← Κύπρος

Ευσταθίου ν. WOOLTEX TRADING LTD, Αρ. Αίτησης: 904/12, 22/5/2019

Ευσταθίου ν. WOOLTEX TRADING LTD, Αρ. Αίτησης: 904/12, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:22 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Ν. Στυλιανού) Τ. Τιμοθέου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 904/12 Μεταξύ: XXXX Ευσταθίου Aιτήτρια και WOOLTEX TRADING LTD Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 22/5/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Αρκάδη Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Καποδίστριας Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία και κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») είχε ως κύριο αντικείμενο των εργασιών της τη διεξαγωγή εμπορίου. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της η Εργοδότρια Εταιρεία διατηρούσε στη Λεμεσό κατάστημα με την ονομασία «OTTO ORDER CENTER» που ασχολείτο με παραγγελίες διαφόρων εμπορευμάτων και προϊόντων μέσω του γερμανικού καταλόγου «ΟΤΤΟ» («το Κατάστημα»). Η Αιτήτρια προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία την 01/07/2001 ως υπεύθυνη λειτουργίας του Καταστήματος και εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 30/04/2012 ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή της τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία τηλεφωνικώς χωρίς προειδοποίηση. Στη συνέχεια στάληκε στην Αιτήτρια η ακόλουθη επιστολή από την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 5): « 30 Απριλίου 2012 Προς Κα ΧΧΧΧ Ευσταθίου, ΛΕΜΕΣΟΣ. Θέμα: Τερματισμός απασχόλησης στην Εταιρεία μας. Κυρία ΧΧΧΧ, Σε συνέχεια της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας στις 30.4.2012 σας ενημερώνουμε ότι η Εταιρεία μας τερματίζει την συνεργασία μαζί σας ως υπαλλήλου στο OTTO Center Λεμεσού με άμεση ισχύ. Όπως σας επεξηγήθηκε και από τηλεφώνου, ο κύριος λόγος της πιο πάνω απόφασης μας είναι ο ακόλουθος: Κατόπιν συνεχούς ελέγχου εδώ και πολύ χρόνο και αφού έχει επιβεβαιωθεί πλήρως το γεγονός της παρακράτησης χρηματικών ποσών από τις πληρωμές των πελατών μας προς εσάς με αποτέλεσμα οι καταθέσεις στην Τράπεζα να είναι ελλειμματικές και να μην είναι σύμφωνες με τις εισπράξεις. Η πιο πάνω επισήμανση προς εσάς στην τηλεφωνική μας επικοινωνία έγινε παραδεκτή. Η πιο πάνω κατ' επανάληψη πράξη εκ μέρους σας δεν μας αφήνει άλλη επιλογή από τον τερματισμό της υπηρεσίας σας προς την Εταιρεία μας. Σχετικά με όλα τα εκκρεμή οικονομικά θέματα που σας αφορούν, θα ακολουθήσει επιστολή με πλήρη ανάλυση τόσο των οφειλομένων προμηθειών προς εσάς για το τρέχον εξάμηνο καθώς και του ποσού που μας οφείλετε προς την Εταιρεία μας από τις αγορές σας καθώς και το έλλειμμα από τα προϊόντα που παραδώσατε και δεν έχουν κατατεθεί τα λεφτά στον λογαριασμό της Εταιρείας μας. WOOLTEX TRADING LTD Α. Κ. Διευθυντής » Η Αιτήτρια καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν η μοναδική υπάλληλος στο Κατάστημα. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν επιστολή στις 04/05/2012 στην Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 10) στην οποία μεταξύ άλλων, ανέφεραν τα πιο κάτω: «Πήραμε οδηγίες από την πελάτιδα μας κα ΧΧΧΧ Ευσταθίου, να αναφερθούμε στην επιστολή σας ημερομηνίας 30/04/12, με την οποία τερματίζετε άμεσα την απασχόληση της στο OTTO CENTER στη Λεμεσό και να σας απαντήσουμε τα ακόλουθα: Τα όσα αναφέρονται στην επιστολή σας ως λόγος άμεσου τερματισμού της απασχόλησης της κας ΧΧΧΧ Ευσταθίου, απορρίπτονται κατηγορηματικά ως ανυπόστατα και ανεδαφικά. Είναι η θέση της πελάτιδας μας ότι πάντοτε ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες σας και εν πάση περιπτώσει, στη δεκαετή περίπου περίοδο προσφοράς των υπηρεσιών της, ουδέποτε θίξατε τέτοιο θέμα, παρά μόνο όταν προβλήθηκε εκ μέρους της πελάτιδας μας στις 30/04/12 η εκ μέρους σας παράβαση συμφωνηθέντων και/ή η συστηματική καθυστέρηση οφειλομένων προμηθειών και/ή άλλων απολαβών. Για τους πιο πάνω λόγους, ο τερματισμός της απασχόλησης της κας ΧΧΧΧ Ευσταθίου είναι αδικαιολόγητος και παράνομος και επιφυλάσσει όλα τα δικαιώματα της εναντίον σας.» Η διαδικασία που ακολουθείτο σε σχέση με τη λειτουργία της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας και του Καταστήματος και τα εργασιακά καθήκοντα της Αιτήτριας ήταν η ακόλουθη: H Aιτήτρια λάμβανε τις παραγγελίες από τους πελάτες και συμπλήρωνε το σχετικό έντυπο παραγγελίας στο οποίο καταγράφονταν τα στοιχεία του πελάτη και τα προϊόντα που παράγγελλε ο πελάτης και στη συνέχεια απέστελλε με φαξ τα έντυπα παραγγελίας στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρεία στη Λευκωσία. Οι παραγγελίες των πελατών αποστέλλονταν στη Γερμανία από τα κεντρικά γραφεία και ακολούθως όταν τα προϊόντα που παραγγέλθηκαν παραλαμβάνονταν από τα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία τα κεντρικά γραφεία απέστελλαν τα προϊόντα στο Κατάστημα για παράδοση στους πελάτες αφού προηγουμένως το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας ετοίμαζε μια λίστα («η Λίστα Λογιστηρίου») στην οποία αναγραφόταν το όνομα του κάθε πελάτη που είχε να παραλάβει προϊόντα και η αξία των προϊόντων που είχε παραγγείλει. Η Αιτήτρια επικοινωνούσε με τους πελάτες ώστε να περάσουν από το Κατάστημα για να παραλάβουν τα προϊόντα τους. Η Αιτήτρια όφειλε με βάση τους κανονισμούς της εργασίας της κάθε Παρασκευή να καταθέτει όλες τις εισπράξεις της εβδομάδας σε τραπεζικό λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας εκτός αν της δίνονταν άλλες οδηγίες από την Εργοδότρια Εταιρεία. Μετά την κατάθεση των εισπράξεων η Αιτήτρια απέστελλε στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας μια λίστα στην οποία ανέγραφε τα ονόματα των πελατών και τα ποσά που είχε πληρώσει ο καθένας (μετρητά και VISA) («η Ονομαστική Λίστα Εισπράξεων»). Το σύνολο των μετρητών αντιστοιχούσε στο ποσό της κατάθεσης στην Τράπεζα. Στις 30/04/2012 η Αιτήτρια πήγε στην Τράπεζα και κατέθεσε τις εισπράξεις του Καταστήματος (αφού ο κ. Α. Κ. της είχε δώσει οδηγίες την προηγούμενη εβδομάδα να μην κάνει τη σχετική κατάθεση στις 27/04/2012 ημέρα Παρασκευή ως προέβλεπαν οι σχετικοί κανονισμοί εργασίας της Αιτήτριας επειδή στις 30/04/2012 η Αιτήτρια θα πήγαινε ούτως ή άλλως στην Τράπεζα για να αλλάξει την επιταγή του μισθού της) και στη συνέχεια όταν πήγε στο Κατάστημα απέστειλε τη σχετική Ονομαστική Λίστα Εισπράξεων (Τεκμήριο 4) στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Αιτήτρια στις 02/05/2012 κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 6) τα ακόλουθα ποσά με τις ακόλουθες αναφορές: €50,00 Μ. Μ. €57,75 Π. Στ. €58,50 Μ. Χ. €51,00 Β. Χ. €96,50 Β. Χ. €131,55 petty cash H Αιτήτρια κατά την απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία δικαιούτο ένα ποσό ως σταθερό μηνιαίο μισθό, πλέον 13ο μισθό και προμήθειες 3% επί των καθαρών πωλήσεων του Καταστήματος αφαιρουμένου του Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 14). Για την περίοδο 01/01/2012 μέχρι 30/04/2012 το ποσό των προμηθειών της Αιτήτριας ανήλθε στο ποσό των €911,58 (Τεκμήριο 11). Στις 27/11/2012 η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση με την οποία αξιώνει από την Εργοδότρια Εταιρεία αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή αντί προειδοποίησης, αναλογία 13ου μισθού για την περίοδο από 01/01/2012 μέχρι 25/06/2012 και αναλογία ετήσιας άδειας για την περίοδο από 01/01/2012 μέχρι 25/06/2012, νόμιμους τόκους και έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αδικαιολόγητα και παράνομα τερμάτισε την απασχόλησή της στις 30/04/2012. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος καθαρός μισθός της ανερχόταν σε €900,00. Στις 21/12/2012 η Εργοδότρια Εταιρεία καταχώρησε Έγγραφο Εμφάνισης, με τους γενικούς λόγους του οποίου απορρίπτει τις εναντίον της αξιώνεις και προβάλλει τις θέσεις ότι (α) η Αιτήτρια απολύθηκε νόμιμα καθ' ότι παραβίαζε τους κανονισμούς εργασίας της σε σχέση με την κατάθεση των εισπράξεων από τις πωλήσεις των προϊόντων σε τραπεζικό λογαριασμό και (β) ο μισθός της Αιτήτριας ήταν €900,00 πλέον Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ της. Βάρος Απόδειξης Α. Τερματισμός της απασχόλησης Το άρθρο 3

(1)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67(«ο Νόμος») προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, «..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στην Έγγραφο Εμφάνισή της, ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα αποζημίωσης και πληρωμής αντί προειδοποίησης. Για να αποσείσει το βάρος απόδειξης η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ. Α. Κ., διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας και της κας Δ. Κ. η οποία, κατά την περίοδο 1971 μέχρι 2013 εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία ως υπεύθυνη λογιστηρίου. Η Αιτήτρια για να υποστηρίξει το αίτημά της πρόσφερε εκτός από τη δική της μαρτυρία και τη μαρτυρία της κας Γ. Π., η οποία είναι πελάτης της Εργοδότριας Εταιρείας. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις Η Αιτήτρια έχει το βάρος απόδειξης των αξιώσεών της για οφειλόμενη αναλογία 13ου μισθού[1] και οφειλόμενη αναλογία ετήσιας άδειας. Μαρτυρία Ο κ. Α. Κ. καταθέτοντας ανέφερε ότι η Αιτήτρια από το 2008 άρχισε να επιδεικνύει αδιαφορία σχετικά με την εργασία της και ότι η απόδοσή της είχε μειωθεί αισθητά. Ότι την παρατηρούσε τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς αναφορικά με την εργασιακή συμπεριφορά της. Προς υποστήριξη της θέσης του κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 (επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 23/11/2009 προς την Αιτήτρια με την οποία γινόταν παρατήρηση στην Αιτήτρια ότι «κατ' εξακολούθηση» δεν τηρεί το ωράριο εργασίας της «σε συστηματική βάση») και ως Τεκμήριο 3 (επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 31/07/2010 προς την Αιτήτρια στην οποία γινόταν αναφορά σε συνεχή πτώση των πωλήσεων του Καταστήματος από το 2008 μέχρι το 2010 και ότι αυτή η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη από την πτώση που παρουσίασαν τα άλλα καταστήματα της Εργοδότριας Εταιρείας και ζητείτο από την Αιτήτρια να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να ανατραπεί αυτή η πτωτική πορεία του Καταστήματος). Ισχυρίστηκε ότι με την παράδοση των προϊόντων της παραγγελίας στον πελάτη η Αιτήτρια όφειλε να εισπράξει την αξία των προϊόντων. Υποστήριξε ότι στις 26/04/2012 τηλεφώνησε στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας, η Μ. Χ., η οποία ήταν πελάτης του Καταστήματος, και ζήτησε τη συμβουλή της κας Δ. Κ., την οποία γνώριζε από προηγουμένως καθότι είχαν επικοινωνία πριν να ανοίξει το Κατάστημα, για την αλλαγή προϊόντων που παρέλαβε από το Κατάστημα στις 24/04/2012 καθότι δεν ήταν καλά στην εφαρμογή τους. Ότι επειδή στο Τεκμήριο 4 (η Ονομαστική Λίστα Εισπράξεων που απέστειλε η Αιτήτρια στις 30/04/2012) δεν φαινόταν το όνομα της Μ. Χ., η οποία είχε αναφέρει πριν τέσσερις
(4)ημέρες στην κα Δ. Κ. ότι παρέλαβε και πλήρωσε τα προϊόντα της, έδωσε οδηγίες στην κα Δ. Κ. να τηλεφωνήσει στους πελάτες του Καταστήματος που φαίνονταν ανείσπραχτοι βάσει των Λιστών Λογιστηρίου σε σχέση με το Τεκμήριο 4. Ήταν η θέση του ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε αυτός και η κα Δ. Κ. με πελάτες του Καταστήματος που φαίνονταν ανείσπραχτοι τέσσερις
(4)πελάτες τους ανέφεραν ότι είχαν παραλάβει τα προϊόντα τους και ότι είχαν πληρώσει με μετρητά τα προϊόντα που παρέλαβαν πριν τις 30/04/2012 που έγινε η κατάθεση των εισπράξεων από την Αιτήτρια στην Τράπεζα. Σημείωσε ότι μια πελάτισσα, η κα Β. Χ., είχε προϊόντα σε δύο
(2)εβδομαδιαίες παραλαβές. Ανέφερε ότι αμέσως τηλεφώνησε στην Αιτήτρια και αφού της ανέφερε τα πιο πάνω της ζήτησε εξηγήσεις. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια κατά την πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία τους παραδέχτηκε ότι παρακράτησε τις εισπράξεις αναφέροντας του ότι προέβηκε σε αυτή την πράξη για να καλύψει τις ανάγκες της «για κομμωτήριο και δώρο για γάμο που είχε το Σαββατοκυρίακο». Ότι αυτός δεν αποδέχτηκε τις δικαιολογίες της και την απέλυσε αμέσως και ταυτόχρονα έγραψε και της απέστειλε με φαξ το Τεκμήριο
  1. Ότι επιπλέον της είπε να κλείσει το Κατάστημα και ότι θα μεταβεί αυτός πάραυτα στη Λεμεσό. Ότι όντως στη συνέχεια πήγε στο Κατάστημα και το κλείδωσε με διαφορετική κλειδωνιά. Ισχυρίστηκε ότι στο Κατάστημα βρήκε διάφορες Λίστες Λογιστηρίου και σ' αυτές φαίνονται τα ποσά που παρακρατούσε η Αιτήτρια καθ' ότι σε αυτές τις Λίστες δίπλα από ονόματα των πελατών η Αιτήτρια ανέγραφε την αγγλική λέξη «took». Κατέθεσε ως Τεκμήρια 7, 8 και 9 τις Λίστες Λογιστηρίου ημερ. 02/04/2012, 09/04/2012 και 23/04/2012 αντίστοιχα. Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια στις 02/05/2012 κατέθεσε στην Τράπεζα ονομαστικά τα ποσά που αντιστοιχούσαν στον κάθε πελάτη τα οποία ποσά είχε παρακρατήσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι πελάτες πρέπει να πληρώνουν με την παραλαβή των προϊόντων τους εκτός αν τα κεντρικά γραφεία δώσουν έγκριση από πριν για παραλαβή χωρίς πλήρη εξόφληση ή πληρωμή με δόσεις. Ισχυρίστηκε ότι στις 30/04/2012 η Αιτήτρια δεν μπορούσε να είχε εισπράξει χρήματα από πελάτες μετά την κατάθεση στην Τράπεζα για τον λόγο ότι αυτός μισή ώρα μετά την αποστολή της Ονομαστικής Λίστας Εισπράξεων από την Αιτήτρια στα κεντρικά γραφεία της είχε τηλεφωνήσει και της είπε να φύγει και να κλείσει το Κατάστημα και στη συνέχεια αυτός πήγε στο Κατάστημα η ώρα 12:00μ.μ.. Υποστήριξε ότι στη Λευκωσία γίνεται έλεγχος των προϊόντων που αποστέλλονται στο Κατάστημα και ότι στο πακέτο που αποστέλλεται στο Κατάστημα με τα παραγγελθέντα προϊόντα μπαίνει και η Λίστα Λογιστηρίου. Ως Τεκμήρια 15 και 16 κατέθεσε σελίδα από την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της Εργοδότριας Εταιρείας για την περίοδο 11/04/2012 μέχρι 23/04/2012 και την Ονομαστική Λίστα Εισπράξεων ημερ. 12/04/2012 αντίστοιχα. Επέμενε ότι όταν μίλησε στις 30/04/2012 με την Αιτήτρια τηλεφωνικώς η Αιτήτρια δεν του είπε ότι είχε εισπράξει οποιαδήποτε ποσά μετά την κατάθεση που είχε ήδη κάνει στην Τράπεζα. Η κα Δ. Κ. κατέθεσε ότι ανάμεσα στα καθήκοντα εργασίας της που είχε όταν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ο έλεγχος των εισπράξεων και των καταθέσεων του Καταστήματος. Ανέφερε ότι στις 26/04/2012 της τηλεφώνησε η Μ. Χ., η οποία ήταν πελάτης του Καταστήματος, και της ζήτησε να την συμβουλεύσει σχετικά με αλλαγή σε προϊόντα που παρέλαβε από το Κατάστημα στις 24/04/
  2. Σημείωσε ότι πριν να ανοίξουν κέντρα/καταστήματα της Εργοδότριας Εταιρείας σε κάθε πόλη αυτή λάμβανε τις παραγγελίες των πελατών τηλεφωνικώς και συμβούλευε όλους τους πελάτες για τα σωστά μεγέθη και είχε αναπτύξει από τότε μια καλή σχέση με την Μ. Χ.. Ήταν η θέση της ότι όταν στις 30/04/2012 η Αιτήτρια της απέστειλε την Ονομαστική Λίστα Εισπράξεων (Τεκμήριο 4) αντιλήφθηκε ότι απουσίαζε το όνομα της Μ. Χ. με την οποία συνομίλησε στις 26/04/2012 και την είχε ενημερώσει ότι παρέλαβε και πλήρωσε τα προϊόντα της. Ότι ενημέρωσε αμέσως τον κ. Α. Κ. για το πιο πάνω γεγονός ο οποίος της έδωσε οδηγίες να τηλεφωνήσει σε όλους τους πελάτες του Καταστήματος που φαίνονταν ανείσπραχτοι. Τέσσερις
(4)πελάτες (η μια πελάτης είχε
(2)αποστολές) είχαν επιβεβαιώσει ότι παρέλαβαν τα προϊόντα που παράγγειλαν και πλήρωσαν μετρητά. Υποστήριξε ότι στη συνέχεια ο κ. Α. Κ. επικοινώνησε και ο ίδιος με τις τέσσερις
(4)πελάτισσες που του επιβεβαίωσαν ότι είχαν παραλάβει τα προϊόντα και πλήρωσαν με μετρητά. Κατά την αντεξέτασή της είπε ότι αυτή ήταν που έλεγχε
(1)τη Λίστα Λογιστηρίου που αποστέλλετο στο Κατάστημα με τις παραγγελίες που είχαν σταλεί στη Λευκωσία από το Κατάστημα και τα προϊόντα που στέλλονταν με το πακέτο στο Κατάστημα και
(2)τις Ονομαστικές Λίστες Εισπράξεων με τις Λίστες Λογιστηρίου. Ότι αυτή έστελλε τη Λίστα Λογιστηρίου μαζί με το πακέτο (το οποίο περιείχε τα προϊόντα που είχαν παραγγελθεί από τους πελάτες του Καταστήματος) που αποστελλόταν στο Κατάστημα από τα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι όταν ο πελάτης παραλάβει τα προϊόντα από το Κατάστημα σημαίνει ότι πλήρωσε και ότι για να την πάρει τηλέφωνο για αλλαγή σημαίνει ότι πλήρωσε και παρέλαβε το προϊόν που είχε παραγγείλει. Διευκρίνισε ότι στις 30/04/2012 ήταν η πρώτη φορά που αυτή διαπίστωσε ότι οι εισπράξεις του Καταστήματος δεν συμφωνούσαν με τις καταθέσεις στην Τράπεζα. Η μαρτυρία της Αιτήτριας συνοψίζεται ως ακολούθως: Λόγω του ότι ήταν η υπεύθυνη του Καταστήματος για 10 και πλέον χρόνια και εργαζόταν μόνη της στο Κατάστημα είχε αναπτύξει πολύ καλές και προσωπικές σχέσεις με τους τακτικούς πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ήταν συνήθης και αποδεκτή πρακτική πολλοί από τους εν λόγω πελάτες να μη καταβάλλουν οποιαδήποτε προκαταβολή κατά την παραγγελία τους όπως προβλέπετο ή να καταβάλλουν μέρος του κόστους της παραγγελίας τους κατά την παράδοσή της με εξόφληση σε μεταγενέστερο στάδιο. Πολλές φορές αποστέλλονταν λάθος προϊόντα στα κιβώτια από τα κεντρικά γραφεία της Λευκωσίας τα οποία αυτή έστελνε πίσω για αλλαγές. Επίσης γίνονταν αλλαγές και από τους πελάτες όταν τα προϊόντα δεν ήταν της αρεσκείας τους ή μπορεί να μην ήταν αυτά που είχαν παραγγείλει. Στο Κατάστημα δεν υπήρχαν αποθέματα προϊόντων. Τα προϊόντα παραγγέλνονταν μόνο μέσω του καταλόγου και στέλνονταν στην Κύπρο μόνο τα προϊόντα για τα οποία έγινε παραγγελία. Αυτή ουδέποτε έστελνε παραγγελίες απευθείας στη Γερμανία και δεν είχε πρόσβαση σε προϊόντα εκτός από τα προϊόντα που παράγγελναν οι πελάτες και ήταν σε γνώση της Εργοδότριας Εταιρείας αφού διαφορετικά δεν θα παραλάμβαναν την παραγγελία τους οι πελάτες. Αφού οι πελάτες παραλάμβαναν και πλήρωναν τα προϊόντα τους αυτή κρατούσε τα χρήματα και τα κατέθετε μια φορά την εβδομάδα σε τραπεζικό λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας. Καθημερινά έπαιρνε χρήματα (μετρητά) της Εργοδότριας Εταιρείας στο σπίτι της για να μην τα αφήσει στο ταμείο του Καταστήματος κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στα 10 χρόνια υπηρεσίας της ουδέποτε υπήρξε έλλειμα στο ταμείο ή στις εισπράξεις από τα προϊόντα. Επειδή δεν υπήρχαν αποθέματα προϊόντων στο Κατάστημα ήταν πολύ εύκολο να ελέγχει η Εργοδότρια Εταιρεία τις εισπράξεις αφού για κάθε ένα προϊόν που αποστέλλετο στο Κατάστημα θα έπρεπε να γίνει και η σχετική πληρωμή. Λόγω των καλών προσωπικών σχέσεων που ανέπτυξε με τους τακτικούς πελάτες αυτοί ένοιωθαν οικεία μαζί της και έτσι μπορεί κάποιες φορές ενώ παραλάμβαναν την παραγγελία τους να καθυστερούσαν στην πληρωμή, να πλήρωναν με δόσεις, να ζητούσαν για παράδειγμα να περάσουν για πληρωμή αφού έχουν πληρωθεί από την εργασία τους. Αυτή η πρακτική ήταν γνωστή και αποδεκτή από την Εργοδότρια Εταιρεία. Πάντοτε οι πελάτες εξοφλούσαν το υπόλοιπό τους και καμία ζημιά ή έλλειψη είχε διαπιστωθεί στα όσα χρόνια αυτή εργαζόταν στο Κατάστημα. Στις 27/04/2012 επικοινώνησε μαζί της ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας και της ζήτησε όπως έπραττε συχνά στο παρελθόν, να μην πάει στην Τράπεζα για να καταθέσει τις εισπράξεις και να το πράξει τη Δευτέρα 30/04/
  1. Αυτή πήρε στο σπίτι της το Σαββατοκύριακο όλες τις εισπράξεις που είχε μέχρι εκείνη την ημέρα και όπως της ζητήθηκε το πρωί πριν μεταβεί στο Κατάστημα, πέρασε από την Τράπεζα για την κατάθεση των εισπράξεων αλλά και για να εξαργυρώσει την επιταγή του μισθού της. Πέρασε επίσης από το AKIS EXPRESS που ήταν δίπλα από την Τράπεζα για να παραλάβει ένα προϊόν της πελάτιδας Μ. Χ. το οποίο στάληκε από την Λευκωσία επειδή το προϊόν της παραγγελίας της δεν ήταν στο κιβώτιο που στάληκε απευθείας στο Κατάστημα. Στη συνέχεια μετέβηκε στο Κατάστημα και ανάλαβε τα καθήκοντα της ως συνήθως, που ήταν να επικοινωνήσει με πελάτες είτε για εισπράξεις είτε για παραλαβή των προϊόντων τους ή για τη λήψη νέων παραγγελιών. Κάποια στιγμή το πρωί έλαβε τηλεφώνημα από τον διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας ο οποίος την ενημέρωσε για την ξαφνική απόλυσή της. Της είπε ότι διαπίστωσε ότι τον τελευταίο καιρό καθυστερούσε να κάνει καταθέσεις. Δεν της έδωσε την ευκαιρία να του εξηγήσει ή να του δώσει τις όποιες διευκρινήσεις χρειαζόταν. Αυτή μετά από λίγη ώρα έφυγε από το Κατάστημα και πήρε μαζί του το ταμείο και τις εισπράξεις όπως έπραττε πάντοτε και κλείδωσε το Κατάστημα. Επειδή την επόμενη μέρα ήταν αργία πήγε στην Τράπεζα στις 02/05/2012 και κατέθεσε όλο το ποσό που είχε στην κατοχή της που ήταν κάποιες εισπράξεις και το υπόλοιπο του ταμείου. Υπάρχουν στο Τεκμήριο 7 δικές της χειρόγραφες σημειώσεις: το "- 50" δίπλα από το όνομα Μ. Μ. το έγραψε επειδή η εν λόγω πελάτισσα είχε παραγγείλει έπιπλα και δεν είχε δώσει προκαταβολή όταν έκανε την παραγγελία της όταν έφτασαν τα έπιπλα με το container της ζήτησε να της φέρει ένα μικρό ποσό και τη λέξη "took" δίπλα από τα ονόματα Β. Χ. και Ντ. Κ. την έγραψε γιατί ήρθαν οι εν λόγω πελάτισσες και πήραν τα προϊόντα που παράγγειλαν και θα έρχονταν σε λίγες μέρες να τα πληρώσουν και να εξοφλήσουν το ποσό της αξίας τους (σε τέτοιες περιπτώσεις κρατούσε αυτή το τιμολόγιο και όταν έρχονταν να πληρώσουν τότε έκανε την κατάθεση στην Τράπεζα). Τα ίδια ισχύουν και για τη χειρόγραφη σημείωσή της "took" δίπλα από το όνομα της Β. Χ. στο Τεκμήριο
  2. Ότι έκανε αυτές τις διευκολύνσεις στις πελάτισσες που γνώριζε από χρόνια και τις εμπιστευόταν. Της δόθηκαν τα Τεκμήρια 2 και 3 και απάντησε σε αυτά προφορικώς στον κ. Α. Κ.. Στις 30/04/2012 πήγαν στο Κατάστημα η Μ. Χ. (για να παραλάβει το πακέτο με τα προϊόντα που είχε παραγγείλει και δεν ήρθαν στο Κατάστημα με το κιβώτιο που είχε σταλεί την προηγούμενη εβδομάδα), η Β. Χ., η Μ. Μ. και η Στ. Π.. Ο κ. Α. Κ. της τηλεφώνησε γύρω στις 11.00 π.μ. και μέχρι να φύγει αυτή από το Κατάστημα έγινε 1.00 μ.μ. Πήρε μαζί της τις εισπράξεις που έκανε εκείνη τη μέρα και τα χρήματα που ήταν στο ταμείο. Ο κ. Α. Κ. δεν της είπε ότι θα έρθει στη Λεμεσό και πήρε τα μαζί της όλα τα χρήματα που είχε στην κατοχή της για να τα καταθέσει στην Τράπεζα ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να την ενοχοποιήσει ο κ. Α. Κ. για κλοπή. Η κα Γ. Π. κατέθεσε ότι εδώ και πολλά χρόνια είναι πελάτισσα της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι γνωρίζει την Αιτήτρια. Ότι όταν εργαζόταν η Αιτήτρια στο Κατάστημα και αυτή ήθελε να παραγγείλει κάτι από τον κατάλογο τηλεφωνούσε στην Αιτήτρια της έλεγε το προϊόν και στη συνέχεια η Αιτήτρια της τηλεφωνούσε ότι ήρθε το προϊόν και αυτή πήγαινε στο Κατάστημα να το παραλάβει. Ότι αν ήταν ακριβό το προϊόν ζητούσε από την Αιτήτρια να μιλήσει με τους υπεύθυνους στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας αν μπορούσαν να της δώσουν έγκριση να πληρώσει με δόσεις. Υποστήριξε ότι πολλές φορές το πιο πάνω αίτημά της είχε εγκριθεί και αυτή παραλάμβανε το προϊόν και εξοφλούσε πιο μετά το τίμημα της αγοράς του. Ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η Αιτήτρια κρατούσε το τιμολόγιο της παραγγελίας μέχρι να εξοφλήσει όλο το ποσό που χρωστούσε. Αντεξεταζόμενη είπε ότι αυτή δεν ήταν μπροστά όταν η Αιτήτρια ζητούσε έγκριση ώστε να μπορέσει αυτή να αποπληρώσει τις οφειλές της με δόσεις. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια στις περιπτώσεις που αυτή πλήρωσε με δόσεις της είχε πει ότι πήρε έγκριση από τη Λευκωσία. Νομική Πτυχή Α. Τερματισμός της απασχόλησης Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
  3. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: ............................ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: ....................................................................................................................... (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απολύθηκε λόγω της διαγωγής που επέδειξε κατά την άσκηση των εργασιακών της καθηκόντων, και πιο συγκεκριμένα λόγω της μη κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας χρημάτων που εισέπραξε από πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας, με τη δικαιολογία ότι η εν λόγω συμπεριφορά της κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου με αποτέλεσμα να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Σημειώνουμε ότι είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι τερματισμός της εργασιακής σχέσης δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη - εργοδοτουμένου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά, να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και «να κάνει το καλύτερο δυνατό για την επιτυχία των σκοπών και συμφερόντων του εργοδότη και να παραλείπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του.» Από την πιο πάνω γενική υποχρέωση του εργοδοτουμένου απορρέουν σειρά ειδικών υποχρεώσεων με σκοπό την τήρηση συμπεριφοράς που να διασφαλίζει το κλίμα αμοιβαίας συνεργασίας κατά την εκτέλεση της εργασίας. (Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563). Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια,
(2006)1 Β ΑΑΔ 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Σύμφωνα με τη νομολογία η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιον του στοιχείων («within the band of reasonable responses of reasonable employer»). (Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση 103/12 Μ. Γεωργίου v. Columbia World Wide Movers Ltd, ημερ. 7/7/2017). Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[2]. (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, (πιο πάνω) παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 I.R.L.R. 91: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd. v. Σωτήρη Βασιλείου (πιο πάνω) στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden
(2001)1 All ER. 550, ανέφερε τ' ακόλουθα: «.. μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: «In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence.Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances." Και σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ΄ αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.» (H υπογράμμιση είναι δική μας) Στις περιπτώσεις που η υπό εξέταση διαγωγή είναι ολοφάνερη ή παραδεκτή το ερώτημα για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι κατά πόσον στην υπό εξέταση περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις η συγκεκριμένη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση[3]. Στην Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι: «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά δεν είναι ολοφάνερη το ερώτημα είναι κατά πόσον έχει αποδειχτεί ότι ο εργοδοτούμενος επέδειξε τη διαγωγή που επικαλείται ο εργοδότης. Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ανέφερε τα πιο κάτω σχετικά με το τι πρέπει να αποδείξει ο εργοδότης, ποιο είναι το ζητούμενο σε υποθέσεις τέτοιας φύσης και ποιο το σχετικό βάρος απόδειξης: «Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο - και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια. Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου. ............................... Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» (H υπογράμμιση είναι δική μας) Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[4] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[5] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτουμένου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχτηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί. (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)1 ALL ER 513 (House of Lords)). Στην αγγλική υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσο η έρευνα αναφορικά με την κακή διαγωγή του εργοδοτουμένου ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Στις περιπτώσεις που διαφαίνεται ότι ο τρόπος που διερεύνησε ο εργοδότης την περίπτωση του εργοδοτουμένου που απολύθηκε ήταν τέτοιος που εμπόδισε τον εργοδότη να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις[6]. Στην ILEA v. Gravett
(1988)IRLR 497 αναφέρθηκαν τα εξής: "In determining whether in all the circumstances the employer could reasonably believe that the employee was guilty of misconduct, the situations which arise can vary from the one extreme where the employee was virtually caught in the act to the other extreme where the issue is one of pure inference. As the scale moves towards the latter end, so the amount of inquiry and investigation which may be required, including questioning of the employee, is likely to increase. At some stage, the employer will need to face the employee with the information which he has. That may be during an investigation prior to a decision that there is sufficient evidence upon which to form a view or it may be at the initial disciplinary hearing. In some cases it may be that after hearing the employee's version further investigation ought fairly to be made". Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτουμένου μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης (δηλαδή το τελευταίο περιστατικό που ώθησε τον εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο) δεν μπορεί από μόνος του από πλευράς σοβαρότητας να δικαιολογήσει απόλυση γιατί διαφορετικά ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους παρατείνοντας την αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της σχέσης εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά παράβαση των άρθρων 5(ε) και 5(στ) του Νόμου εκτός αν η συγκεκριμένη πράξη (παράπτωμα) που οδηγεί στην απόλυση του εργοδοτουμένου δηλώνει επιβεβαίωση συστηματικής αρνητικής συμπεριφοράς του εργοδοτουμένου μετά που του δόθηκαν σχετικές προειδοποιήσεις. Κατά συνέπεια η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου που έλαβε χώρα στο παρελθόν δεν είναι χωρίς σημασία, αφού αυτή μπορεί σε περίπτωση απόδειξής της να αποτελέσει τη βάση για μια αρνητική πρόγνωση ή σε συνδυασμό με το γεγονός που οδήγησε στην απόλυση να καταδεικνύει συστηματική αρνητική συμπεριφορά. Η ύπαρξη προηγούμενων προειδοποιήσεων - παρατηρήσεων, ο αριθμός αυτών, αν αυτές ήταν δικαιολογημένες, το περιεχόμενο της κάθε παρατήρησης, οι ημερομηνίες που δόθηκαν και ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ αυτών είναι θέματα τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά την απόφανσή του κατά ποσόν ο εργοδότης λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες παρατηρήσεις ενήργησε εντός των λογικών πλαισίων αποφασίζοντας την απόλυση του εργοδοτουμένου[7]. Το γεγονός ότι οι προηγούμενες παρατηρήσεις αφορούσαν παραπτώματα διαφορετικής φύσης δεν καθιστά από μόνο του τις προηγούμενες παρατηρήσεις ως άσχετες[8]. Μια παρατήρηση που απέχει μεγάλο χρονικό διάστημα από την απόλυση χωρίς να μεσολαβήσουν άλλες παρατηρήσεις δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από τον εργοδότη με σκοπό τη δικαιολόγηση της απόλυσης εάν το τελευταίο περιστατικό που οδήγησε στην απόλυση δεν είναι τόσο σοβαρό που από μόνο του δικαιολογεί απόλυση[9] αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση που το τελευταίο περιστατικό είναι τόσο σοβαρό που δικαιολογεί απόλυση κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ο εργοδότης ενήργησε εντός των λογικών πλαισίων, μη επιδεικνύοντας επιείκεια στον εργοδοτούμενο που του είχε δοθεί αυτή η παρατήρηση, απολύοντας τον ή διακρίνοντας τον από άλλους εργοδοτούμενους που διέπραξαν το ίδιο παράπτωμα με αυτόν αλλά δεν είχαν προηγούμενη προειδοποίηση[10]. Σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόλυσης του εργοδοτουμένου βασίζονται και περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου[11] καθώς και στα στοιχεία που θα μπορούσαν να περιέλθουν στη γνώση του κατά την απόλυση του εργοδοτουμένου[12]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παραγ. 645 αναφέρονται τ' ακόλουθα: "It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time." Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις (
  1. i)Ετήσια Άδεια Σημειώνουμε ότι η ετήσια άδεια αναπαύσεως αποτελεί δικαίωμα του εργοδοτουμένου το οποίο απορρέει από τον Περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμο Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να του στερηθεί. Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνηθεί να παραχωρήσει στον εργοδοτούμενο την άδεια που δικαιούται με βάσει τον νόμο και τη σύμβαση εργασίας του τότε ο εργοδοτούμενος μπορεί να την διεκδικήσει δικαστικώς. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.8/67 εργοδότης που παραλείπει να χορηγήσει ετήσια άδεια σε εργοδοτούμενο είναι ένοχος αδικήματος. Ακόμη σημειώνουμε ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να πληρώσει τον εργοδοτούμενο αντί της παραχώρησης άδειας και ότι η άδεια δεν μπορεί να συσσωρεύεται[13] εκτός ως προβλέπεται από τον Ν.8/67 αλλά πρέπει να λαμβάνεται εντός του έτους άδειας για το οποίο οφείλεται. Η μόνη περίπτωση που ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε πληρωμή για μη ληφθείσα ετήσια άδεια είναι όταν λήξει η εργασιακή σχέση του με τον εργοδότη του. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούται σε αποζημίωση που αντιστοιχεί στις μέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο και δεν έλαβε μέχρι την μέρα που τερματίστηκε η εργασιακή σχέση του με τον εργοδότη του. (
  2. ii)Οφειλόμενος 13ος μισθός Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού και των συμφωνηθέντων ή συμβατικών απολαβών στον εργοδοτούμενο. Παράλειψη καταβολής του μισθού ή των απολαβών κατά τον χρόνο που αυτά είναι πληρωτέα με βάση τη συμφωνία εργασίας δίνει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή του οφειλόμενου δεδουλευμένου μισθού ή των οφειλόμενων απολαβών[14]. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Α. Τερματισμός της απασχόλησης Α. Από το σύνολο της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι στην Αιτήτρια δόθηκαν τα Τεκμήρια 2 και 3. Β. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία σχετική με τις λεπτομέρειες που περιβάλλουν τις απολαβές της Αιτήτριας πέραν των γεγονότων που καταγράφηκαν ως παραδεκτά πιο πάνω. Πιο συγκεκριμένα, δεν δόθηκε μαρτυρία σχετικά: (α) με το ύψος του μηνιαίου μισθού της Αιτήτριας που αντιστοιχούσε στο ποσό των €900,00 πλέον Κοινωνικές Ασφαλίσεις που σύμφωνα με την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ο τελευταίος μισθός της Αιτήτριας (σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν διευκρίνισε κατά πόσον αυτές «οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις» αφορούσαν μόνο την εισφορά του εργοδότη ή και την εισφορά του εργοδοτουμένου), (β) με το ποιο ήταν το ποσό του ακάθαρτου μηνιαίου μισθού της Αιτήτριας σύμφωνα με τη θέση της Αιτήτριας η οποία ήταν ότι το ποσό των €900,00 ήταν ο καθαρός μισθός της και (γ) με το ύψος των προμηθειών που έλαβε η Αιτήτρια τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2012 (με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 της παραγράφου 4 του Τετάρτου Πίνακα και του άρθρου 5(α) του Τρίτου Πίνακα του Νόμου, για την περίπτωση της Αιτήτριας ως εβδομαδιαίο ημερομίσθιο για σκοπούς του Νόμου θεωρείται ο μέσος όρος των εβδομαδιαίων ημερομισθίων των τελευταίων δώδεκα πλήρων εβδομάδων εργασίας πριν την απόλυσή της). Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να προβούμε σε συγκεκριμένα ευρήματα αναφορικά
(1)με τις προμήθειες που έλαβε η Αιτήτρια τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2012 και
(2)με το ύψος του ακάθαρτου μηνιαίου μισθού της Αιτήτριας. Στη βάση των πιο πάνω το μόνο εύρημα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε είναι ότι η Αιτήτρια λάμβανε το ποσό των €900,00 μηνιαίως. Γ. Σε σχέση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3 σημειώνουμε ότι αυτό δεν είναι αρκετό από μόνο του να στηρίξει τις θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με την προηγούμενη εργασιακή συμπεριφορά της Αιτήτριας. Η μαρτυρία του κ. Α. Κ. αναφορικά με τα εν λόγω Τεκμήρια ήταν γενικόλογη χωρίς συγκεκριμένες σαφείς λεπτομέρειες που να στηρίζουν τις αναφορές που περιέχονται στο Τεκμήριο 2 και να δεικνύουν την ευθύνη της Αιτήτριας για τα αποτελέσματα του Καταστήματος ως αυτά φαίνονται στο Τεκμήριο 3. Κρίνουμε ότι η εν λόγω μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και/ή να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο καθ΄ ότι ελλείπουν τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσον οι εν λόγω αναφορές στα Τεκμήρια 2 και 3 και του κ. Α. Κ.
(1)ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και
(2)μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση για απόδοση προηγούμενης αρνητικής εργασιακής διαγωγής στην Αιτήτρια στον βαθμό που ισχυρίστηκε ο κ. Α. Κ.. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ενώ τα Τεκμήρια 2 και 3 δόθηκαν 2.5 και 2 χρόνια πριν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας αναφορικά με τη συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των πιο πάνω αναφερομένων Τεκμηρίων και της επίδικης απόλυσης της Αιτήτριας. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε προηγούμενη αρνητική εργασιακή συμπεριφορά στην Αιτήτρια. Δ.
(1)Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία του κ. Α. Κ. αναφορικά με τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψή του μετά την απόλυση της Αιτήτριας (δηλαδή μετά που της τηλεφώνησε και της είπε να φύγει / και της απέστειλε το Τεκμήριο 5) όπως π.χ. τα Τεκμήρια 7, 8 και 9 με τις χειρόγραφες σημειώσεις της Αιτήτριας με βάση τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και ως εκ τούτου θα αγνοηθούν. Για τον ίδιο λόγο ούτε το ζήτημα που προέκυψε μετά την απόλυση της Αιτήτριας σε σχέση με τις επιστροφές προϊόντων μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
(2)Παρατηρούμε ότι οι αναφορές στην επιστολή απόλυσης της Αιτήτριας (Τεκμήριο 5) σε συνεχή έλεγχο για πολύ χρόνο και σε κατ' επανάληψη πράξη της Αιτήτριας δεν υποστηρίχτηκαν με σαφή, σταθερή και λεπτομερή μαρτυρία από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας αφού (α) ο κ. Α. Κ. είπε ότι το έναυσμα για την έρευνα ήταν η επικοινωνία της Μ. Χ. με την κα Δ. Κ. στις 26/04/2012, ανέφερε γενικά και αόριστα (
  1. i)ότι υπήρχαν εύλογες υποψίες για τη συμπεριφορά της Αιτήτριας και (
  2. ii)ότι πριν υπήρχαν καταθέσεις «δυσανάλογες» με τις αποστολές των εμπορευμάτων στο Κατάστημα χωρίς να αναφερθεί σε συγκεκριμένα γεγονότα και αναφέρθηκε μόνο σε μια παραλαβή εμπορευμάτων από τη Β. Χ. πριν το Πάσχα του 2012 που σύμφωνα με αυτόν η κατάθεση στην Τράπεζα δεν έγινε όταν εισπράχθηκαν τα χρήματα για τα εμπορεύματα για την οποία όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέτασή του δεν γνώριζε την ακριβή ημερομηνία που είχαν παραληφθεί τα εμπορεύματα από την εν λόγω πελάτισσα (στην αντεξέτασή του είπε ότι μπορεί να είχαν παραληφθεί στις 09/04/2012 γεγονός που δεν συνάδει με τη θέση του ότι το Σαββατοκυρίακο πριν το Πάσχα του 2012 που ήταν στις 15/04/2012[15] διαπίστωσε ότι το πακέτο με τα εμπορεύματα που είχε παραγγείλει η Β. Χ. δεν βρισκόταν στο Κατάστημα) και (β) η κα Δ. Κ. κατέθεσε ότι αυτή δεν έκανε έλεγχο προηγουμένως στην Αιτήτρια και ότι δεν είχε αντιληφθεί προηγουμένως να υπάρχει οποιοδήποτε έλλειμμα σχετικά με τις εισπράξεις και τις καταθέσεις της Αιτήτριας.
(3)Τόσο ο κ. Α. Κ. όσον και η κα Δ. Κ. ισχυρίστηκαν ότι μίλησαν τηλεφωνικώς στις 30/04/2012 με τους πελάτες του Καταστήματος που φαίνονταν ανείσπραχτοι στις 30/04/2012, ότι κατά τις εν λόγω επικοινωνίες που είχαν με τους πελάτες του Καταστήματος τέσσερις
(4)πελάτες τους επιβεβαίωσαν ότι είχαν παραλάβει τα προϊόντα που είχαν παραγγείλει και είχαν πληρώσει πριν τις 30/04/2012 την αξία τους σε μετρητά και ότι μία πελάτισσα από τους εν λόγω τέσσερις
(4)πελάτες είχε παραλάβει προϊόντα δύο
(2)ξεχωριστών παραγγελιών και γι' αυτό ήταν πέντε
(5)τα ποσά που είχαν εισπραχθεί από την Αιτήτρια και δεν είχαν κατατεθεί στην Τράπεζα. Ο κ. Α. Κ. όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέτασή του για τις δύο
(2)παραλαβές που αφορούσαν την Β. Χ. που ήταν η θέση του ότι του επιβεβαίωσε ότι είχε δύο
(2)παραλαβές δεν μπορούσε να εντοπίσει και να αναφερθεί και στις δύο
(2)παραλαβές της Β. Χ. αλλά μόνο στην μια. Η κα Δ. Κ. δεν υποστήριξε την πιο πάνω θέση της με σαφήνεια και πειστικότητα αφού είπε ότι δεν θυμάται τα ονόματα των πελατών που της ανέφεραν στις 30/04/2012 ότι είχαν παραλάβει και πληρώσει τα εμπορεύματα που είχαν παραγγείλει και όταν ρωτήθηκε τι είπε στους πελάτες του Καταστήματος όταν τους τηλεφώνησε στις 30/04/2012 απάντησε ότι δεν τους ρώτησε πολλά πράγματα και ότι περιορίστηκε στο να τους ρωτήσει αν παρέλαβαν τα εμπορεύματα που είχαν παραγγείλει και τα οποία φαίνονταν με βάσει τις Λίστες Λογιστηρίου και τις Ονομαστικές Λίστες Εισπράξεων που είχε στην κατοχή της ότι δεν είχαν παραληφθεί και εξοφληθεί χωρίς να μας εξηγήσει από πού φαινόταν ότι η Β. Χ. είχε δύο
(2)παραλαβές που δεν είχαν πληρωθεί και όταν της ζητήθηκε από την δικηγόρο της Αιτήτριας να γίνει πιο συγκεκριμένη είπε μόνο ότι μίλησε μαζί τους για τέσσερα
(4)ποσά και ότι δεν θυμάται περαιτέρω λεπτομέρειες. Περαιτέρω κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας όπως τέθηκαν οι ερωτήσεις στην Αιτήτρια από τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας διαφάνηκε ότι η Β. Χ. δεν είχε δύο
(2)παραλαβές που φαίνονταν απλήρωτες αλλά το ένα ποσό από τα δύο
(2)ποσά που κατέθεσε η Αιτήτρια στην Τράπεζα στις 02/05/2012 στο όνομα της Β. Χ., το ποσό των €96,50, αφορούσε υπόλοιπο μιας παραγγελίας της Μ. Μ. που ήταν μια από τις άλλες παραγγελίες που φαινόταν ότι δεν είχε πληρωθεί. Υπό το φως των πιο πάνω μας δημιουργούνται οι απορίες πώς γίνεται η Β. Χ. να τους είχε αναφέρει ότι είχε δύο
(2)παραλαβές και πώς διαπίστωσαν αυτοί ότι για την Β. Χ. υπήρχαν δύο
(2)ανείσπραχτα ποσά στις 30/04/2012, τί ρώτησαν την Μ. Μ. και τί τους ανέφερε η Μ. Μ. σχετικά με το ποσό που είχε πληρώσει. Κατά την άποψή μας τα πιο πάνω τείνουν να καταδείξουν ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ενώ η θέση των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ότι και οι δύο τους μίλησαν με τους πελάτες του Καταστήματος τηλεφωνικώς στις 30/04/2012, ο κ. Α. Κ. κατά την αντεξέτασή του όταν ρωτήθηκε κατά πόσον μίλησε με την Μ. Μ. αντί να απαντήσει καταφατικά είπε ότι «επικοινώνησε το λογιστήριο με όλους τους ανείσπραχτους πελάτες και έτσι ανακαλύψαμε την πράξη της Αιτήτριας.» Σημειώνουμε ότι δεν μας εξηγήθηκε για ποιο λόγο χρειάστηκε να μιλήσει και ο κ. Α. Κ. στις 30/04/2012 με τις πελάτισσες που είχαν αναφέρει στην κα Δ. Κ. ότι είχαν παραλάβει και πληρώσει τα εμπορεύματα που είχαν παραγγείλει. Τα πιο πάνω μας δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο του ισχυρισμού των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ότι στις 30/04/2012 επικοινώνησαν με τους πελάτες του Καταστήματος που φαίνονταν ανείσπραχτοι και τέσσερις
(4)πελάτες τους επιβεβαίωσαν ότι είχαν παραλάβει τα προϊόντα που είχαν παραγγείλει και είχαν πληρώσει πριν τις 30/04/2012 την αξία τους σε μετρητά.
(4)Κρίνουμε τις πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ως ουσιαστικές και βρίσκουμε ότι πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της εκδοχής που παρουσιάστηκε ενώπιόν μας με τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε στη μαρτυρία τους για εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων σχετικά με το τι ακριβώς είχε περιέλθει στη γνώση της Εργοδότριας Εταιρείας στις 30/04/2012 που είχε ληφθεί η απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας και με το τι λέχθηκε στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο κ. Α. Κ. με την Αιτήτρια στις 30/04/2012. Συνακόλουθα η μαρτυρία του κ. Α. Κ. και της κας Δ. Κ. δεν γίνεται αποδεκτή. Ενόψει των πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει ποια ήταν τα συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα και ποιες οι περιβάλλουσες συνθήκες κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανακοίνωσης στην Αιτήτρια της απόλυσής της στις 30/04/2012 και ποια πραγματικά γεγονότα και ποιες περιβάλλουσες περιστάσεις ήταν στη γνώση της Εργοδότριας Εταιρείας πριν και κατά την λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Ε. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Αιτήτριας παρατηρούμε ότι μέσα από αυτή προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η Λίστα Λογιστηρίου αποστέλλετο από τα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στο Κατάστημα και με το φαξ μια μέρα πριν την αποστολή στο Κατάστημα του κιβωτίου με τα προϊόντα που είχαν παραγγείλει οι πελάτες (ο οποίος ισχυρισμός προβλήθηκε ώστε να δικαιολογήσει τις θέσεις της αναφορικά με τα χρήματα της Μ. Χ. [16] που είχε στην κατοχή της αλλά δεν τα κατέθεσε στις 30/04/2012) δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέτασή τους παρά το ότι αυτοί με σαφήνεια και θετικότητα ανέφεραν ότι η Λίστα Λογιστηρίου αποστέλλετο στο Κατάστημα μαζί με το κιβώτιο με τα προϊόντα. Σημειώνουμε ότι σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής της η Αιτήτρια ανασκεύασε την εκδοχή της και είπε ότι το κιβώτιο από τη Λευκωσία στάληκε στις 24/04/2012 στο Κατάστημα χωρίς τη σχετική Λίστα Λογιστηρίου αφού η Λίστα Λογιστηρίου δεν αποστέλλετο στο Κατάστημα με το κιβώτιο αλλά την προηγούμενη μέρα με το φαξ. Ούτε ο ισχυρισμός της ότι ο κ. Α. Κ. και η κα Δ. Κ. γνώριζαν και ήταν ενήμεροι για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με το προϊόν που είχε παραγγείλει η Μ. Χ. (η Αιτήτρια είπε ότι αρχικά ότι ήταν ενήμερος ο κ. Α. Κ. και στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι ίσως να μην το γνώριζε ο κ. Α. Κ. γιατί όταν έψαχνε το προϊόν που είχε παραγγείλει η Μ. Χ. είχε μιλήσει με την κα Δ. Κ.) τέθηκε στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Καμία εξήγηση ή δικαιολογία δόθηκε για την παράλειψη της υποβολής των εν λόγω ισχυρισμών στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Καθοδηγούμενοι από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Fredericou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, βρίσκουμε ότι το εν λόγω γεγονός εξασθενεί ουσιαστικά τη βαρύτητα των εν λόγω ισχυρισμών της Αιτήτριας. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη μας, το εν λόγω γεγονός τείνει να καταδείξει ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Αιτήτριας αποτελούν εκ των υστέρων σκέψη της Αιτήτριας μειώνοντας σε ουσιαστικό βαθμό την αξιοπιστία της. (β) Η Αιτήτρια ανέφερε ότι στις 30/04/2012, μετά που της τηλεφώνησε ο κ. Α. Κ., όταν έφυγε από το Κατάστημα πήρε τα χρήματα του ταμείου και τα χρήματα που είχε εισπράξει μέχρι να φύγει και τα κατέθεσε στις 02/05/2012 χωρίς να αναφερθεί σε οποιεσδήποτε οδηγίες από το Λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας λέγοντας ότι ποτέ δεν άφηνε χρήματα στο Κατάστημα και ότι όταν απολύθηκε θεώρησε σωστό να τα πάρει μαζί της και σε υποβολή ότι είχε υποχρέωση να αφήσει τα χρήματα στο ταμείο απάντησε λέγοντας τα εξής: «αν με ενοχοποιούσε ο κ. Α. Κ. ότι τα έκλεψα ποια η απόδειξη για μένα;» ενώ η δικηγόρος της Αιτήτριας υπέβαλε στον κ. Α. Κ. ότι η λογίστρια είχε ζητήσει από την Αιτήτρια να καταθέσει στις 02/05/2012 στον τραπεζικό λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας ονομαστικά τα ποσά των πελατών και όχι γενικά όπως έκανε προηγουμένως (σημειώνουμε ότι η εν λόγω υποβολή δεν έγινε στην κα Δ. Κ. η οποία είπε ότι ήταν η μοναδική υπάλληλος που εργαζόταν στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας γεγονός που μας ξενίζει). (γ) Η Αιτήτρια δεν ήταν σταθερή στις θέσεις που προέβαλε. Η Αιτήτρια στα αρχικά στάδια της αντεξέτασής της είπε ότι όταν πήγε η Μ. Χ. στις 30/04/2012 στο Κατάστημα για να παραλάβει το προϊόν που είχε παραγγείλει της ανέφερε ότι την πήραν τηλέφωνο από τη Λευκωσία και την ρώτησαν αν πλήρωσε το προϊόν και ότι αυτή τους απάντησε ότι αν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα αυτή είναι που είπε στην Αιτήτρια να μην καταθέσει τα χρήματα που της έδωσε. Στη συνέχεια η Αιτήτρια όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα αν το όνομα της Μ. Χ. αναφέρθηκε στη συνομιλία της με τον κ. Α. Κ. στις 30/04/2012 είπε ότι δεν θυμάται αν αναφέρθηκε αυτό το όνομα. Ακολούθως η Αιτήτρια είπε αυτό το θυμάται και ότι αυτή είχε πει στον κ. Α. Κ. για το θέμα που προέκυψε με το προϊόν που είχε παραγγείλει η Μ. Χ.. Στην ερώτηση αν η Μ. Χ. πήγε στο Κατάστημα στις 30/04/2012 πριν της τηλεφωνήσει ο κ. Α. Κ. αρχικά είπε ότι πήγε μετά και στη συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι η Μ. Χ. πήγε στο Κατάστημα πριν να μιλήσει αυτή με τον κ. Α. Κ.. Παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια ερωτώμενη κατά πόσον ο κ. Α. Κ. όταν της τηλεφώνησε στις 30/04/212 της ανέφερε συγκεκριμένα ποιες εισπράξεις δεν είχε καταθέσει αρχικά απάντησε ότι δεν θυμάται να της είπε συγκεκριμένα ονόματα ο κ. Α. Κ., ότι της είπε γενικά ότι καθυστερεί να καταθέσει τις εισπράξεις, ότι αυτή δεν τον ρώτησε σε ποιες καταθέσεις αναφερόταν και ότι ο κ. Α. Κ. δεν ήθελε να συζητήσει το θέμα. Στη συνέχεια αφού της τέθηκαν άλλες ερωτήσεις είπε ότι αυτή του ανέφερε το θέμα με την Μ. Χ.. Στις ερωτήσεις που της έγιναν σε σχέση με την Μ. Μ. (i) αρχικά είπε ότι η εν λόγω πελάτισσα ήταν φίλη της και στη συνέχεια είπε ότι δεν είναι φίλη της αλλά πρώην συνάδελφος του συζύγου της, (ii) δεν μπορούσε να διευκρινίσει κατά πόσον το ποσό των €50,00 ήταν προκαταβολή ή δόθηκε έναντι της αξίας των προϊόντων που είχε παραγγείλει η εν λόγω πελάτισσα τη στιγμή που θυμόταν ότι η Μ. Μ. είχε αργήσει να φέρει χρήματα για την παραγγελία της, (iii) αρχικά ήταν η θέση της ότι δεν θυμόταν τι έγινε το υπόλοιπο ποσό που αφορούσε την εν λόγω παραγγελία της Μ. Μ. και αν το ποσό των €50,00 είχε σχέση με το συνολικό ποσό των €146,24 και υποστήριξε ότι η Β. Χ. ήρθε στις 30/4/2012 στο Κατάστημα και της κατέβαλε δύο
(2)διαφορετικά ποσά που αφορούσαν δύο
(2)διαφορετικές παραγγελίες ενώ στη συνέχεια όταν της υποδείχτηκε το ποσό των €96,50 που φαίνεται στο Τεκμήριο 6 δεν μπορεί να αφορά την Β. Χ. απάντησε ότι αυτή όταν έκανε την κατάθεση έδωσε τα σωστά ονόματα στην Τράπεζα και ότι μπορεί να έγινε κάποιο λάθος από την Τράπεζα και δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις για το τι έγινε με τις πληρωμές της Μ. Μ. (δεν μας φαίνεται φυσικό και λογικό να μην θυμάται η Αιτήτρια τι έγινε στις 30/04/2012 με τις πληρωμές από τις πελάτισσες υπό το φως του ότι εκείνη τη μέρα τερματίστηκε η απασχόλησή της - περαιτέρω σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο κατέθεσε δύο
(2)διαφορετικά ποσά για τη Μ. Μ.) και (iv) ενώ η θέση της ήταν ότι εν λόγω παραγγελία της Μ. Μ. αφορούσε έπιπλα, στα τελικά στάδια της αντεξέτασής της όταν ρωτήθηκε κατά πόσον για τις παραγγελίες επίπλων γινόταν ξεχωριστή λίστα απάντησε ότι δεν θυμάται (διερωτόμαστε πώς γίνεται να εργαζόταν για 11 χρόνια στην Εργοδότρια Εταιρεία και να μην θυμάται αν γίνονταν άλλες λίστες για τις παραγγελίες που αφορούσαν έπιπλα). (δ) Η Αιτήτρια δεν απαντούσε με ευθύτητα στις ερωτήσεις σχετικά με το πώς και πότε παρέλαβε την επιστολή απόλυσής της. Σημειώνουμε ότι ενώ στους γενικούς λόγους της Αίτησης η Αιτήτρια αναφέρει ότι στις 30/04/2012 η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή τους ημερομηνίας 30/04/2012 τερμάτισε αμέσως την απασχόλησή της, κατά την αντεξέτασή της είπε ότι δεν θυμόταν πώς και πότε παρέλαβε την επιστολή απόλυσής της. (ε) Ενώ στο Τεκμήριο 10 η δικηγόρος της Αιτήτριας αναφέρει ότι το ζήτημα με την κατ' ισχυρισμό παρατυπία με τις καταθέσεις των εισπράξεων εγέρθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία όταν η Αιτήτρια ήγειρε θέμα για συστηματική καθυστέρηση πληρωμής σε αυτήν των συμφωνηθέντων απολαβών της, η Αιτήτρια δεν αναφέρθηκε σε αυτό το ζήτημα στη μαρτυρία της ενώπιόν μας. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτουμε τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αναξιόπιστη. Παρατηρούμε ότι η θέση που προέβαλε η Αιτήτρια ότι ήταν συνήθης και αποδεκτή πρακτική πολλοί από τους εν λόγω πελάτες να μην καταβάλλουν οποιαδήποτε προκαταβολή κατά την παραγγελία τους όπως προβλέπετο, είτε να καταβάλλουν μέρος του κόστους της παραγγελίας τους κατά την παράδοσή της με εξόφληση σε μεταγενέστερο στάδιο δεν συσχετίστηκε με οποιαδήποτε σχετική έγκριση από τα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Η κα Γ. Π. υποστήριξε ότι όταν η Αιτήτρια της έκανε ευκολίες πληρωμής της έλεγε ότι είχε πάρει συγκεκριμένη έγκριση από τη Λευκωσία. Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι η πιο πάνω θέση της Αιτήτριας δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της κας Γ. Π. και ότι η μαρτυρία της κας Γ. Π. δεν βοηθά με οποιοδήποτε τρόπο την εκδοχή που προέβαλε ενώπιόν μας η Αιτήτρια. Στ. Λόγω των αδυναμιών στη μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτεί σε αυτή τη μαρτυρία για εξαγωγή συμπερασμάτων και ότι δεν ήταν δυνατό να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας. Οι εν λόγω περιστάσεις θα αποτελούσαν τη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσον η απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας στις 30/04/2012 δικαιολογείτο εντός του πλαισίου του Νόμου και της Νομολογίας αφού θα ήταν η βάση επί της οποίας θα αποφάσιζε το Δικαστήριο κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε ότι κατά τον χρόνο που απέλυσε την Αιτήτρια είχε εύλογες υποψίες για την πεποίθησή της ότι η Αιτήτρια ήταν ένοχη του εργασιακού παραπτώματος για το οποίο την απέλυσε στο βαθμό και στο μέτρο που της απέδωσε. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας να στοιχειοθετήσει στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ένας λογικός εργοδότης εύλογα θα κατέληγε ότι η Αιτήτρια διέπραξε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα και ότι επέδειξε κακή εργασιακή διαγωγή. Είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Το γεγονός της αναξιοπιστίας της Αιτήτριας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού ενόψει του συμπεράσματος του Δικαστηρίου για την απόρριψη της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω εξέταση ως προς το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής της Αιτήτριας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[17] και Paphos Stone C.Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ. 3/7/2014[18]. Συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με τον Νόμο. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) το γεγονός ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών της Αιτήτριας στη βάση των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν μας (€225,00 [€900,00 Χ13 ÷ 52]), (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση (11 έτη) και (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με την ηλικία της Αιτήτριας και τη σταδιοδρομία της, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 26 εβδομάδων ήτοι €5.850,00 (ήτοι 26 Χ €225,00). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων ήτοι ποσό €1.800,00. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις Η Αιτήτρια δεν προώθησε τις αυτοτελείς αξιώσεις της κατά την ακροαματική διαδικασία της Αίτησης και ως εκ τούτου απορρίπτονται. (
  1. i)Ετήσια Άδεια Η Αιτήτρια δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία για τις μέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο να λάβει για κάθε χρόνο ούτε για τις μέρες ετήσιας άδειας που της οφείλονται σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της από την Εργοδότρια Εταιρεία. Συνακόλουθα δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βάρυνε. (
  2. ii)Οφειλόμενος 13ος μισθός Η Αιτήτρια δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τη θέση της ότι της οφείλεται 13ος μισθός με αποτέλεσμα η σχετική αξίωσή της να παραμείνει μετέωρη και αναπόδεικτη. Κατάληξη Α. Οι αξιώσεις της Αιτήτριας για αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδειας για το 2013 απορρίπτονται. Β. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €7.650,00 με νόμιμο τόκο. Γ. Λόγω του ότι η μαρτυρία της Αιτήτριας κρίθηκε αναξιόπιστη και οι αξιώσεις της Αιτήτριας για αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδειας απορρίφθηκαν κρίνουμε ότι θα ήταν δικαιότερο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. Η κάθε πλευρά να αναλάβει τα έξοδα της. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Ν. Στυλιανού, Μέλος Τ. Τιμοθέου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση λόγω παραπτώματος/Αξιώσεις για οφειλόμενη ετήσια άδεια και 13ο μισθό) [1] Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε πριν την τροποποίηση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007στις 28/12/2012 που προβλέπει ότι το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών το φέρει ο εργοδότης. [2] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L.PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [3] Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) page 109 para.651 [4] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L. PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [5] Βλέπε επίσης Δημήτρης Φωτιάδης v Alpha Bank Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
  1. [6] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 148-149 αναφέρονται τα ακόλουθα:. "the lack of investigative diligence of the employer affects the reasonableness of his decision if the omission, looked at from the time the decision was taken, created a real possibility that the result would be unreasonable.. In Henderson v Granville Tours Ltd the EAT Scottish Division asserted 'It is an error of law for an [Employment] Tribunal to hold that had an employer carried out further investigation into allegations against an employee, that investigation would have been the same ...In considering whether there has been an adequate investigation , the tribunal is concerned with the employer's state of mind at the moment of dismissal and the sufficiency of information to justify that state of mind that is not a procedural question; it goes to the heart of fairness of the dismissal and to whether or not the test of the fairness has been fulfilled..' Moreover in W Weddel & Co Ltd v Tepper the Court of Appeal agreed with the EAT that an employment tribunal had the discretion to decide that a failure by the employer to engage in further investigation could itself make a dismissal unfair even where the employer already had evidence amounting to a strong prima facie case of breach of regulations ... The court suggested however, that the limit to the tribunal's discretion to require further investigation was what 'ought to have been reasonably known to the employer in the circumstance'. That is to say the employer had carried out as much investigation as was reasonable in all the circumstances of the case...The tribunal's role in determining whether the employers had carried out a reasonable investigation was to consider the nature of the material before the employer when the decision to dismiss was taken." (Η υπογράμμιση είναι δική μας) [7] Auguste Noel Ltd v Curtis [1990] ICR
  2. [8] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στις σελ. 324- 325 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "Rarely will previous warnings be irrelevant when an employer is considering dismissal... In deciding the fairness of such a dismissal, tribunals will take into account the previous warnings issued, even if such warnings related to different kinds of conduct from that for which the employer is ultimately dismissed." [9] Diosynth Ltd v. Thomson [2006] IRLR
  3. [10] Airbus UK Ltd v. Webb [2008] ICR
  4. Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στη σελ. 325 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα : "In Diosynth case, the employer had not been entitled to dismiss the employee by reason of the expired warning on his file in circumstances where his misconduct was not sufficient, on its own, to justify dismissal. In other words, the expired warning was not capable of 'tipping the balance' in favour of dismissal. By contrast in the Airbus case, the employee was dismissed by reason of his misconduct, not because he had an expired final warning on his file. The employer, having considered that the conduct of all four employees (including the claimant) was sufficiently serious to result in dismissal, had been entitled to take into account, when considering any mitigating circumstances, that the claimant had a previous expired warming for misconduct whereas the other three had clean disciplinary records. In these circumstances, the employer's decision to dismiss only the claimant had been reasonably open to it. It follows from this that the Airbus case does not give employers a free hand to treat expired warnings as still being in effect. Rather, it establishes that once a warning for misconduct has expired, an employer does not artificially have to pretend that the previous misconduct never took place when dealing with further acts of misconduct on the part of the employee..... The question for tribunals is, as ever, whether the degree of reliance on the previous misconduct and/or the expired warning was reasonable in the circumstances." [11] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στη σελ. 84 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: " In determining the reason for a dismissal, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of the dismissal. This means that no account will be taken of matters coming to light or occurring after the dismissal has taken place -W Devis and Sons Ltd v Atkins 1977 ICR 662, HL. Thus, if an employee is dismissed on the employer's whim for no reason at all, the dismissal will not made retrospectively fair if the employer later finds out that he employee had been engaged in long standing and large -scale embezzlement from the company that would have amply justified the dismissal if it had been discovered earlier." Στη σελίδα 92 σημειώνονται τα εξής: "In determining the reasonableness of an employer' s decision to dismiss, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of dismissal." [12] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 136-137 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Hence in judging the reasonableness of an employer's action an employment tribunal must normally take into account only those circumstances actually known to the employer at the time of dismissal or circumstances of which he could and should have known at the moment of dismissal....any event that occurs subsequent to the decision to dismiss, even though it may bear upon the correctness or incorrectness of the dismissal, will not normally be admissible in evidence either to support or to deny the reasonableness of the employer's decision to dismiss.....any information that becomes available to the employer after the dismissal is normally not admissible on the question of the reasonableness of his decision to dismiss, even if the information consists of evidence of misconduct by the employee or injustice to an employee which occurred prior to the dismissal. For example, where, as in Devin' s case, an employee is dismissed for a failure to comply with directions and is subsequently discovered to have been dishonest, the evidence of dishonesty may not normally be allowed on the question of the reasonableness of the employer's decision to dismiss. The test for the tribunal was the reasonableness of the employer's behavior at and leading up to the time of dismissal." [13] Σε σχέση με τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια το άρθρο 7
(2)του Ν.8/67 προνοεί τ΄ ακόλουθα:«Δια συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη». [14] Ο τρόπος και η περιοδικότητα της καταβολής του μισθού έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με τη θέσπιση του του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/
  1. [15] Το Πάσχα του 2012 ήταν στις 15/04/2012 και το Σαββατοκυρίακο πριν το Πάσχα του 2012 ήταν στις 07/04/2012-08/04/
  2. [16] Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η Λίστα Λογιστηρίου - Τεκμήριο 9 στην οποία φαίνεται το όνομα της Μ. Χ. για το ποσό των €58.52 της στάλθηκε με το φαξ στις 23/4/2012 και στη βάση αυτής της Λίστας χωρίς να ελέγξει όταν ήρθε το κιβώτιο από τη Λευκωσία ότι ήταν μέσα το αντικείμενο που παρήγγειλε η Μ. Χ. τηλεφώνησε στην Μ. Χ. να πάει να παραλάβει το προϊόν που είχε παραγγείλει και ότι όταν παρέλαβε το κιβώτιο με τα προϊόντα που είχαν παραγγείλει οι πελάτες του Καταστήματος την επόμενη μέρα διαπίστωσε ότι το εν λόγω το προϊόν δεν ήταν στο κιβώτιο. Ότι η Μ. Χ. πήγε στο Κατάστημα και της έδωσε τα χρήματα για το εν λόγω προϊόν κα της είπε να μην τα καταθέσει και ότι αν έρθει το προϊόν μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες θα το πάρει διαφορετικά δεν το θέλει και θα έρθει να πάρει τα χρήματα της πίσω. Ότι το εν λόγω προϊόν βρέθηκε αφού είχε σταλεί κατά λάθος σε άλλο κατάστημα και στις 30/4/3012 το παρέλαβε από το γραφείο των ταχυμεταφορών και η Μ. Χ. πήγε στο Κατάστημα και το παρέλαβε. [17] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». [18] «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επιδίκασε αποζημιώσεις. Από τη στιγμή που έκρινε ότι οι Εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι ο τερματισμός έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου, τότε ο Εφεσίβλητος δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου σε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου δεν αξιολογήθηκε θετικά, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μας το δικαίωμα του Εφεσίβλητου σε αποζημιώσεις, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος δεν ήταν στους ώμους του, αλλά στους ώμους των Εφεσειόντων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.