← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Αίτησης: 459/16, 15/7/2019

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Αίτησης: 459/16, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:26 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Λ. Ζάμπογλου ) Χ. Σόλου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 459/16 Μεταξύ: XXXXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτητή Και ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 15/7/19 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Νικολάου Για το Ταμείο Πλεονασμού: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής εργάστηκε στην εταιρεία SKYRAMONT QUARRIES LTD («η Εργοδότρια Εταιρεία») από τις 16/06/2004 μέχρι τις 10/07/2015. Η απασχόληση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία για λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία στις 18/05/2015 παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε για την απόφασή της να τερματίσει την απασχόλησή του και του έδιδε προειδοποίηση οκτώ

(8)εβδομάδων. Πιο συγκεκριμένα η περίοδος προειδοποίησης άρχιζε στις 18/05/2015 και έληγε στις 10/07/
  1. Ο Αιτητής εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία κατά την περίοδο της προειδοποίησης. Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») στις 13/07/2015 για πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο ενέκρινε την αίτησή του στις 17/03/2016 και κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των €8.293,48 ως πληρωμή πλεονασμού για την περίοδο απασχόλησής του από 16/06/2004 μέχρι 10/07/
  2. Ο εβδομαδιαίος μισθός που λήφθηκε υπόψη από το Ταμείο ανερχόταν στο ποσό των €318,98 αφού το Ταμείο για σκοπούς υπολογισμού του εβδομαδιαίου μισθού του Αιτητή έλαβε υπόψη τις απολαβές που έλαβε ο Αιτητής τις τελευταίες 12 εβδομάδες πριν την προειδοποίηση οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των €288,97 την εβδομάδα και προέβη στην ακόλουθη μαθηματική πράξη [(€288,97Χ57.4) ÷52 =€318,98] . Οι ακάθαρτες εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή για την περίοδο 23/02/2015 μέχρι 05/07/2015 όπως αυτές φαίνονται στις καταστάσεις μισθοδοσίας που τηρούσε η Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 1) ήταν οι ακόλουθες: 23/02/2015 - 01/03/2015 €288,97 02/03/2015 - 08/03/2015 €288,97 09/03/2015 - 15/03/2015 €288,97 16/03/2015 - 22/03/2015 €288,97 23/03/2015 - 29/03/2015 €288,97 30/03/2015 - 05/04/2015 €288,97 06/04/2015 - 12/04/2015 €288,97 13/04/2015 - 19/04/2015 Δεν υπάρχουν στοιχεία 20/04/2015 - 26/04/2015 €288,97 27/04/2015 - 03/05/2015 €288,97 04/05/2015 - 10/05/2015 €288,97 11/05/2015 - 31/05/2015 Δεν υπάρχουν στοιχεία 01/06/2015 - 07/06/2015 €457,54 08/06/2015 - 14/06/2015 €457,54 15/06/2015 - 21/06/2015 €457,54 22/06/2015 - 28/06/2015 €457,54 29/06/2015 - 05/07/2015 €457,54 Οι μηνιαίες απολαβές του Αιτητή από τον Γενάρη του 2014 μέχρι και τον Ιούλιο του 2015 όπως είναι καταχωρημένες στο μηχανογραφημένο σύστημα των Υπηρεσιών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 2) είναι οι πιο κάτω: 01/2014 €1.228 02/2014 €1.340 03/2014 €1.339 04/2014 €1.117 05/2014 €1.340 06/2014 €1.765 07/2014 €1.508 08/2014 €0000 09/2014 €1.958 10/2014 €1.340 11/2014 €1.340 12/2014 €1.564 01/2015 €1.340 02/2015 €1.340 03/2015 €1.675 04/2015 €1.005 05/2015 €1.732 06/2015 €2.655 07/2015 €627 Τα πιο πάνω συνιστούν κοινό έδαφος και δύο πλευρές. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει εναντίον του Ταμείου συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού. Είναι η θέση του ότι για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου του 1967, Ν.24/67(«ο Νόμος») ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του ανερχόταν σε €457,54 πλέον €73.28 φιλοδώρημα (φίσιες). Το Ταμείο με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του απορρίπτει την εναντίον του αξίωση και ισχυρίζεται ότι ορθά κατέβαλε στον Αιτητή πληρωμή για το ποσό των €8.293,48 καθότι το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν στο ποσό των €318,
  3. Ως εκ τούτου το Ταμείο ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ του. Ο Αιτητής κατέθεσε ότι εργαζόταν ως χειριστής μηχανημάτων στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι ο μισθός του ήταν πάντοτε σταθερός και ανερχόταν στο ποσό των €12,04 την ώρα ο οποίος πολλαπλασιαζόταν με τις ώρες που εργαζόταν κάθε εβδομάδα και προέκυπτε ο εβδομαδιαίος μισθός του. Ισχυρίστηκε ότι μετά την οικονομική κρίση η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε προκειμένου να μην υπάρξουν απολύσεις οι υπάλληλοί της να εργάζονται λιγότερες ώρες την εβδομάδα με αποτέλεσμα να πληρώνονται χαμηλότερο μισθό. Υποστήριξε ότι μετά την απόφαση αυτή εργαζόταν συνήθως 24 ώρες την εβδομάδα και λάμβανε €288,96 εβδομαδιαίως. Ήταν η θέση του ότι την 01/05/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε να επαναφέρει το ωράριο εργασίας του στις 38 ώρες εβδομαδιαίως και ο εβδομαδιαίος μισθός του ανήλθε στο ποσό των €457,
  4. Κατά την αντεξέτασή του ερωτώμενος για ποιο λόγο οι μηνιαίες απολαβές του όπως φαίνονται στο Τεκμήριο 2 δεν ήταν σταθερές, απάντησε ότι κάποτε εργαζόταν υπερωρίες και πληρωνόταν αυτές τις επιπλέον ώρες. Διευκρίνισε ότι μετά την οικονομική κρίση εργαζόταν 3 μέρες την εβδομάδα αντί
  5. Σημείωσε ότι δεν εργαζόταν με την ώρα αλλά είχε σταθερό εβδομαδιαίο μισθό και ότι επειδή ήταν καλός τεχνίτης ο εργοδότης του τον καλούσε πάντα όποτε είχε επιπλέον εργασίες. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς έγινε η συμφωνία για μείωση των ημερών εργασίας και πότε επανήλθε το κανονικό ωράριο εργασίας του. Ανέφερε ότι το κανονικό ωράριο εργασίας του επανήλθε μετά που του δόθηκε η επιστολή προειδοποίησης του τερματισμού της απασχόλησής του και ότι ο εκπρόσωπος της Εργοδότριας Εταιρείας τους είπε ότι αυτό έγινε για να μπορέσουν να λάβουν τον πλεονασμό τους. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι οι θέσεις που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η αμοιβή του ήταν επί ωριαίας βάσης και ότι το κανονικό ωράριο εργασίας του επαναφέρθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία λίγες εβδομάδες πριν να του δοθεί η επιστολή απόλυσής του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως αξιόπιστες. Και εξηγούμε. Ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να δεικνύει με σαφήνεια και συγκεκριμένο τρόπο ότι με βάση τη συμφωνία εργασίας του ήταν ωρομίσθιος. Ούτε μας εξήγησε με σαφήνεια και λεπτομέρεια πώς προέκυψαν τα ποσά των απολαβών του κατά μήνα ως αυτά φαίνονται στα αρχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 2). Σημειώνουμε ότι στους γενικούς λόγους της αίτησης αναφέρει ότι λάμβανε για σκοπούς του Νόμου το ποσό των €457,54 πλέον €73,28 φίσιες εβδομαδιαίως χωρίς να αναφέρεται σε ωρομίσθια πληρωμή. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι ο μισθός του ήταν εβδομαδιαίος και ότι είχε σταθερό μισθό για συγκεκριμένες σταθερές ώρες την εβδομάδα και τα υπόλοιπα χρήματα που λάμβανε ήταν πληρωμή υπερωριών ανάλογα με πόσες επιπλέον ώρες εργαζόταν, γεγονός που αναιρεί τη θέση που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του. Σε ότι αφορά τις θέσεις του ότι από την 01/05/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε να επαναφέρει το ωράριο εργασίας του στις 38 ώρες εβδομαδιαίως και ότι ο εβδομαδιαίος μισθός του λόγω της αύξησης των ωρών εργασίας του ανήλθε στο ποσό των €457,54, παρατηρούμε ότι η εν λόγω θέση του δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 αφού με βάση το εν λόγω Τεκμήριο μέχρι τις 10/05/2015 ο εβδομαδιαίος μισθός του ανερχόταν σε €288,
  6. Σημειώνουμε ότι για τις εβδομάδες από 11/05/2015 μέχρι 31/05/2015 δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την εβδομαδιαία πληρωμή του Αιτητή κατά τις εν λόγω εβδομάδες, γεγονός που μας ξενίζει. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας η μόνη θετική αναφορά για πληρωμή στον Αιτητή εβδομαδιαίου μισθού ύψους €457,54 είναι από την 01/06/
  7. Κατά την αντεξέτασή του ο Αιτητής αρχικά δεν μπορούσε να μας αναφέρει με σαφήνεια πότε έγινε η επαναφορά του κανονικού ωραρίου εργασίας του και να συνδέσει χρονικά το γεγονός της επαναφοράς του κανονικού ωραρίου εργασίας του με την επιστολή απόλυσής του. Στο τέλος παραδέχτηκε ότι η επαναφορά του κανονικού ωραρίου εργασίας του έγινε μετά που του δόθηκε η επιστολή απόλυσής του. Σημειώνουμε ότι οι αναφορές του Αιτητή ότι αρχικά εργαζόταν 38 ώρες την εβδομάδα, μετά 24 ώρες την εβδομάδα και στη συνέχεια ξανά 38 ώρες την εβδομάδα δεν αμφισβητήθηκαν από το Ταμείο και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτές. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας του Αιτητή και των παραδοχών του Αιτητή κατά την αντεξέτασή του, πέραν των παραδεχτών γεγονότων που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας απόφασης, βρίσκουμε ότι ο Αιτητής αρχικά εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία 38 ώρες την εβδομάδα. Ότι στη συνέχεια οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας του μειώθηκαν σε 24 και ότι όταν έγινε η εν λόγω μείωση ο εβδομαδιαίος μισθός του ανερχόταν σε €288,
  8. Ότι μετά που του δόθηκε η επιστολή απόλυσής του και η σχετική προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας του αυξήθηκαν σε 38 και οι εβδομαδιαίες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €457,
  9. Ότι οι απολαβές του μετά που του δόθηκε η προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του αυξήθηκαν αναλογικά με βάση την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας του. Ότι οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας του ήταν προκαθορισμένες με βάση τη συμφωνία εργασίας του και ο εβδομαδιαίος μισθός του υπολογιζόταν βάσει των εν λόγω καθορισμένων ωρών εργασίας του και δεν υπολογιζόταν βάσει της κάθε μιας ώρας που εργάστηκε και η οποιαδήποτε εργασία του πέραν των 38 ωρών πληρωνόταν ως υπερωρία. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω αποτελεί εύρημά μας ότι η αμοιβή του Αιτητή ήταν εβδομαδιαία αφού είχε καθορισμένο μισθό για καθορισμένες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας. Το ερώτημα που προκύπτει επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει επί της αξίωσης του Αιτητή με την παρούσα αίτηση είναι ποιο είναι το ποσό των απολαβών του Αιτητή που πρέπει να ληφθεί υπόψη βάσει των προνοιών του Νόμου για τον υπολογισμό της πληρωμής που δικαιούται ο Αιτητής δυνάμει του Νόμου από το Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε πλεονασμό. Το άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα:» Ο Τέταρτος Πίνακας του Νόμου αναφέρει τα πιο κάτω: «
  1. Εργοδοτούμενος ο οποίος καθίσταται πλεονάζων υπό την έννοιαν του άρθρου 18 λαμβάνει εκ του Ταμείου πληρωμήν λόγω πλεονασμού υπολογιζομένην ως ακολούθως: (α)Διά τα πρώτα τέσσαρα έτη συνεχούς απασχολήσεως, δύο εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (β) από του πέμπτου μέχρι και του δεκάτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, δύο και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (γ) από του ενδεκάτου μέχρι και του δεκάτου πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (δ) από του δεκάτου έκτου μέχρι και του εικοστού έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· και (ε) από του εικοστού πρώτου μέχρι και του εικοστού πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τεσσάρων εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων: Νοείται ότι, αν η ολική περίοδος συνεχούς απασχόλησης δεν αποτελεί ακέραιο αριθμό ετών, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιόδου απασχόλησης 26 ή περισσότερων εβδομάδων θεωρείται ένα έτος απασχόλησης. 1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.
  2. Ουδεμία πληρωμή καταβάλλεται δι' οιανδήποτε απασχόλησιν προ της 1ης Ιανουαρίου,
  3. Η διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως και το εάν η απασχόλησις ήτο συνεχής ή μη αποφασίζονται συμφώνως προς τον Δεύτερον Πίνακα.
  4. Διά τους σκοπούς του παρόντος Πίνακος, το ποσόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων είναι το ποσόν εις το οποίον ο εργοδοτούμενος θα εδικαιούτο κατά την τελευταίαν εβδομάδα της απασχολήσεως του, ως τούτο υπολογίζεται συμφώνως προς τον Τρίτον Πίνακα: Νοείται ότι, προκειμένου περί λιμενεργάτου, εγγεγραμμένου ή μη, διά τον υπολογισμόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος ημερομισθίου αυτού, κατά το τελευταίον, προ της απολύσεως του, ημερολογιακόν έτος. Νοείται ότι κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής οποιοδήποτε ποσό το οποίο υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο εκάστοτε καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1993, δε λαμβάνεται υπόψη. Νοείται περαιτέρω ότι ο Υπουργός δύναται, διά διατάγματος, να προβλέψη δι' υψηλότερον ποσόν του άνω αναφερομένου ποσού.» Με βάση το άρθρο 4 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού του ποσού της πληρωμής λόγω πλεονασμού[1] είναι το ποσό το οποίο ο εργοδοτούμενος θα δικαιούτο κατά την τελευταία εβδομάδα της απασχόλησής του ως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ο Τρίτος Πίνακας του Νόμου προνοεί για τις πληρωμές ημερομισθίων που δικαιούται ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης και τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω ημερομισθίων. Παραθέτουμε πιο κάτω τις πρόνοιες του Τρίτου Πίνακα του Νόμου: «
  5. Όταν ο εργοδοτούμενος εργάζεται αντί ωρισμένου ημερομισθίου δικαιούται εις το ωρισμένον τούτο ημερομίσθιον διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως, εκτός εάν άλλως προβλέπεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος.
  6. Όταν η αμοιβή του εργοδοτουμένου βασίζηται επί του αριθμού των ωρών τας οποίας εργάζεται και δεν ποικίλλει αναλόγως του ποσού της εκτελουμένης εργασίας, ο εργοδοτούμενος πληρώνεται διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως.
  7. -
(1)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 1 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια λαμβάνει τότε την υπό της ρηθείσης παραγράφου 1 καθοριζομένην αμοιβήν·
(2)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια τότε ο εργοδότης καταβάλλει εις τον εργοδοτούμενον δι' εκάστην εβδομάδα της περιόδου της προειδοποιήσεως ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
(3)Πάσα πληρωμή γενομένη εις τον εργοδοτούμενον υπό του εργοδότου υπό μορφήν πληρωμής λόγω ασθενείας λογίζεται έναντι της δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρεώσεως του εργοδότου.
  1. Όταν ο εργοδοτούμενος πληρώνηται επί ωριαίας βάσεως, η πληρωμή του κατά την διάρκειαν της περιόδου της προειδοποιήσεως δεν είναι ολιγωτέρά της πληρωμής διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως επί τη βάσει του μέσου όρου ωριαίας αμοιβής κατά τας τέσσαρας τελευταίας πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
  2. Όταν ο εργοδοτούμενος δεν έχει καθωρισμένον ημερομίσθιον ή μισθόν και όταν δεν πληρώνεται επί ωριαίας βάσεως άνευ συσχετισμού προς το ποσόν της γενομένης εργασίας, τότε ο εργοδοτούμενους δικαιούται εις πληρωμήν διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως ως ακολούθως: (α) δι' εκάστην εβδομάδα του χρονικού διαστήματος της προειδοποιήσεως ο εργοδότης πληρώνει τον εργοδοτούμενον ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις:- Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην· (β) η δυνάμει της υποπαραγράφου (α) ανωτέρω υποχρέωσις του εργοδότου είναι υπό τον όρον ότι ο εργοδοτούμενος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκτελέση εργασίαν ευλόγου φύσεως ίνα κερδίζη αμοιβήν προς το εν τη παραγράφω (α) ανωτέρω οριζόμενον ποσόν: Νοείται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνη τον εργοδοτούμενον ως καθορίζεται εν τη παρούση παραγράφω εάν ο εργοδοτούμενος είναι- (i) απών εκ της εργασίας του λόγω ασθενείας, τεκνογονίας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (ii) απών επ' αδεία· (iii) απών με γονική άδεια (γ) οιαδήποτε πληρωμή λόγω ασθενείας καταβαλλομένη υπό του εργοδότου λογίζεται έναντι της δυνάμει της υποπαραγράφου (β) ανωτέρω υποχρεώσεως αυτού (δ) όταν η προειδοποίησις εδόθη υπό του εργοδοτουμένου, η δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρέωσις του εργοδότου δεν δημιουργείται εκτός εάν και μέχρις ότου ο εργοδοτούμενος εγκαταλείψη την εργασίαν του δυνάμει της προειδοποιήσεως.
  3. Ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος δi' οιανδήποτε περίοδον καθ' ην ο εργοδοτούμενος απουσιάζει εκ της εργασίας του λόγω εργατικής διαφοράς.
  4. Εάν διαρκούσης της περιόδου προειδοποιήσεως ο εργοδότης νομίμως απολύη τον εργοδοτούμενον, ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος διά την υπολειπομένην περίοδον της προειδοποιήσεως» Σημειώνουμε ότι το άρθρο 14
(1)του Νόμου καθορίζει ρητά ότι τα δικαιώματα του εργοδότη και του εργοδοτουμένου κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης διέπονται από τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα. Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου καθιστά άκυρο κάθε όρο σε οποιαδήποτε σύμβαση ή άλλη συμφωνία που τείνει να περιορίσει τη νομική ενέργεια του άρθρου 14 του Νόμου. Περαιτέρω το άρθρο 11
(1)του Νόμου προβλέπει για δικαίωμα του εργοδότη να απαιτήσει από τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. Στην επιφύλαξη του εν λόγου άρθρου σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο εργοδότης εξασκήσει αυτό το δικαίωμά του ο εργοδοτούμενος θεωρείται ως απασχολούμενος για σκοπούς των Μερών ΙΙ (τερματισμός της απασχόλησης) και IV (πλεονασμός) του Νόμου μέχρι τη λήξη της περιόδου της προειδοποίησης την οποία θα ελάμβανε αν δεν είχε λάβει πληρωμή αντ΄ αυτής. Στην απόφαση Μιλτιάδη Ιωάννου v 1. Vesta Holidays Ltd, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 909, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τ' ακόλουθα: «. Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως διαφοροποιείται στον ίδιο το Νόμο, ακόμη και με την ονομασία που χρησιμοποιείται, ο τερματισμός της απασχόλησης που συντελείται με τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας της πραγματικής απασχόλησης εργοδοτούμενου, και η προειδοποίηση κατά την περίοδο της οποίας για όλους τους σκοπούς του Νόμου, συνεχίζεται η εργοδότηση μέχρι τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας στην προειδοποίηση..» (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Από όλα τα πιο πάνω είναι σαφές ότι με βάση το λεκτικό των διατάξεων του Νόμου το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού (α) δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις το ποσό που πραγματικά έλαβε ο εργοδοτούμενος την τελευταία εβδομάδα της πραγματικής απασχόλησής του στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εργάστηκε την προειδοποίηση που του δόθηκε και (β) υπολογίζεται όπως και το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων που δικαιούται να λάβει ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης (το οποίο ποσό σε κάποιες περιπτώσεις εξαρτάται από το αν ο εργοδοτούμενος εργάστηκε ή όχι κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησής του). Η οποιαδήποτε κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του Νόμου πληρωμή καταβάλλεται από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τον υπολογισμό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πλεονασμού[2]. Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής είχε καθορισμένο μισθό για καθορισμένες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας και ο Αιτητής εργάστηκε κατά την περίοδο της προειδοποίησης που του δόθηκε. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι στην περίπτωση του Αιτητή εφαρμόζεται το άρθρο 1 του Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια ο Αιτητής δικαιούτο να λάβει κατά την περίοδο της προειδοποίησής του το καθορισμένο εβδομαδιαίο ποσό που ελάμβανε (που καθοριζόταν) με βάση τους όρους της συμφωνίας εργασίας του πριν την έναρξη της περιόδου της προειδοποίησής του και όχι το ποσό που του κατέβαλε ο εργοδότης του κατά την περίοδο της προειδοποίησης. Στη βάση των πιο πάνω το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του Αιτητή που θα δικαιούτο να λάβει κατά τη διάρκεια των εβδομάδων της προειδοποίησής του ανέρχεται σε €318.98 το οποίο ποσό υπολογίζεται στη βάση της ακόλουθης μαθηματικής πράξης (€288,97Χ57.4)[3] ÷ 52. Το εν λόγω ποσό είναι και το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών που έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Ταμείο για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού στον Αιτητή. Καταλήγουμε λοιπόν ότι στην παρούσα περίπτωση το Ταμείο σωστά υπολόγισε το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού. Συνακόλουθα δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληρωμή στον Αιτητή από το Ταμείο. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε σκόπιμο να μην επιδικάσουμε έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Λ. Ζάμπογλου, Μέλος Χ. Σόλου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Καθορισμός ημερομίσθιου για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού) [1] Στην αγγλική υπόθεση Toni & Guys (St Pauls) Ltd v. Georgiou [2013] ICR 1356 το Employment Appeal Tribunal σημείωσε ότι στα πλαίσια του καθορισμού της αποζημίωσης που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία (Employment Rights Act 1996) σε συνάρτηση με τις εβδομαδιαίες απολαβές του κατά τον ουσιώδη χρόνο το Δικαστήριο οφείλει να υπολογίσει τις εβδομαδιαίες απολαβές του εργοδοτουμένου βάσει της φόρμουλας που περιέχεται στην εν λόγω νομοθεσία. Τόνισε ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παρέκκλιση ή διαφοροποίηση από τις πρόνοιες της εν λόγω φόρμουλας. [2] Στην απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που συνεδριάζει στη Λευκωσία στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 537/2014 ... ΤΟΥΝΙΑΣ v. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΤΔ ημερ.21/9/2018 όπου εξετάστηκε το ζήτημα του καθορισμού των εβδομαδιαίων απολαβών για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού δυνάμει του Νόμου αφού έγινε αναφορά στις σχετικές διατάξεις του Νόμου σημειώθηκαν τα εξής: «Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων πληρωμή που παρέχεται από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση υπολογισμού των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτουμένου για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο το Ταμείο να καταβάλει πληρωμή σε εργοδοτούμενο επί τη βάσει οποιωνδήποτε ποσών πληρωμής που ο εργοδότης θα κατέβαλλε στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μη εξαιρουμένης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης.» [3] Η θέση του Ταμείου ότι ο υπολογισμός έγινε στη βάση του εν λόγω πολλαπλασιασμού των εβδομαδιαίων απολαβών δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Αιτητή ούτε δόθηκε μαρτυρία για άλλον υπολογισμό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.