← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΣΟΔΑΠ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 230/14, 15/7/2019

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΣΟΔΑΠ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 230/14, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Θ. Ανθούση ) Χ. Σόλου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 230/14 Μεταξύ: XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτήτριας και

  1. ΣΟΔΑΠ ΛΤΔ
  2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 15/7/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια : κα Ε. Νικολάου Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1: -------- Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της ως εργοδοτούμενη στους Καθ' ων η Αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία») από τις 07/11/1983 μέχρι τον Μάιο του 1990 και από τις 11/05/1992 μέχρι τις 21/05/
  3. Στις 21/05/2012 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας για λόγους πλεονασμού. Η Αιτήτρια στις 08/05/2012 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο στις 22/07/2013 ενέκρινε την αίτησή της αφού έκρινε ότι η απόλυσή της οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού και της κατέβαλε το ποσό των €18.683,52 το οποίο αντιστοιχεί σε πληρωμή με βάση ότι η τελευταία περίοδος της απασχόλησής της ήταν από 11/05/1992 μέχρι 21/05/2012 και ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της ανερχόταν σε €336,
  4. Η Αιτήτρια στις 18/03/2014 καταχώρησε την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς και αξιώνει συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού για την υπηρεσία της από 07/11/1983 μέχρι 11/05/1992 με τον ισχυρισμό ότι η απασχόλησή της υπήρξε συνεχής από τις 07/11/1983 και προβάλει ότι κατά την περίοδο που οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν της κατέβαλλαν εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων αυτή απουσίαζε από την εργασία της με άδεια άνευ απολαβών για προσωπικούς λόγους. Η θέση του Ταμείου, όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της εγγράφου εμφανίσεώς του, είναι ότι η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν από 11/05/1992 μέχρι 21/05/2012, ότι τον Μάιο του 1990 είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της, ότι τον Μάιο του 1990 υπήρξε διακοπή της απασχόλησής της και ότι στις 11/05/1992 επαναπρόσληψή της από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται το συνεχές της απασχόλησής της πριν από τις 11/05/
  5. Ως εκ τούτου το Ταμείο ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται οποιασδήποτε περαιτέρω πληρωμής από το Ταμείο και ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ του. Σημειώνουμε ότι η αίτηση εναντίον των Καθ' ων η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1 απορρίφθηκε στις 04/02/2016 μετά που ο δικηγόρος της Αιτήτριας ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την αίτηση εναντίον τους. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσε ενόρκως μόνο η Αιτήτρια. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία και περιορίστηκε στην αντεξέταση της Αιτήτριας. Κατά την ακρόαση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης το ποσό που θα δικαιούται η Αιτήτρια ανέρχεται στο ποσό των €6.732,80 και κατατέθηκαν ως τεκμήρια τ' ακόλουθα έγγραφα: (α) η αίτηση που υπέβαλε η Αιτήτρια στο Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού (Τεκμήριο 1) και (β) το έντυπο των Υπηρεσιών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που περιέχει ερωτηματολόγιο σε σχέση με την απόλυση της Αιτήτριας το οποίο συμπληρώθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 (Τεκμήριο 2). Παρατηρούμε ότι τόσο στο Τεκμήριο 1 όσο και στο Τεκμήριο 2 αναγράφεται ότι η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν από 07/11/1983 μέχρι 21/05/2012 και δεν συμπληρώθηκε η απάντηση στο ερώτημα αν υπήρξε διακοπή στην απασχόληση της Αιτήτριας κατά την περίοδο της απασχόλησής της και για ποιο λόγο. Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι τον Μάιο του 1990 αντιμετώπισε πρόβλημα με την υγεία της και την υγεία του παιδιού της και έπρεπε μετά από συμβουλή και του γιατρού της να παραμείνει στο σπίτι για να φροντίσει τον εαυτό της και το παιδί της. Ισχυρίστηκε ότι γι' αυτόν τον λόγο ζήτησε από τον εργοδότη της άδεια άνευ απολαβών μέχρι να ξεπεραστούν τα προβλήματά της. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι τον Μάιο του 1990 συναντήθηκε με τον τότε διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση 1, κ. ΜΧΧΧΧΧ και αφού του εξήγησε τους λόγους που ζητούσε την άδεια άνευ απολαβών ο κ. ΜΧΧΧΧΧ ενέκρινε το αίτημά της. Ανέφερε ότι το πρόβλημά της «κράτησε» για 2 περίπου χρόνια και ότι όταν ήταν έτοιμη να επιστρέψει στην εργασία της απλώς ειδοποίησε τον τότε διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση 1, κ. ΠΧΧΧΧΧ, ο οποίος διαδέχτηκε τον κ. ΜΧΧΧΧΧ ότι θα αναλάμβανε εργασία στις 11/05/1992 και χωρίς καμία άλλη διαδικασία επέστρεψε στην εργασία της. Υποστήριξε ότι ποτέ και ουδέποτε από την ημερομηνία που επέστρεψε στην εργασία της μέχρι την ημερομηνία που απολύθηκε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα διακοπής της υπηρεσίας της και επαναπρόσληψής της για την περίοδο που απουσίαζε με άδεια άνευ απολαβών και ότι όταν γινόταν αναφορά στην ημερομηνία πρόσληψής της στους Καθ' ων η Αίτηση 1 πάντοτε αναφερόταν η 07/11/
  6. Ότι γι' αυτόν τον λόγο στο Τεκμήριο 2 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ανέγραψαν ως ημερομηνία πρόσληψής της τις 07/11/
  7. Αντεξεταζόμενη είπε ότι είχε μια προβληματική εγκυμοσύνη που την περιόρισε στο κρεβάτι, ότι στη συνέχεια γέννησε πρόωρα, ότι το παιδί της έκανε διάφορες θεραπείες ώστε να μπορέσει να έλθει σε κανονικά στάδια, ότι όταν πήρε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 χαρτί από τον παιδίατρο της είπαν ότι δεν το χρειάζονται και ότι όταν γίνει εντελώς καλά το παιδί της να επιστρέψει στην εργασία της και ότι επειδή την άδεια απουσίας από την εργασία της την χρειαζόταν για να είναι μαζί με το παιδί της ζήτησε άδεια άνευ απολαβών και όχι άδεια ασθενείας. Σημείωσε ότι όταν πήρε αυτή την άδεια δεν υπέβαλε αίτηση για πληρωμή επιδόματος ανεργίας. Είπε ότι δεν υπάρχει κάπου γραμμένο στα αρχεία των Καθ' ων η Αίτηση 1 ότι την περίοδο που δεν εργάστηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν με άδεια απουσίας άνευ απολαβών. Σε ερώτηση κατά πόσον τα δύο χρόνια που δεν εργαζόταν στους Καθ' ων η Αίτηση 1 είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κ. ΠΧΧΧΧΧ και τον κ. ΜΧΧΧΧΧ απάντησε αρνητικά και είπε ότι και οι δύο την περίμεναν να επιστρέψει όταν θα μπορούσε γιατί την χρειάζονταν στην εργασία τους. Το άρθρο 16

(1)Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου, του 1967, Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει ότι: «Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα:» Ο Τέταρτος Πίνακας του Νόμου αναφέρει τα πιο κάτω: «
  1. Εργοδοτούμενος ο οποίος καθίσταται πλεονάζων υπό την έννοιαν του άρθρου 18 λαμβάνει εκ του Ταμείου πληρωμήν λόγω πλεονασμού υπολογιζομένην ως ακολούθως: (α)Διά τα πρώτα τέσσαρα έτη συνεχούς απασχολήσεως, δύο εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (β) από του πέμπτου μέχρι και του δεκάτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, δύο και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (γ) από του ενδεκάτου μέχρι και του δεκάτου πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (δ) από του δεκάτου έκτου μέχρι και του εικοστού έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· και (ε) από του εικοστού πρώτου μέχρι και του εικοστού πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τεσσάρων εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων: Νοείται ότι, αν η ολική περίοδος συνεχούς απασχόλησης δεν αποτελεί ακέραιο αριθμό ετών, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιόδου απασχόλησης 26 ή περισσότερων εβδομάδων θεωρείται ένα έτος απασχόλησης. 1Α. ..................................
  2. ....................................
  3. Η διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως και το εάν η απασχόλησις ήτο συνεχής ή μη αποφασίζονται συμφώνως προς τον Δεύτερον Πίνακα.
  4. ..................................» Το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε στην παρούσα υπόθεση αφού αξιολογήσουμε το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό είναι κατά πόσο υπήρξε ή μη διακοπή του συνεχούς της απασχόλησης της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία την περίοδο από τον Μάιο του 1990 μέχρι 11/05/1992 («η επίδικη περίοδος»). Στο Μέρος ΙΙ του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, παράγραφος 7, κάτω από τον τίτλο «Το συνεχές απασχολήσεως» προβλέπονται τ' ακόλουθα: «
  5. Το συνεχές της απασχολήσεως δεν διακόπτεται λόγω οιουδήποτε των ακολούθων: (α) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις υπηρεσίαν εις τας ενόπλους δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. (β) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις εργατικήν διαφοράν. (γ) αλλαγής εργοδότου ως εκτίθεται εν τη επιφυλάξει της παραγράφου 3 του παρόντος Πίνακος. (δ) απουσίας εκ της εργασίας λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου. (ε) απουσίας εκ της εργασίας λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών. (στ) απουσίας εκ της εργασίας υπό τοιαύτης συνθήκας ώστε δυνάμει διευθετήσεως ή εθίμου ή νόμου η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου θεωρείται υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως συνεχιζόμενη. (ζ) απουσίας από την εργασίαν λόγω απασχόλησης στο εξωτερικό σε επιχείρηση η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στον εργοδότη. (η) απουσίας εκ της εργασίας επ΄ αδεία μετά ή άνευ απολαβών. (θ) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν ή θεομηνίαν.» Στην Κώστας Λουκά v. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1995)1 Α.Α.Δ. 90 το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας την έννοια άδειας άνευ απολαβών και την εφαρμογή της υποπαραγράφου (η) της παραγράφου 7 στο Μέρος ΙΙ του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου στις σελίδες 94 και 95 ανέφερε τα πιο κάτω: «Έχουμε τη γνώμη πως η έννοια της άδειας απουσίας άνευ απολαβών, που απαντάται στην επίδικη διάταξη, εμπεριέχει το στοιχείο της προσωρινής απουσίας από την υπηρεσία του εργοδότη. Η προσωρινή αυτή απουσία πρέπει να καθορίζεται χρονικά, ή να συναρτάται με τις δοσμένες περιστάσεις όπου παραχωρείται. Ο χρόνος απουσίας και οι λόγοι που παραχωρείται, είναι στοιχεία που μετρούν για να καθοριστεί αν κάποια περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου. Συναφές στοιχείο είναι, επίσης, κατά πόσο στην άδεια απουσίας άνευ απολαβών έχει κάποιο άμεσο ή έμμεσο συμφέρον ο εργοδότης ή είναι για αποκλειστικά ιδιωτικούς σκοπούς του εργοδοτούμενου. Συνδεδεμένο με τα πιο πάνω είναι και η διαπίστωση αν από το σύνολο των περιστάσεων αποδεικνύεται πως η εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου συνεχίζεται μεν αλλά τελεί υπό προσωρινή αναστολή. Συνοπτικά, η κρίση βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και όχι γιατί ο εργοδότης και εργοδοτούμενος χαρακτηρίζουν την απουσία του τελευταίου ως ″άνευ απολαβών″.» Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Τασούλλα Κ. Εγγλέζου κ.α. v. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό
(1991)1 Α.Α.Δ. 1118, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την πρόνοια που αφορά την απουσία του εργοδοτουμένου από την εργασία του λόγω προσωρινής διακοπής των εργασιών του εργοδότη. Στη σελίδα 1122 της εν λόγω απόφασης αναφέρονται σχετικά τ' ακόλουθα: «Όπως η Κυπριακή νομοθεσία (Δεύτερος Πίνακας του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967, Ν.24/67)έτσι και η αντίστοιχη Αγγλική (Contracts of employment Act 1963, para.5
(1)(b) of Sch. 1) προβλέπει ότι δε διακόπτεται η απασχόληση εργοδοτούμενου για τους σκοπούς του προσδιορισμού των δικαιωμάτων του για αποζημίωση λόγω πλεονασμού όταν η εργασία του διακόπτεται λόγω προσωρινής διακοπής του κύκλου εργασιών του εργοδότη. Ο παραλληλισμός των δύο νομοθεσιών καθιστά σχετική την ερμηνεία που δόθηκε σε αντίστοιχες Αγγλικές διατάξεις και τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, πηγή καθοδήγησης για το πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου. Οι αρχές που προκύπτουν από τις Αγγλικές αποφάσεις που επικαλέστηκε η κα Γεωργιάδου είναι συνοπτικά οι εξής: (α) Ο χαρακτήρας του τερματισμού της απασχόλησης εξαρτάται από τις προθέσεις των συμβαλλομένων, του εργοδότη και του εργοδοτούμενου. (β) Στην απουσία ευθείας μαρτυρίας ως προς τις προθέσεις των μερών κατά τη διακοπή εργασίας, ο προσδιορισμός των προθέσεων τους συναρτάται με το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την εργοδότηση. (γ) Στα σχετικά γεγονότα, εκείνα που περιβάλλουν την εργοδότηση, περιλαμβάνονται και τα γεγονότα μετά τη διακοπή της απασχόλησης, ιδιαίτερα η επαναπασχόληση και η επαναληπτικότητα της″. Όπως έχει κριθεί στις πιο πάνω αποφάσεις κυρίαρχο στοιχείο είναι η πρόθεση των μερών της οποίας η κρίση πρέπει να είναι αντικειμενική μη εξαρτώμενη από τον χαρακτηρισμό που θα δώσει ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος. Στην αγγλική υπόθεση Curr v Marks & Spencer plc [2002] EWCA Civ 1852 το Court of Appeal εξετάζοντας την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 212
(1)και
(3)(c) του Employment Rights Act 1996 οι οποίες προβλέπουν τα πιο κάτω: "
(1)Any week during the whole or part of which an employee's relations with his employer are governed by a contract of employment counts in computing the employee's period of employment.
(3)..any week (not within subsection
(1)) during the whole or part of which the employee is - ... (c) absent from work in circumstances such that, by arrangement or custom, he is regarded as continuing in the employment of his employer for any purpose . counts in computing the employee's period of employment." σημείωσε ότι για να θεωρηθεί ότι με βάση συμφωνία / διευθέτηση των μερών ο εργοδοτούμενος, παρόλο που δεν προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη, συνεχίζει να εργοδοτείται από τον εργοδότη πρέπει να υπάρχει αμοιβαία αναγνώριση με βάση τη συμφωνία / διευθέτηση ότι ο εργοδοτούμενος παρά το ότι απουσιάζει από την εργασία του συνεχίζει στην εργοδότηση του εργοδότη[1]. Η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά (Βλέπε Κώστας Λουκά v. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού (πιο πάνω)). Αξιολογώντας το ενώπιόν μας υλικό παρατηρούμε κατά αρχάς ότι οι ισχυρισμοί του Ταμείου που περιέχονται στο έγγραφο εμφανίσεώς του εκτός του ότι δεν αποδείχτηκαν με οποιαδήποτε θετική μαρτυρία δεν στηρίζονται σε οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας με αποτέλεσμα να μείνουν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τη μαρτυρία της Αιτήτριας για σκοπούς αξιοπιστίας ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν η Αιτήτρια που είχε το βάρος απόδειξης της θέσης της, έχει αποσείσει αυτό το βάρος στον βαθμό που απαιτείται[2]. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 (Γ) 2001 Α.Α.Δ. 1858 λέχθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) 614 όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Thesis Trading Co Ltd v. Δήμου Λάρνακας, Πολ. Έφεση με αρ. 388/2010 ημερ. 23/06/2016 στην οποία αναφέρθησαν τα εξής: «το κριτήριο όπως ξεκάθαρα πλέον ορίζεται στην Μαρσέλ κ.α. (ανωτέρω), σ. 1868, δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του.» Σε ότι αφορά τη μαρτυρία της Αιτήτριας παρατηρούμε ότι οι ισχυρισμοί της ότι αυτή και το παιδί της αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας που την εμπόδιζαν να εργαστεί κατά την επίδικη περίοδο τέθηκαν ενώπιόν μας με σαφήνεια και σταθερότητα. Σημειώνουμε ότι η θέση της που προέβαλε κατά την αντεξέτασή της ότι κατά την επίδικη περίοδο δεν γράφηκε άνεργη και δεν έπαιρνε επίδομα ανεργίας δεν αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε από την πλευρά του Ταμείου. Ο ισχυρισμός της ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ουδέποτε έθεσαν ζήτημα διακοπής της απασχόλησής της και μετέπειτα επαναπρόσληψής της υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2. Οι θέσεις της σχετικά με το αίτημά της που υπέβαλε τον Μάιο του 1990 στον τότε διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση 1 και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό εγκρίθηκε από τον εν λόγω διευθυντή καθώς και τις συνθήκες σχετικά με την επάνοδό της στην εργασία της τον Μάιο του 1992 δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή της. Δεν θεωρούμε ότι το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν υποστήριξε τις εν λόγω θέσεις της με οποιαδήποτε απτά στοιχεία και δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 που να επιβεβαιώνει τις θέσεις της συνιστά εγγενή αδυναμία της μαρτυρίας της Αιτήτριας η οποία μας εμποδίζει να αποδεχτούμε ως αξιόπιστη την προφορική μαρτυρία της και να στηριχτούμε σε αυτή για εξαγωγή ευρημάτων. Συνακόλουθα με την πιο πάνω αξιολόγηση η μαρτυρία της Αιτήτριας γίνεται αποδεχτή ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Η Αιτήτρια είχε το βάρος να αποδείξει, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι από τον Μάιο του 1990 μέχρι 11/05/1992 απουσίαζε από την εργασία της στους Καθ' ων η Αίτηση 1 με άδεια άνευ απολαβών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον αν με βάση τα εν λόγω πραγματικά γεγονότα η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή της στο αναγκαίο επίπεδο. Έχοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σε συσχετισμό με τον Νόμο και τις νομικές αρχές όπως αυτές προκύπτουν από τη νομολογία, κρίνουμε ότι η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει ότι είναι πιο πιθανό παρά όχι ότι αυτή και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ουδέποτε θεώρησαν ότι η σχέση τους ως εργοδότη και εργοδοτουμένου διακόπηκε πλήρως κατά την επίδικη περίοδο αλλά αντίθετα επρόκειτο για μία συνεννόηση / συμφωνία / διευθέτηση μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και της Αιτήτριας για προσωρινή απουσία της Αιτήτριας από την εργασία της χωρίς πληρωμή για να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια το πρόβλημα που είχε με το παιδί της. Τα γεγονότα ότι
(1)η Αιτήτρια δεν έλαβε επίδομα ανεργίας κατά την πιο πάνω περίοδο και
(2)οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στο Τεκμήριο 2 ανέγραψαν ότι η ημερομηνία πρόσληψης της Αιτήτριας ήταν η 07/11/1983 και δεν δήλωσαν ότι υπήρξε οποιαδήποτε διακοπή στην απασχόληση της Αιτήτριας ενισχύουν τη θέση για μη διακοπή της μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση 1 εργασιακής σχέσης κατά την επίδικη περίοδο και την παροχή σχετικής άδειας απουσίας. Κατά την άποψή μας το γεγονός υπό το στοιχείο
(2)πιο πάνω υποδηλώνει ότι κατά την επίδικη περίοδο οι διάδικοι θεωρούσαν ότι η απασχόληση της Αιτήτριας συνεχιζόταν. Η απασχόληση της Αιτήτριας στην ίδια θέση μετά την επιστροφή της στην εργασία χωρίς οποιεσδήποτε άλλες διαδικασίες είναι παράγοντας που, κατά την γνώμη μας, τείνει να καταδείξει ότι πρόθεση των μερών ήταν η διατήρηση της εργασιακής σχέσης κατά την απουσία της Αιτήτριας από την εργασία της. Παρά το ότι η απουσία της Αιτήτριας δεν καθορίστηκε χρονικά, ο χρόνος της απουσίας της από την εργασία της συναρτήθηκε με τον λόγο για τον οποίο της δόθηκε η άδεια απουσίας - μέχρι να ολοκληρώσει τις σχετικές θεραπείες το νεογέννητο παιδί της γεγονός που δεικνύει ότι η απουσία της από την εργασία ήταν προσωρινή. Κρίνουμε ότι όλα τα πιο πάνω, αποδεικνύουν στον βαθμό που απαιτείτο πως η εργασιακή σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά την επίδικη περίοδο συνεχιζόταν αλλά τελούσε υπό προσωρινή αναστολή και ότι αντικειμενική πρόθεση της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση 1 φαίνεται να ήταν η συνέχιση της απασχόλησης της Αιτήτριας. Υπό το φως του λόγου που δόθηκε η άδεια απουσίας της Αιτήτριας (να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια το πρόβλημα υγείας του παιδιού της) και των συνθηκών κάτω από τις οποίες εγκρίθηκε το αίτημα της Αιτήτριας για απουσία με άδεια άνευ απολαβών (έγκριση με τη συμφωνία να επιστρέψει όταν ολοκληρώσει τις σχετικές θεραπείες το παιδί της) είμαστε της άποψης ότι το γεγονός ότι δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ της Αιτήτριας από την μία και του κ. ΠΧΧΧΧΧ και του κ. ΜΧΧΧΧΧ από την άλλη κατά το διάστημα της επίδικης περιόδου δεν είναι αρκετό για να αναιρέσει την πιο πάνω κατάληξή μας καθότι είχε συμφωνηθεί ότι η Αιτήτρια θα τους ειδοποιούσε όταν θα ήταν έτοιμη να επιστρέψει. Δεν βρίσκουμε υπό τις πιο πάνω περιστάσεις (το παιδί της Αιτήτριας τον Μάιο του 1990 ήταν 6 μηνών και τον Μάιο του 1992 2½ χρονών) ότι το χρονικό διάστημα των δύο χρονών που απουσίαζε η Αιτήτρια από την εργασία της ήταν τόσο μεγάλο που από μόνο του ή σε συνδυασμό με τη μη επικοινωνία της Αιτήτριας με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η πρόθεση της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά την επίδικη περίοδο δεν ήταν η προσωρινή αναστολή της απασχόλησης της Αιτήτριας αλλά η διακοπή της απασχόλησής της. Κρίνουμε λοιπόν ότι δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 7 (η) του Μέρους ΙΙ του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου το συνεχές της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν διακόπηκε κατά την επίδικη περίοδο. Καταλήγουμε ότι το συνεχές της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν διακόπηκε κατά την περίοδο από τον Μάιο του 1990 μέχρι τις 11/05/1992 και συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού από το Ταμείο με βάση το άρθρο 16
(1)του Νόμου για όλα τα χρόνια απασχόλησής της στους Καθ' ων η Αίτηση 1, δηλαδή από τις 07/11/1983 μέχρι τις 21/05/
  1. Επειδή στην Αιτήτρια καταβλήθηκε από το Ταμείο το ποσό που αντιστοιχεί στην υπηρεσία της από τις 07/11/1983 μέχρι τις 21/05/2012, η Αιτήτρια δικαιούται μόνο το ποσό που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού της πληρωμής για την υπηρεσία της από τις 07/11/1983 μέχρι τις 21/05/2012 και του ποσού της πληρωμής για την υπηρεσία της Αιτήτριας από τις 11/05/1992 μέχρι 21/05/
  2. Η εν λόγω διαφορά έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι αντιστοιχεί στο ποσό των €6.732,80 Επομένως εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €6.732,80 με νόμιμο τόκο πλέον €1.500 δικηγορικά έξοδα συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ........................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Θ. Ανθούσης, Μέλος Χ. Σόλου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Πλεονασμός - Συνεχές της απασχόλησης). [1] "
  3. ...... The clear purpose of section 212
(3)was to extend what was meant by continuous employment under a contract of employment to include certain periods where there was no employment if the specified conditions were satisfied. Thus if an employee during a week not within section 212
(1)is incapable of work in consequence of sickness or injury or is absent from work on account of a temporary cessation of work, that week is nevertheless to count in computing the employee's period of employment (section 212
(3)(
  1. a)and (b)). Similarly a week in which the conditions of paragraph (
  2. c)are satisfied will so count. But the ex - employee (who is included in the definition of "the employee") must by arrangement (which can, but need not, be a contract) or custom, be regarded by both the employer and the ex- employee as continuing in the employment of the employer for any purpose in that week. The parties might, for example, agree that for pension purposes the ex -employee is to be treated during the child break as continuing in the employment of the employer. But there must be a mutual recognition by the arrangement that the ex- employee, though absent from work, nevertheless continues in the employment of the employer. Without there being a meeting of minds by the arrangement that both parties regard the ex- employee as continuing in that employment for some purpose, section 212
(3)(c) will not be satisfied. Further, unless in every week of the child break the ex- employee is so regarded there will be a break in the continuity of employment." [2] Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 209 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.