμόζεται το άρθρο 1 του Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια ο Αιτητής δικαιούται να λάβει κατά την περίοδο της προειδοποίησής του το ποσό που με βάση τους όρους της συμφωνίας εργασίας του ελάμβανε πριν την έναρξη της περιόδου της προειδοποίησής του. Στη βάση των πιο πάνω το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του Αιτητή που θα δικαιούτο να λάβει κατά τη διάρκεια των εβδομάδων της προειδοποίησής του ανέρχεται σε €528.75 (το οποίο ποσό υπολογίζεται στη βάση της μαθηματικής πράξης [(13Χ€ 2.115,00)÷52]). Καταλήγουμε λοιπόν ότι στην παρούσα περίπτωση το Ταμείο σωστά υπολόγισε το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού. Συνακόλουθα δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληρωμή στον Αιτητή από το Ταμείο. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε σκόπιμο να μην επιδικάσουμε έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Ε. Χαμπουλλάς, Μέλος Χ. Χριστοφή, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Καθορισμός ημερομίσθιου για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού) [1] Η διαφορά μεταξύ του ακάθαρτου μηνιαίου μισθού για τον μήνα Μάρτιο του 2011 (€2.318) και του ακάθαρτου μηνιαίου μισθού για τον μήνα Ιανουάριο του 2012 (€2.390) οφείλεται στην αύξηση της Α.Τ.Α. [2] Στην απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που συνεδριάζει στη Λευκωσία στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 537/2014 ... ΤΟΥΝΙΑΣ v. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΤΔ ημερ.21/9/2018 όπου εξετάστηκε το ζήτημα του καθορισμού των εβδομαδιαίων απολαβών για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού δυνάμει του Νόμου αφού έγινε αναφορά στις σχετικές διατάξεις του Νόμου σημειώθηκαν τα εξής: «Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων πληρωμή που παρέχεται από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση υπολογισμού των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο του Ταμείο να καταβάλει πληρωμή σε εργοδοτούμενο επί τη βάσει οποιωνδήποτε ποσών πληρωμής που ο εργοδότης θα κατέβαλλε στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μη εξαιρουμένης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.