← Κύπρος

Φούρναρη ν. Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν, Αρ. Αίτησης: 93/16, 11/4/2019

Φούρναρη ν. Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν, Αρ. Αίτησης: 93/16, 11/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:19 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή M. Λάμπρου Πρωτοπαπά ) Δ. Χαριλάου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 93/16 Μεταξύ: XXXXX Φούρναρη Αιτήτρια και Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν Kαθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 11/4/19 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Π. Τσαγγάρη Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια εργάστηκε στην XXXXXXXX -(«ο Εργοδότης») από την 01/10/2006 μέχρι τις 31/12/

  1. Η απασχόληση της Αιτήτριας στον Εργοδότη τερματίστηκε από τον Εργοδότη για λόγους πλεονασμού. Ο Εργοδότης στις 13/10/2014 παρέδωσε στην Αιτήτρια επιστολή με την οποία την πληροφορούσε για την απόφασή του να τερματίσει την απασχόλησή της στις 31/12/2014 (Τεκμήρια 1 και 2). Η Αιτήτρια εργάστηκε στον Εργοδότη μέχρι τις 31/12/
  2. Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») στις 02/01/2015 για πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού (Τεκμήριο 3). Το Ταμείο ενέκρινε την αίτησή της στις 24/11/2015 και κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό των €4.249,44 ως πληρωμή πλεονασμού για την περίοδο απασχόλησής της από 01/10/2006 μέχρι 31/12/
  3. Ο εβδομαδιαίος μισθός που λήφθηκε υπόψη από το Ταμείο ανερχόταν στο ποσό των €236,08 αφού το Ταμείο θεώρησε ότι για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου του 1967, Ν.24/67(«ο Νόμος») ο τελευταίος μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν στο ποσό των €1.023,
  4. Οι ακάθαρτες μηνιαίες απολαβές της Αιτήτριας για την περίοδο 2012-2014 ήταν οι ακόλουθες: Από 01/01/2012 μέχρι 31/08/2012 €2.141 Από 01/09/2012 μέχρι 30/06/2013 €2.045 Από 01/07/2013 μέχρι 30/09/2014 €1.023 Από 01/10/2014 μέχρι 31/12/2014 €2.045 Η Αιτήτρια δεν λάμβανε 13ο μισθό. Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει εναντίον του Ταμείου το ποσό των €4.245,50 ως υπόλοιπο πληρωμής λόγω πλεονασμού, το οποίο σύμφωνα με την Αιτήτρια αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του ποσού το οποίο πράγματι δικαιούται ως πληρωμή λόγω πλεονασμού και του ποσού το οποίο το Ταμείο της κατέβαλε. Είναι η θέση της ότι για σκοπούς του Νόμου ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της ανερχόταν σε €471,94 και ότι το Ταμείο λανθασμένα θεώρησε ότι ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της ανερχόταν σε €235,
  5. Το Ταμείο με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του απορρίπτει την εναντίον του αξίωση και ισχυρίζεται ότι ορθά κατέβαλε στην Αιτήτρια πληρωμή για το ποσό των €4.249,44 καθότι το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών της για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν στο ποσό των €236,08 αφού οι τελευταίες πριν τον τερματισμό της απασχόλησής της αποδοχές ανέρχονταν στο εν λόγω ποσό εβδομαδιαίως. Ως εκ τούτου το Ταμείο ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ του. Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι για την περίοδο 01/10/2006 ως τις 31/12/2014 εργαζόταν ως ψυχολόγος στο Κέντρο Κοινωνικής και Πνευματικής Στήριξης του Εργοδότη. Ισχυρίστηκε ότι ο ακάθαρτος μηνιαίος μισθός της μέχρι τον Ιούνιο του 2013 ανερχόταν στα €2.045,08 και στη συνέχεια μειώθηκε προσωρινά στα €1.023,
  6. Ανέφερε ότι τον Ιούνιο του 2013 λόγω της οικονομικής κρίσης ο Εργοδότης τους γνωστοποίησε ότι από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου του 2014 οι ώρες εργασίας τους θα μειωθούν προσωρινά και κατ' επέκτασιν το ίδιο και οι μισθοί τους ώστε να αντιμετωπιστεί η δύσκολη οικονομική κατάσταση που αντιμετώπιζε ο Εργοδότης την εν λόγω περίοδο. Ότι για την περίοδο Ιουνίου 2013 - Σεπτεμβρίου 2014 εργαζόταν τρεις

(3)ημέρες την εβδομάδα για έξι
(6)ώρες ημερησίως με την ανάλογη μείωση και στον μισθό της. Ότι ο μηνιαίος μισθός της για εκείνη την περίοδο μειώθηκε προσωρινά στο ποσό των €1.023,
  1. Υποστήριξε ότι από την 1/10/2014 ο μηνιαίος μισθός της επανήλθε στο ποσό των €2.045,
  2. Ήταν η θέση της ότι ο Εργοδότης της αν και τήρησε τη συμφωνία που είχε με τους εργοδοτούμενους του και από τις αρχές Οκτωβρίου του 2014 επανέφερε τους μισθούς των υπαλλήλων ως είχαν πριν τον Ιούνιο του 2013, επειδή δεν κατάφερε να ανακάμψει οικονομικά αναγκάστηκε να αναστείλει τις εργασίες κάποιων εκ των εργαστηρίων του περιλαμβανομένου και του Κέντρου Κοινωνικής και Πνευματικής Στήριξης. Ως εκ τούτου ο Εργοδότης της την απέλυσε ως πλεονάζον προσωπικό. Υποστήριξε ότι το Ταμείο εγκρίνοντας την αίτησή της έπρεπε να της καταβάλει το ποσό των €8.494,94 πλέον τόκους στη βάση του τελευταίου ακάθαρτου εβδομαδιαίου μισθού της πριν την προειδοποίηση και όχι το ποσό των €4.249,
  3. Ήταν η θέση της ότι λανθασμένα το Ταμείο έλαβε υπόψη του τον ακάθαρτο μισθό που λάμβανε όταν εργαζόταν με μειωμένο ωράριο. Ανέφερε ότι ο μηνιαίος μισθός της μειώθηκε προσωρινά κατά το ήμισυ από τον Εργοδότη της με συμφωνία επαναφοράς του. Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι οι εργοδοτούμενοι του Εργοδότη είχαν συμφωνήσει με τον Εργοδότη όπως αντί να προχωρήσει σε απολύσεις προσωπικού να μειώσει τους μισθούς τους μέχρι «να έχουν αποτέλεσμα οι επενδύσεις» στις οποίες είχε προβεί και ότι τέθηκε χρονικό όριο κατά το οποίο θα ίσχυε αυτή η συμφωνία. Ότι αυτό το χρονικό όριο ήταν το τέλος Σεπτεμβρίου του 2014 γιατί τους ειπώθηκε τον Ιούνιο του 2013 ότι θα είχαν νέα σχετικά με τις επενδύσεις σε ένα χρόνο με 14 μήνες. Είπε ότι ο Εργοδότης υπολόγιζε ότι θα ανέκαμπτε και ότι θα έπαιρνε χρήματα από αυτές τις επενδύσεις. Υποστήριξε ότι τον Σεπτέμβριο του 2014 οι εργοδοτούμενοι ζήτησαν από τον Εργοδότη όπως τηρήσει τη συμφωνία που είχαν κάνει τον Ιούνιο του 2013 και επαναφέρει το ωράριο και τους μισθούς τους που είχαν πριν τον Ιούνιο του
  4. Ισχυρίστηκε ότι ο Εργοδότης δεν τους ανέφερε ότι αν επαναφερθούν οι μισθοί τους υπάρχει κίνδυνος απόλυσής τους και δεν τους ενημέρωσε τι έγινε με τις επενδύσεις του. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Η μαρτυρία της Αιτήτριας ήταν σταθερή, χωρίς αντιφάσεις, λογικοφανής και πειστική. Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε στο περιεχόμενο της μαρτυρίας της Αιτήτριας το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί ως ουσιαστική αδυναμία που να κλονίζει το αξιόπιστο της εκδοχής που προέβαλε ενώπιόν μας η Αιτήτρια. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια απαντούσε με ευθύτητα στις ερωτήσεις που τις υποβλήθηκαν. Συνακόλουθα αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αξιόπιστη και βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της παρούσας εργατικής διαφοράς έχουν ως αυτά τέθηκαν ενώπιόν μας με τη μαρτυρία της Αιτήτριας. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκουμε ότι (α) η συμφωνία εργασίας της Αιτήτριας σε σχέση με τις ώρες εργασίας της και τις απολαβές της τροποποιήθηκε με συμφωνία μεταξύ της Αιτήτριας και του Εργοδότη τον Ιούνιο του 2013 και (β) σύμφωνα με την πιο πάνω τροποποιητική συμφωνία
(1)οι τροποποιημένοι όροι εργασίας θα είχαν ισχύ από τον Ιούλιο του 2013 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014 και
(2)από τον Οκτώβριο του 2014 θα εφαρμόζονταν οι όροι της συμφωνίας εργασίας που ίσχυαν πριν την τροποποιητική συμφωνία. Συνακόλουθα αποτελεί εύρημά μας ότι από τον Οκτώβριο του 2014 η συμφωνία εργασίας της Αιτήτριας προέβλεπε ότι ο μηνιαίος μισθός της θα ανέρχεται στο ποσό των €2.045. Το ερώτημα που προκύπτει επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει επί της αξίωσης της Αιτήτριας με την παρούσα αίτηση είναι ποιο είναι το ποσό των απολαβών της Αιτήτριας που πρέπει να ληφθεί υπόψη βάσει των προνοιών του Νόμου για τον υπολογισμό της πληρωμής που δικαιούται η Αιτήτρια δυνάμει του Νόμου από το Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε πλεονασμό. Το άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα:» Ο Τέταρτος Πίνακας του Νόμου αναφέρει τα πιο κάτω: «
  1. Εργοδοτούμενος ο οποίος καθίσταται πλεονάζων υπό την έννοιαν του άρθρου 18 λαμβάνει εκ του Ταμείου πληρωμήν λόγω πλεονασμού υπολογιζομένην ως ακολούθως: (α)Διά τα πρώτα τέσσαρα έτη συνεχούς απασχολήσεως, δύο εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (β) από του πέμπτου μέχρι και του δεκάτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, δύο και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (γ) από του ενδεκάτου μέχρι και του δεκάτου πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (δ) από του δεκάτου έκτου μέχρι και του εικοστού έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· και (ε) από του εικοστού πρώτου μέχρι και του εικοστού πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τεσσάρων εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων: Νοείται ότι, αν η ολική περίοδος συνεχούς απασχόλησης δεν αποτελεί ακέραιο αριθμό ετών, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιόδου απασχόλησης 26 ή περισσότερων εβδομάδων θεωρείται ένα έτος απασχόλησης. 1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.
  2. Ουδεμία πληρωμή καταβάλλεται δι' οιανδήποτε απασχόλησιν προ της 1ης Ιανουαρίου,
  3. Η διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως και το εάν η απασχόλησις ήτο συνεχής ή μη αποφασίζονται συμφώνως προς τον Δεύτερον Πίνακα.
  4. Διά τους σκοπούς του παρόντος Πίνακος, το ποσόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων είναι το ποσόν εις το οποίον ο εργοδοτούμενος θα εδικαιούτο κατά την τελευταίαν εβδομάδα της απασχολήσεως του, ως τούτο υπολογίζεται συμφώνως προς τον Τρίτον Πίνακα: Νοείται ότι, προκειμένου περί λιμενεργάτου, εγγεγραμμένου ή μη, διά τον υπολογισμόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος ημερομισθίου αυτού, κατά το τελευταίον, προ της απολύσεως του, ημερολογιακόν έτος. Νοείται ότι κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής οποιοδήποτε ποσό το οποίο υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο εκάστοτε καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1993, δε λαμβάνεται υπόψη. Νοείται περαιτέρω ότι ο Υπουργός δύναται, διά διατάγματος, να προβλέψη δι' υψηλότερον ποσόν του άνω αναφερομένου ποσού.» Με βάση το άρθρο 4 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού του ποσού της πληρωμής λόγω πλεονασμού[1] είναι το ποσό το οποίο ο εργοδοτούμενος θα δικαιούτο κατά την τελευταία εβδομάδα της απασχόλησής του ως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ο Τρίτος Πίνακας του Νόμου προνοεί για τις πληρωμές ημερομισθίων που δικαιούται ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης και τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω ημερομισθίων. Παραθέτουμε πιο κάτω τις πρόνοιες του Τρίτου Πίνακα του Νόμου: «
  5. Όταν ο εργοδοτούμενος εργάζεται αντί ωρισμένου ημερομισθίου δικαιούται εις το ωρισμένον τούτο ημερομίσθιον διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως, εκτός εάν άλλως προβλέπεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος.
  6. Όταν η αμοιβή του εργοδοτουμένου βασίζηται επί του αριθμού των ωρών τας οποίας εργάζεται και δεν ποικίλλει αναλόγως του ποσού της εκτελουμένης εργασίας, ο εργοδοτούμενος πληρώνεται διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως.
  7. -
(1)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 1 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια λαμβάνει τότε την υπό της ρηθείσης παραγράφου 1 καθοριζομένην αμοιβήν·
(2)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια τότε ο εργοδότης καταβάλλει εις τον εργοδοτούμενον δι' εκάστην εβδομάδα της περιόδου της προειδοποιήσεως ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
(3)Πάσα πληρωμή γενομένη εις τον εργοδοτούμενον υπό του εργοδότου υπό μορφήν πληρωμής λόγω ασθενείας λογίζεται έναντι της δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρεώσεως του εργοδότου.
  1. Όταν ο εργοδοτούμενος πληρώνηται επί ωριαίας βάσεως, η πληρωμή του κατά την διάρκειαν της περιόδου της προειδοποιήσεως δεν είναι ολιγωτέρά της πληρωμής διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως επί τη βάσει του μέσου όρου ωριαίας αμοιβής κατά τας τέσσαρας τελευταίας πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
  2. Όταν ο εργοδοτούμενος δεν έχει καθωρισμένον ημερομίσθιον ή μισθόν και όταν δεν πληρώνεται επί ωριαίας βάσεως άνευ συσχετισμού προς το ποσόν της γενομένης εργασίας, τότε ο εργοδοτούμενους δικαιούται εις πληρωμήν διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως ως ακολούθως: (α) δι' εκάστην εβδομάδα του χρονικού διαστήματος της προειδοποιήσεως ο εργοδότης πληρώνει τον εργοδοτούμενον ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις:- Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην· (β) η δυνάμει της υποπαραγράφου (α) ανωτέρω υποχρέωσις του εργοδότου είναι υπό τον όρον ότι ο εργοδοτούμενος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκτελέση εργασίαν ευλόγου φύσεως ίνα κερδίζη αμοιβήν προς το εν τη παραγράφω (α) ανωτέρω οριζόμενον ποσόν: Νοείται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνη τον εργοδοτούμενον ως καθορίζεται εν τη παρούση παραγράφω εάν ο εργοδοτούμενος είναι- (i) απών εκ της εργασίας του λόγω ασθενείας, τεκνογονίας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (ii) απών επ' αδεία· (iii) απών με γονική άδεια (γ) οιαδήποτε πληρωμή λόγω ασθενείας καταβαλλομένη υπό του εργοδότου λογίζεται έναντι της δυνάμει της υποπαραγράφου (β) ανωτέρω υποχρεώσεως αυτού (δ) όταν η προειδοποίησις εδόθη υπό του εργοδοτουμένου, η δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρέωσις του εργοδότου δεν δημιουργείται εκτός εάν και μέχρις ότου ο εργοδοτούμενος εγκαταλείψη την εργασίαν του δυνάμει της προειδοποιήσεως.
  3. Ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος δi' οιανδήποτε περίοδον καθ' ην ο εργοδοτούμενος απουσιάζει εκ της εργασίας του λόγω εργατικής διαφοράς.
  4. Εάν διαρκούσης της περιόδου προειδοποιήσεως ο εργοδότης νομίμως απολύη τον εργοδοτούμενον, ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος διά την υπολειπομένην περίοδον της προειδοποιήσεως» Σημειώνουμε ότι το άρθρο 14
(1)του Νόμου καθορίζει ρητά ότι τα δικαιώματα του εργοδότη και του εργοδοτουμένου κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης διέπονται από τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα. Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου καθιστά άκυρο κάθε όρο σε οποιαδήποτε σύμβαση ή άλλη συμφωνία που τείνει να περιορίσει τη νομική ενέργεια του άρθρου 14 του Νόμου. Περαιτέρω το άρθρο 11
(1)του Νόμου προβλέπει για δικαίωμα του εργοδότη να απαιτήσει από τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. Στην επιφύλαξη του εν λόγου άρθρου σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο εργοδότης εξασκήσει αυτό το δικαίωμά του ο εργοδοτούμενος θεωρείται ως απασχολούμενος για σκοπούς των Μερών ΙΙ (τερματισμός της απασχόλησης) και IV (πλεονασμός) του Νόμου μέχρι τη λήξη της περιόδου της προειδοποίησης την οποία θα ελάμβανε αν δεν είχε λάβει πληρωμή αντ΄ αυτής. Στην απόφαση Μιλτιάδη Ιωάννου v 1. Vesta Holidays Ltd, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 909, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τ' ακόλουθα: «. Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως διαφοροποιείται στον ίδιο το Νόμο, ακόμη και με την ονομασία που χρησιμοποιείται, ο τερματισμός της απασχόλησης που συντελείται με τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας της πραγματικής απασχόλησης εργοδοτούμενου, και η προειδοποίηση κατά την περίοδο της οποίας για όλους τους σκοπούς του Νόμου, συνεχίζεται η εργοδότηση μέχρι τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας στην προειδοποίηση..» (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Από όλα τα πιο πάνω είναι σαφές ότι με βάση το λεκτικό των διατάξεων του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού (α) δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις το ποσό που πραγματικά έλαβε ο εργοδοτούμενος την τελευταία εβδομάδα της πραγματικής απασχόλησής του στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εργάστηκε την προειδοποίηση που του δόθηκε και (β) υπολογίζεται όπως και το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων που δικαιούται να λάβει ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης το οποίο ποσό εξαρτάται από το αν ο εργοδοτούμενος εργάστηκε ή όχι κατά την περίοδο της προειδοποίησής του. Η οποιαδήποτε κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του Νόμου πληρωμή καταβάλλεται από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τον υπολογισμό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πλεονασμού[2]. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια με βάση τη σύμβαση εργασίας της είχε από τις αρχές Οκτωβρίου του 2014 καθορισμένο μισθό ο οποίος ανερχόταν στο ποσό των €2.045 και ως εκ τούτου εφαρμόζεται το άρθρο 1 του Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια η Αιτήτρια δικαιούτο να λάβει κατά την περίοδο της προειδοποίησής της το ποσό που θα ελάμβανε με βάση τους όρους της συμφωνίας εργασίας της πριν την έναρξη της περιόδου της προειδοποίησής της. Το εν λόγω ποσό είναι το ποσό των €2.045 μηνιαίως καθότι η Αιτήτρια και ο Εργοδότης πριν τις 13/10/2014 είχαν συμφωνήσει (τον Ιούνιο του 2013) με την τροποποιητική της συμφωνίας εργασίας συμφωνία ότι από τον Οκτώβριο του 2014 η Αιτήτρια θα λάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των €2.
  1. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια εργάστηκε μόνο 13 μέρες τον Οκτώβριο του 2014 πριν να της δοθεί η προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής της όπως και το γεγονός ότι η προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής της της δόθηκε πριν συμπληρώσει ένα μήνα εργασίας κατά τον οποίο δικαιούτο τον μισθό των €2.045, κατά την κρίση μας, δεν επηρεάζουν το πιο πάνω συμπέρασμά μας λόγω του ότι το ουσιαστικό γεγονός είναι το γεγονός της ύπαρξης ρητής συμφωνίας μεταξύ της Αιτήτριας και του Εργοδότη αναφορικά (α) με το ύψος του μηνιαίου μισθού που δικαιούτο η Αιτήτρια από την 1/10/2014 και (β) με την παύση της ισχύς του όρου εργασίας που προέβλεπε για εργασία με μειωμένο ωράριο εργασίας και καταβολή μειωμένου μισθού από την 01/10/
  2. Το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων της Αιτήτριας που δικαιούτο να λάβει κατά τη διάρκεια των εβδομάδων της προειδοποίησής της ανέρχεται σε €471,
  3. (το οποίο ποσό υπολογίζεται στη βάση της μαθηματικής πράξης [(12Χ€2.045)÷52]). Καταλήγουμε λοιπόν ότι στην παρούσα περίπτωση το Ταμείο δεν υπολόγισε σωστά το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών της Αιτήτριας για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού. Η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία του Εργοδότη για 8 χρόνια. Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής της (8 συναπτά έτη) η πληρωμή που δικαιούται η Αιτήτρια αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 εβδομάδων ήτοι ποσό €8.494,56 (18 Χ €471,92). Η Αιτήτρια έλαβε από το Ταμείο το ποσό των €4.249,
  4. Συνακόλουθα δικαιούται σε συμπληρωματική πληρωμή ύψους €4.245,12 (€8.494,56-€4.249,44). Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €4.245,12 με νόμιμο τόκο. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος του Ταμείου €1.100 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) .............. Μ. Λάμπρου Πρωτοπαπά, Μέλος Δ. Χαριλάου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Καθορισμός ημερομίσθιου για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού) [1] Στην αγγλική υπόθεση Toni & Guys (St Pauls) Ltd v. Georgiou [2013] ICR 1356 το Employment Appeal Tribunal σημείωσε ότι στα πλαίσια του καθορισμού της αποζημίωσης που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία (Employment Rights Act 1996) σε συνάρτηση με τις εβδομαδιαίες απολαβές του κατά τον ουσιώδη χρόνο το Δικαστήριο οφείλει να υπολογίσει τις εβδομαδιαίες απολαβές του εργοδοτουμένου βάσει της φόρμουλας που περιέχεται στην εν λόγω νομοθεσία. Τόνισε ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παρέκκλιση ή διαφοροποίηση από τις πρόνοιες της εν λόγω φόρμουλας. [2] Στην απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που συνεδριάζει στη Λευκωσία στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 537/2014 ... ΤΟΥΝΙΑΣ v. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΤΔ ημερ.21/9/2018 όπου εξετάστηκε το ζήτημα του καθορισμού των εβδομαδιαίων απολαβών για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού δυνάμει του Νόμου αφού έγινε αναφορά στις σχετικές διατάξεις του Νόμου σημειώθηκαν τα εξής: «Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων πληρωμή που παρέχεται από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση υπολογισμού των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο του Ταμείο να καταβάλει πληρωμή σε εργοδοτούμενο επί τη βάσει οποιωνδήποτε ποσών πληρωμής που ο εργοδότης θα κατέβαλλε στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μη εξαιρουμένης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.