Κυριακίδου ν. MORPACK (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αίτησης: 12/17, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:13 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Π. Λοϊζου ) Ν. Τιμινή ) Μελών Αρ. Αίτησης: 12/17 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Κυριακίδου Αιτήτριας και MORPACK (CYPRUS) LIMITED Καθ' ων η Αίτηση Aίτηση τροποποίησης της Αίτησης και των Γενικών Λόγων της Αίτησης ημερ. 21/09/2018 Ημερομηνία: 29/3/19 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Μ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Γεωργίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια καταχώρησε στις 18/01/2017 την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») με την οποία εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση : Α. Πληρωμή αντί προειδοποίησης αντιστοιχούσα στα μεικτά ημερομίσθια 8 εβδομάδων. Β. Αποζημίωση λόγω παράνομου ή/και αυθαίρετου ή/και αδικαιολόγητου τερματισμού της απασχόλησής της. Γ.€1.175,07 ποσό οφειλόμενο ως υπόλοιπα δεδουλευμένων μισθών. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ε. Νόμιμο Τόκο. Στ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης. Η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της Αίτησης αναφέρει τα πιο κάτω: «
- Η Αιτήτρια προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει προφορικής σύμβασης εργοδότησης αόριστης διαρκείας που έγινε μεταξύ των διαδίκων κατά/ή περί την 01.04.2008 και απασχολήθηκε ως εξωτερική πωλήτρια στην πιο πάνω αναφερόμενη επιχείρησή τους, από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι την 16.11.2016 χωρίς καμία διακοπή και με τελευταίο ακαθάριστο βασικό μισθό €700= το μήνα πλέον προμήθειες 5% επί των πωλήσεων που η ίδια πετύχαινε κάθε μήνα και οι οποίες, κατά τους τελευταίες 12 μήνες εργοδότησης της Αιτήτριας, ανήρχοντο κατά μέσο όρο σε €1.695,56 τον μήνα. Περαιτέρω η Αιτήτρια λάμβανε 13ο μισθό αντίστοιχο με τις συνολικές απολαβές της, συνυπολογιζόμενων δε όλων των απολαβών της Αιτήτριας ο μισθός της για τους σκοπούς του Νόμου, ανήρχετο στο ποσό των €598,89= τη βδομάδα.
- Κατά/ή περί την 16.11.2016, η Αιτήτρια επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης στην οποία απασχολείτο στην Λεμεσό για να παραδώσει τις εισπράξεις της προηγούμενης μέρας και μια εκ των Διευθυντών της επιχείρησης, ονόματι ΧΧΧΧ Βαφέα, την κάλεσε να παραστεί στο γραφείο της και της ανακοίνωσε ότι «τερματίζεται η συνεργασία τους», χωρίς να την ενημερώσει για τους λόγους απόλυσης της ή/και να της δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση. Η Αιτήτρια τότε ζήτησε όπως της δοθεί γραπτή επιστολή απόλυσης και η αναφερόμενη κ. Βαφέα την ενημέρωσε ότι θα την ετοίμαζαν και θα την καλούσαν για να την παραλάβει.
- Στις 17.11.2016 η Αιτήτρια επισκέφθηκε το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να λάβει συμβουλές και βοήθεια και οι εκεί αρμόδιοι την συμβούλεψαν και η ίδια απέστειλε προς τους Καθ' ων η Αίτηση επιστολή, με την οποία αφενός ζητούσε όπως της αποστείλουν γραπτώς την απόφαση τους για τον τερματισμό της απασχόλησης της καθώς και τους λόγους αυτού και αφετέρου δήλωνε πως η ίδια δεν έχει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει την εργασία της.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση απάντησαν στην εν λόγω επιστολή, μέσω επιστολής του δικηγόρου τους ημερομηνίας 18.11.2016, με την οποία την ενημέρωναν ότι εντός των ημερών θα λάμβανε το ποσό αποζημίωσης που δικαιούται βάσει του Νόμου, εφόσον η ίδια επιστρέψει τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας που είχε στην κατοχή της. Στην συνέχεια και συγκεκριμένα την 01.12.2016 η Αιτήτρια απάντησε στην επιστολή των Καθ' ων η Αίτηση μέσω επιστολής του δικηγόρου της. (Στο πλήρες περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών η Αιτήτρια επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης.)
- Κατά/ή περί την 19.12.2016, οι Καθ' ων η Αίτηση κατέβαλαν στην Αιτήτρια στο Γραφείο Εργασίας και στην παρουσία αρμόδιας λειτουργού το ποσό των €2.050,86 ως αναλογία μισθού για τον μήνα Νοέμβριο και ως αναλογία 13ου μισθού για το έτος
- Το εν λόγω ποσό η Αιτήτρια το παρέλαβε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της, όπως όμως ισχυρίζεται η ίδια βάσει του μέσου όρου των προμηθειών που λάμβανε κατά τον τελευταίο χρόνο, οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν συνολικά να της καταβάλουν το ποσό των €3.225,93 ως εκ τούτοι αξιοί με την παρούσα αίτηση το υπόλοιπο ποσό των €1.175,
- 8................................
- Είναι κατά συνέπεια ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της ήταν υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητος ή/καοι παράνομος ή/και άδικος.» Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης στις 13/02/2017 με το οποίο απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και αρνούνται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία τους την 01/04/2008 δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και ότι οι απολαβές της ανέρχονταν στο ποσό των €700,00 μηνιαίως πλέον μέσος όρος προμήθειας 5% επί των εισπράξεων που εξασφάλιζε η Αιτήτρια μηνιαίως. Ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος «λόγω της αμελούς και/ή ανεπαρκούς εκτέλεσης των καθηκόντων της και/ή ένεκα παράλειψης της να εκτελεί την εργασία της και/ή τα καθήκοντα της κατά εύλογο και/ή επαγγελματικό και/ή ικανοποιητικό τρόπο και/ή εξαιτίας των σοβαρών και/ή επαναλαμβανόμενων παραβάσεων και/ή παραγνωρίσεων και/ή παραλείψεων σε σχέση με τους κανόνες εργασίας της». Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι κατέβαλαν στην Αιτήτρια όλους τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς της για το
- Στις 22/02/2017 οι δικηγόροι της Αιτήτριας καταχώρησαν τον τύπο αρ.25: κλήση για οδηγίες. Η εν λόγω κλήση ορίστηκε στις 26/04/
- Στις 09/03/2017 οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν το παράρτημα τύπος
- Η υπόθεση ορίστηκε 11 φορές για οδηγίες με σκοπό να καταβληθούν προσπάθειες για να γίνουν προσπάθειες να περιοριστούν τα επίδικα θέματα μέσω ανταλλαγής σχετικών εγγράφων. Οι εν λόγω προσπάθειες δεν καρποφόρησαν και στις 30/04/2018 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εντός 45 ημερών και όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 27/06/
- Η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρησε την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 11/06/
- Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου και ζήτησε δύο φορές παράταση του χρόνου για καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων και το Δικαστήριο εξέδωσε τα σχετικά διατάγματα. Στις 10/09/2018 διορίστηκε νέος δικηγόρος για να εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 20/09/
- Στις 21/09/2018 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται τα πιο κάτω:
- Την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να τροποποιείται το όνομα της Αιτήτριας στον τίτλο της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) καθώς και στον τίτλο όλων των παρεπόμενων αυτής εγγράφων δια της προσθήκης της φράσης «άλλως ΧΧΧΧΧ WILDEBOER» δίπλα από το όνομα της Αιτήτριας, έτσι ώστε δηλαδή το όνομα της Αιτήτριας να διαβάζεται στον τίτλο ως ακολούθως: «ΧΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ άλλως ΧΧΧΧΧ WILDEBOER».
- Την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να τροποποιείται ο αριθμός ταυτότητας της Αιτήτριας στον τίτλο της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) δια της διαγραφής του αριθμού 62796 και της αντικατάστασης αυτού με τον αριθμό
- Την έκδοση Διατάγματος για τροποποίηση των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) ως ακολούθως: Α. Με την προσθήκη της φράσης «και/ή γραπτής και/ή μερικώς γραπτής και μερικώς προφορικής» δίπλα από τη φράση «δυνάμει προφορικής» η οποία αναφέρεται στο τέλος της πρώτης γραμμής της παραγράφου 3 των Γενικών Λόγων. Β. Με τη διαγραφή της λέξης «πωλήσεων» οι οποίες αναγράφονται δίπλα από τη φράση «πλέον προμήθειες 5% επί των» στην πέμπτη γραμμή της παραγράφου 3 των Γενικών Λόγων και την αντικατάσταση αυτής με τη λέξη «εισπράξεων». Γ. Με την προσθήκη των προτάσεων «Ο μισθός και/ή οι προμήθειες και/ή όλες οι απολαβές που η Αιτήτρια λάμβανε υπό των Καθ' ων η Αίτηση, συμφωνήθηκε να καταβάλλονται στο τέλος κάθε μήνα· η καταβολή μάλιστα αυτών συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών όπως από κατά ή περί το 2011 καταβάλλεται σε τραπεζικό λογαριασμό που η Αιτήτρια κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αίτηση χρόνο διατηρούσε και διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Αιτήτρια επιφυλάσσεται να αναφερθεί με λεπτομέρεια στους όρους και στο περιεχόμενο της , ως άνω μεταξύ των μερών σύμβασης εργοδότησης, κατά την ακρόαση της παρούσης Αιτήσεως.» στο τέλος της παραγράφου 3 των Γενικών Λόγων της υπό τον/ ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1). Δ. Με την προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παράγραφο 3 των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) και την αντίστοιχη αναρίθμηση των παραγράφων ώστε να συνάδει με την αιτούμενη προσθήκη. Η προστιθέμενη παράγραφος θα διαβάζεται ως ακολούθως: «Η Αιτήτρια εργάστηκε κατά τη διάρκεια της συνεχούς εργοδότησής της στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση κατά τρόπο που ικανοποιούσε πλήρως τους εργοδότες της, ήτοι τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή εκτελούσε πάντα τα καθήκοντά της με εύλογα ικανοποιητικό τρόπο και/ή σύμφωνα με τις οδηγίες και/ή τις εντολές των Καθ'ων η Αίτηση, έντιμα, φιλότιμα και χωρίς διακοπή από την 01 /04/
- Η Αιτήτρια αναφέρει περαιτέρω ότι εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και καθ' όλη την περίοδο μεταξύ των μηνών Φεβρουάριου του 2006 και Φεβρουάριου του 2008 και επιφυλάσσεται να αναφερθεί με λεπτομέρεια στα όσα εκτίθενται στην παράγραφο αυτή, κατά την ακρόαση της παρούσης Αιτήσεως.» Ε. Με τη διαγραφή της παραγράφου 5 των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) και την αντικατάσταση αυτής με νέα, η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως: «Κατά ή περί τις 17/11/2016, η Αιτήτρια κατήγγειλε στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων τα όσα έλαβαν χώρα κατά ή περί τις 16/11/2016 μεταξύ της ιδίας και των Καθ' ων η Αίτηση. Η Αιτήτρια επιφυλάσσει το δικαίωμά της να αναφερθεί με λεπτομέρεια, κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, στην έρευνα και/ή στα διαβήματα τα οποία προέβη το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων καθώς επίσης στα ευρήματα αυτού και στην εξέλιξη της εν λόγω υπόθεσης.» ΣΤ. Με την προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παράγραφο 5 των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) και την αντίστοιχη αναρίθμηση των παραγράφων ώστε να συνάδει με την αιτούμενη προσθήκη. Η προστιθέμενη παράγραφος θα διαβάζεται ως ακολούθως: «Στις 17/11/2016 η Αιτήτρια απέστειλε δια τηλεομοιότυπου στους Καθ' ων η Αίτηση επιστολή της ημερομηνίας 17/11/2016, με την οποία κάλεσε τους Καθ' ων η Αίτηση να της γνωστοποιήσουν γραπτώς την απόφασή τους για τον τερματισμό της απασχόλησής της στις 16/11/2016, να της εξηγήσουν γραπτώς τους λόγους του μονομερούς από την πλευρά τους τερματισμού της απασχόλησής της καθώς επίσης δήλωσε μεταξύ άλλων την πρόθεσή της να μην εγκαταλείψει τη θέση εργασίας της. Η Αιτήτρια επιφυλάσσει το δικαίωμά της να προβεί σε πλήρη αναφορά και/ή κατάθεση των σχετικών εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή κατά την ακρόαση της παρούσης Αιτήσεως.» Ζ. Με την προσθήκη της πρότασης «Κατά ή περί τις 19/12/2016 οι Καθ' ων η Αίτηση ενημέρωσαν για πρώτη φορά γραπτώς την Αιτήτρια για τους λόγους τερματισμού της απασχόλησής της δια επιστολής των την οποία παρέδωσαν δια χειρός στην Αιτήτρια και στην παρουσία επιθεωρήτριας του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού» πριν την πρώτη πρόταση της παραγράφου 7 των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1). Η. Με τη διαγραφή της φράσης «στο Γραφείο Εργασίας και στην παρουσία αρμόδιας λειτουργού» η οποία περιέχεται στην πρώτη και δεύτερη γραμμή της παραγράφου 7 των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) και την αντικατάσταση αυτής με τις λέξεις «και στην παρουσία επιθεωρήτριας του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού, με δύο επιταγές,». Θ. Με την προσθήκη της πρότασης «Η Αιτήτρια επιφυλάσσει το δικαίωμά της να προβεί σε λεπτομερή αναφορά των όσων εκτίθενται στην παράγραφο αυτή, κατά τη δικάσιμο της παρούσας.» στο τέλος της παραγράφου 7 των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1). I. Με τη διαγραφή της παραγράφου 9 των Γενικών Λόγων της υπό τον ως άνω αριθμό αίτησης (Τύπος 1) και την αντικατάσταση αυτής με νέα, η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως: «Είναι κατά συνέπεια ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η ως άνω συμπεριφορά των Καθ'ων η Αίτηση σήμαινε το μονομερή τερματισμό της απασχόλησής της από τους Καθ'ων η Αίτηση, ο οποίος ήταν υπό τις περιστάσεις παράνομος και/ή κακόπιστος και/ή αυθαίρετος και/ή αδικαιολόγητος και/ή άδικος. Οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν μάλιστα να δώσουν οποιαδήποτε προειδοποίηση στην Αιτήτρια, ενώ η απόλυση της έγινε κατά τρόπο ιδιαίτερα σκληρό και/ή κάτω από τέτοιες περιστάσεις, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να επιδικάσει υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αυξημένες αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις, πέραν εκείνων που προνοεί ο Νόμος Περί Τερματισμού Απασχόλησης του
- Η Αιτήτρια επιφυλάσσει το δικαίωμά της να προβεί σε λεπτομερή αναφορά των όσων εκτίθενται στην παρούσα αίτηση αλλά και σε κατάθεση των επιστολών που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση και/ή άλλων εγγράφων και/ή των λεπτομερειών αυτών και/ή αναφορικά με την απαίτηση της ιδίας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, κατά τη δικάσιμο της παρούσας.» ΙΑ. Τροποποίηση του Παρακλητικού της Αίτησης (Τύπος 1) δια της προσθήκης νέας παραγράφου μετά του αιτητικού υπό (γ) και την αντίστοιχη αναρίθμηση των παραγράφων του Αιτητικού ώστε να συνάδει με την αιτούμενη προσθήκη. Η προστιθέμενη παράγραφος θα διαβάζεται ως ακολούθως: «Αυξημένες αποζημιώσεις για απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και/ή καριέρας και/ή ικανότητας εξεύρεσης νέας εργασίας και/ή άλλως πως.» Η παρούσα αίτηση βασίζεται επί του Κ. 11, Κ. 12 και Κ. 17 των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010, επί της Δ.25 Θ.1
(3), 4, 5 και 6 (ως η Δ.25 έχει τροποποιηθεί) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της Δ.48 Θ.1-7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί του άρθρου 30
(3)(β) του Συντάγματος, επί της Νομολογίας, της Πρακτικής και των Γενικών και Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στη συνημμένη ένορκο δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 13/09/2018 η οποία αναφέρει ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητά να της επιτραπεί να τροποποιήσει την Αίτηση και τους Γενικούς Λόγους της έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ορθά και πλήρως όλα τα θέματα που σχετίζονται με την υπόθεση τα οποία εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους δεν έχουν δικογραφηθεί. Λέγει ότι διαπίστωσε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις χρειάζονταν να γίνουν όταν παρέλαβε από τον προηγούμενο δικηγόρο τον φάκελο της υπόθεσης και είχε την ευκαιρία να τον μελετήσει. Ότι ο σκοπός της αίτησης είναι να της δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει πλήρως και σφαιρικά τα γεγονότα που αφορούν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της από τους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν αρνητικά τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 15/01/2019 η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25- Θ.1, Θ.2,Θ.3,Θ.4,Θ.5,Θ.6, Δ.30, Δ.35 - Θ.17-19, Δ.48 - Θ.4, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό Κ.11, Κ.12
(4), Κ.13 και Κ.17, στον Περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμο του 1967 (8/1967) Άρθρο 12(10Α), στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6
(1)των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επί της γενικής πρακτικής και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αρχές της επιείκειας. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται τα πιο κάτω: 1 Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος και ως τέτοια δέον να απορριφθεί. 2 Σε καμία περίπτωση αποκαλύπτονται, πληρούνται, συντρέχουν και ικανοποιούνται οι ως εκ του σχετικού Νόμου και/ή νομολογίας, απαιτούμενες, προϋποθέσεις, δια σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 3 Δεν νομιμοποιείται η Αιτήτρια να εγείρει την παρούσα αίτηση και να απαιτεί τα όσα αναφέρονται σε αυτήν και/ή η υπό εκδίκαση αίτηση συνιστά μία, εκ των υστέρων, απέλπιδα, προσπάθεια της Αιτήτριας δια σκοπούς διόρθωσης κενών και/ή λαθών και/ή παραλείψεων. 4 Οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που στηρίζουν την αίτηση, είναι γενικοί και/ή αόριστοι και/ή αδικαιολόγητοι και/ή μη επαρκείς και σε καμία περίπτωση δικαιολογούν την ανάγκη των αιτούμενων τροποποιήσεων και/ή δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν μπορούν να στηρίξουν την αίτηση και/ή τα αιτούμενα σε αυτήν διατάγματα. 5 Η Αιτήτρια δεν προσδιορίζει οποιουσδήποτε λόγους και/ή επαρκής και/ή ικανοποιητικούς λόγους, ως εκ των οποίων το Δικαστήριο να δύναται να εξετάσει, αξιολογήσει και αποφασίσει κατά πόσον θεωρεί ορθό και/ή δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. 6 Η Αιτήτρια κακόπιστα και αμελώς απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο. 7 Η Αιτήτρια προέβηκε σε καταχώρηση της παρούσας αίτησης με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και συγκεκριμένα μεταγενέστερα της καταχώρησης και έκδοσης κλήσης για οδηγίες βάσει τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 8 Οι ισχυρισμοί, που εκτίθενται στις παραγράφους που αιτείται να προσθέσει η Αιτήτρια, είναι εκπρόθεσμοι και/ή εγείρονται κατά παράβαση των χρονικών περιορισμών και/ή χρόνων παραγραφής, που προνοούνται δια της σχετικής νομοθεσίας και/ή δια του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 [Ν.8/67] ως ετροποποιήθη. 9 Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτησή της για τροποποίηση, επιδιώκει να εισάγει γεγονότα και/ή ισχυρισμούς γεγονότων, ουσιωδώς διαφορετικά από αυτά που ήδη περιέχονται στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους και/ή να εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης, όπως μέχρι σήμερα έχει προσδιορισθεί και/ή να μεταβάλει τον χαρακτήρα της κυρίως Αίτησης και/ή να εισάγει νέες βάσεις αγωγής και/ή νέα αγώγιμα δικαιώματα. 10 Με την παρούσα αίτησή της για τροποποίηση των Γενικών Λόγων, η Αιτήτρια επιδιώκει να περιλάβει στους Γενικούς Λόγους ισχυρισμούς γεγονότων και/ή γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή έπρεπε να ήταν γνωστά σε αυτήν από την έγερση της κυρίως Αίτησης και σε κάθε περίπτωση σε προγενέστερο της παρούσας αίτησης τροποποίησης χρόνο. 11 Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και των Διαδικαστικών Θεσμών, καθότι μεταξύ άλλων, δεν ασκήθηκε, εκ μέρους της Αιτήτριας, η στοιχειώδης επιμέλεια, ως επιβάλλετο σε προγενέστερο στάδιο της παρούσας αίτησης. 12 Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη (mala fide) και προσπαθεί να παραποιήσει την υπόθεση της με ανεπίτρεπτο τρόπο, σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση. 13 Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα, αλλά και θα δημιουργήσει αδικία και ανεπανόρθωτη βλάβη, στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση και της δικαιοσύνης. 14 Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις, αλλάζουν άρδην τις απαιτήσεις της Αιτήτριας και/ή εισάγουν νέα βάση αγωγής. 15 Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και/ή θα επηρεάσει δυσμενώς τα συνταγματικά και νόμιμα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση για μια σύντομη και δίκαιη δίκη και η υπόθεση δε, επιβαρύνεται με αδικαιολόγητους τόκους και έξοδα. 16 Η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα με αλλότριους σκοπούς και/ή σε καμία περίπτωση εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό. 17 Η αίτηση γίνεται με μοναδικό σκοπό την κωλυσιεργία της εκδίκασης της υπόθεσης, επηρεάζοντας αρνητικά το συνταγματικό δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση για την εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧΧ Διχώρου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Η κα Διχώρου λέγει ότι τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που στηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτουν επαρκείς και ικανοποιητικούς λόγους για έγκριση της αίτησης και δεν δικαιολογούν την παράλειψη της Αιτήτριας να αποταθεί στο Δικαστήριο νωρίτερα για τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν εκ παραδρομής καλόπιστα λάθη στη σύνταξη της δικογραφίας ούτε γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά τη λήψη οδηγιών για την καταχώρηση της Αίτησης. Ότι η Αιτήτρια με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να διαφοροποιήσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και να εισάγει νέους ισχυρισμούς που μεταβάλουν τις βάσεις των αξιώσεών της και να προσθέσει νέες αξιώσεις οι οποίες έχουν παραγραφεί. Ότι έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση. Ότι η αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα αλλά κακόπιστα και καταχρηστικά. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η τροποποίηση δικογράφων ρυθμίζεται από τη Δ.25. Από 1/1/2016 τυγχάνουν εφαρμογής στις υποθέσεις που καταχωρήθηκαν μετά την 1/1/2015 οι διατάξεις της νέας Δ.25. Η νέα Δ.25 για την περίπτωση που ενδιαφέρει στην υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα πιο κάτω: 1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, όπως είναι η παρούσα, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον Θεσμό ήτοι (α) εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Κατ' αρχάς να σημειώσουμε ότι η Αιτήτρια στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για παράνομη απόλυσή της στις πρόνοιες του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/1967ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος»). Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα (″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″) εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου). Στην παρούσα περίπτωση, είναι οι Καθ' ων η Αίτηση που έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, οι Καθ' ων η Αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας με βάση τους λόγους που προβάλλουν στο Έγγραφο Εμφάνισής τους, ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα αποζημίωσης και το δικαίωμα πληρωμής αντί προειδοποίησης. Στην περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν παράνομη τότε η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις με βάση το άρθρο 3 του Νόμου. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί (το οποίο σημειώνουμε είναι ένα ποσό) λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Όσον αφορά την αξίωση της Αιτήτριας για οφειλόμενο υπόλοιπο δεδουλευμένων μισθών η αξίωσή της αποτελεί αυτοτελή αξίωση που (α) αφορά δικαιώματα της Αιτήτριας και υποχρεώσεις των Καθ' ων η Αίτηση που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησής της στους Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει των προνοιών της υποπαραγράφου (ε) του άρθρου 12
(1)του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου Ν.8/67(«ο Ν.8/67») και (β) στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση. Σημειώνουμε ότι μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού και των συμφωνηθέντων ή συμβατικών απολαβών στον εργοδοτούμενο κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο. Παράλειψη καταβολής του μισθού ή των απολαβών από τον εργοδότη κατά τον χρόνο που αυτά είναι πληρωτέα με βάση τη συμφωνία εργασίας δίνει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή του οφειλόμενου δεδουλευμένου μισθού ή των οφειλόμενων απολαβών. Ο τρόπος και η περιοδικότητα της καταβολής του μισθού έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με τη θέσπιση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.35(Ι)/2007 το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών το έχει ο εργοδότης. Στην παρούσα περίπτωση είναι οι Καθ' ων η Αίτηση που έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι έχουν καταβάλει στην Αιτήτρια όλους τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς της σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία εργασίας. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση τροποποίησης, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι η Αιτήτρια με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί (α) να τροποποιήσει τις αναφορές στον τίτλο της Αίτησης σε σχέση με το όνομά της και τον αριθμό της ταυτότητάς της, (β) να τροποποιήσει τους ισχυρισμούς της σε σχέση
(1)με το πώς συνάφθηκε η σύμβαση εργασίας της με τους Καθ' ων η Αίτηση και επί της βάσης που λάμβανε προμήθειες,
(2)με την επίσκεψή της στο Γραφείο Εργασίας και την επιστολή που απέστειλε η ίδια στους Καθ' ων η Αίτηση μετά την απόλυσή της και
(3)με το τι συνέβηκε στις 19/12/2016 στο Γραφείο Εργασίας, (γ) να εισάγει στο δικόγραφό της νέους ισχυρισμούς σε σχέση
(1)με τον χρόνο και τον τρόπο καταβολής των μηναίων απολαβών της,
(2)με το ότι εκτελούσε τα εργασιακά καθήκοντά της ικανοποιητικά,
(3)με το ότι εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και προηγουμένως από τον Φεβρουάριο του 2006 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2008 και
(4)με το ότι η απόλυσή της ήταν κακόπιστη και ότι δικαιούται αυξημένες αποζημιώσεις και (δ) να προσθέσει μια νέα αξίωση με την οποία ζητά αυξημένες αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας. Είμαστε της άποψης ότι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί πριν εξεταστεί κατά πόσον οι προϋποθέσεις της νέας Δ.25 εφαρμόζονται είναι κατά πόσον οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για σωστή παρουσίαση της υπόθεσης της Αιτήτριας[1]. Κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις: (i) υπό το στοιχείο (α) πιο πάνω είναι αναγκαίες ώστε να αναγραφούν σωστά τα προσωπικά δεδομένα της Αιτήτριας στον τίτλο της Αίτησης, (ii) υπό τα στοιχεία (β) και (γ)
(1)είναι αναγκαίες ώστε να μπορέσει η Αιτήτρια να προσκομίσει μαρτυρία που αφορούν τα σχετικά, κατ' ισχυρισμό της Αιτήτριας, γεγονότα της παρούσας εργατικής διαφοράς, και (iii) υπό τα στοιχεία (γ)
(2),
(3)και
(4)και (δ) είναι αχρείαστα και περιττά για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας καθότι αποτελούν γενικούς ισχυρισμούς και επιχειρηματολογία της Αιτήτριας που δεν εξυπηρετούν κάποιο συγκεκριμένο σκοπό (Α) αφού το βάρος απόδειξης ότι η Αιτήτρια δεν εκτελούσε τα καθήκοντά της με ικανοποιητικό τρόπο και σύμφωνα με τις οδηγίες των Καθ' ων η Αίτηση το φέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση (στοιχείο (γ)
(2)) - σημειώνουμε ότι ο Κ.3
(1)του Κανονισμού επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει στην αίτηση που καταχωρεί στο Δ.Ε.Δ. τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημά του και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή τις αιτούμενες θεραπείες (στην παρούσα περίπτωση το αίτημα της Αιτήτριας στηρίζεται στο ότι οι Καθ' ων Αίτηση τερμάτισαν την απασχόλησή της χωρίς να της δώσουν λόγο/δικαιολογία και χωρίς προειδοποίηση) και ότι σύμφωνα με το Κ.5
(1)του Κανονισμού ο Καθ' ου η αίτηση στην εμφάνισή του θα πρέπει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής), (Β) η προηγούμενη περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι σχετική με τις αξιώσεις της Αιτήτριας στο πλαίσιο της Αίτησης όπως δικογραφούνται οι απαιτήσεις της Αιτήτριας (στοιχείο 3(γ)) (αφού η εν λόγω περίοδος δεν συνδέεται με την ουσιώδη περίοδο απασχόλησης της Αιτήτριας που αφορά τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας) και (Γ) αφού στηρίζονται σε γεγονότα που ήδη υπάρχουν στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και ο Νόμος δεν προβλέπει για ειδική αποζημίωση σε σχέση με την απώλεια σταδιοδρομίας αλλά προβλέπει ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες απολύθηκε ένας εργοδοτούμενος και η τυχόν απώλεια σταδιοδρομίας του αποτελούν παράγοντες τους οποίους λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό ποσού της αποζημίωσης που αποδίδει στον εργοδοτούμενο στην περίπτωση που κρίνει ότι η απόλυσή του είναι παράνομη (στοιχεία (γ)
(4)και (δ)). Συνακόλουθα με τα πιο πάνω οι αιτούμενες τροποποιήσεις που σχετίζονται με τα στοιχεία (γ)
(2),
(3)και
(4)και (δ) δεν μπορούν να εγκριθούν καθότι δεν εξυπηρετούν κάποιο χρήσιμο σκοπό. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε αυτό το σημείο σε ότι αφορά τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις είναι κατά πόσον στην παρούσα περίπτωση ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.3. Σημειώνουμε ότι τα όσα αναφέρουμε πιο κάτω αφορούν τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπό τα στοιχεία (α), (β) και (γ)
(1). Από τα ενώπιόν μας τεθέντα στοιχεία δεν διαπιστώνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυρισμούς για νέα δεδομένα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης αφού τα εν λόγω στοιχεία ήταν εξ αρχής στη γνώση της Αιτήτριας (το έγγραφο που περιέχει όρους εργοδότησης της Αιτήτριας ήταν από την αρχή στην κατοχή της Αιτήτριας). Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση της Δ.25.Θ.3. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να θέσει στο δικόγραφό της τις αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούσε λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Η έννοια της καλής πίστης χρησιμοποιείται ευρέως στη νομική γλώσσα σε διάφορες περιπτώσεις και δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί ειδικά αφού έχει παραμείνει κάπως αόριστη και γενική ώστε να ερμηνεύεται στα πλαίσια της κάθε περίπτωσης που εφαρμόζεται. Στο νομικό λεξικό Black' s Law Dictionary, 5th edition, σημειώνονται τα πιο κάτω: "Good faith. Good faith is an intangible and abstract quality with no technical meaning or statutory definition, and it encompasses, among other things an honest belief, the absence of malice and the absence of design to defraud or to seek unconscionable advantage.." Στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2nd edition, στο λήμμα Good Faith παραπέμπει στην ακόλουθη αναφορά του Kekewich J. στην υπόθεση Mogridge v Clapp [1892] 3 Ch.382: "What does 'good faith' mean? What is meant by those two English words which are the exact equivalent in every sense of the expression, which is perhaps more commonly used, though not more correctly or properly, bona fides? I think that the best way of defining the expression, so far as it is necessary or safe to define it, is by saying that it is the absence of bad faith - of mala fides." Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44 στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700 το οποίο, κατά την κρίση μας, συνιστά μια ένδειξη αναφορικά με το τι μπορεί να σημαίνει η έννοια του καλόπιστου λάθους στο περιεχόμενο των δικογράφων: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . .». Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ' Έκδοση, αναφέρεται ότι «παραδρομή» σημαίνει «η έλλειψη προσοχής, η απροσεξία...» και «σύνταξη» σημαίνει «την παραγωγή γραπτών κειμένων..». Επίσης στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, αναφέρεται ότι «παραδρομή» σημαίνει «απροσεξία, αβλεψία..» και «σύνταξη» είναι «η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συντάσσω...., η διατύπωση επίσημου κυρίως κειμένου και ειδικότερα η συγγραφή ενός συλλογικού έργου ή η επεξεργασία και η σύνθεση δεδομένων στοιχείων.». Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι η Δ.25 Θ. 6 η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της διόρθωσης ενός γραφικού ή τυπικού λάθους παρέμεινε χωρίς τροποποίηση δεικνύει ότι Δ.25 Θ. 3 καλύπτει περιπτώσεις που το λάθος στο δικόγραφο είναι κάτι περισσότερο από ένα τυπογραφικό ή γραφικό λάθος στο δικόγραφο. Βάσει όλων των πιο πάνω είμαστε της γνώμης ότι στην περίπτωση που ένας διάδικος εκ λάθους ή ακόμα και λόγω αμέλειας που δεν αγγίζει τα όρια της κακοπιστίας, παραλείψει να αναφερθεί σε ένα γεγονός και/ή μια αξίωση στο δικόγραφό του και σε μεταγενέστερο στάδιο ζητεί να εισάγει το γεγονός και/ή την αξίωση στο δικόγραφό του κατά τρόπο που η βάση της αγωγής του δεν αλλοιώνεται ουσιαστικά και χωρίς οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του τότε η εν λόγω παράλειψή του δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Στην παρούσα περίπτωση βρίσκουμε ότι το λάθος και/ή παράλειψη να αναφερθούν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ως περιέχονται στην αίτηση τροποποίησης ήταν καλόπιστο και/ή καλόπιστη αφού δεν απεκρύβη κάτι από τους Καθ' ων η Αίτηση που να ωφελούσε την Αιτήτρια καθ' ότι στους γενικούς λόγους της Αίτησης είτε υπάρχουν παρόμοιες σχετικές αναφορές στους ήδη υφιστάμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας είτε συνδέονται με τους ήδη υφιστάμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Το ερώτημα είναι κατά πόσον με τα πιο πάνω που επιζητεί η Αιτήτρια αλλάζει η βάση της Αίτησης ή γίνεται προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων δια της ένταξης νέων ισχυρισμών επί των γεγονότων μεταβάλλοντας τη βάση της αξίωσης της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια με την Αίτηση αξιώνει (α) αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης δυνάμει του Νόμου συνεπεία, κατ΄ ισχυρισμό, παράνομου τερματισμού της απασχόλησής της από τους Καθ' ων η Αίτηση και (β) κατ' ισχυρισμό οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς στη βάση της σύμβασης εργασίας της ως αυτοτελείς αξιώσεις που αφορούν δικαιώματά της που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει των προνοιών του Ν.35(Ι)/2007 και της υποπαραγράφου (ε) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/
- Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια να διορθωθούν οι ισχυρισμοί σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής μέρους των μηνιαίων απολαβών της και των συνθηκών που περιβάλλουν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της. Δεν θεωρούμε ότι η Αιτήτρια με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να εισάξει νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές που να μεταβάλλουν τόσο ριζικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης (εισάγονται νέοι ισχυρισμοί αλλά δεν μεταβάλλουν τα ουσιαστικά γεγονότα σε σημαντικό βαθμό) σε σημείο που η εν λόγω διαφορά να μετατρέπεται σε διαφορετικής φύσεως διαφορά. Επίδικα θέματα είναι οι συνθήκες τερματισμού της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και τα οφειλόμενα ποσά προς την Αιτήτρια από τους Καθ' ων η Αίτηση ως εκ της εργοδότησής της και αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις τα επίδικα θέματα θα παραμείνουν τα ίδια. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση εμπίπτει στις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.
- Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσής του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, τα δικαιώματα που απέκτησαν οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Παρατηρούμε ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις που το Δικαστήριο θεώρησε ότι μπορούν να επιτραπούν ως αναγκαίες και σχετικές με τα επίδικα θέματα της Αίτησης οι ισχυρισμοί που θέλει η Αιτήτρια να τροποποιήσει ή να προσθέσει στο δικόγραφό της συνδέονται απόλυτα με την υφιστάμενη δικογραφημένη υπόθεσή της και στηρίζουν τις ήδη υφιστάμενες αξιώσεις της. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνιστούν είτε περαιτέρω λεπτομέρειες που συνθέτουν τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση είτε μια διαφορετική αναφορά γεγονότων που ήδη δικογραφούνται και δεν είναι νέα γεγονότα που στηρίζουν νέα και επιπρόσθετα αγώγιμα δικαιώματα της Αιτήτριας. Είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς
(1)θεμελίωσης και απόδειξης των ισχυρισμών τους και
(2)αμφισβήτησης των θέσεων της Αιτήτριας από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο της Αιτήτριας τους επιδιδόταν εξ αρχής. Περαιτέρω σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης δεν θα παραβιαστεί με οποιοδήποτε τρόπο η αποκλειστική προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 για έγερση απαίτησης στο Δ.Ε.Δ. εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα αφού η Αιτήτρια δεν επιζητεί την προσθήκη ενός νέου γεγονότος που στηρίζει νέα βάση αγωγής και/ή νέα αγώγιμα δικαιώματα διαφορετικά και επιπρόσθετα από αυτά της Αίτησης. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστούν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 21 μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης, 20 μήνες μετά την καταχώρηση της Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση, 15 μήνες μετά την πρώτη φορά που ορίστηκε για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου και 11 μέρες μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου της Αιτήτριας. Ο λόγος που αναφέρει η Αιτήτρια είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν διαπίστωσε λάθη και παραλείψεις στο δικόγραφο της Αίτησης όταν παρέλαβε τον φάκελο από τους προηγούμενους δικηγόρους της. Δεν θεωρούμε ότι το γεγονός ότι η Αιτήτρια ήταν παρούσα στο Δικαστήριο σε κάποιες από τις ημερομηνίες που η Αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες καταδεικνύει από μόνο του ότι η Αιτήτρια γνώριζε επ' ακριβώς το περιεχόμενο της Αίτησης από προηγουμένως. Έχοντας αυτά κατά νου και λαμβάνοντας υπόψη ότι από την πρώτη φόρα που ορίστηκε η υπόθεση για οδηγίες μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέτασής αίτησης τα αιτήματα για να ορίζεται η υπόθεση για οδηγίες γίνονταν από κοινού με σκοπό τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων, κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν καταχωρήθηκε με τέτοια καθυστέρηση που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης στη βάση της καθυστέρησης. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιόν μας που να καταδεικνύει ότι Αιτήτρια με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση[2]. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της Αιτήτριας. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του Άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Δεδομένου ότι: 1) σκοπός των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι να διορθωθούν εκ παραδρομής καλόπιστα λάθη στο δικόγραφο της Αιτήτριας, 2) σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, με την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ΄ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του Άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της Αιτήτριας και 4) δεν διαπιστώνουμε ότι η Αιτήτρια έχει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό τα στοιχεία (α), (β) και (γ)
(1)θα πρέπει να επιτραπούν. Κατάληξη Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Αίτησης και των γενικών λόγων της Αίτησης ως οι παραγράφοι 1, 2 και οι υποπαραγράφοι (Α), (Β), (Γ), (Ε), (Στ), (Ζ) και (Η) της παραγράφου 3 της αίτησης τροποποίησης ημερ. 12/09/2018. Οι υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις της παραγράφου 3 απορρίπτονται. Τροποποιημένη Αίτηση και Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Αίτησης να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένο Έγγραφο Εμφάνισης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Τροποποιημένης Αίτησης. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι σε βάρος της Αιτήτριας και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Π. Λοϊζου, Μέλος Ν. Τιμινής, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/ lnterim (Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης) [1] Στο Annual Practice 1958 σελ. 621 αναφέρεται ότι: "As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided that there has been no undue delay on this part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent." [2] Στην Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου , ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως , ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο