ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Αίτησης: 57/17, 11/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:18 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Α. Καρμιώτου ) Δ. Χριστοδούλου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 57/17 Μεταξύ: XXXXXX ΜΑΡΚΟΥ Αιτητής και ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Kαθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 11/4/19 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Ε. Νικολάου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής εργάστηκε στην εταιρεία XXXX XXXX XXXΧ ΧΧΧΧ ΛΤΔ («η Εργοδότρια Εταιρεία») από τις 10/07/2000 μέχρι τις 31/03/2016. Η απασχόληση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία για λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία στις 27/01/2016 παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε για την απόφασή της να τερματίσει την απασχόλησή του και του έδιδε προειδοποίηση οκτώ
(8)εβδομάδων. Πιο συγκεκριμένα η περίοδος προειδοποίησης άρχιζε στις 27/01/2016 και έληγε στις 31/03/
- Ο Αιτητής εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία κατά την περίοδο της προειδοποίησης. Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») στις 04/04/2016 για πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο ενέκρινε την αίτησή του στις 07/12/2016 και κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των €11.588,88 ως πληρωμή πλεονασμού για την περίοδο απασχόλησής του από 10/07/2000 μέχρι 31/03/
- Ο εβδομαδιαίος μισθός που λήφθηκε υπόψη από το Ταμείο ανερχόταν στο ποσό των €279.25 αφού το Ταμείο θεώρησε ότι ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €1.
- Οι ακάθαρτες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή για την περίοδο 2012-2016 ήταν οι ακόλουθες: Από 01/01/2012 μέχρι 28/02/2013 €1.675 Τον Μάρτιο του 2013 €1.600 Τον Απρίλιο του 2013 €1.223 Τον Μάιο του 2013 €1.385 Τον Ιούνιο του 2013 €1.344 Τον Ιούλιο του 2013 €1.390 Τον Αύγουστο του 2013 €0 Από 01/09/2013 μέχρι 31/07/2014 €1.373 Τον Αύγουστο του 2014 €0 Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2014 €1.382 Τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2014 €1.244 Από 01/01/2015 μέχρι 31/12/2015 €1.117 Από 01/01/2016 μέχρι 31/03/2016 €1.699 Ο Αιτητής λάμβανε 13ο μισθό (ένα μηνιαίο μισθό). Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει εναντίον του Ταμείου συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού. Είναι η θέση του ότι για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου του 1967, Ν.24/67(«ο Νόμος») ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε €1.699 και ότι το Ταμείο λανθασμένα θεώρησε ότι ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε €1.
- Το Ταμείο με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του απορρίπτει την εναντίον του αξίωση και ισχυρίζεται ότι ορθά κατέβαλε στον Αιτητή πληρωμή για το ποσό των €11.588,88 καθότι το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν στο ποσό των €279,25 αφού οι τελευταίες πριν τον τερματισμό της απασχόλησής του αποδοχές ανέρχονταν στο εν λόγω ποσό εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού καθ' ότι ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε €1.
- Ως εκ τούτου το Ταμείο ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ του. Ο Αιτητής κατέθεσε ότι ο μισθός του όταν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν πάντοτε σταθερός. Ότι πριν την οικονομική κρίση ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €1.699 για 38 ώρες εργασία την εβδομάδα. Ότι μετά την οικονομική κρίση έγινε συμφωνία μεταξύ της συντεχνίας του και της Εργοδότριας Εταιρείας την οποία αυτός αποδέχτηκε προκειμένου να μην υπάρξουν απολύσεις. Ότι η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε
(1)οι υπάλληλοι να εργάζονται λιγότερες ώρες εβδομαδιαίως με ανάλογη αποκοπή στον μισθό τους και
(2)ότι οι υπάλληλοι θα επανέρχονταν στο κανονικό ωράριο εργασίας τους με τον κανονικό μισθό τους τέλος του
- Υποστήριξε ότι με βάση αυτή τη συμφωνία εργαζόταν 25 ώρες εβδομαδιαίως και λάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των €1.
- Ήταν η θέση του ότι στις 31/12/2015 η συντεχνία απαίτησε την επαναφορά του κανονικού ωραρίου εργασίας του αφού το χρονικό περιθώριο που τέθηκε έληξε. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε το αίτημα της συντεχνίας του και από την 01/01/2016 εργαζόταν 38 ώρες εβδομαδιαίως και λάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των €1.
- Αντεξεταζόμενος είπε ότι η συμφωνία με τον εργοδότη τους για μείωση των ωρών εργασίας τους έγινε προφορικά και διευκρίνισε λέγοντας ότι τους φώναξε ο εργοδότης τους και τους ανακοίνωσε ότι θα μειώνονταν οι ώρες εργασίας τους και αυτοί αποδέχτηκαν με την προϋπόθεση ότι οι μισθοί τους θα επανέρχονταν μετά. Σημείωσε ότι δεν γνώριζαν πότε θα επανέλθουν οι μισθοί τους γιατί αυτό θα καθοριζόταν από τις εργασίες του εργοδότη τους. Σε ερώτηση γιατί ο μηνιαίος μισθός του κατά τη διάρκεια της περιόδου 2013 - 2015 δεν ήταν ο ίδιος είπε ότι αυτός αρχικά εργαζόταν τέσσερις
(4)φορές την εβδομάδα και μετά τρεις
(3). Ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτός που ζήτησε πριν τα τέλη του 2015 την επαναφορά του μισθού του από τις αρχές του 2016 γιατί αυτή ήταν η συμφωνία που είχε κάνει με τον εργοδότη του και ότι ο εργοδότης του αποδέχτηκε το αίτημά του. Ότι τέλος Ιανουαρίου του 2016 ο εργοδότης του του έδωσε την προειδοποίηση για την απόλυσή του. Ο κ. ΣΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ, ο οποίος είναι ο έμμισθος οργανωτικός της ΣΕΚ Λεμεσού στον τομέα που απασχολείτο Αιτητής, κατέθεσε ότι το 2013 η Εργοδότρια Εταιρεία τους ανακοίνωσε ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα και ότι επιθυμούσε να μειώσει το ωράριο εργασίας των υπαλλήλων τους με αντίστοιχη μείωση του μισθού τους για να μην αναγκαστεί να απολύσει κανένα από αυτούς. Ισχυρίστηκε ότι διαφώνησε με την εν λόγω θέση της Εργοδότριας Εταιρείας γιατί η πολιτική της συντεχνίας του ήταν να μην αποδέχονται μειώσεις μισθών με οποιοδήποτε τρόπο ακόμα και με μείωση ωραρίου εργασίας αλλά λόγω της επιμονής των ίδιων των υπαλλήλων οι οποίοι δήλωσαν ότι προτιμούσαν να εργάζονται με μειωμένο ωράριο παρά να απολυθεί ο οποιοσδήποτε συνάδελφός τους αποδέχτηκε την πρόταση της Εργοδότριας Εταιρείας υπό τον όρο ότι ο ωριαίος μισθός των υπαλλήλων θα παρέμενε σταθερός και ότι η συμφωνία αυτή θα έληγε στις 31/12/
- Υποστήριξε ότι τέλος του 2015 απαίτησε από την Εργοδότρια Εταιρεία την επαναφορά του ωραρίου εργασίας στις 38 ώρες εβδομαδιαίως και την αντίστοιχη επαναφορά του κανονικού μισθού. Ήταν η θέση του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, παρόλο που του γνωστοποίησε ότι δεν είχε ξεπεράσει την κρίση και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, του ανέφερε ότι θα τηρούσε τη συμφωνία και θα επανέφερε το κανονικό ωράριο και μισθό αλλά δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι δεν θα απέλυε προσωπικό λόγω πλεονασμού. Τον Ιανουάριο του 2016 ο Αιτητής εργαζόταν 38 ώρες και πληρώθηκε τον κανονικό του μισθό. Είπε ότι τέλος Ιανουαρίου του 2016 πληροφορήθηκε από τον Αιτητή πρώτα και μετά από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι οι υπηρεσίες του Αιτητή θα τερματίζονταν λόγω πλεονασμού. Σημείωσε ότι δεν συζήτησε με την Εργοδότρια Εταιρεία το ενδεχόμενο επαναφοράς του μειωμένου ωραρίου εργασίας για να μην απολυθεί ο Αιτητής γιατί ήταν ξεκάθαρο ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν επρόκειτο να αποφύγει τις απολύσεις με οποιοδήποτε τρόπο με οποιαδήποτε μέτρα και αν ελάμβανε. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι οι υπάλληλοι ήξεραν ότι η συμφωνία θα έληγε τέλος του
- Ισχυρίστηκε ότι αυτός ζήτησε από την Εργοδότρια Εταιρεία πριν το τέλος του 2015 την επαναφορά του κανονικού ωραρίου εργασίας και του κανονικού μισθού από το 2016 στηριζόμενος στο ότι η Συλλογική Σύμβαση του κλάδου ανανεώθηκε χωρίς να υπάρχουν σε αυτή προβλέψεις για μείωση μισθών και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε το αίτημά του παρά το ότι του ανέφερε ότι «δεν πέρασε πλήρως η περίοδος της κρίσης». Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ήθελε να παραμείνει το μειωμένο ωράριο εργασίας αλλά λόγω (α) της ανανέωσης της Συλλογικής Σύμβασης και (β) του ότι η οικονομία είχε ανακάμψει η συντεχνία θεώρησε σωστό οι υπάλληλοι να επανέλθουν στο κανονικό ωράριο εργασίας τους. Ότι οι υπάλληλοι γνώριζαν ότι με την επαναφορά του ωραρίου εργασίας τους υπήρχε ο κίνδυνος απόλυσής τους αλλά επειδή ήταν καλύτερη η κατάσταση προτιμούσαν να επανέλθουν στο κανονικό ωράριο εργασίας τους. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Οι θέσεις της πλευράς του Αιτητή ότι ο Αιτητής (α) το 2013 αποδέχτηκε να μειωθούν οι ώρες εργασίας του και κατά συνέπεια ανάλογα και ο μηνιαίος μισθός του, (β) από τον Ιανουάριο του 2016 επανήλθε στο κανονικό ωράριο εργασίας του και κατά συνέπεια επανήλθε και ο μηνιαίος μισθός του στα επίπεδα που ήταν στις αρχές του 2013 και (γ) από το 2013 και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015 δεν εργαζόταν 38 ώρες την εβδομάδα αλλά λιγότερες και λάμβανε όχι τον μηνιαίο μισθό που λάμβανε για εργασία 38 ωρών την εβδομάδα αλλά χαμηλότερο μηνιαίο μισθό ο οποίος αντιστοιχούσε στις ώρες εργασίας που εργαζόταν εβδομαδιαίως δεν αμφισβητήθηκαν από το Ταμείο και παρέμειναν αναντίλεκτες. Περαιτέρω υποστηρίζονται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μας. Συνακόλουθα γίνονται αποδεκτές και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Περαιτέρω από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι ο Αιτητής για όλους τους μήνες του 2015 λάμβανε τον ίδιο σταθερό μηνιαίο μισθό και για τους τρεις
(3)μήνες του 2016 που εργάστηκε λάμβανε τον ίδιο σταθερό μηνιαίο μισθό γεγονός που δείχνει ότι κατά το 2015 και το 2016 λάμβανε τον ίδιο μισθό για καθορισμένες, από τη σύμβαση εργασίας του, εβδομαδιαίες ώρες εργασίας για κάθε μήνα και ότι για κάθε μήνα οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας του ήταν σταθερές. Παρατηρούμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή και του κ. ΣΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ σε σχέση με τη διάρκεια της συμφωνίας που έγινε το 2013 μεταξύ της Εργοδότριας Εταιρείας και των υπαλλήλων της ήταν γενικόλογη. Περαιτέρω σε ορισμένα σημεία οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ήταν σε συμφωνία με αυτούς του κ. ΣΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ. Πιο συγκεκριμένα, ο Αιτητής δεν μας ανέφερε τί ακριβώς προνοούσε η συμφωνία του 2013 σχετικά με τον αριθμό των ωρών εργασίας του και πώς συμφωνήθηκε αρχικά να εργάζεται τέσσερις
(4)φορές την εβδομάδα και μετά τρεις
(3). Ούτε ο κ. ΣΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ ήταν συγκεκριμένος σχετικά με τις λεπτομέρειες που περιβάλλουν τη σύναψη της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας το 2013. Ενώ ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία προνοούσε ότι θα επανέρχονταν σε κανονικό ωράριο εργασίας στο τέλος του 2015, στην αντεξέτασή του είπε ότι δεν γνώριζε πότε θα επανέρχονταν οι μισθοί αφού αυτό εξαρτάτο από τις εργασίες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν η Εργοδότρια Εταιρεία το 2013 ήθελε να απολύσει υπαλλήλους και μετά επήλθε η συμφωνία για τη μείωση του ωραρίου εργασίας των υπαλλήλων της (ενώ στην κυρίως εξέτασή του είπε ότι αποδέχτηκε τη συμφωνία της Εργοδότριας Εταιρείας και της συντεχνίας για μείωση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων προκειμένου να μην υπάρξουν απολύσεις), ότι σε μια συνάντηση που είχαν οι υπαλλήλοι με την Εργοδότρια Εταιρεία το 2013 για το θέμα των μισθών τους συμμετείχε και ο συντεχνιακός εκπρόσωπός τους, ότι ο ίδιος ζήτησε από την Εργοδότρια Εταιρεία τέλη του 2015 την επαναφορά του ωραρίου εργασίας του και του μισθού του για το 2016 και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε το αίτημά του χωρίς να του αναφερθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι υπήρχε περίπτωση να απολυθεί προσωπικό. Ο κ. ΣΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ σε διάσταση με τις πιο πάνω αναφορές του Αιτητή είπε ότι αυτός το 2013 μετείχε σε συσκέψεις με την Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με τους μισθούς της Εργοδότριας Εταιρείας μόνο τηλεφωνικώς, ότι οι υπάλληλοι δέχτηκαν τη μείωση του ωραρίου εργασίας τους για να μην απολυθεί κάποιος από αυτούς, ότι από το 2013 οι υπάλληλοι γνώριζαν ότι η συμφωνία για το μειωμένο ωράριο εργασίας θα έληγε τέλος του 2015, ότι αυτός τέλος του 2015 ζήτησε την επαναφορά του ωραρίου εργασίας των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι οι εργοδοτούμενοι γνώριζαν ότι με την επαναφορά του κανονικού ωραρίου εργασίας υπήρχε ο κίνδυνος να απολυθούν ως πλεονάζοντες. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στην πιο πάνω μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Αιτητή κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να στηριχτούμε στην εν λόγω μαρτυρία για εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων που στηρίζουν την εκδοχή για προκαθορισμένο συμφωνηθέν χρονικό πλαίσιο που θα ίσχυε η εφαρμογή του μειωμένου ωραρίου εργασίας. Ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι η μείωση των απολαβών του Αιτητή που έγινε το 2013 ήταν με βάση συμφωνία που έγινε το 2013 η οποία συμφωνία τροποποιούσε τους όρους εργασίας του Αιτητή σε σχέση με το ωράριο εργασίας του και αντιστοίχως τις απολαβές του προσωρινά για συγκεκριμένο καθορισμένο χρονικό διάστημα (με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα εξέτασης από το Δικαστήριο των οποιωνδήποτε νομικών συνεπειών μιας τέτοιας μορφής συμφωνίας μείωσης μισθού στο πλαίσιο του Νόμου). Το ερώτημα που προκύπτει επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει επί της αξίωσης του Αιτητή με την παρούσα αίτηση είναι ποιο είναι το ποσό των απολαβών του Αιτητή που πρέπει να ληφθεί υπόψη βάσει των προνοιών του Νόμου για τον υπολογισμό της πληρωμής που δικαιούται ο Αιτητής δυνάμει του Νόμου από το Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε πλεονασμό. Το άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα:» Ο Τέταρτος Πίνακας του Νόμου αναφέρει τα πιο κάτω: «
- Εργοδοτούμενος ο οποίος καθίσταται πλεονάζων υπό την έννοιαν του άρθρου 18 λαμβάνει εκ του Ταμείου πληρωμήν λόγω πλεονασμού υπολογιζομένην ως ακολούθως: (α)Διά τα πρώτα τέσσαρα έτη συνεχούς απασχολήσεως, δύο εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (β) από του πέμπτου μέχρι και του δεκάτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, δύο και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (γ) από του ενδεκάτου μέχρι και του δεκάτου πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (δ) από του δεκάτου έκτου μέχρι και του εικοστού έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· και (ε) από του εικοστού πρώτου μέχρι και του εικοστού πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τεσσάρων εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων: Νοείται ότι, αν η ολική περίοδος συνεχούς απασχόλησης δεν αποτελεί ακέραιο αριθμό ετών, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιόδου απασχόλησης 26 ή περισσότερων εβδομάδων θεωρείται ένα έτος απασχόλησης. 1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.
- Ουδεμία πληρωμή καταβάλλεται δι' οιανδήποτε απασχόλησιν προ της 1ης Ιανουαρίου,
- Η διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως και το εάν η απασχόλησις ήτο συνεχής ή μη αποφασίζονται συμφώνως προς τον Δεύτερον Πίνακα.
- Διά τους σκοπούς του παρόντος Πίνακος, το ποσόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων είναι το ποσόν εις το οποίον ο εργοδοτούμενος θα εδικαιούτο κατά την τελευταίαν εβδομάδα της απασχολήσεως του, ως τούτο υπολογίζεται συμφώνως προς τον Τρίτον Πίνακα: Νοείται ότι, προκειμένου περί λιμενεργάτου, εγγεγραμμένου ή μη, διά τον υπολογισμόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος ημερομισθίου αυτού, κατά το τελευταίον, προ της απολύσεως του, ημερολογιακόν έτος. Νοείται ότι κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής οποιοδήποτε ποσό το οποίο υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο εκάστοτε καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1993, δε λαμβάνεται υπόψη. Νοείται περαιτέρω ότι ο Υπουργός δύναται, διά διατάγματος, να προβλέψη δι' υψηλότερον ποσόν του άνω αναφερομένου ποσού.» Με βάση το άρθρο 4 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού του ποσού της πληρωμής λόγω πλεονασμού[1] είναι το ποσό το οποίο ο εργοδοτούμενος θα δικαιούτο κατά την τελευταία εβδομάδα της απασχόλησής του ως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ο Τρίτος Πίνακας του Νόμου προνοεί για τις πληρωμές ημερομισθίων που δικαιούται ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης και τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω ημερομισθίων. Παραθέτουμε πιο κάτω τις πρόνοιες του Τρίτου Πίνακα του Νόμου: «
- Όταν ο εργοδοτούμενος εργάζεται αντί ωρισμένου ημερομισθίου δικαιούται εις το ωρισμένον τούτο ημερομίσθιον διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως, εκτός εάν άλλως προβλέπεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος.
- Όταν η αμοιβή του εργοδοτουμένου βασίζηται επί του αριθμού των ωρών τας οποίας εργάζεται και δεν ποικίλλει αναλόγως του ποσού της εκτελουμένης εργασίας, ο εργοδοτούμενος πληρώνεται διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως.
- -
(1)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 1 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια λαμβάνει τότε την υπό της ρηθείσης παραγράφου 1 καθοριζομένην αμοιβήν·
(2)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια τότε ο εργοδότης καταβάλλει εις τον εργοδοτούμενον δι' εκάστην εβδομάδα της περιόδου της προειδοποιήσεως ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
(3)Πάσα πληρωμή γενομένη εις τον εργοδοτούμενον υπό του εργοδότου υπό μορφήν πληρωμής λόγω ασθενείας λογίζεται έναντι της δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρεώσεως του εργοδότου.
- Όταν ο εργοδοτούμενος πληρώνηται επί ωριαίας βάσεως, η πληρωμή του κατά την διάρκειαν της περιόδου της προειδοποιήσεως δεν είναι ολιγωτέρά της πληρωμής διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως επί τη βάσει του μέσου όρου ωριαίας αμοιβής κατά τας τέσσαρας τελευταίας πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
- Όταν ο εργοδοτούμενος δεν έχει καθωρισμένον ημερομίσθιον ή μισθόν και όταν δεν πληρώνεται επί ωριαίας βάσεως άνευ συσχετισμού προς το ποσόν της γενομένης εργασίας, τότε ο εργοδοτούμενους δικαιούται εις πληρωμήν διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως ως ακολούθως: (α) δι' εκάστην εβδομάδα του χρονικού διαστήματος της προειδοποιήσεως ο εργοδότης πληρώνει τον εργοδοτούμενον ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις:- Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην· (β) η δυνάμει της υποπαραγράφου (α) ανωτέρω υποχρέωσις του εργοδότου είναι υπό τον όρον ότι ο εργοδοτούμενος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκτελέση εργασίαν ευλόγου φύσεως ίνα κερδίζη αμοιβήν προς το εν τη παραγράφω (α) ανωτέρω οριζόμενον ποσόν: Νοείται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνη τον εργοδοτούμενον ως καθορίζεται εν τη παρούση παραγράφω εάν ο εργοδοτούμενος είναι- (i) απών εκ της εργασίας του λόγω ασθενείας, τεκνογονίας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (ii) απών επ' αδεία· (iii) απών με γονική άδεια (γ) οιαδήποτε πληρωμή λόγω ασθενείας καταβαλλομένη υπό του εργοδότου λογίζεται έναντι της δυνάμει της υποπαραγράφου (β) ανωτέρω υποχρεώσεως αυτού (δ) όταν η προειδοποίησις εδόθη υπό του εργοδοτουμένου, η δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρέωσις του εργοδότου δεν δημιουργείται εκτός εάν και μέχρις ότου ο εργοδοτούμενος εγκαταλείψη την εργασίαν του δυνάμει της προειδοποιήσεως.
- Ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος δi' οιανδήποτε περίοδον καθ' ην ο εργοδοτούμενος απουσιάζει εκ της εργασίας του λόγω εργατικής διαφοράς.
- Εάν διαρκούσης της περιόδου προειδοποιήσεως ο εργοδότης νομίμως απολύη τον εργοδοτούμενον, ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος διά την υπολειπομένην περίοδον της προειδοποιήσεως» Σημειώνουμε ότι το άρθρο 14
(1)του Νόμου καθορίζει ρητά ότι τα δικαιώματα του εργοδότη και του εργοδοτουμένου κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης διέπονται από τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα. Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου καθιστά άκυρο κάθε όρο σε οποιαδήποτε σύμβαση ή άλλη συμφωνία που τείνει να περιορίσει τη νομική ενέργεια του άρθρου 14 του Νόμου. Περαιτέρω το άρθρο 11
(1)του Νόμου προβλέπει για δικαίωμα του εργοδότη να απαιτήσει από τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. Στην επιφύλαξη του εν λόγου άρθρου σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο εργοδότης εξασκήσει αυτό το δικαίωμά του ο εργοδοτούμενος θεωρείται ως απασχολούμενος για σκοπούς των Μερών ΙΙ (τερματισμός της απασχόλησης) και IV (πλεονασμός) του Νόμου μέχρι τη λήξη της περιόδου της προειδοποίησης την οποία θα ελάμβανε αν δεν είχε λάβει πληρωμή αντ΄ αυτής. Στην απόφαση Μιλτιάδη Ιωάννου v 1. Vesta Holidays Ltd, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 909, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τ' ακόλουθα: «. Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως διαφοροποιείται στον ίδιο το Νόμο, ακόμη και με την ονομασία που χρησιμοποιείται, ο τερματισμός της απασχόλησης που συντελείται με τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας της πραγματικής απασχόλησης εργοδοτούμενου, και η προειδοποίηση κατά την περίοδο της οποίας για όλους τους σκοπούς του Νόμου, συνεχίζεται η εργοδότηση μέχρι τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας στην προειδοποίηση..» (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Από όλα τα πιο πάνω είναι σαφές ότι με βάση το λεκτικό των διατάξεων του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού (α) δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις το ποσό που πραγματικά έλαβε ο εργοδοτούμενος την τελευταία εβδομάδα της πραγματικής απασχόλησής του στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εργάστηκε την προειδοποίηση που του δόθηκε και (β) υπολογίζεται όπως και το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων που δικαιούται να λάβει ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης (το οποίο ποσό εξαρτάται από το αν ο εργοδοτούμενος εργάστηκε ή όχι κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησής του). Η οποιαδήποτε κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του Νόμου πληρωμή καταβάλλεται από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τον υπολογισμό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πλεονασμού[2]. Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής είχε καθορισμένο ημερομίσθιο για καθορισμένες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας (οι απολαβές του μειώθηκαν στην αρχή και μετά αυξήθηκαν στη βάση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας του αλλά οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας του ήταν προκαθορισμένες από τη σύμβαση εργασίας του και ο μηνιαίος μισθός του υπολογιζόταν βάσει των εν λόγω καθορισμένων ωρών εργασίας του και δεν υπολογιζόταν βάσει της κάθε μιας ώρας που εργάστηκε). Περαιτέρω ο Αιτητής εργάστηκε κατά την περίοδο της προειδοποίησης που του δόθηκε. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι στην περίπτωση του Αιτητή εφαρμόζεται το άρθρο 1 του Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια ο Αιτητής δικαιούτο να λάβει κατά την περίοδο της προειδοποίησής του το καθορισμένο ποσό που ελάμβανε (που καθοριζόταν) με βάση τους όρους της συμφωνίας εργασίας του πριν την έναρξη της περιόδου της προειδοποίησής του. Στη βάση των πιο πάνω το εν λόγω ποσό είναι το ποσό των €1.699 μηνιαίως. Η προειδοποίηση δόθηκε στον Αιτητή στις 27/01/2016 αφού ήδη ο Αιτητής εργάστηκε από την 01/01/2016 στη βάση των 38 ωρών εβδομαδιαίως και σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του δικαιούτο το ποσό των €1.699 ως μισθό για τον μήνα Ιανουάριο του
- Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του Αιτητή που δικαιούτο να λάβει κατά τη διάρκεια των εβδομάδων της προειδοποίησής του ανέρχεται σε €424.75 (το οποίο ποσό υπολογίζεται στη βάση της μαθηματικής πράξης [(13Χ€1.699)÷52]). Καταλήγουμε λοιπόν ότι στην παρούσα περίπτωση το Ταμείο δεν υπολόγισε σωστά το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 16 χρόνια. Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής του (16 συναπτά έτη) η πληρωμή που δικαιούται ο Αιτητής αντιστοιχεί με τις απολαβές 41.5 εβδομάδων ήτοι ποσό €17.627,13 (41.5 Χ €424.75). Ο Αιτητής έλαβε από το Ταμείο το ποσό των €11.588,
- Συνακόλουθα δικαιούται σε συμπληρωματική πληρωμή ύψους €6.038,25 (€17.627,13 - €11.588,88). Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέ ρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €6.038,25 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος του Ταμείου €1.100 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) .............. Α. Καρμιώτου, Μέλος Δ. Χριστοδούλου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Καθορισμός ημερομίσθιου για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού) [1] Στην αγγλική υπόθεση Toni & Guys (St Pauls) Ltd v. Georgiou [2013] ICR 1356 το Employment Appeal Tribunal σημείωσε ότι στα πλαίσια του καθορισμού της αποζημίωσης που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία (Employment Rights Act 1996) σε συνάρτηση με τις εβδομαδιαίες απολαβές του κατά τον ουσιώδη χρόνο το Δικαστήριο οφείλει να υπολογίσει τις εβδομαδιαίες απολαβές του εργοδοτουμένου βάσει της φόρμουλας που περιέχεται στην εν λόγω νομοθεσία. Τόνισε ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παρέκκλιση ή διαφοροποίηση από τις πρόνοιες της εν λόγω φόρμουλας. [2] Στην απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που συνεδριάζει στη Λευκωσία στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 537/2014 ... ΤΟΥΝΙΑΣ v. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΤΔ ημερ.21/9/2018 όπου εξετάστηκε το ζήτημα του καθορισμού των εβδομαδιαίων απολαβών για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού δυνάμει του Νόμου αφού έγινε αναφορά στις σχετικές διατάξεις του Νόμου σημειώθηκαν τα εξής: «Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων πληρωμή που παρέχεται από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση υπολογισμού των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο του Ταμείο να καταβάλει πληρωμή σε εργοδοτούμενο επί τη βάσει οποιωνδήποτε ποσών πληρωμής που ο εργοδότης θα κατέβαλλε στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μη εξαιρουμένης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο