← Κύπρος

ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 354/13, 28/11/2019

ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 354/13, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:29 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Π. Λοϊζου ) Ν. Τιμινή ) Μελών Αρ. Αίτησης: 354/13 Μεταξύ: XXXXXX ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ Αιτητής και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 28/11/19 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Σ. Αγγελίδης Για της Καθ' ης η Αίτηση: κα Ελ. Προδρόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Καθ' ης η Αίτηση είναι δημόσια εταιρεία και λειτουργεί ως τράπεζα («η Τράπεζα»). Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας την 01/06/

  1. Μεταξύ των διαδίκων υπογράφηκε την 01/06/1990 μια γραπτή σύμβαση εργοδότησης («η Σύμβαση Εργοδότησης») στην ελληνική γλώσσα και μια στην αγγλική (Τεκμήριο 1). Οι όροι 3 και 4 των εν λόγω εγγράφων προβλέπουν τα πιο κάτω: «
  2. Μή κατέχω οιανδήποτε άλλην θέσιν ή ασχολούμαι είς οιανδήποτε άλλην εργασίαν επί αμοιβή εί μή κατό­πιν εγγράφου αδείας τής Τραπέζης. Τηρώ πάντοτε τους λογαριασμούς μου παρά τώ Υποκαταστήματι της Ελληνικής Τραπέζης Λτδ., είς το οποίον θα είμαι απεσπασμένος και ουχί παρά οιωδήποτε άλλω Υποκαταστήματι ή Τραπέζη άνευ αδείας.
  3. Δεσμεύωμαι ύφ' όλων των νυν εν ισχύϊ κανονισμών της Τραπέζης και υπό τοιούτων άλλων οϊτινες ήθελον εγκριθή μεταγενεστέρως και περιέλθει εις γνώσιν μου και τηρώ αυτούς πιστώς.» «
  4. THAT I am not permitted to have any other employment or to engage in any other business activity for which I receive remuneration, except with written permission of the Bank. I further confirm that my accounts will always be kept at the Branch of the Hellenic Bank Ltd. to which I am attached, and that I shall not maintain an account with any other Branch or Bank without permission.
  5. THAT I shall be bound by all the rules and regulations of the employer now in force, and by all such other rules and regulations as may be hereafter passed and called to my notice, and that I will faithfully observe and abide by the same.» Την 01/06/1990 ο Αιτητής υπέγραψε ένα έγγραφο (Τεκμήριο 25) στο οποίο δήλωνε ότι πήρε αντίγραφο του «εν ισχύι» Κώδικα Υπηρεσίας της Τράπεζας, ότι αναγνώριζε ότι ο Κώδικας Υπηρεσίας αποτελεί αναπόσπαστον μέρος της Σύμβασης Εργοδότησής του με την Τράπεζα και ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να τηρεί όλες τις διατάξεις των κανονισμών που περιέχονται στον Κώδικα Υπηρεσίας και όλες τις διατάξεις οι οποίες είναι δυνατόν να προστεθούν ή να τροποποιηθούν στο μέλλον. Ο Κώδικας Υπηρεσίας της Τράπεζας («ο Κώδικας Υπηρεσίας») (Τεκμήριο 3) περιέχει τις ακόλουθες πρόνοιες: «ΑΡΘΡΟΝ 1 ΓΕΝΙΚΑ

(1)...............................
(2)...............................
(3)...............................
(4)Έκαστος υπάλληλος οφείλει να συμμορφούται προς τας προνοίας του παρόντος Κώδικος Υπηρεσίας, ως και προς οιανδήποτε εγκύκλιον ή οδηγίαν εκδιδομένην εκάστοτε υπό ή τη εντολή του Γενικού Διευθυντού ή υπό των υπ' αυτού οριζομένων οργάνων και αφορώσαν εις την κανονικήν λειτουργίαν της Τραπέζης. ΑΡΘΡΟΝ 2 ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
(1).................................
(2)................................. .................................
(12)Ο υπάλληλος θα υπόκηται εις τους εκάστοτε εσωτερικούς κανονισμούς της Τραπέζης.
(13)Κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας του εις την Τράπεζαν, ο υπάλληλος δεν δικαιούται να ασχολήται εις οιανδήποτε άλλην εργασίαν επί αμοιβή ή να προσφέρη τας υπηρεσίας του είτε αμέσως είτε εμμέσως εις οιανδήποτε άλλην Τράπεζαν, Εταιρείαν, οίκον ή πρόσωπον άνευ της αδείας της Γενικής Διευθύνσεως. ΑΡΘΡΟΝ 7 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ
(1)Πειθαρχικά παραπτώματα συνεπαγόμενα κυρώσεις είναι : (α) .............................. ................................. (στ) Η άνευ αδείας άσκησις επιχειρήσεως δι' ιδίον λογαριασμόν, ανάληψις προσθέτων εργασιών ή συμμετοχή εις την διαχείρησιν ή τα Διοικητικά Συμβούλιο Ανωνύμων ή άλλων εταιρειών και επιχειρήσεων άνευ της εγκρίσεως της Γενικής Διευθύνσεως.» Στις 05/05/2010 εκδόθηκε από την Τράπεζα και τέθηκε σε ισχύ (Τεκμήρια 23 και 24) η Οργανωτική Εγκύκλιος ΑΔ014 με τίτλο Ενασχόληση Μελών του Προσωπικού του Ομίλου της Ελληνικής Τράπεζας με άλλη εργασία («η Εγκύκλιος ΑΔ014») (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 2 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Ι ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός της εγκυκλίου αυτής είναι ο προσδιορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών του προσωπικού του Ομίλου, όσον αφορά στην αξιολόγηση και έγκριση αιτημάτων για ενασχόληση με άλλη εργασία πέραν από αυτή στον Όμιλο. ΙΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ · Η Τράπεζα θεωρεί πειθαρχικό παράπτωμα την κατοχή από μέλος του προσωπικού οποιασδήποτε άλλης θέσης ή προσφορά των υπηρεσιών του, επί αμοιβή ή μη, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε οποιανδήποτε άλλη Τράπεζα, Εταιρεία, Οίκο ή πρόσωπο, ή τη συμμετοχή, επί αμοιβή ή μη, σε επιχείρηση για προσωπικό λογαριασμό ή τη συμμετοχή στη διαχείριση ή τα Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ή άλλων εταιρειών χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας. · Η Τράπεζα αξιολογεί κάθε αίτημα υπαλλήλου για ενασχόληση με άλλη εργασία με βάση τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. · Η έγκριση ή απόρριψη αιτήματος για ενασχόληση με άλλη εργασία εξετάζεται έναντι συγκεκριμένων κριτηρίων. · Οποιαδήποτε αλλαγή στη φύση της ενασχόλησης με άλλη εργασία θα πρέπει να κοινοποιείται στην ΥΑΔ και να ζητείται εκ νέου έγκριση. · Η έγκριση για ενασχόληση με άλλη εργασία δύναται να ανακληθεί οποιανδήποτε στιγμή αν διαφανεί σοβαρός λόγος παράβασης των κριτηρίων / προϋποθέσεων έγκρισης. ΙΙΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
  1. Ενασχόληση με άλλη Εργασία Η εκτός ωρών εργασίας θέση ή προσφορά των υπηρεσιών μέλους του προσωπικού του Ομίλου της Ελληνικής Τράπεζας, επί αμοιβή ή μη, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε οποιανδήποτε άλλη Τράπεζα, Εταιρεία, Οίκο ή πρόσωπο, ή η εκτός ωρών εργασίας συμμετοχή, επί αμοιβή ή μη, σε επιχείρηση για προσωπικό λογαριασμό ή η συμμετοχή στη διαχείριση ή τα Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ή άλλων εταιρειών.» Το 2011 εκδόθηκε από τον Όμιλο της Τράπεζας ο Κώδικας Επαγγελματικής Δεοντολογίας με αριθμό ΗΒ950-3/2011 («ο Κώδικας Επαγγελματικής Δεοντολογίας») (Τεκμήριο 4) στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Τακτικές και Πολιτικές Για την καλύτερη διεξαγωγή των εργασιών μας οφείλουμε, πέρα από τη συμμόρφωση μας με τους Νόμους, να ενημερωνόμαστε διαρκώς και να συμμορφωνόμαστε με όλες τις οδηγίες / διαδικασίες / κανονισμούς και πρακτικές όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τα εγχειρίδια και εγκυκλίους που εκδίδονται κατά καιρούς από την Ανώτατη Διεύθυνση του Ομίλου και διέπουν τη λειτουργία του Ομίλου. Συνεργασία Συνεργαζόμαστε στο μέγιστο βαθμό με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς ελεγκτές, υπαλλήλους συμμόρφωσης και ασφάλειας του Ομίλου της Ελληνικής Τράπεζας και οποιαδήποτε άλλα εξουσιοδοτημένα άτομα τα οποία ενεργούν εκ μέρους του Ομίλου και δεν αποκρύπτουμε ποτέ οποιεσδήποτε πληροφορίες. Εξωτερική ιδιωτική απασχόληση / συνεργασίες Δεν ασκούμε επιχειρήσεις για λογαριασμό μας ούτε αναλαμβάνουμε ή αναμειγνυόμαστε σε πρόσθετες εργασίες, ατομικές ή για λογαριασμό τρίτων αλλά ούτε συμμετέχουμε στα Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ή άλλων εταιρειών χωρίς τη προηγούμενη γραπτή έγκριση του Διευθυντή Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού ή / και της Ανώτατης Διεύθυνσης. Βαρύτητα στη λήψη της απόφασης από την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου για τη χορήγηση ή μη της σχετικής έγκρισης για την ενασχόληση με άλλη εργασία θα έχει το συμφέρον του Ομίλου, λόγοι ανθρωπιστικού χαρακτήρα και η μη σύγκρουση υπηρεσιακών καθηκόντων με τη φύση της άλλης εργασιακής απασχόλησης, η οποία θα πρέπει να είναι προσωρινού χαρακτήρα. Δεν εκτελούμε μέσα στο χώρο της εργασίας του Ομίλου οποιαδήποτε εργασία άσχετη με τις εργασίες του Ομίλου ή χρησιμοποιούμε τεχνικό ή άλλο εξοπλισμό του Ομίλου για ιδιωτική χρήση.» Ο Πειθαρχικός Κώδικας της Τράπεζας («ο Πειθαρχικός Κώδικας») (Τεκμήριο 8) προνοούσε τα ακόλουθα: «
  2. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ - ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ 4.1 Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση των υπηρεσιακών υποχρεώσεων του εργαζόμενου. Οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις του εργαζόμενου προκύπτουν από την Σύμβαση Εργασίας του με την Τράπεζα, τις εκάστοτε σε ισχύ Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μεταξύ του Κυπριακού Εργοδοτικού Συνδέσμου Τραπεζών και της ΕΤΥΚ, τον Κώδικα Υπηρεσίας και τον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας της Τράπεζας, τους Νόμους της Δημοκρατίας που άπτονται εργατικών θεμάτων καθώς και τους εσωτερικούς κανονισμούς, διαδικασίες, εγκυκλίους, εγχειρίδια και οδηγίες που κατά καιρούς εκδίδονται από την Τράπεζα μετά από απόφαση της Διοίκησης. Νοείται ότι οι προφορικές ή / και γραπτές συστάσεις ή / και παρατηρήσεις παραμένουν στα διοικητικά καθήκοντα των Προϊσταμένων / Διευθυντών των διαφόρων Υπηρεσιών. 4.2 Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παραγράφου 4.1 ανωτέρω, τα πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία συνεπάγονται κυρώσεις αναφέρονται ενδεικτικά, αλλά όχι καθοιονδήποτε τρόπο περιοριστικά, στον Κώδικα Υπηρεσίας του Ομίλου.
  3. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ 5.1 Οι προβλεπόμενες, από τους παρόντες κανονισμούς, πειθαρχικές ποινές είναι: (α) Προφορική επίπληξη. (β) Γραπτή επίπληξη. (γ) Αναβολή ετήσιας προσαύξησης / προσαυξήσεων. (δ) Διακοπή ετήσιας προσαύξησης / προσαυξήσεων. (ε) Υποβιβασμός βαθμού και μισθολογικής κλίμακας, (ζ) Απόλυση. 5.2 .................................... 5.3 ΚΑΝΕΝΑΣ ΕΡΓΑΖΌΜΕΝΌΣ ΔΕ ΔΙΩΚΕΤΑΙ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑ Πειθαρχική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον εργαζομένου για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο αυτός ήδη βρέθηκε ένοχος και του επεβλήθη ποινή ή για το οποίο αθωώθηκε. 5.4 ...................................
  4. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 6.1 Μετά από καταγγελία ή εφ' όσον υποπέσει στην αντίληψη της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας ότι εργαζόμενος δυνατόν να έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας οφείλει να μεριμνήσει αμέσως. 6.2 Ανάλογα με την περίπτωση, διεξάγεται άμεση έρευνα από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας προς εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων. Μετά την συμπλήρωση της έρευνας και όπου μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία εναντίον του εργαζομένου, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας εκθέτει αμέσως το πόρισμα του σε σχετική έκθεση που ετοιμάζει προς τον Διευθυντή Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού και αποφασίζουν από κοινού κατά πόσο υφίσταται ή όχι διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος και ενημερώνουν τον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής ανάλογα. Στην περίπτωση όπου διαπιστώνεται διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, ο Διευθυντής Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού προβαίνει στην διατύπωση της κατηγορίας σε κατηγορητήριο το οποίο αποστέλλεται άμεσα στον πειθαρχικά διωκόμενο εργαζόμενο μέσω του Προϊσταμένου / Διευθυντή του, με κοινοποίηση στον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής. Αντίγραφο του κατηγορητηρίου αποστέλλεται επίσης και στην Συνδικαλιστική Οργάνωση του υπαλλήλου. Το πόρισμα του Διευθυντή της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένο και να συνοδεύεται με όλα τα σχετικά έγγραφα. Η έρευνα θα πρέπει να διεξάγεται το γρηγορότερο και να συμπληρώνεται, οπού είναι δυνατό, μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία της έναρξης της. 6.3 Μόλις ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής πάρει την έκθεση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας και τα στοιχεία που την τεκμηριώνουν καθώς και την κοινοποίηση του κατηγορητηρίου το οποίο αποστάληκε στον πειθαρχικά διωκόμενο εργαζόμενο, διαβιβάζει άμεσα όλα τα πιο πάνω στα άλλα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής και συγκαλεί συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής. 6.4 Η πειθαρχική διαδικασία αρχίζει με τη διατύπωση της κατηγορίας στο κατηγορητήριο που αποστάληκε από τον Διευθυντή Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού, όπως προνοείται στην υποπαράγραφο 6.2 ανωτέρω. Μέσα σε δέκα
(10)εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία λήψης του κατηγορητηρίου από τον πειθαρχικά διωκόμενο εργαζόμενο, αυτός θα πρέπει να διαβιβάσει την γραπτή απολογία του στον Διευθυντή Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού ο οποίος με την σειρά του την αποστέλλει στον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής. 6.5 Αν, για οποιοδήποτε λόγο, το μέλος του προσωπικού δεν ανταποκριθεί στην κλήση του Διευθυντή Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού, ή δεν υποβάλει εμπρόθεσμα την απολογία του, τότε η Πειθαρχική Επιτροπή μπορεί να προχωρήσει στη συνέχιση της διαδικασίας και να εκδώσει απόφαση. 6.6 Μετά τη γραπτή απολογία του υπαλλήλου, η Πειθαρχική Επιτροπή, αν το κρίνει αναγκαίο, μπορεί να καλέσει τον εργαζόμενο σε προσωπική ακρόαση για να εκθέσει την άποψη του και περιστατικά που τον αφορούν καθώς και να απαντήσει σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της Επιτροπής. Ο εργαζόμενος, αν το επιθυμεί, μπορεί να συνοδεύεται κατά την ακρόαση από εκπρόσωπο της Συνδικαλιστικής του Οργάνωσης, μέλος του προσωπικού της Ελληνικής Τράπεζας ή / και το δικηγόρο του. Σε περίπτωση που το μέλος του προσωπικού δεν εμφανιστεί στην προσωπική ακρόαση, η συνάντηση της Πειθαρχικής Επιτροπής διεξάγεται στην απουσία του. Η Πειθαρχική Επιτροπή όμως έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την προσωπική προσέλευση του υπαλλήλου (βλέπε κατωτέρω). 6.7 Η Πειθαρχική Επιτροπή έχει, μεταξύ άλλων, εξουσία: - Να καλέσει μάρτυρες και να απαιτήσει την προσέλευση τους, όπως επίσης και την προσέλευση του υπο-κατηγορία εργαζόμενου. - Να απαιτήσει την προσαγωγή κάθε εγγράφου που σχετίζεται με την κατηγορία ενώπιον της. 6.8 Κατά την ακρόαση τηρούνται πρακτικά της διαδικασίας. 6.9 Ακολούθως η Πειθαρχική Επιτροπή ετοιμάζει την απόφαση της και την αποστέλλει στον εργαζόμενο μέσω του Προϊσταμένου ί Διευθυντή του, με κοινοποίηση στην Συνδικαλιστική Οργάνωση ΕΤΥΚ. Κάθε απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής. 6.10 ................................. 6.11 ................................. 7. .................................. ...................................... 11. ΕΦΕΣΗ 11.1 Ο εργαζόμενος, εντός δέκα
(10)εργάσιμων ημερών από την ανακοίνωση σ' αυτόν της ποινής του από τον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής, μπορεί, αν το επιθυμεί, να ασκήσει έφεση εναντίον της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής. Η επιστολή ειδοποίησης για έφεση πρέπει να απευθύνεται προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εφέσεων. 11.2 .................................. 11.3 Η Επιτροπή Εφέσεων έχει δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται όλα τα πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία έχει εκδώσει απόφαση η Πειθαρχική Επιτροπή και δύναται να επιβάλει οποιανδήποτε από τις ποινές που αναφέρονται στους παρόντες κανονισμούς. 11.4 .................................. 11.5 .................................. 11.6 Η Επιτροπή Εφέσεων, αφού μελετήσει την υπόθεση, έχει δικαίωμα να δώσει στον εργαζόμενο την ευκαιρία ν' ακουστεί, αν το ζητήσει, πριν την τελική της απόφαση. Κατά την διάρκεια της ακρόασης, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να συνοδεύεται από εκπρόσωπο της Συνδικαλιστικής του Οργάνωσης, μέλος του προσωπικού της Τράπεζας ή / και τον δικηγόρο του. 11.7 Η διαδικασία της έφεσης πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο σύντομη, ειδικά όταν πρόκειται για περιπτώσεις απόλυσης ή διακοπής ετήσιας προσαύξησης ή υποβιβασμού βαθμού και μισθολογικής κλίμακας. 11.8 Αν προκύψουν καινούργια στοιχεία μαρτυρίες κατά την ακρόαση της έφεσης, η Επιτροπή Εφέσεων δύναται να παραπέμψει την υπόθεση μαζί με το ανάλογο δικαιολογητικό στη Πειθαρχική Επιτροπή για επανεξέταση. 11.9 ............................... 11.10 ............................... 11.11 Η απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων είναι τελεσίδικη. 11.12 ...............................» Η σύζυγος του Αιτητή, κα ΠΧΧΧΧ ΝΧΧΧΧ («η Π.Ν.») (Βλέπε Τεκμήριο 37) είναι διευθύντρια και κατά 50% μέτοχος στην εταιρεία Nicopoullos & Loizides Management Consultants Limited η οποία εταιρεία διαχειρίζεται το ινστιτούτο "The Institute of Applied Management" («το Ινστιτούτο»). Στις 18/02/2011 ο Αιτητής κλήθηκε σε συνάντηση με τον κ. ΣΧΧΧΧ ΡΧΧΧΧ («ο Σ.Ρ.»), ο οποίος τότε ήταν Ανώτερος Εσωτερικός Ελεγκτής στην Τράπεζα και τον κ. ΚΧΧΧΧ ΚΧΧΧΧ («ο Κ.Κ.»), ο οποίος τότε ήταν Διευθυντής Εσωτερικού Ελέγχου Τραπεζικών Εργασιών της Τράπεζας την ίδια μέρα στο γραφείο του Διευθυντή του Καταστήματος της Τράπεζας στο οποίο εργαζόταν. Στις 18/05/2011 ο Κ.Κ. και ο Σ.Ρ. απέστειλαν στον Αιτητή ερωτηματολόγιο σχετικά με το ζήτημα που προέκυψε με αυτόν και την εταιρεία της συζύγου του και του ζητούσαν όπως απαντήσει γραπτώς σ' αυτό (Βλέπε Παράρτημα Ε στο Τεκμήριο 5). Στις 25/05/2011 ο Αιτητής απέστειλε επιστολή στον Κ.Κ. (Παράρτημα Στ στο Τεκμήριο 5) με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Αξ. Κύριε Αναφέρομαι σε ηλεκτρονικό μήνυμα σας ημερομηνίας 18/05/2011 στο οποίο επισυνάπτεται ερωτηματολόγιο ζητώντας τις απαντήσεις μου και θέτω υπόψη σας τα ακόλουθα:
  1. Επειδή εξ όσων αντιλαμβάνομαι ξεκινάτε μια διαδικασία που αφορά την εργασία μου και γενικά την επαγγελματική μου σταδιοδρομία θα ήθελα να υπενθυμίσω τα πιο κάτω: (α) Στις 18/02/2011 σε συνάντηση που είχαμε έδωσα απαντήσεις σε ερωτήματα σας. (β) Μετά από ένα μήνα περίπου, μου παραδώσατε ένα έγγραφο, τεσσάρων σελίδων που χαρακτηρίζετο ως πρακτικά της συνάντησης μας. Εγώ δεν είχα υπόψη μου ούτε και αντιλήφθηκα ότι στη συνάντηση εκείνη κρατούσατε πρακτικά καθ' οιονδήποτε τρόπο. (γ) Αυτός ήταν και ένας λόγος που δεν τα υπέγραψα όταν μου τα παραδώσατε. Δεν έθεσα όμως θέμα καθότι μου δόθηκε η εντύπωση ότι το όλο θέμα έληξε και δεν θα ήθελα να δώσω εγώ συνέχεια αντιδικώντας ίσως και με συναδέλφους μου.
  2. Αφού όμως επανήλθατε στο θέμα μετά από τρεις μήνες θα ήθελα να με πληροφορήσετε γραπτώς εάν τα όσα εκτίθενται στα αναφερόμενα πρακτικά τα θεωρείτε δεσμευτικά για μένα ή αν αυτά αποτελούν έγγραφο μη γενόμενο.
  3. Θα πρέπει να μου δοθεί και απάντηση για τον τρόπο ετοιμασίας τους και προσωπικά επιφυλάσσομαι να τοποθετηθώ και να αποδεχτώ τον οποιονδήποτε χαρακτηρισμό που εσείς θα δώσετε στα αναφερόμενα πρακτικά.» Στις 06/07/2011 ο Κ.Κ. απάντησε στον Αιτητή με το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα (μέρος του Παραρτήματος Ζ στο Τεκμήριο 5). «Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερομηνίας 25η Μαΐου 2011 και όσον αφορά το ερώτημα σας, παρακαλώ σημειώστε ότι: Κατά την διάρκεια της συνάντησης μας ημερομηνίας 18 Φεβρουαρίου, 2011 ενημερωθήκατε ότι τηρούνταν πρακτικά και ότι θα σας αποστέλλονταν μετά για τις οποιεσδήποτε αλλαγές που τυχόν θα επιθυμούσατε να γίνουν πριν την προσυπογραφή τους. Σας πληροφορώ ότι τα πρακτικά αποτελούν μια καταγραφή λεχθέντων μεταξύ των μερών, κατά την εν λόγω συνάντηση. Δεν θεωρούνται δεσμευτικά και έχετε το απόλυτο δικαίωμα να εκφράσετε και/ή να υποδείξετε οποιαδήποτε διαφωνία και/ή αντίρρηση στα όσα έχουν καταγραφεί. Σε περίπτωση που δεν εκφράσετε οποιαδήποτε διαφωνία, τότε συμπεραίνεται ότι συμφωνείτε με το περιεχόμενο τους και εναπόκειται στην Τράπεζα οι περαιτέρω διαδικασίες που θα αποφασίσει - πειθαρχικές ή μη - και το πώς θα κάνει χρήση των εν λόγω πρακτικών. Στη συνέχεια και αφού αποφασίσατε να μην προσυπογράψετε τα πρακτικά ζητήσατε, να σας τεθούν τα ερωτήματα γραπτώς. Για το λόγο τούτο ετοιμάστηκε το ερωτηματολόγιο που σας αποστάληκε, αλλά αντί απάντησης, αποστείλατε την επισυναπτόμενη επιστολή. Εναπόκειται σε σας πλέον αν θα απαντήσετε γραπτώς επί της ουσίας της υπόθεσης, είτε εκφράζοντας τις διαφωνίες/σχόλια σας, πλήρως ή μερικώς στα καταγραφέντα στα πρακτικά, είτε απαντώντας το ερωτηματολόγιο που σας αποστάληκε.» Στις 11/07/2011 ο Αιτητής απάντησε στον Κ.Κ. με ηλεκτρονικό μήνυμα (μέρος του Παραρτήματος Ζ στο Τεκμήριο 5) γράφοντας του ότι παρέλαβε το ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερ. 06/07/2011 και ότι σύντομα θα έχει απάντηση. Στις 18/08/2011 ο Κ.Κ. απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στον Αιτητή στο οποίο σημείωνε ότι δεν έλαβε απάντηση στο ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερ. 06/07/2011 (μέρος του Παραρτήματος Ζ στο Τεκμήριο 5). Στις 23/08/2011 ο Αιτητής απέστειλε στον Κ.Κ. τ' ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα (μέρος του Τεκμηρίου 34 και μέρος του Παραρτήματος Ζ στο Τεκμήριο 5): «Αναφερόμενος και εις απάντηση του πιο πάνω μηνύματος σας επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι δεν κατέστη δυνατό να ετοιμάσω την σχετική απάντησή μου στα εγειρόμενα από εσάς θέματα και/ή ζητήματα όπως αυτά εμπεριέχονται στο μήνυμά σας για αυστηρά προσωπικούς λόγους. Θεωρώ σκόπιμο υπό τις περιστάσεις και τις δοσμένες συνθήκες να έχω μία σαφή και ολοκληρωμένη άποψη και εικόνα των ανακειψάντων ζητημάτων. Αυτό ενδεχομένως να ήταν εφικτό εάν προηγούμενως είχα και εγώ την κατάλληλη νομική καθοδήγηση από το νομικό μου σύμβουλο ο οποίος στο παρόν στάδιο απουσιάζει στο εξωτερικό και θα επιστρέψει αρχές Σεπτεμβρίου, ημερομηνία την οποία θα απουσιάζω και εγώ στο εξωτερικό μέχρι τις 19/09/
  4. Ως εκ τούτου δεν θα μπορέσω να ετοιμάσω την σχετική απάντησή μου πριν την τρίτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου
  5. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί και/ή εκληφθεί ότι γίνεται αποδοχή εκ μέρους μου του περιεχομένου του ηλεκτρονικού μηνύματος σας ημερομηνίας 06/07/
  6. Συνεπακόλουθα, αναμένω την θετική σας ανταπόκριση και κατανόηση στην απόλυτα δικαιολογημένη αιτούμενη αναβολή για να τοποθετηθώ ανάλογα ως έχω εξηγήσει προηγούμενως.» Στις 26/09/2011 ο Κ.Κ. με ηλεκτρονικό μήνυμά του προς τον Αιτητή τον κάλεσε όπως μέχρι τις 30/09/2011 έχει την τελική του απάντηση (μέρος του Τεκμηρίου 34). Ο Αιτητής στις 28/09/2011 απέστειλε στον Κ.Κ. τις γραπτές απαντήσεις του στο ερωτηματολόγιο που του απέστειλαν στις 19/05/2011 («το Ερωτηματολόγιο») (Παράρτημα Ε στο Τεκμήριο 5). Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου: «EΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΟΜΙΛΟΥ Προς τον κ. ΧΧΧΧΧ Νικόπουλο, CIF: XXXXX9169 Μετά από οδηγίες από την Διεύθυνση της Υπηρεσίας μας για διερεύνηση υπόθεσης ενασχόλησης σας σε άλλη εργασία χωρίς εκ των προτέρων έγκριση από την Υπηρεσία Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού θα θέλαμε τις απαντήσεις σας στα πιο κάτω ερωτήματα.
  7. Έχεις υπόψη σου την Οργανωτική Εγκύκλιο ΑΔ014, που αφορά την ενασχόληση του προσωπικού του Ομίλου με άλλη εργασία; Ναι.
  8. Γνωρίζεις ότι στην πιο πάνω εγκύκλιο καθορίζεται τι αποτελεί άλλη ενασχόληση και ότι αυτό αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα αν γίνεται χωρίς εκ των προτέρων γραπτή έγκριση της Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού; Ναι.
  9. Ποια η σχέση σου και/ή η εμπλοκή και/ή συμμετοχή σου με την εταιρεία Nicopoulos & Loizides Mgt Cons. Ltd και το Ινστιτούτο Applied Management Consultancy; Καμία σχέση και/ή εμπλοκή και/ή συμμετοχή. Η μόνη σχέση αν αυτό σας ενδιαφέρει η σύζυγος μου είναι Director.
  10. Γιατί εμφανίζεται/εμφανιζόταν το όνομα σου στην ιστοσελίδα της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού Κύπρου, στο Κατάλογο εγκριθέντων προγραμμάτων, σαν Όνομα επικοινωνίας για την πιο πάνω εταιρεία ή/και ινστιτούτο; __ Τυπογραφικό λάθος της συζύγου μου και διορθώθηκε άμεσα μόλις έγινε αντιληπτό.
  11. Απασχολείσαι με οποιοδήποτε τρόπο στο πιο πάνω Ινστιτούτο, διδάσκοντας προσφέροντας υπηρεσίες ή συμμετέχοντας στη διαχείριση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και αν ναι ποιες είναι ακριβώς οι ευθύνες ή/και τα καθήκοντα σου; Όχι.
  12. Ποία ακριβώς είναι η εμπλοκή και/ή συμμετοχή σου στο ινστιτούτο; Καμιά.
  13. Έχεις άλλη δραστηριότητα που συνδέεται με τον τομέα της εκπαίδευσης ή άλλης μορφής ενασχόληση που εμπίπτει στον ορισμό που δίδεται στην πιο πάνω Οργανωτική Εγκύκλιο; Και αν ναι ποια είναι αυτή ακριβώς; Όχι.
  14. Γνωρίζεις ότι ακόμα και αν δεν πληρώνεσαι για κάποιες ενασχολήσεις και πάλι θα πρέπει να λαμβάνεις εκ των προτέρων γραπτή έγκριση από την Υπηρεσία Ανθρωπίνου Δυναμικού για να συμμετέχεις σε αυτές, όσο εργοδοτείσαι από τον Όμιλο; Ναι.
  15. Θέλεις να προσθέσεις κάτι άλλο σχετικό με την υπόθεση αυτή; Εκφράζω την λύπη μου για την ταλαιπωρία και την ψυχολογική αναστάτωση που υπέστηκα τους τελευταίους επτά μήνες για μια ανύπαρκτη υπόθεση και διατηρώ πλήρως όλα μου τα δικαιώματα εάν ήθελε δοθεί συνέχεια.» Στις 07/10/2011 στάληκε στον Αιτητή από τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας επιστολή (Τεκμήριο 6) με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Σας ενημερώνουμε ότι έχουμε σημειώσει τα λεχθέντα μεταξύ εσένα και των Αξιωματούχων της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης στις 18/02/2011 και έχουμε σημειώσει το γεγονός ότι: (α) δεν κατέχεις οποιαδήποτε άλλη εργασία πέραν από αυτήν στον Όμιλο και (β) γνωρίζεις ότι η Τράπεζα θεωρεί πειθαρχικό παράπτωμα την κατοχή από μέλος του προσωπικού οποιασδήποτε άλλης θέσης ή προσφορά των υπηρεσιών του, επί αμοιβή ή μη, είτε άμεσα είτε έμμεσα, πέραν από αυτήν στον Όμιλο, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας. Νοείται ότι, όταν και εφόσον προκύψει θέμα ενασχόλησης σου με άλλη εργασία πέραν από αυτήν στον Όμιλο, θα ακολουθήσεις την διαδικασία όπως αυτή περιγράφεται στην Οργανωτική Εγκύκλιο ΑΔ014.» Στις 23/11/2011 ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας απέστειλε επιστολή στην Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού («η ΑΝΑΔ») (Τεκμήριο 7) με την οποία ζητούσε ενημέρωση κατά πόσον έχουν υλοποιηθεί εγκεκριμένα από την ΑΝΑΔ εκπαιδευτικά προγράμματα κατά την περίοδο 2007-2011 με εκπαιδευτή τον Αιτητή. Στις 19/03/2012 στάληκε από το Γραφείο του Επίτροπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επιστολή (Παράρτημα Θ στο Τεκμήριο 5) προς τον κ. ΙΧΧΧΧ ΠΧΧΧΧ («ο Ι.Π.»), Διευθυντή Μονάδας Κανονιστικής Συμμόρφωσης της Τράπεζας στην οποία γινόταν αναφορά σε επιστολή της Τράπεζας ημερ. 08/03/2012 και με την οποία πληροφορούσε την Τράπεζα ότι η κοινοποίηση των πληροφοριών που ζητά η Τράπεζα από την ΑΝΑΔ σε σχέση με υπάλληλό τους που συμμετέχει ως εκπαιδευτής σε προγράμματα επιχορηγημένα από την ΑΝΑΔ θεωρείται νόμιμη και δεν παραβιάζει τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο του 2001, Ν.138(Ι)/2001). Στις 04/04/2012 ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας απέστειλε επιστολή στην ΑΝΑΔ (Παράρτημα Ι στο Τεκμήριο 5) στην οποία επισύναψε τη γνωμάτευση του Επίτροπου Προσωπικών Δεδομένων και ζήτησε όπως πληροφορηθεί η Τράπεζα αν έχουν υλοποιηθεί εκπαιδευτικά προγράμματα κατά την περίοδο 2007-2011 με εκπαιδευτή τον Αιτητή. Στις 03/05/2012 η ΑΝΑΔ σε επιστολή της προς τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας (Παράρτημα Κ στο Τεκμήριο 5) σημείωσε ότι κατά την περίοδο 2007-2011 εγκρίθηκαν και επιχορηγήθηκαν από την ΑΝΑΔ 77 προγράμματα κατάρτισης με εκπαιδευτή τον Αιτητή και ότι τα 77 εγκριθέντα και επιχορηγηθέντα προγράμματα ήταν ως εξής: (α) 33 Μονοεπιχειρησιακά Προγράμματα Συνεχιζόμενης Κατάρτισης στην Κύπρο που υποβλήθηκαν από επιχειρήσεις, και (β) 44 Πολυεπιχειρησιακά Προγράμματα Συνεχιζόμενης Κατάρτισης - Συνήθη που υποβλήθηκαν από το Ίδρυμα Κατάρτισης «Νicopoullos & Loizides Management Consultants Ltd». Στις 10/07/2012 η Διευθύντρια Εσωτερικής Επιθεώρησης του Ομίλου της Τράπεζας απέστειλε προς τη Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου με κοινοποίηση στον κ. ΔΧΧΧΧ ΗΧΧΧΧ («ο Δ.Η.»), Γενικό Διευθυντή Διεύθυνση Ασφαλιστικών Εργασιών και Ανθρωπίνου Δυναμικού Ομίλου, έγγραφο με αριθμό Υ.Ε.Ε.36/2012 και τίτλο Έκθεση Ενασχόλησης με άλλη εργασία χωρίς έγκριση από την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού («η Έκθεση») (Τεκμήριο 5) στην οποία περιέχονταν οι λεπτομέρειες της έρευνας που έγινε από τον Κ.Κ. και τον Σ.Ρ. σε σχέση με την υπόθεση ενασχόλησης του Αιτητή με εργασία χωρίς έγκριση από την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού, τα ευρήματα, οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα καθώς και η εισήγηση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης. Το Τεκμήριο 5 διαιρείται σε 7 μέρη και σε αυτό επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως Παραρτήματα. Το πρώτο μέρος περιέχει εισαγωγικές σημειώσεις της Διευθύντριας Εσωτερικής Επιθεώρησης Ομίλου σχετικά με την έρευνα που διεξήχθη. Παραθέτουμε πιο κάτω τα μέρη 2 και 3 της Έκθεσης: «II. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ H υπόθεση ενασχόλησης του Α. Νικόπουλου CIF: XXXXX9169 με άλλη εργασία χωρίς εκ των προτέρων έγκριση της Υπηρεσίας Ανθρωπίνου Δυναμικού, διερευνήθηκε σε δύο φάσεις. Σε πρώτη φάση η διερεύνηση διεξήχθη από την Υπηρεσία μας, μετά από οδηγίες της Υπηρεσίας Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού που μας μεταβιβάστηκαν στις 14/02/2011 και προβήκαμε μέχρι τις 28/09/2011, στις πιο κάτω ενέργειες.
  16. Έρευνα στο Έφορο Εταιρειών για την Nicopoulos & Loizides Mgt. Cons. Ltd, CIF:
  17. Έρευνα στο διαδίκτυο των ιστοσελίδων της Αρχής Αν. ΑΔ Κύπρου και του Ινστιτούτου The Institute of Applied Management www.iamcy.com.
  18. Αλληλογραφία με την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού Κύπρου,
  19. Έρευνα των λογαριασμών με CIF:XXXXX9169 και XXXXX7232,
  20. Συνάντηση με τον Α. Νικόπουλο, και
  21. Αλληλογραφία με Α. Νικόπουλο. Από τη διερεύνηση της υπόθεσης τα στοιχεία που διασφαλίσαμε δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικά για να αποδειχθεί η ενασχόληση του συναδέλφου με δεύτερη εργασία. Στη συνέχεια στις 16.02.2011 μας προσκομίστηκαν νέα στοιχεία από την ΥΑΔ τα οποία αξιολογήσαμε και αφορούν τα εξής:
  22. Επιστολή Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ημερ. 19/03/
  23. Επιστολή Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού ημερ. 3/05/
  24. ΙΙ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
  25. Από την έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, Παράρτημα Α' , ο Α. Νικόπουλος δεν εμφανίζεται στην εταιρεία Nicopoulos & Loizides Mgt. Cons. Ltd. Μέτοχοι, διευθυντές γραμματέας της εταιρείας είναι άλλα πρόσωπα.
  26. Από την έρευνα στην ιστοσελίδα της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου, Παράρτημα Β', ο Α. Νικόπουλος αναφέρεται σαν επαφή επικοινωνίας για το ίδρυμα Nicopoulos & Loizides Mgt. Cons. Ltd.
  27. Aπό την έρευνα στην ιστοσελίδα του The Institute of Applied Management δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να εμπλέκει τον Α. Νικόπουλο στις εργασίες του Ινστιτούτου.
  28. Από την έρευνα των λογαριασμών Nicopoulos & Loizides Mgt. Cons. Ltd, CIF: XXXXX7232, βρέθηκαν καταθέσεις πολλών μικρών επιταγών (€400-€500), από διάφορους εκδότες και μερικών μεγάλων ποσών (€5000-6000) με εκδότη της Αρχή Αν. Α.Δ. Κύπρου. Επίσης βρέθηκαν αναλήψεις μέσω επιταγών, στρογγυλών ποσών, €6000-8000 ή και περισσότερα, που εκδίδονται σε διάφορα χρονικά διαστήματα κατά ζεύγη ίδιων ποσών, προς όφελος των Γ. Νικόπουλου η μια και Δ. Λοιζίδης η άλλη.
  29. Από την έρευνα των λογαριασμών Α. & Γ. Νικοπούλου CIF: XXXXX9169 φαίνονται καταθέσεις μετρητών, τα οποία προκύπτουν από εξαργύρωση της μιας εκ των δύο επιταγών που εκδίδει η Nicopoulos & Loizides Mgt. Cons. Ltd, CIF: XXXXX7232 στο όνομα ΓΧΧΧΧ Νικοπούλου και εξαργυρώνονται από τον Α. Νικόπουλο.
  30. Για την χρήση του ονόματος του σαν άτομο επικοινωνίας, στην ιστοσελίδα της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου, ο Α. Νικόπουλος ρωτήθηκε από την Υπηρεσία μας και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο και ότι αυτό θα έγινε από λάθος. Στην παρουσία μας τηλεφώνησε στη σύζυγό του, λέγοντας της ότι πρέπει να φροντίσει να διορθωθεί η ιστοσελίδα της ΑΝΑΔ. Ανέφερε ότι αυτό σύμφωνα με την σύζυγό του ήταν λάθος της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου, λόγω της επαγγελματικής της κάρτας όπου αναφέρεται σαν P.A. Nicopoulos και μας έδωσε αντίγραφο και επισυνάπτεται σαν Παράρτημα Γ'.
  31. Ο Α. Νικόπουλος στη συνέντευξη που είχαμε υποστήριξε ότι δεν έχει άλλη ενασχόληση και ότι δεν διδάσκει στο Ινστιτούτο της γυναίκας του. Όταν ρωτήθηκε αν παρουσιάστηκε ποτέ σε τάξη του Ινστιτούτου, απάντησε ότι αν έγινε ποτέ κάτι τέτοιο θα ήταν υπό την ιδιότητα του Προέδρου Συνδέσμου Marketing Λεμεσού. Περισσότερα αναφέρονται στα πρακτικά της συνάντησης τα οποία επισυνάπτονται σαν Παράρτημα Δ'.» Στο τέταρτο μέρος της Έκθεσης αναφέρεται στη συνάντηση που είχαν ο Κ.Κ. και ο Σ.Ρ. με τον Αιτητή στις 18/02/2011, στη μη υπογραφή των σχετικών πρακτικών της εν λόγω συνάντησης από τον Αιτητή και την ετοιμασία και την αποστολή του Ερωτηματολογίου προς τον Αιτητή στις 18/05/2011 και την αλληλογραφία που μεσολάβησε μέχρι τη συμπλήρωση και την αποστολή του συμπληρωμένου Ερωτηματολογίου από τον Αιτητή στις 28/09/
  32. Στο πέμπτο μέρος της Έκθεσης αναγράφεται ότι τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους στην πρώτη φάση της έρευνας δεν ήταν ικανοποιητικά για να αποδειχθεί ότι ο Αιτητής ασχολείτο με δεύτερη εργασία και ότι λόγω του ότι αρκετές από τις επιταγές του Ινστιτούτου προέρχονταν από την ΑΝΑΔ άλλες υπηρεσίες της Τράπεζας αποτάθηκαν στον Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων και στην ΑΝΑΔ ώστε να εξασφαλιστεί πληροφόρηση κατά πόσο ο Αιτητής συμμετείχε σε εκπαιδευτικά προγράμματα από το 2007 μέχρι
  33. Παραθέτουμε πιο κάτω το έκτο και το έβδομο μέρος της Έκθεσης. «VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Δεδομένων και των αδιαμφισβήτητων στοιχείων που λήφθηκαν από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου, αποδεικνύεται ότι ο ΧΧΧΧΧ Νικόπουλος, CIF: XXXXX9169, ασχολείτο με δεύτερη εργασία, αυτή του εκπαιδευτή προγράμματος κατάρτισης στο Ίδρυμα Κατάρτισης "Nicopoulos & Loizides Management Consultants Ltd". Αυτό το έπραττε χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού, ακόμη και κατά το διάστημα της έρευνάς μας, η οποία ξεκίνησε τον Φεβρουάριο 2011, παρά το γεγονός ότι:
  34. Του δόθηκε ικανοποιητική ενημέρωση για το θέμα, μέσα από την διερεύνηση αυτήν, αλλά και από τουλάχιστον δύο εσωτερικά σημειώματα της Υπηρεσίας Ανθρωπίνου Δυναμικού που απευθύνονταν σε όλο το προσωπικό.
  35. Του δόθηκε ικανοποιητικός χρόνος να αιτηθεί έγκρισης για την ενασχόληση του αυτή, χωρίς να το πράξει. Θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Α. Νικόπουλος δεν ήταν συνεργάσιμος κατά την διάρκεια της έρευνας και εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι ψευδόταν και προσπαθούσε να μας παραπλανήσει και να παρακωλύσει την έρευνα. VΙI. EΙΣΗΓΗΣΗ Για τους πιο πάνω λόγους εισηγούμαστε η έκθεση μας να εξετασθεί από την Υπηρεσία Ανθρωπίνου Δυναμικού, καθώς προκύπτουν πειθαρχικά παραπτώματα εκ μέρους του Α. Νικόπουλου που αφορούν:
  36. Tην ενασχόληση του με άλλη εργασία χωρίς εκ των προτέρων έγκριση από την Υπηρεσία Ανθρωπίνου Δυναμικού, κατά παράβαση της Οργανωτικής Εγκύκλιου ΑΔ014, Ενασχόληση Μελών του Προσωπικού του Ομίλου της Ελληνικής Τράπεζας με άλλη Εργασία.
  37. Παραβίαση του Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας, Σελίδα 5, Παράγραφος Συνεργασία, καθώς δεν συνεργάστηκε και απέκρυψε πληροφορίες από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου, κατά την διερεύνηση του θέματος.
  38. Παραβίαση του Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας, Σελίδα 9, Παράγραφος: Εξωτερική Ιδιωτική Απασχόληση, Συνεργασίες, σε σχέση με ανάμιξη με πρόσθετες εργασίες χωρίς εκ των προτέρων έγκριση από την Υπηρεσία Ανθρωπίνου Δυναμικού.
  39. Παραβίαση του Κώδικα Υπηρεσίας, Σελίδα 1, Άρθρο 2, Παράγραφος 13 και Σελίδα 3, Άρθρο 7, Παράγραφος Στ. σε σχέση με άσκηση επιχειρήσεως για ίδιον λογαριασμό, χωρίς έγκριση από την Γενική Διεύθυνση.
  40. Παραβίαση του Συμβολαίου Εργοδοτήσεως του, ημερομηνίας 01/06/1990, Άρθρο 3 των Υποσχέσεων, ότι δεν θα κατέχει άλλη θέση και δεν θα ασχολείται με άλλη εργασία, χωρίς εγγράφου αδείας της Τράπεζας.» Στις 24/08/2012 παραδόθηκε στον Αιτητή επιστολή της Τράπεζας ημερ. 22/08/2012 η οποία υπογράφεται από τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού (Τεκμήριο 10) και στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω: «Σας ενημερώνουμε ότι η Υπηρεσία Εσωτερικής Επιθεώρησης του Ομίλου κατόπιν οδηγιών από την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού, διεξήγαγε έρευνα (Αρ. Έρευνας/ Υ.Ε.Ε.36/2012) για διερεύνηση πιθανής ενασχόλησης σας με άλλη εργασία πέραν από αυτήν στον Όμιλο χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας. Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, διαπιστώθηκε η ενασχόληση σας με άλλη εργασία πέραν αυτήν στον Όμιλο χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας όπως προνοούν οι κανονισμοί της, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου οι οποίες δόθηκαν από εσάς στα αρχικά στάδια της διερεύνησης. Συγκεκριμένα,
  41. Σε συνάντηση σας στις 18/02/2011 με Αξιωματούχους της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης καθώς και στις γραπτές σας απαντήσεις στα ερωτήματα τους, τις οποίες αποστείλατε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 28/09/2011, τους διαβεβαιώσατε για τα ακόλουθα: (α) ότι δεν παρέχετε οποιαδήποτε διδασκαλία στο Ινστιτούτο Applied Management Consultancy της εταιρείας Nicopoulos & Loizides Management Cons. Ltd και ούτε έχετε οποιαδήποτε άλλη ανάμιξη στις δραστηριότητες του Ινστιτούτου, και, (β) ότι γνωρίζετε ότι η Τράπεζα θεωρεί πειθαρχικό παράπτωμα την κατοχή από μέλος του προσωπικού οποιασδήποτε άλλης θέσης ή προσφορά των υπηρεσιών του, επί αμοιβή ή μη, είτε άμεσα είτε έμμεσα πέραν από αυτήν στον Όμιλο, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας.
  42. Σε διερεύνηση του θέματος στην οποία έχει προβεί η Υπηρεσία Εσωτερικής Επιθεώρησης προς εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων, διαπιστώθηκε ότι κατά την περίοδο 2007 - 2011 εγκρίθηκαν από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού 77 προγράμματα με εκπαιδευτή εσάς τον ίδιον (33 Μονοεπιχειρησιακά Προγράμματα Συνεχιζόμενης- Κατάρτισης στην Κύπρο που υποβλήθηκαν από επιχειρήσεις και 44 Πολυεπιχειρησιακά Προγράμματα Συνεχιζόμενης Κατάρτισης - Συνήθη που υποβλήθηκαν από το Ίδρυμα Κατάρτισης «Nicopoulos & Loizides Management Consultants Ltd»).
  43. Τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι αποκρύψατε ή/και σχετικά με την ενασχόληση σας με άλλη εργασία πέραν από αυτήν στον Όμιλο και δεν υπήρχε η απαιτούμενη συνεργασία με τους εσωτερικούς ελεγκτές / Αξιωματούχους της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης οι οποίοι διεξήγαγαν την έρευνα εκ μέρους του Ομίλου. Οι πιο πάνω ενέργειες αποτελούν παράβαση των υπηρεσιακών σας υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κώδικα Υπηρεσίας ή/και τον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας του Ομίλου και στη/από Σύμβαση Εργασίας ή/και των εσωτερικών κανονισμών, διαδικασιών, εγκυκλίων, εγχειριδίων ή/και οδηγιών της Διεύθυνσης του Ομίλου. Βάσει της παραγράφου 6.4 του Πειθαρχικού Κώδικα του Ομίλου Ελληνικής Τράπεζας, απαιτείται όπως υποβάλετε γραπτώς στον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου εντός δέκα
(10)εργάσιμων ημερών από της κοινοποιήσεως της παρούσης σε σας, τις θέσεις και/ή την απολογία σας, αναφορικά με το πιο πάνω πειθαρχικό παράπτωμα.» Ο Αιτητής στις 03/09/2012 με επιστολή του προς τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας (Τεκμήριο 11) ζήτησε όπως του δοθεί μια παράταση 7 επιπρόσθετων εργάσιμων ημερών για να αποστείλει τις θέσεις του και/ή την απολογία του αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 «καθ' ότι σοβαρό πρόβλημα» δεν του επιτρέπει να το πράξει μέσα στην καθοριζόμενη από το Τεκμήριο 10 προθεσμία. Ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας με επιστολή του ημερ. 04/09/2012 (Τεκμήριο 12) ενημέρωσε τον Αιτητή ότι του παραχωρείται παράταση μέχρι τις 18/09/
  1. Στις 18/09/2012 ο δικηγόρος του Αιτητή, κ. ΣΧΧΧΧ ΜΧΧΧΧ («ο Σ.Μ.»), απέστειλε τηλεομοιότυπο στην Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας (Τεκμήριο 13) στο οποίο σημείωνε τα εξής: «
  2. Ο κ. Νικόπουλος προσκόμισε στο γραφείο μας αλληλογραφία της Υπηρεσίας σας με τον ίδιο, που αν αντιληφθήκαμε σωστά, διεξήχθη ή διεξάγεται έρευνα εναντίον του για πειθαρχικό παράπτωμα.
  3. Τέθηκε υπόψη μας από τον κ. Νικόπουλο επιστολή σας ημερομηνίας 22/08/2012, με την οποία του ζητείτε να υποβάλει γραπτώς τη θέση του και/ ή την απολογία του για πειθαρχικό παράπτωμα.
  4. Επειδή έχουμε υπόψη μας και επιστολή σας ημερομηνίας 07/10/2011, με το περιεχόμενο της οποίας σχηματίσαμε την εντύπωση ότι η έρευνα σας στο στάδιο εκείνο είχε ολοκληρωθεί, θα παρακαλούσαμε να μας εξηγήσετε τί ακριβώς συμβαίνει, ώστε να συμβουλεύσουμε ανάλογα τον πελάτη μας. Αν δηλαδή πρόκειται για νέα υπόθεση εναντίον του ή αν επανήλθατε στην παλιά.
  5. Αντιλαμβάνεστε ότι δεν θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε και να συμβουλεύσουμε τον πελάτη μας επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού η επιστολή σας ημερομηνίας 07.10.2011 μας δίνει την εντύπωση ότι το όλο θέμα έληξε.» Η Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού δεν απάντησε στο Τεκμήριο
  6. Ούτε η Πειθαρχική Επιτροπή απάντησε με οποιοδήποτε τρόπο στα ερωτήματα του δικηγόρου του Αιτητή που περιέχονται στο Τεκμήριο
  7. Στις 21/09/2012 ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας απέστειλε στον Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 14) στην οποία, αφού σημείωνε ότι δεν είχε απαντήσει στο Τεκμήριο 10, του ζητούσε όπως μέχρι τις 25/09/2012 τους ενημερώσει για τις θέσεις και/ή την απολογία του αναφορικά με το υπό αναφορά πειθαρχικό παράπτωμα και τον ενημέρωνε ότι σε αντίθετη περίπτωση η Πειθαρχική Επιτροπή θα προχωρούσε σύμφωνα με την πρόνοια 6.5 του Πειθαρχικού Κώδικα στη συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας για έκδοση απόφασης. Στις 25/09/2012 ο Αιτητής απέστειλε την ακόλουθη επιστολή (Τεκμήριο 15) στον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας: «Αναφέρομαι στις επιστολές σας ημερομηνίας 22/08/2012 & 21/09/2012 και υποβάλλω τις θέσεις μου, όπως μου υποδεικνύετε με βάση την παράγραφο 6.4 του Πειθαρχικού Κώδικα.
  8. Έχω την άποψη ότι στο στάδιο της διεξαγωγής έρευνας εναντίον μου, δεν τηρήθηκε ακριβώς η προβλεπόμενη διαδικασία, που μεταξύ άλλων είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σε μένα της εντύπωσης ότι η όλη υπόθεση έληξε με την επιστολή σας ημερομηνίας 07/10/
  9. Ανεξάρτητα και πέραν των πιο πάνω, απαντώ στην ουσία της εναντίον μου κατηγορίας. α) Τα προγράμματα στα οποία αναφέρεστε, υποβλήθηκαν και υλοποιήθηκαν από το Ίδρυμα «Nicopoulos & Loizides Management Consultants Ltd» στο οποίο όπως γνωρίζετε η σύζυγος μου είναι μέτοχος και Director. β) Η οποιαδήποτε ανάμειξη μου στην πιο πάνω δραστηριότητα είναι στα πλαίσια των οικογενειακών μου υποχρεώσεων και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί και/ή ερμηνευτεί ότι αφορά εκ μέρους μου παροχή υπηρεσιών ε' αμοιβή ή μη σε άτομο φυσικό, οργανισμό ή εταιρεία. (γ) Αναφέρω ότι δεν είχα οιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη συμμετοχή μου στα αναφερόμενα προγράμματα και προσωπικά το θεώρησα ότι ήταν ένα μέσο δικής μου εμπειρίας και επιμόρφωσης. Επιφυλάσσομαι για περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες στην περίπτωση που η Πειθαρχική Επιτροπή θα κρίνει αναγκαίο να με καλέσει σε προσωπική ακρόαση.» Στις 02/10/2012 η Πειθαρχική Επιτροπή συνεδρίασε σε σχέση με την πειθαρχική δίωξη του Αιτητή. Στις 05/10/2012 δόθηκε στον Αιτητή από την Τράπεζα επιστολή (Τεκμήριο 36) με θέμα «Κατηγορία για διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων - Κατηγορητήριο ημερ. 22/08/2012 της Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου-Κύπρου» και στην οποία αναγραφόταν ότι ο Αιτητής βάσει των κανονισμών του Πειθαρχικού Κώδικα της Τράπεζας καλείτο σε προσωπική ακρόαση ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 16/10/2012 η ώρα 16:
  10. Στις 16/10/2012 o Αιτητής παρουσιάστηκε στη συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής μαζί με τον δικηγόρο του Σ.Μ.. Η Πειθαρχική Επιτροπή απαρτιζόταν από τον κ. ΘΧΧΧΧ ΘΧΧΧΧ («o Θ.Θ.»), Πρόεδρο, την κα ΓΧΧΧΧ ΜΧΧΧΧ («η Γ.Μ.»), Μέλος, τον κ. ΓΧΧΧΧ ΚΧΧΧΧ («ο Γ.Κ.»), Μέλος και τον κ. ΧΧΧΧΧ ΚΧΧΧΧ («ο Χ.Κ.»), Μέλος-Εκπρόσωπος ΕΤΥΚ. Στην εν λόγω συνεδρία μόνο ο Αιτητής κλήθηκε από την Πειθαρχική Επιτροπή να παραστεί. Δεν κλήθηκαν άλλα πρόσωπα ως μάρτυρες και κανένα άλλο πρόσωπο δεν έδωσε προφορική μαρτυρία κατά την εν λόγω συνεδρία. Στις 23/10/2012 ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού με επιστολή του (Τεκμήριο 18) ενημέρωσε τον Αιτητή ότι σε συνέχεια της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής με ημερ. 16/10/2012 «αναφορικά με τη διάπραξη πειθαρχικού/ών παραπτώματος/των ως το κατηγορητήριο της Υπηρεσίας» Ανθρώπινου Δυναμικού ημερ. 22/08/2012, η Τράπεζα τερματίζει την απασχόλησή του αμέσως. Στις 30/10/2012 ο δικηγόρος του Αιτητή, Σ.Μ., με επιστολή του (Τεκμήριο 19) προς τον Θ.Θ., σημείωνε ότι κατά παράβαση των προνοιών του Πειθαρχικού Κώδικα και των βασικών αρχών της φυσικής δικαιοσύνης δεν κοινοποιήθηκαν στον Αιτητή (α) το κείμενο της αιτιολογημένης απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 16/10/2012 και (β) τα πρακτικά της συνεδρίασης της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 16/10/
  11. Στις 30/10/2012 ο δικηγόρος του Αιτητή, Σ.Μ., με επιστολή του προς τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας (Τεκμήριο 20) σημειώνει ότι δεν αποστάληκε στον Αιτητή η αιτιολογημένη απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 16/10/
  12. Στις 02/11/2012 οι δικηγόροι της Τράπεζας απέστειλαν στον δικηγόρο του Αιτητή, Σ.Μ., επιστολή (Τεκμήριο 21) στην οποία επισύναψαν την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 16/10/2012 (Τεκμήριο 17) και τα πρακτικά της συνεδρίασης της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 16/10/2012 (Τεκμήριο 16). Στις 05/11/2012 ο νέος δικηγόρος του Αιτητή, κ. ΣΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ («ο Σ.Α.») απέστειλε προς τον Πρόεδρο Επιτροπής Εφέσεων της Τράπεζας (Τεκμήριο 26) έφεση εναντίον της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 16/10/2012 σχετικά με τον Αιτητή. Στις 09/11/2012 ο Σ. Μ. απέστειλε επιστολή προς τον Θ.Θ. (Τεκμήριο 22) σχετικά με τα πρακτικά της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 16/10/2012 που του αποστάληκαν (Τεκμήριο 16) με την οποία αμφισβητούσε το περιεχόμενο των εν λόγω πρακτικών και σημείωνε με κάποιες συγκεκριμένες αναφορές τους λόγους που σύμφωνα με αυτόν σ' αυτά δεν περιέχονται τα γεγονότα όπως έλαβαν χώρα στην εν λόγω συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής. Στις 12/11/2012 συνεδρίασε η Επιτροπή Εφέσεων της Τράπεζας. Την ίδια ημερομηνία ο δικηγόρος του Αιτητή, Σ.Α., καταχώρησε συμπληρωματική ειδοποίηση έφεσης (Τεκμήριο 27). Στις 26/11/2012 η Επιτροπή Εφέσεων της Τράπεζας απέστειλε στον δικηγόρο του Αιτητή, Σ.Α., επιστολή (Τεκμήριο 28) στην οποία (α) σημείωνε ότι ο Αιτητής καλείται σε προσωπική ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Εφέσεων στις 07/12/2012 και (β) επισυναπτόταν
(1)επιστολή ημερ. 03/05/2012 από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού προς την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας (Παράρτημα Κ στο Τεκμήριο 5) και
(2)«Ερωτηματολόγιο Έρευνας Εσωτερικής Επιθεώρησης Ομίλου» με τις απαντήσεις του Αιτητή (Παράρτημα Ε στο Τεκμήριο 5). Στις 07/12/2012 ο Αιτητής παρουσιάστηκε στην Επιτροπή Εφέσεων με τους δικηγόρους του, κ. ΑΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ («ο Α.Α.») και Σ.Α. Η Επιτροπή Εφέσεων απαρτιζόταν από τον Δρ. ΜΧΧΧΧ ΚΧΧΧΧ («ο Μ.Κ.») Πρόεδρο, τον Δ.Η., Μέλος, τον κ. ΜΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ («ο Μ.Χ.»), Μέλος και τον κ. ΠΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ («ο Π.Χ.»), Μέλος-Εκπρόσωπος ΕΤΥΚ. Στις 12/12/2012 η Επιτροπή Εφέσεων με επιστολή της (Τεκμήριο 30) κάλεσε ξανά τον Αιτητή σε προσωπική ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Εφέσεων στις 17/12/
  1. Στις 17/12/2012 ο Αιτητής παρεβρέθηκε σε συνεδρία της Επιτροπής Εφέσεων με τους δικηγόρους του, Α.Α. και Σ.Α.. Στις 19/12/2012 η Επιτροπή Εφέσεων με επιστολή της (Τεκμήριο 32) αφού ενημέρωσε τον Αιτητή και τους δικηγόρους του ότι με πλειοψηφία τριών προς έναν των Μελών της αποφάσισε ότι η απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής με την οποία επιβλήθηκε η ποινή απόλυσης στον Αιτητή «παραμένει και ισχύει» σημείωσε τα πιο κάτω: «Η Επιτροπή Εφέσεων καταλήγει στην πιο πάνω απόφαση αφού μελέτησε την υπόθεση, περιλαμβανομένων των σχετικών με αυτήν γεγονότων και εγγράφων, από την έκθεση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επιθεώρησης Ομίλου, κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής και μέχρι και τα ενώπιον της στοιχεία και αναφορές, περιλαμβανομένου του περιεχομένου της ειδοποίησης έφεσής σας ημερομηνίας 05/11/2012 και της συμπληρωματικής ειδοποίησης έφεσής σας ημερομηνίας 12/11/2012 (από κ.κ. Ανδρέα και Σίμο Αγγελίδη, Δικηγόροι) και λαμβανομένων υπόψη της στάσης που τήρησε ο κ. Α. Νικόπουλος και τη συμπεριφορά του, ανά πάσα σχετική στιγμή σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Σημειώνεται η παρουσία σας κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Εφέσεων στις 07/12/2012, ως ο κανονισμός 11.6 στον Πειθαρχικό Κώδικα του Ομίλου, οπόταν ζητήσατε όπως παρουσιαστείτε εκ νέου και εν πάση περιπτώσει πριν τη λήψη απόφασης στην παρούσα έφεση από την Επιτροπή Εφέσεων, εξ ου κληθήκατε από την Επιτροπή Εφέσεων και παρουσιαστήκατε στην ανωτέρω αναφερόμενη συνεδρίασή της στις 17/12/2012.» Η Πειθαρχική Επιτροπή και η Επιτροπή Εφέσεων δεν διαχώρισαν ποια και ποσά από τα 77 σεμινάρια που αναφέρει η ΑΝΑΔ έγιναν μετά τις 05/05/
  2. Το Τεκμήριο 5 δεν είχε δοθεί στον Αιτητή πριν τις 17/12/
  3. Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €3.411,
  4. Ο Αιτητής λάμβανε κάθε χρόνο 13ο μισθό. Ο Αιτητής δεν υπέβαλε ποτέ αίτημα στην Τράπεζα για να του δοθεί άδεια να εξασκεί άλλη εργασία εκτός από αυτήν που είχε στην Τράπεζα. Ο Αιτητής καταχώρησε στις 23/04/2013 την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς και ισχυρίζεται ότι η απόλυσή του είναι παράνομη και αδικαιολόγητη και εξαιτείται αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, νόμιμο τόκο, έξοδα πλέον ΦΠΑ. Η Τράπεζα με το έγγραφο εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν καθ' όλα νόμιμη και ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν την απόλυση του Αιτητή ήταν νόμιμη και σύμφωνα με τους Κανονισμούς και τον Πειθαρχικό Κώδικα της Τράπεζας και κατά τη διάρκεια της οποίας υπήρξε πλήρης σεβασμός του δικαιώματος του Αιτητή για ακρόαση. Υποστηρίζει ότι η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Αιτητής ασχολείτο με άλλη εργασία πέραν της εργασίας του στην Τράπεζα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας και της απόκρυψης του γεγονότος αυτού από την Τράπεζα παραβιάζοντας τους όρους εργασίας του ως αυτοί προβλέπονται από τον Κώδικα Υπηρεσίας, τον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας, την Σύμβαση Εργοδότησης και των εσωτερικών κανονισμών και εγκυκλίων της Διεύθυνσης της Τράπεζας. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Βάρος Απόδειξης Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») «.ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν των Άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου. Στην παρούσα περίπτωση, η Τράπεζα έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Τράπεζα, θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στο έγγραφο εμφάνισής της, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχονται στον Αιτητή τα δικαιώματα αποζημίωσης και πληρωμής αντί προειδοποίησης. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για την Τράπεζα ήταν ο Σ.Ρ.. Κατέθεσε ότι στις 14/02/2011 έλαβε οδηγίες από την Διεύθυνση της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου όπως προβεί με τον Κ.Κ. σε έρευνα για πιθανή ενασχόληση του Αιτητή με άλλη εργασία πέραν της εργασίας του στην Τράπεζα (πιο συγκεκριμένα, για εμπλοκή και συμμετοχή του Αιτητή στην εταιρεία Νicopoullos & Loizides Μanagement Consultants Limited και στο Institute of Applied Management) χωρίς να λάβει την προηγούμενη συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας κατά παράβαση των Τεκμηρίων 1, 2, 3 και
  1. Ήταν η θέση του ότι μαζί με τον Κ.Κ. προέβηκαν σε σειρά ενεργειών και μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ετοίμασαν την Έκθεση στην οποία καταγράφηκαν οι ενέργειες, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα τους και η οποία Έκθεση στάλθηκε από την Διευθύντρια Εσωτερικής Επιθεώρησης του Ομίλου προς την τότε Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου. Υποστήριξε ότι η έρευνα έγινε σε δύο στάδια. Ότι στις 18/02/2011 στη συνάντηση που είχε αυτός και ο Κ.Κ. με τον Αιτητή τον ενημέρωσαν ότι έλαβαν οδηγίες για διερεύνηση πιθανής ενασχόλησής του σε άλλη εργασία χωρίς εκ των προτέρων έγκριση και υπέβαλαν συγκεκριμένες ερωτήσεις στον Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης κρατήθηκαν σημειώσεις και στη συνέχεια καταγράφηκαν τα πρακτικά της συνάντησης τα οποία ακολούθως στάληκαν στον Αιτητή για επιβεβαίωση των λεχθέντων και υπογραφή. Ήταν η θέση του ότι η διαδικασία επεξηγήθηκε στον Αιτητή κατά τη συνάντηση και σημείωσε ότι τα εν λόγω πρακτικά επισυνάπτονται ως Παράρτημα Δ στο Τεκμήριο
  2. Είπε ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να υπογράψει τα εν λόγω πρακτικά. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην αλληλογραφία μεταξύ του Αιτητή και του Κ.Κ. από τις 25/05/2011 μέχρι τις 26/09/2011 και στις υπόλοιπες ενέργειες που έγιναν κατά την πρώτη φάση της έρευνας όπως έρευνα στους λογαριασμούς της εταιρείας Νicopoullos & Loizides Management Consultants Limited και στον κοινό λογαριασμό του Αιτητή με τη σύζυγό του. Ανέφερε ότι με βάση όλα τα στοιχεία που εξασφάλισαν μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2011 δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν κατά πόσο ο Αιτητής ασχολείτο με δεύτερη εργασία και στις 07/10/2011 ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας απέστειλε στον Αιτητή το Τεκμήριο
  3. Χαρακτήρισε το εν λόγω Τεκμήριο ως προειδοποιητική επιστολή με την οποία η Τράπεζα σημείωνε τις θέσεις που προέβαλε ο Αιτητής σε σχέση με την έρευνα που διεξαγόταν και τον ενημέρωνε για τη διαδικασία που πρέπει να κάνει για να λάβει άδεια σε περίπτωση που ασχολείται με δεύτερη εργασία. Ισχυρίστηκε ότι στη συνέχεια σε δεύτερο στάδιο (η δεύτερη φάση της έρευνας) το Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού και η Υπηρεσία Κανονιστικής Συμμόρφωσης της Τράπεζας αποτάθηκαν στον Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων και στην ΑΝΑΔ ώστε να εξασφαλίσουν πληροφόρηση κατά πόσο ο Αιτητής συμμετείχε ως εκπαιδευτής σε προγράμματα επιχορηγημένα από την ΑΝΑΔ. Στις 03/05/2012 η Τράπεζα έλαβε από την ΑΝΑΔ το Παράρτημα Κ στο Τεκμήριο
  4. Μετά τα πιο πάνω η έρευνά τους ολοκληρώθηκε και ετοιμάστηκε η Έκθεση (Τεκμήριο 5) η οποία στάλθηκε προς την τότε Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου για να εξεταστεί από την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού καθότι υπήρχαν στοιχεία που υποστήριζαν ότι ο Αιτητής είχε διαπράξει τα πειθαρχικά παραπτώματα που αναφέρονται στην Έκθεση. Σημείωσε ότι στον Αιτητή δόθηκε ικανοποιητικός χρόνος κατά την έρευνα για να αιτηθεί έγκρισης από την Τράπεζα για την ενασχόλησή του αυτή αλλά δεν το έπραξε και ότι ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν ήταν συνεργάσιμος και εκ του αποτελέσματος διαφάνηκε ότι ψευδόταν και προσπαθούσε να παραπλανήσει και να καθυστερήσει με κάθε τρόπο την έρευνα. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι αυτός ήταν εμπλεκόμενος μόνο στο κομμάτι που αφορούσε την έρευνα που διενήργησε η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας. Σημείωσε ότι σε μία έρευνα δεν δίνεται αρίθμηση εκτός αν προκύψει θέμα πειθαρχικού παραπτώματος. Επέμενε ότι η έρευνα σχετικά με τον Αιτητή ήταν μια και ότι έγινε σε δύο στάδια, το πρώτο κατά το οποίο δεν εξασφαλίστηκαν ικανοποιητικά στοιχεία και το δεύτερο κατά το οποίο εξασφαλίστηκαν τα στοιχεία από την ΑΝΑΔ που οδήγησαν στην Έκθεση Τεκμήριο
  5. Υποστήριξε ότι η έρευνα σχετικά με τον Αιτητή δεν τελείωσε εντός 30 ημερών όπως προβλέπει ο Πειθαρχικός Κώδικας λόγω του ότι ο Αιτητής κωλυσιεργούσε τις διαδικασίες για μήνες με τη στάση του και σημείωσε ότι ο Κώδικας προβλέπει για ολοκλήρωση της έρευνας εντός 30 ημερών όπου αυτό είναι δυνατό και ότι η ολοκλήρωση μιας έρευνας εξαρτάται από τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης. Ήταν η θέση του ότι στο πρώτο στάδιο της έρευνας δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα στοιχεία από την ΑΝΑΔ καθότι σε επικοινωνία που είχαν με την ΑΝΑΔ, η ΑΝΑΔ δεν τους έδιδε τα στοιχεία επικαλούμενη τη νομοθεσία των προσωπικών δεδομένων. Υποστήριξε ότι αυτοί στο πρώτο στάδιο της έρευνας δεν είχαν ολοκληρώσει την έρευνά τους και ότι απλώς ανέφεραν στη Διεύθυνση της Τράπεζας πού είχαν καταλήξει για να προβεί αυτή στις οποιεσδήποτε ενέργειες ήθελε. Ήταν η θέση του ότι ο τρόπος που ο Αιτητής χειριζόταν τις επιταγές που κατατίθονταν στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας Νicopoullos & Loizides Management Consultants Ltd και η εξαργύρωση από τον Αιτητή των επιταγών σε μετρητά που εξέδιδε η εταιρεία Νicopoullos & Loizides Management Consultants Ltd στο όνομα της συζύγου του και η κατάθεση αυτών των μετρητών στον κοινό λογαριασμό που είχε ο Αιτητής με τη σύζυγό του δεν συνιστούσε πειθαρχικό παράπτωμα αλλά, κατά τη δική του άποψη, η κατάθεση των επιταγών της ΑΝΑΔ στον λογαριασμό της εταιρείας και μετά η έκδοση επιταγών για το ίδιο ποσό στους δύο μετόχους της εταιρείας και η εξαργύρωση της επιταγής της συζύγου του Αιτητή και η κατάθεση των μετρητών στον κοινό λογαριασμό του Αιτητή με τη σύζυγό του μπορεί να θεωρηθεί ως αμοιβή. Σημείωσε ότι αυτοί διερευνούσαν παράπτωμα για εργασία με αμοιβή και ανέφερε ότι η ημερομηνία 16/02/2011 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 5 ως η ημερομηνία που δόθηκε στο Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου η επιστολή της ΑΝΑΔ ότι είναι λανθασμένη και ότι η σωστή ημερομηνία είναι 16/05/
  6. Ο Θ.Θ. ήταν ο δεύτερος μάρτυρας της Τράπεζας. Κατέθεσε ότι τον Αύγουστο του 2012 η Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας με βάση τα ευρήματα έρευνας που έγιναν κατέληξε ότι ο Αιτητής ασχολείτο με άλλη εργασία πέραν από αυτή στην Τράπεζα χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας δηλαδή ότι διέπραξε το εν λόγω πειθαρχικό παράπτωμα και ως αποτέλεσμα ξεκίνησε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Αιτητή με την αποστολή σε αυτόν του Τεκμηρίου
  7. Ότι η Πειθαρχική Επιτροπή αφού έλαβε την επιστολή του Αιτητή Τεκμήριο 15 κάλεσε τον Αιτητή σε προσωπική ακρόαση στις 16/10/2012 για να προβεί σε τυχόν διευκρινίσεις αναφορικά με την απάντησή του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 τα πρακτικά της συνεδρίασης της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 16/10/2012 σε σχέση με τον Αιτητή. Ήταν η θέση του ότι στις 16/10/2012 μετά που ο Αιτητής με τον δικηγόρο του αποχώρησαν η Πειθαρχική Επιτροπή προχώρησε στην έκδοση της απόφασής της. Ότι για τον σκοπό αυτό τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής έλαβαν υπόψη τους όλα τα γεγονότα και στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους, τις θέσεις και την όλη στάση και συμπεριφορά του Αιτητή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι κατέληξαν ότι το πειθαρχικό παράπτωμα στο οποίο υπέπεσε ο Αιτητής ήταν τέτοιας σοβαρότητας που κλόνιζε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της Τράπεζας στο πρόσωπο του Αιτητή και ότι η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης κατέστη αδύνατη. Ότι για αυτό τον λόγο αποφάσισαν να επιβάλουν στον Αιτητή την πειθαρχική ποινή της απόλυσης. Υποστήριξε ότι ο συλλογισμός και η αιτιολογία για την οποία επιβλήθηκε η ποινή της απόλυσης στον Αιτητή καταγράφονται στις παραγράφους 11 μέχρι 18 της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής (Τεκμήριο 17). Παραθέτουμε πιο κάτω τις εν λόγω παραγράφους: «
  8. Στην παράγραφο 2(γ) της Απάντησης ο Υπάλληλος αναφέρει ότι «δεν είχα οιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη συμμετοχή μου στα αναφερόμενα προγράμματα» και συνεχίζει «και προσωπικά το θεώρησα ότι ήταν ένα μέσο δικής μου εμπειρίας και επιμόρφωσης», που είναι ή/και μπορεί εύλογα να θεωρηθεί παραδοχή του Υπαλλήλου.
  9. Ο Υπάλληλος, παρόλο ότι γνώριζε και εν πάση περιπτώσει ενημερώθηκε για την προβλεπόμενη και απαιτούμενη διαδικασία στην ΑΔ014, δεν την ακολούθησε, πρωτίστως δεν έλαβε την προβλεπόμενη και απαιτούμενη έγκριση για ενασχόληση με άλλη εργασία.
  10. Κατ' επέκταση και βάσει της ΑΔ014, ανεξαρτήτως αν ενασχόληση υπαλλήλου του Ομίλου με άλλη εργασία είναι «επί αμοιβή ή μη» και ασχέτως του χρόνου για τον οποίο διενεργείται τέτοια ενασχόληση, οι ΑΔ014 ισχύει και οι διαδικασίες της εφαρμόζονται και πρέπει να τηρούνται.
  11. Ο Υπάλληλος, παρά τα λεχθέντα του ή/και εν πάση περιπτώσει, δεν συνεργάζεται με αρμόδια πρόσωπα-συναδέλφους του στην Τράπεζα: - προς ενίσχυση ή/και απόδειξη της θέσης του. - σε αντίθεση με σχετικούς όρους ή/και κανονισμούς ή/και διαδικασίες που διέπουν τη σύμβαση εργοδότησής του στον Όμιλο ή/και στον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας του Ομίλου, ή/και κατά παράβαση αυτών, ιδιαίτερα του κανονισμού στον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας του Ομίλου που αναφέρεται στις «Σχέσεις / Συμπεριφορά μέσα στον Όμιλο» και προνοεί, μεταξύ άλλων, «Συνεργαζόμαστε στο μέγιστο βαθμό με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς ελεγκτές, υπαλλήλους συμμόρφωσης και ασφάλειας του Ομίλου της Ελληνικής Τράπεζας και οποιαδήποτε άλλα εξουσιοδοτημένα άτομα τα οποία ενεργούν εκ μέρους του Ομίλου και δεν αποκρύπτουμε ποτέ οποιεσδήποτε πληροφορίες».
  12. Η επιστολή της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού προς την ΥΑΔ ημερομηνίας 03/05/2012, πέραν του θέματος, αναφέρει ότι «εγκρίθηκαν και επιχορηγήθηκαν από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (ΑνΑΔ) 77 προγράμματα κατάρτισης με εκπαιδευτή τον κ. ΑΧΧΧΧ Νικόπουλο».
  13. Παρατηρείται ο μεγάλος, ή εν πάση περιπτώσει σημαντικός, αριθμός προγραμμάτων στα οποία ο Υπάλληλος παρουσιάστηκε ως εκπαιδευτής.
  14. Κατ' επέκταση, για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Υπάλληλος αρνείται στην Τράπεζα-εργοδότη του ότι ασχολείται με άλλη εργασία.
  15. Δόθηκαν ευκαιρίες στον Υπάλληλο, ή/και εν πάση περιπτώσει ο Υπάλληλος είχε χρόνο, να συνεργαστεί ή/και να προβεί σε διευκρινίσεις ή περαιτέρω διευκρινίσεις ή/και να παραδεχθεί ενασχόλησή του με άλλη εργασία ή/και να απολογηθεί, εν τούτοις δεν έπραξε οποιοδήποτε τέτοιο. Σημειώνεται, ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, η δήλωση/ αναφορά του Υπαλλήλου στην τελευταία παράγραφο της Απάντησης «Επιφυλάσσομαι για περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες στην περίπτωση που η Πειθαρχική Επιτροπή θα κρίνει αναγκαίο να με καλέσει σε προσωπική ακρόαση» και ότι ρωτήθηκε επανειλημμένως από την ΠΕ κατά πόσο προέβη σε εκπαιδεύσεις ή/και επιθυμεί να προβεί σε διευκρινίσεις πέραν της Απάντησης ή/και γενικά, εν τούτοις ο Υπάλληλος δεν απάντησε ξεκάθαρα ή/και καθόλου.» Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι η Πειθαρχική Επιτροπή εξέτασε όλα τα γεγονότα και τα δεδομένα της υπόθεσης, ήταν αμερόληπτη και δεν πήρε απόφαση μέχρι ολοκληρωθεί η ακρόαση που αφορούσε τον Αιτητή. Υποστήριξε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Πειθαρχική Επιτροπή στην υπόθεση του Αιτητή ήταν αυτή που προβλέπει ο Πειθαρχικός Κώδικας. Σημείωσε ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη στον Πειθαρχικό Κώδικα να δίδονται έγγραφα στον υπάλληλο που κατηγορείται και ότι στο κατηγορητήριο που δόθηκε στον Αιτητή παρατίθονταν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αφορούν τις κατηγορίες που του αποδίδονταν. Απέρριψε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 και υποστήριξε ότι η συνεδρίαση της Πειθαρχικής Επιτροπής έγινε με δομή και τάξη όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο
  16. Υποστήριξε ότι αυτός δεν είναι ιεραρχικά κατώτερος του Διευθυντή Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, ότι τα άλλα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής διορίζονται από την Ανώτερη Διεύθυνση της Τράπεζας και ενεργούν ανεξάρτητα, ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε άμεση σχέση των μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής με την εν λόγω υπηρεσία και ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια επηρεασμού των μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής για την απόφαση που θα λάμβανε. Επανέλαβε ότι η Πειθαρχική Επιτροπή δεν έκρινε ένοχο τον Αιτητή πριν τον ακούσει και ότι η Πειθαρχική Επιτροπή αποφάσισε αφού εξέτασε όλα τα δεδομένα που είχε ενώπιόν της μετά που άκουσε τον Αιτητή. Απέρριψε υποβολή ότι η Πειθαρχική Επιτροπή αντί να αντιληφθεί ότι ο Αιτητής δεν αρνείτο να απαντήσει σε αυτά που του αποδίδονταν αλλά ζητούσε προτού το πράξει να λάβει γνώση των εγγράφων και των στοιχείων που στήριζαν το πειθαρχικό παράπτωμα που του αποδίδετο απέδωσε σε αυτόν άρνηση να συνεργαστεί και να απαντήσει. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι η Πειθαρχική Επιτροπή δεν διαχώρισε τα εκπαιδευτικά προγράμματα στα οποία συμμετείχε ο Αιτητής πριν τις 05/05/2010 και μετά τις 05/05/2010 και δεν έλεγξε κατά πόσον πριν τις 05/05/2010 ο Αιτητής έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή για τα σεμινάρια. Σημείωσε ότι δεν έγινε διαχωρισμός ποια σεμινάρια έγιναν με αμοιβή και ποια χωρίς. Είπε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου 2007 μέχρι 2011 γίνονταν καταθέσεις στην εταιρεία Νicopoullos & Loizides Management Consultants Ltd και στη συνέχεια από την εν λόγω εταιρεία εκδίδονταν επιταγές στη σύζυγο του Αιτητή όπου τα χρήματα των εν λόγω επιταγών έμπαιναν στον κοινό λογαριασμό του Αιτητή με την σύζυγό του. Ήταν η θέση του ότι στις 02/10/2012 η Πειθαρχική Επιτροπή συνήλθε για πρώτη φορά σε σχέση με τον Αιτητή και σ' αυτή τη συνεδρία αποφάσισε να καλέσει τον Αιτητή να εκφράσει τις θέσεις του προτού λάβει την τελική της απόφαση. Τόνισε ότι η Πειθαρχική Επιτροπή δεν έκανε οποιαδήποτε έρευνα σε σχέση με το πειθαρχικό παράπτωμα του Αιτητή καθότι δεν είναι αυτός ο ρόλος της και ότι αυτό που έκανε η Πειθαρχική Επιτροπή ήταν να λάβει όλα τα γεγονότα και στοιχεία και μετά να αποφασίσει. Η κα ΑΧΧΧΧ ΠΧΧΧΧ («η Α.Π.») κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Προϊστάμενη Εργασιακών Σχέσεων της Τράπεζας και υπαγόταν στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού. Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε γίνει έρευνα από την Τράπεζα σε σχέση με κάποιες ενέργειες του Αιτητή και ακολούθως πειθαρχική διαδικασία από την Τράπεζα εναντίον του Αιτητή. Ότι στη συνέχεια ο Αιτητής καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής. Ήταν η θέση της ότι στην Τράπεζα λειτουργούν παράλληλα διάφορα τμήματα εντός των οποίων υπάρχει ιεραρχία η οποία όμως δεν υφίσταται μεταξύ των ατόμων ενός τμήματος και ενός άλλου τμήματος. Δηλαδή αν κάποιο άτομο είναι προϊστάμενος σε ένα τμήμα δεν θεωρείται ιεραρχικά ανώτερος σε άτομο που ανήκει σε άλλο τμήμα. Ότι στην παρούσα υπόθεση ο Θ.Θ. και η Διευθύντρια Υπηρεσιών Εσωτερικής Επιθεώρησης κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχαν θέσεις εργασίας εντελώς ανεξάρτητες μεταξύ τους οι οποίες ανήκαν σε διαφορετικά τμήματα της Τράπεζας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάποιος από τους δύο είναι ανώτερος ιεραρχικά του άλλου. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν γνωρίζει αν το Τεκμήριο 2 είχε αναδρομική ισχύ και κατά πόσο πριν τις 05/05/2010 ήταν πειθαρχικό παράπτωμα να εξασκεί ένας υπάλληλος άλλη εργασία πέραν αυτής που είχε στην Τράπεζα χωρίς αμοιβή. Τέταρτος μάρτυρας για την Τράπεζα ήταν ο Μ.Κ. ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Ανώτερος Γενικός Διευθυντής της Τράπεζας καθώς και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εφέσεων της Τράπεζας. Κατέθεσε ότι στις 07/12/2012 στη συνεδρία της Επιτροπής Εφέσεων ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε όπως δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να ακουστεί ξανά πριν την έκδοση της απόφασης από την Επιτροπή Εφέσεων και γι' αυτό τον λόγο η συνεδρίαση της Επιτροπής Εφέσεων αναβλήθηκε και ορίστηκε ξανά εκ νέου στις 17/12/
  17. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 29 τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής Εφέσεων στις 07/12/
  18. Στη συνέχεια κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής Εφέσεων στις 17/12/
  19. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή Εφέσεων αφού μελέτησε την υπόθεση, έλαβε υπόψη όλα τα μέχρι την ημέρα εκείνη γεγονότα, έγγραφα, στοιχεία και αναφορές αλλά και την όλη στάση που τήρησε ο Αιτητής μέχρι τον χρόνο εκείνο στις 17/12/2012 αποφάσισε κατά πλειοψηφία όπως επικυρώσει την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής. Τόνισε ότι στις δύο συνεδριάσεις της Επιτροπής Εφέσεων στις οποίες παρευρέθηκε ο Αιτητής στην ουσία έγινε δεκτό ότι αυτός έκανε σεμινάρια στο Ινστιτούτο. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο Αιτητής κατ' εξαίρεση κλήθηκε δύο φορές να είναι παρών με τον δικηγόρο του. Υποστήριξε ότι τα πρακτικά Τεκμήρια 29 και 31 είναι ορθά και πλήρη και ότι κατά τις συνεδρίες της Επιτροπής Εφέσεων ο Αιτητής δεν αρνήθηκε ότι έκανε τα σεμινάρια αλλά έλεγε ότι αυτός δεν είχε οποιοδήποτε όφελος. Για την Επιτροπή Εφέσεων ήταν αρκετό ότι ο Αιτητής είχε έμμεσο όφελος εφόσον το Ινστιτούτο το οποίο λάμβανε αμοιβή για τα σεμινάρια άνηκε στη σύζυγό του. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή Εφέσεων έδωσε στον Αιτητή την ευκαιρία να ξαναπεί την εκδοχή του από την αρχή. Ότι η Επιτροπή Εφέσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής λάμβανε αμοιβή μέσω της οικογενειακής επιχείρησης για την οποία διεξήγαγε τα σεμινάρια και τα εισοδήματα από αυτή τη δραστηριότητα κατατίθοντο σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε αυτός με τη σύζυγό του. Είπε ότι στις 02/11/2012 η Επιτροπή Εφέσεων συζήτησε τη διαδικασία που θα ακολουθείτο για την ακρόαση της Έφεσης του Αιτητή και ότι αποφάσισαν ότι θα άκουγαν τον Αιτητή. Σημείωσε ότι η Επιτροπή Εφέσεων δεν εξέτασε ένα προς ένα τους λόγους έφεσης που προέβαλε ο Αιτητής μέσω των δικηγόρων του γιατί τα μέλη της κατά πλειοψηφία δεν θεώρησαν ότι η Επιτροπή Εφέσεων είναι Δικαστήριο και ότι ακολούθησαν τις βασικές αρχές του Πειθαρχικού Κώδικα δηλαδή άκουσαν τον Αιτητή, αποφάσισαν και στη συνέχεια κάλεσαν τον Αιτητή για ποινή. Ισχυρίστηκε ότι η Πειθαρχική Επιτροπή έλαβε υπόψη όλους τους παράγοντες πριν επιβάλει την ποινή στον Αιτητή. Σημείωσε ότι μέτρησε η παραδοχή του Αιτητή αλλά και ότι στη συνέχεια ο ίδιος επέμενε ότι δεν είχε όφελος τη στιγμή που είχε έμμεσο όφελος και ότι ήταν εκεί που κατέρρευσε η εμπιστοσύνη αφού πλέον δεν είχαν εμπιστοσύνη στον Αιτητή. Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι η Τράπεζα ουδέποτε απέδειξε τα όσα του αποδίδει και ότι αυτός απολύθηκε καθότι ζητούσε να ενημερωθεί για όσα του αποδίδονταν πριν απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ανέφερε ότι στις 18/02/2011 η συνάντηση που είχε με τον Κ.Κ. και τον Σ.Ρ. ήταν μια άτυπη και χαλαρή συνάντηση στην οποία κανείς δεν κρατούσε σημειώσεις. Ότι δεν του λέχθηκε ότι θα λαμβάνονταν πρακτικά και ότι απλώς τον ρώτησαν αν κάνει κάτι άλλο εκτός από την δουλειά του στην Τράπεζα γιατί όπως του είπαν υπάρχουν κάποιες διαδόσεις και «rumors» από συναδέλφους και θέλουν να το διερευνήσουν. Ότι τον ρώτησαν αν έκανε οποιαδήποτε σεμινάρια στο Ινστιτούτο. Υποστήριξε ότι αυτός τους εξήγησε ότι εάν εμφανίστηκε καμία φορά σε κάποιο σεμινάριο που διεξήγαγε το Ινστιτούτο αυτό θα έγινε μόνο υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος του Συνδέσμου Marketing Κύπρου γεγονός που είχε γνωστοποιήσει στην Τράπεζα από το
  20. Ότι περαιτέρω τους ανέφερε ότι κατά καιρούς υπό την ιδιότητα του αυτή εμφανίστηκε και μίλησε σε διάφορες επιχειρησιακές μονάδες και σε σειρά από ανοικτές και δωρεάν προς το κοινό διαλέξεις στα πλαίσια προώθησης των σκοπών του εν λόγω Συνδέσμου. Υποστήριξε ότι στο τέλος εκείνης της φιλικής συζήτησης του είπαν ότι «δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό, όλα είναι καλά, κανένα πρόβλημα», τον αποχαιρέτησαν και του έδωσαν να καταλάβει ότι είχε λήξει το ζήτημα. Ήταν η θέση του ότι μετά από 3 μήνες εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα επανήλθαν και του παρέδωσαν ένα έγγραφο 4 σελίδων το οποίο οι ίδιοι αυθαίρετα το χαρακτήρισαν ως τα «τα πρακτικά της συνάντησης 18/02/2011» και του ζήτησαν να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο. Ότι αυτός επικοινώνησε με τον Σ.Ρ. και του ανέφερε ότι διαφωνεί με αυτή τη διαδικασία και ότι το περιεχόμενο του εγγράφου δεν ανταποκρίνεται στα όσα αναφέρθησαν στην εν λόγω συνάντηση. Είπε ότι ο Σ.Ρ. του είπε «οκ αυτό μας βολεύει και μας διευκολύνει και εμάς». Στη συνέχεια στις 19/05/2011 του απέστειλαν ένα ερωτηματολόγιο και του ζήτησαν να το απαντήσει (Παράρτημα Ε στο Τεκμήριο 5). Ότι αυτός στις 25/05/2011 έστειλε το Παράρτημα Στ στο Τεκμήριο 5 λόγω του ότι το περιεχόμενο των «πρακτικών συνάντησης 18/02/2011» (Παράρτημα Δ του Τεκμηρίου 5) δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Ισχυρίστηκε ότι στις 15/06/2011 έλαβε ένα απειλητικό τηλεφώνημα από τον Σ.Ρ. ο οποίος του είπε ότι έλαβαν την εν λόγω επιστολή του και δεν τους άρεσε, ότι «κάμνει» τους τον έξυπνο και ότι αν συνεχίσει έτσι θα πει ότι τον είδε να κάνει μαθήματα και τότε θα δει ποιον θα πιστέψει η Τράπεζα. Περαιτέρω του είπε ότι αν συνεχίσει να μην αποδέχεται τα πρακτικά και να μην απαντά στο Ερωτηματολόγιο θα βγάλουν πόρισμα και θα τον στείλουν πειθαρχικό (Βλέπε Τεκμήριο 33 - χειρόγραφες σημειώσεις του Αιτητή οι οποίες σύμφωνα με τον Αιτητή είναι η καταγραφή του διαλόγου που είχε με τον Σ.Ρ.). Στη συνέχεια ο Αιτητής αφού αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που είχε με τον Κ.Κ. μετά τις 25/05/2011 υποστήριξε ότι με το Τεκμήριο 34 ζητούσε πληροφόρηση και εξηγήσεις από τον Κ.Κ. προτού απαντήσει και ότι ο Κ.Κ. αντί να του απαντήσει του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζητούσε την τελική του απάντηση. Ότι εντός της προθεσμίας που του δόθηκε παρά το ότι δεν του δόθηκαν οι πληροφορίες που ζήτησε απέστειλε το Ερωτηματολόγιο απαντημένο. Ήταν η θέση του ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 ήταν σαφές και άφηνε να νοηθεί ότι το όλο θέμα είχε λήξει και ότι οποιαδήποτε απασχόλησή του μετά την επιστολή εκείνη θα έπρεπε να δηλωθεί σύμφωνα με την Εγκύκλιο ΑΔ
  21. Σημείωσε ότι στο Τεκμήριο 6 δεν αναφερόταν ότι η έρευνα είχε ανασταλεί ή διακοπεί προσωρινά. Ανέφερε ότι στις 07/03/2012 χωρίς να έχει προηγηθεί οτιδήποτε του τηλεφώνησε ο Ι.Π. ο οποίος τον απείλησε ότι αν δεν αλλάξει την κατάθεσή του θα έχει βαριές συνέπειες. Ότι πιο συγκεκριμένα του ανέφερε ότι πρέπει να υπογράψει ότι ανασκευάζει αυτά που είπε γιατί η Ανώτερη Διεύθυνση θέλει να τον τιμωρήσει και δεν της άρεσε που βγήκε αθώος (Βλέπε Τεκμήριο 35 - χειρόγραφες σημειώσεις του Αιτητή). Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 10 είπε ότι η αναφορά σε αυτό αριθμού έρευνας Υ.Ε.Ε.36/2012 δείκνυε ότι αφορούσε μια νέα έρευνα που άρχισε το 2012 η οποία είναι διαφορετική από εκείνη που άρχισε το Φεβρουάριο του 2011 και τελείωσε με το Τεκμήριο
  22. Υποστήριξε ότι το λεκτικό που περιέχεται στο Τεκμήριο 10 δεικνύει ότι αυτό δεν ήταν κατηγορητήριο αφού δεν αναφερόταν σε διερεύνηση πιθανής διάπραξης ορισμένων πειθαρχικών αδικημάτων αλλά ότι «η ευθύνη και ενοχή του είχε ήδη κριθεί». Ότι το Τεκμήριο 10 δεν διατύπωνε απλώς τις κατηγορίες που του αποδίδοντο και ότι η Τράπεζα με την αλληλογραφία που ακολούθησε απλώς του ζητούσε να δώσει την απολογία του αναφορικά με το υπό αναφορά πειθαρχικό παράπτωμα. Με το Τεκμήριο 13 ο δικηγόρος του ζητούσε πληροφόρηση σχετικά με αυτά που του αποδίδονταν αλλά η Τράπεζα τον αγνόησε και δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή και του ζήτησε να απαντήσει στο Τεκμήριο 10 απειλώντας τον ότι αν δεν απαντήσει η πειθαρχική διαδικασία θα συνεχίσει για έκδοση απόφασης παρά το ότι αυτός δεν έλαβε τα στοιχεία που ζήτησε γραπτώς και συνέχισε να μην γνωρίζει αν ήταν νέα ή παλιά έρευνα. Μόλις έλαβε το Τεκμήριο 14 τηλεφώνησε στον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού και του ανέφερε ότι αναμένουν τα στοιχεία που ζήτησε ο δικηγόρος του με το Τεκμήριο
  23. Ότι ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού του έδωσε την Α.Π. να του μιλήσει η οποία του ανέφερε ότι «εμείς έχουμε σύμβαση μαζί σου όχι με τον δικηγόρο σου» και ότι στη συνέχεια πήρε το τηλέφωνο ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού ο οποίος του ανέφερε ότι αν δεν απαντήσει θα προχωρήσουν στην πειθαρχική διαδικασία με την έκδοση απόφασης. Ήταν η θέση του ότι μη έχοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία που θα του επέτρεπαν να προβεί στην ορθή και πλήρη προετοιμασία της υπεράσπισής του υπέκυψε στον εκβιασμό της απειλής ότι αν δεν απαντούσε θα προχωρούσαν σε έκδοση απόφασης και έτσι με τη βοήθεια του δικηγόρου του και σημειώνοντας και καταγράφοντας τη διαμαρτυρία και τη διαφωνία του σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε απέστειλε το Τεκμήριο
  24. Ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 16 δεν αποδίδει στην πραγματική τους διάσταση τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 16/10/
  25. Υποστήριξε ότι στην εν λόγω συνεδρία ο δικηγόρος του ρητά και ξεκάθαρα ανέφερε ότι ο πελάτης του θα τοποθετηθεί σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 όταν τους εφοδιάσουν με την αλληλογραφία που αφορά την υπόθεση. Ότι η Γ.Μ. αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν είχαν ζητηθεί έγγραφα πριν την ημερομηνία της ακρόασης. Ότι ο δικηγόρος του της υπέδειξε ότι αυτά ζητήθηκαν με την επιστολή του Τεκμήριο 13 η οποία δεν απαντήθηκε. Ότι στη συνέχεια ο Γ.Κ. απευθύνθηκε σ' αυτόν και τον ρώτησε απευθείας αν έκαμνε σεμινάρια. Ότι ο δικηγόρος του επανέλαβε ότι ο πελάτης του θα απαντήσει όταν του δοθεί όλη η αλληλογραφία και όχι εκείνη τη στιγμή. Ότι υπέδειξε στην Πειθαρχική Επιτροπή ότι πρέπει να υπάρξει μια δίκαιη διαδικασία και ότι αυτός ως δικηγόρος δεν μπορεί να είναι παρών σε μία μη δίκαιη διαδικασία και ότι θα αποχωρήσει και θα αφήσει τον Αιτητή να τον κάνουν ότι θέλουν. Ότι ο Γ.Κ. έβγαλε αντίγραφο του Τεκμηρίου 10 και το έδωσε στον δικηγόρο του και ότι ο δικηγόρος του υπέδειξε ότι ο Αιτητής θα απαντήσει όταν του δοθούν τα στοιχεία που ζήτησε και ρώτησε πότε ξεκίνησε η έρευνα με αρ. 36/12 και να του δοθούν και τα στοιχεία της έρευνας του
  26. Ότι η Γ.Μ. είπε ότι είναι η παλιά έρευνα και συνεχίζεται. Ότι ο δικηγόρος υπέδειξε ότι στο Τεκμήριο 6 αναφέρεται ότι η έρευνα έληξε στις 07/10/2011 και ότι ο Πειθαρχικός Κώδικας προβλέπει ότι μια έρευνα τελειώνει σε 30 μέρες και ότι κάτι που δικάστηκε δεν ξαναδικάζεται. Ότι η Γ.Μ. είπε ότι αυτή δεν είναι η ουσία και ότι ο Αιτητής παραδέχεται ότι έκανε μαθήματα. Ότι ο δικηγόρος της υπέδειξε ότι αυτή είναι η δική της ερμηνεία στην επιστολή του Αιτητή και ότι επιμένει ότι για να απαντήσει ο πελάτης του πρέπει να λάβει τα στοιχεία που ζητά. Ότι ο Θ.Θ. τους είπε ότι τελείωσαν και ότι πρέπει να αποχωρήσουν. Ο Αιτητής τόνισε ότι στις 16/10/2012 δεν του δόθηκε το Τεκμήριο 5 και έτσι του στερήθηκε το δικαίωμα να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου. Υποστήριξε ότι δεν έδειξε οποιαδήποτε έλλειψη διάθεσης συνεργασίας καθότι αυτό που ζητούσε ήταν πριν απαντήσει να λάβει πλήρη γνώση σχετικά με τις συνθήκες και τη μαρτυρία που περιέβαλλαν την πειθαρχική έρευνα που διεξαγόταν εναντίον του. Σημείωσε ότι ενώ η Πειθαρχική Επιτροπή έλαβε υπόψη της την επιστολή της ΑΝΑΔ ημερ. 03/05/2012 αυτή δεν του κοινοποιήθηκε πριν ή κατά τη διάρκεια της ακρόασης του ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής και ότι η Πειθαρχική Επιτροπή ενήργησε ως κατηγορούσα αρχή, μάρτυρας και δικαστής. Ήταν η θέση του ότι το εύρημα της Πειθαρχικής Επιτροπής ήταν αβάσιμο, προϊόν πλάνης και μη ανταποκρινόμενο στα πραγματικά γεγονότα καθότι η Εγκύκλιος ΑΔ014 η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 05/05/2010 και η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε εργασία, είτε με αμοιβή είτε χωρίς, συγκρούεται σαφώς με τα Τεκμήρια 1 και 3 τα οποία ρητά του επιτρέπουν να ασχοληθεί με άλλη εργασία χωρίς αμοιβή. Υπέδειξε ότι στο Τεκμήριο 17 αναφέρεται σε συνεδρίαση της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 02/10/2012 για την οποία αυτός δεν έλαβε γνώση και σημείωσε ότι κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι έλαβε χώρα σ' αυτή τη συνεδρία και αν έγινε ο,τιδήποτε που επηρέασε την Πειθαρχική Επιτροπή. Επανέλαβε ότι ο λόγος που δεν προχώρησε στην απάντηση ήταν διότι ανέμενε και ζητούσε πληροφόρηση και στοιχεία στη βάση των οποίων θα διαμόρφωνε την υπεράσπισή του. Ότι ποτέ δεν είπε ότι δεν απαντά. Υπέδειξε ότι στην επιστολή της ΑΝΑΔ ημερ. 03/05/2012 ενώ γίνεται αναφορά στην περίοδο 2007-2011 δεν διαχωρίζεται πόσες κατ' ισχυρισμό διαλέξεις πραγματοποιήθηκαν πριν τις 05/05/2010 που τέθηκε σε ισχύ η Εγκύκλιος ΑΔ
  27. Ήταν η θέση του ότι τιμωρήθηκε για προγράμματα που κατ' ισχυρισμό έγιναν πριν τις 05/05/2010 για τα οποία δεν χρειαζόταν άδεια. Ανέφερε ότι λανθασμένα η Πειθαρχική Επιτροπή θεώρησε ότι αυτός λάμβανε πληρωμή για τις υπηρεσίες του από την εταιρεία Νicopoullos & Loizides Management Consultants Ltd απλά επειδή αυτός κατέθετε ορισμένες φορές επιταγές που εκδίδονταν στο όνομα της συζύγου του από την εν λόγω εταιρεία στον κοινό λογαριασμό που είχε αυτός με τη σύζυγό του. Σε σχέση με την Επιτροπή Εφέσεων σημείωσε ότι όπως ανέφερε ο Μ.Κ. στο Δικαστήριο η Επιτροπή Εφέσεων δεν έλαβε υπόψη τα Τεκμήρια 26 και 27 και ότι το μέτρο της έφεσης δεν χρησιμοποιήθηκε ορθά από την Τράπεζα. Ότι κανένας από τους λόγους έφεσης δεν εξετάστηκε και δεν απορρίφθηκε από την Επιτροπή Εφέσεων. Σημείωσε ότι παρά το ότι πριν την ακρόαση στην Επιτροπή Εφέσεων του δόθηκε η επιστολή της ΑΝΑΔ προς την Τράπεζα ημερ. 03/05/2012 δεν του δόθηκε το Τεκμήριο
  28. Ήταν η θέση του ότι η Επιτροπή Εφέσεων προτού καταλήξει στην απόφασή της (α) δεν εξέτασε το περιεχόμενο της έφεσης του αλλά περιορίστηκε στο να εξετάσει μόνο όσα είχαν αναφερθεί προφορικά κατά τη συνεδρία ενώπιόν της και (β) έλαβε υπόψη της το Τεκμήριο 5 το οποίο δεν του είχε παρουσιαστεί. Ήταν η θέση του ότι η Επιτροπή Εφέσεων βασίστηκε στο Τεκμήριο 5 το περιεχόμενο του οποίου αυτός δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να αμφισβητήσει. Αμφισβήτησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 29 και 31 λέγοντας ότι το περιεχόμενό τους είναι εσφαλμένο και ανακριβές. Σημείωσε ότι στις 07/12/2012 αυτό που ζητήθηκε από τους δικηγόρους του ήταν ότι στην περίπτωση που η Επιτροπή Εφέσεων αποφάσιζε να επιβεβαιώσει την ενοχή του να του δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί εκ νέου σχετικά με το ύψος της ποινής πριν αυτή επιβληθεί και ότι δεν ζήτησαν να κληθούν εκ δευτέρου για τους λόγους που φαίνονται στο Τεκμήριο
  29. Ήταν η θέση του ότι από τα Τεκμήρια 29 και 31 προκύπτει ότι η Επιτροπή Εφέσεων συνεδρίασε ακόμα μια φορά για την υπόθεσή του και ότι αυτός αγνοεί τι λέχθηκε και αποφασίστηκε στην πρώτη συνεδρία. Ότι μέσα από τα Τεκμήρια 29, 31 και 32 προκύπτει μια αρνητική προδιάθεση, μεροληψία και διάφορες πλάνες περί των πραγματικών και νομικών γεγονότων τα οποία καταδεικνύουν ότι άδικα και εσφαλμένα επικύρωσε η Επιτροπή Εφέσεων την απόφαση απόλυσής του. Επανέλαβε ότι λανθασμένα θεωρήθηκε ότι επειδή η εταιρεία Νicopoullos & Loizides Management Consultants Ltd πληρωνόταν για διάφορα σεμινάρια που διοργάνωνε ότι πληρωνόταν και αυτός τη στιγμή που η όποια πληρωμή γινόταν αποκλειστικά και μόνο στην εν λόγω εταιρεία. Ότι αυτός ουδεμία αμοιβή έλαβε οποτεδήποτε και το όποιο σεμινάριο έτυχε να συμμετέχει ήταν αποκλειστικά και μόνο υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Συνδέσμου Cyprus Marketing Association. Υποστήριξε ότι από το 2007 ως τις 05/05/2010 δεν υπήρχαν οποιαδήποτε πειθαρχικά αδικήματα λόγω του ότι δεν ίσχυε η Εγκύκλιος ΑΔ
  30. Κατά την άποψή του καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε για αδικήματα διαφορετικά από εκείνα τα οποία αρχικά κατηγορήθηκε με το Τεκμήριο 10 αφού πουθενά στο εν λόγω Τεκμήριο δεν είχε τεθεί θέμα συμπεριφοράς και μη συνεργασίας του ενώ τόσο στην απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής όσο και της Επιτροπής Εφέσεων φάνηκε ότι ο καταλυτικός λόγος της απόλυσής του ήταν η δήθεν συμπεριφορά και έλλειψη συνεργασίας του και όχι το υπό κατηγορία αδίκημα αυτό κάθε αυτό. Ότι ουσιαστικά «εν τύποις» μόνο κλήθηκε ενώπιον δύο επιτροπών, η μία λειτούργησε ως κατήγορος, μάρτυρας και κριτής και η δεύτερη χωρίς να εξετάσει τους λόγους έφεσης, οι οποίες επιτροπές (α) απέκρυψαν στοιχεία από αυτόν τα οποία αυτές όμως έλαβαν υπόψη, (β) απέρριψαν το αίτημά του να γνωρίζει τη μαρτυρία και αν πρόκειται περί άλλης νέας πειθαρχικής έρευνας και υπόθεσης και (γ) τελικά έκριναν με βάση γεγονότα και στοιχεία τα οποία οι επιτροπές εφεύραν ότι δεν συνεργάστηκε μαζί τους αγνοώντας παράλληλα το γεγονός ότι ακόμα και αν είχαν γίνει εκείνα τα προγράμματα αυτός δεν έλαβε ποτέ την όποια αμοιβή και ότι σίγουρα μέχρι τις 05/05/2010 δεν χρειαζόταν και η όποια άδεια. Ήταν η θέση του ότι τίθεται θέμα μεροληψίας του Δ.Η. καθότι αυτός έλαβε γνώση του Τεκμηρίου 5 πριν να τεθεί αυτό στην Επιτροπή Εφέσεων. Κατά την αντεξέτασή του ενώ παραδέχθηκε ότι στις 18/02/2011 ο Κ.Κ. και ο Σ.Ρ. του ανέφεραν ότι θα διερευνήσουν τις διαδόσεις που αφορούν το πρόσωπό του, υποστήριξε ότι δεν τον ενημέρωσαν ότι θα έκαναν οποιανδήποτε έρευνα σχετικά με αυτό το ζήτημα. Ήταν η θέση του ότι αποχωρώντας από εκείνη τη συνάντηση του δόθηκε η εντύπωση ότι το θέμα έληξε εκεί αφού του είπαν ότι όλα είναι εντάξει. Ερωτώμενος σχετικά με το Παράρτημα Γ του Τεκμηρίου 5 είπε ότι αυτό είναι η επαγγελματική κάρτα της συζύγου του την οποία αυτός έδωσε στους Κ.Κ. και Σ.Ρ. όταν του είχαν αναφέρει σε ένα μέρος της συνομιλίας τους στις 18/02/2011 ότι εμφανίστηκε σε κάποια ιστοσελίδα το όνομα Νικόπουλος ως επικοινωνία και ότι αυτός τους είπε ότι θα είναι λάθος γιατί το όνομα της γυναίκας του στα αγγλικά είναι ΠΧΧΧΧ ΑΧΧΧΧ ΝΧΧΧΧ και ότι γι' αυτό τον λόγο πιθανόν να έγινε λάθος και εμφανίστηκε. Ότι στα πλαίσια αυτά τους έδωσε την επαγγελματική κάρτα της συζύγου του. Σε ερώτηση κατά πόσο επικοινώνησε με την ΑΝΑΔ γι' αυτό το θέμα είπε ότι μπροστά στους Κ.Κ. και Σ.Ρ. πήρε τηλέφωνο τη σύζυγό του και της ανέφερε ότι πιθανόν να έγινε κάποιο λάθος και αυτή του είπε ότι θα το τακτοποιήσει ώστε να μην υπάρχει αυτή η σύγχυση. Απέρριψε υποβολές της δικηγόρου της Τράπεζας ότι στη συνάντηση στις 18/02/2011 είχε ενημερωθεί από τους Κ.Κ. και Σ.Ρ. ότι αυτή η συνάντηση ήταν επίσημη, ότι αυτοί διορίστηκαν για να διερευνήσουν ενδεχόμενο πειθαρχικό παράπτωμά του και ότι του έδωσαν όλες τις πληροφορίες που αφορούσαν το ενδεχόμενο παράπτωμα και την έρευνα. Αναφερόμενος στην αλληλογραφία που είχε αυτός με τον Κ.Κ. μεταξύ Μαΐου 2011 και Σεπτεμβρίου 2011 σημείωσε ότι αυτός για 4 μήνες δεν συμπλήρωσε το Ερωτηματολόγιο γιατί ανέμενε από την Τράπεζα να του δώσει πληροφορίες σχετικά με περί τίνος πρόκειται αλλά η Τράπεζα δεν του απαντούσε. Σημείωσε ότι από τις 18/02/2011 μέχρι και που έλαβε το Τεκμήριο 6 του δόθηκε και σχημάτισε την εντύπωση ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό και ότι αυτός θεωρούσε ότι δεν έκαμνε κάποια εργασία με το να προσφέρει σε ένα μη κερδοσκοπικό φιλανθρωπικό οργανισμό κάποιες υπηρεσίες όταν τον καλούσαν σε κάποιες διαλέξεις και ότι γι' αυτό δεν σκέφτηκε να υποβάλει αίτηση στην Τράπεζα για έγκριση άδειας για σεμινάρια. Απέρριψε υποβολή ότι με το Τεκμήριο 6 η Τράπεζα του έδωσε την ευκαιρία να κάνει αίτηση για άδεια άσκησης άλλης εργασίας πέραν από αυτήν στην Τράπεζα, λέγοντας ότι από το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου φαίνεται ότι η Τράπεζα μιλούσε για μεταγενέστερη νέα εργασία και όχι για αυτή που του έλεγαν ότι κατ' ισχυρισμό έκανε εργασία. Υποστήριξε ότι με το Τεκμήριο 10 η Τράπεζα τον ενημέρωνε ότι διαπιστώθηκε η ενασχόλησή του πριν του δώσει την ευκαιρία να αντικρούσει την οποιαδήποτε μαρτυρία πιθανόν να είχε και ότι σε κανένα στάδιο δεν του έδωσε τη μαρτυρία πώς έγινε η δεύτερη έρευνα, ποια ήταν τα στοιχεία και ποιο το μαρτυρικό υλικό που στήριζε το Τεκμήριο
  31. Παραδέχθηκε ότι ο αριθμός ταυτότητάς του είναι ο αριθμός που αναφέρεται στην επιστολή με την οποία η Τράπεζα αποτάθηκε στην ΑΝΑΔ (Παράρτημα Ι στο Τεκμήριο 5) αλλά σημείωσε ότι αυτή η επιστολή δεν του είχε δοθεί πριν τη λήξη της διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής. Σε σχέση με το Τεκμήριο 10 παραδέχθηκε ότι αντιλήφθηκε γιατί κατηγορείτο αλλά σημείωσε ότι δεν ήξερε για ποια υπόθεση μιλούσαν, αν ήταν για την παλιά που τελείωσε ή αν υπήρξε νέα και ποια ήταν τα νέα στοιχεία. Αυτό φαίνεται και από την επιστολή του δικηγόρου του Τεκμήριο
  32. Ότι αυτός είχε σοβαρό προσωπικό θέμα να απαντήσει στο Τεκμήριο 10 διότι δεν κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, αν ξεκίνησε νέα έρευνα και πότε ξεκίνησε. Επανέλαβε ότι μέχρι τις 05/05/2010 δεν υπήρχε οποιοδήποτε παράπτωμα αν κάποιος έκανε οποιαδήποτε δραστηριότητα εκτός της Τράπεζας χωρίς αμοιβή και σημείωσε ότι αυτός δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος αν συμμετείχε σε οποιαδήποτε ομιλία ως μέρος της εμπειρίας και της επιμόρφωσης που χρειάζεται για να διατηρεί τον τίτλο του Chartered Marketer του Βασιλικού Ινστιτούτου της Αγγλίας. Ήταν η θέση του ότι στις 16/10/2012 η Πειθαρχική Επιτροπή τον κάλεσε για να απολογηθεί αντί να τον καλέσει να τον ακούσει αφού προηγουμένως του παρουσιάσει το μαρτυρικό υλικό που είχε ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να το αντικρούσει και ότι η Πειθαρχική Επιτροπή είχε την βεβαιότητα ότι ήταν ένοχος. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 16 είπε ότι σε αυτά δεν αναφέρεται ότι ο δικηγόρος του επανειλημμένα ζητούσε να του δοθούν τα έγγραφα και οι πληροφορίες προτού απαντήσει o Aιτητής και ότι ο Γ.Κ. ήταν πολύ θυμωμένος και επιθετικός προς αυτόν και τον ρωτούσε συνέχεια κατά πόσο έκανε σεμινάρια ή όχι. Ότι η Πειθαρχική Επιτροπή ήθελε απλώς να απολογηθεί θεωρώντας ότι είχε ήδη διαπράξει το κατ' ισχυρισμό πειθαρχικό παράπτωμα. Σε υποβολές ότι η Πειθαρχική Επιτροπή ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπεται από τον Πειθαρχικό Κώδικα απάντησε ότι η Τράπεζα όφειλε να τηρήσει τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και να του παρέχει τις συνθήκες μιας δίκαιης δίκης ως πειθαρχικά διωκόμενου και ότι σε περίπτωση που ο Πειθαρχικός Κώδικας δεν του παρέχει αυτά τα ελάχιστα δικαιώματα τότε η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι λάθος. Ερωτώμενος κατά πόσο αυτός έκανε οποιαδήποτε σεμινάρια στο Ινστιτούτο απάντησε ότι δεν έχει σημασία τι θα απαντήσει αυτός ενώπιον του Δικαστηρίου σημασία έχει τι αποδεικτικά στοιχεία είχε η Τράπεζα εναντίον του όταν έλαβε την απόφαση απόλυσής του. Ότι η Τράπεζα δεν είχε οποιοδήποτε στοιχείο ότι μετά τις 05/05/2010 είχε κάνει οποιεσδήποτε ομιλίες. Υποστήριξε ότι η Πειθαρχική Επιτροπή τελούσε υπό πλάνη εφόσον δεν είχε λάβει οποιαδήποτε αμοιβή για τις οποιεσδήποτε ομιλίες του. Ήταν η θέση του ότι αυτός δεν έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή από την εταιρεία Nicopoullos & Loizides Management Consultants Ltd και απέρριψε υποβολές της δικηγόρου της Τράπεζας ότι έκανε σεμινάρια στο Ινστιτούτο από τα οποία είχε προσωπικό όφελος. Σε σχέση με τον Δ.H. υποστήριξε ότι έπρεπε να εξαιρεθεί καθότι λαμβάνοντας γνώση του Τεκμηρίου 5 σε προηγούμενο στάδιο είχε διαμορφώσει άποψη σε σχέση με την υπόθεση και έτσι δεν μπορούσε να είναι αμερόληπτος. Ισχυρίστηκε ότι αυτό που ζήτησε ο δικηγόρος του από την Επιτροπή Εφέσεων ήταν σε περίπτωση που αυτός κριθεί ένοχος να του δοθεί η ευκαιρία να αγορεύσει για μετριασμό της ποινής του και ότι η Επιτροπή Εφέσεων δεν το αντιλήφθηκε και δεν υλοποίησε το αίτημα του δικηγόρου. Ο Σ.Μ. κατέθεσε ότι στις 15/06/2011 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς ο Αιτητής ο οποίος του ανέφερε ότι το πρωί της ίδιας μέρας έλαβε απειλητικό τηλεφώνημα από τον Σ.Ρ. και ότι αυτός τον συμβούλεψε να καταγράψει την εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Σ.Ρ. Ότι στη συνέχεια ο Αιτητής του απέστειλε το σχετικό σημείωμα με φαξ (Τεκμήριο 42). Ήταν η θέση του ότι τόσο αυτός όσο και ο Αιτητής μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 6 θεώρησαν ότι η οποιαδήποτε πειθαρχική έρευνα και διαδικασία εναντίον του Αιτητή είχε ολοκληρωθεί. Ανέφερε ότι στις 07/03/2012 ο Αιτητής τον ενημέρωσε ότι δέχθηκε ένα απειλητικό τηλεφώνημα από τον Ι.Π.. Ότι ο Αιτητής κατέγραψε το περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον Ι.Π. (Τεκμήριο 35) και τον επισκέφθηκε στο γραφείο του την ίδια μέρα. Ότι κατά την επίσκεψη του Αιτητή στο γραφείο του αυτός τηλεφώνησε στον Ι.Π. για να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με το εν λόγω τηλεφώνημα αλλά ο Ι.Π. δεν του απάντησε. Ότι όταν ο Αιτητής αποχώρησε από το γραφείο του ο Ι.Π. του τηλεφώνησε και ακολούθησε μια έντονη συζήτηση και ότι αυτός λόγω της ενόχλησής του έκλεισε το τηλέφωνο μη μπορώντας να συνεχίσει περαιτέρω τη συζήτηση λόγω αυτών που του έλεγε ο Ι.Π.. Ισχυρίστηκε ότι έστειλε το Τεκμήριο 13 στην Τράπεζα ώστε να του δοθούν διευκρινίσεις για να μπορέσει να συμβουλεύσει ορθά τον πελάτη του ως προς τα δικαιώματά του εφόσον με βάση το Τεκμήριο 6 αυτός και ο Αιτητής πίστευαν ότι η έρευνα εναντίον του Αιτητή είχε ολοκληρωθεί και ότι δεν είχε προκύψει οποιοδήποτε εύρημα περί πειθαρχικού παραπτώματος του Αιτητή. Ότι βοήθησε τον Αιτητή να ετοιμάσει την απάντησή του προς την Τράπεζα (Τεκμήριο 15) εφόσον η Τράπεζα επέμενε στο να έχει την απάντηση παρά το ότι αυτή δεν απάντησε στο Τεκμήριο 13 και ενημέρωσε τον Αιτητή ότι θα συνέχιζε την πειθαρχική διαδικασία εναντίον του σε περίπτωση που αυτός δεν απαντούσε. Ότι στις 16/10/2012 όταν εμφανίστηκε με τον Αιτητή ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής εξήγησε στα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής ότι για να μπορέσει να τοποθετηθεί και να απαντήσει ο Αιτητής πρέπει πρώτα να του παρέχουν την αλληλογραφία και το υλικό που αφορούσε την υπόθεση εναντίον του Αιτητή για να μπορέσει και αυτός με τη σειρά του να συμβουλεύσει ορθά τον Αιτητή πώς να ενεργήσει. Επίσης κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνεδρίας ζήτησε να μάθει εάν πρόκειται για την ίδια ή συνέχεια της πειθαρχικής έρευνας του 2011 ή αν πρόκειται περί νέας πειθαρχικής έρευνας. Ήταν η θέση του ότι δεν του έδωσαν οποιαδήποτε έγγραφα και στοιχεία και ότι η Γ.Μ. του απάντησε ότι πρόκειται για την πειθαρχική έρευνα του
  33. Υποστήριξε ότι η διαπίστωσή του ήταν ότι η Πειθαρχική Επιτροπή δεν ήταν αντικειμενική, ότι υπήρχε μεροληψία, εμπάθεια και αδικαιολόγητη άρνηση εκ μέρους των μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής να αποκαλύψουν στοιχεία και γεγονότα που θα επέτρεπαν την ορθή προετοιμασία της υπεράσπισης του Αιτητή κατά παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης και φυσικής δικαιοσύνης. Ότι ήταν ξεκάθαρο γι' αυτόν από την συμπεριφορά τους ότι η ενοχή του Αιτητή είχε προαποφασιστεί από την Πειθαρχική Επιτροπή πολύ πριν ακουστεί ο Αιτητής. Ότι απέστειλε το Τεκμήριο 22 για να εκφράσει την έντονη διαφωνία του σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 παρά το ότι δεν ενεργούσε πλέον ως δικηγόρος του Αιτητή επειδή το εν λόγω Τεκμήριο δεν απέδιδε την πραγματική εικόνα των όσων λέχθηκαν στη συνεδρίαση. Αντεξεταζόμενος είπε ότι αυτός ερμηνεύοντας το Τεκμήριο 6 θεώρησε ότι η διαδικασία εναντίον του Αιτητή έχει λήξει και ότι σε αυτό η Τράπεζα συμβούλευε τον Αιτητή εάν στο μέλλον ασχοληθεί με άλλη εργασία θα πρέπει να ακολουθήσει τις σχετικές διαδικασίες. Είπε ότι η εντύπωση η δική του ήταν ότι σε κάποιους δεν άρεσε ότι δεν βρέθηκε κάτι εναντίον του Αιτητή και προσπάθησαν να βρουν τρόπο να επανέλθουν εναντίον του. Ότι το ερώτημα αυτού και του Αιτητή ήταν κατά πόσο προέκυψε οποιοδήποτε άλλο παράπτωμα και άρχισε νέα διαδικασία και γι' αυτό έστειλαν το Τεκμήριο
  34. Σε σχέση με την συνομιλία που είχε με τον Ι.Π. είπε ότι ο Ι.Π. μετάτρεψε την τηλεφωνική συζήτησή τους σε προσωπική επίθεση εναντίον του. Ισχυρίστηκε ότι μίλησε με 2-3 άλλους υπαλλήλους της Τράπεζας οι οποίοι του είπαν να πείσει τον Αιτητή να παραδεχθεί τις κατηγορίες και ότι αυτοί θα φροντίσουν να μην του επιβληθεί αυστηρή ποινή. Υποστήριξε ότι αυτός βασιζόμενος στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης θεώρησε ότι αδικαιολόγητα η Πειθαρχική Επιτροπή δεν έδινε τα οποιαδήποτε στοιχεία στον Αιτητή και ότι η Τράπεζα δεν παρείχε ούτε την στοιχειώδη ενημέρωση στον Αιτητή. Ότι ο Πρόεδρος και τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 16/10/2012 αγνόησαν πλήρως την παρουσία του και χρειάστηκε να παρέμβει για να τους πει να σημειωθεί η παρουσία του στα πρακτικά και στη συνέχεια απευθύνονταν στον Αιτητή ωσάν να μην είχε δικηγόρο και ότι η εντύπωση που σχημάτισε ήταν ότι η Πειθαρχική Επιτροπή είχε εντολές να εκδώσει μια προαποφασισμένη απόφαση καταδικαστική για τον Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής επέμβαινε στη διαδικασία και υποδείκνυε στην πρακτικογράφο τι να γράφει και τι να μην γράφει στα πρακτικά. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5.Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: ............................ (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην παρούσα περίπτωση η Τράπεζα υποστηρίζει ότι ο Αιτητής με το να ασχολείται με άλλη εργασία πέραν της εργασίας του στην Τράπεζα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας και να αποκρύψει αυτό το γεγονός από την Τράπεζα παραβίασε τους όρους εργασίας του ως αυτοί προβλέπονται από τον Κώδικα Υπηρεσίας, τον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας, την Σύμβαση Εργοδότησης και των εσωτερικών κανονισμών και εγκυκλίων της Διεύθυνσης της Τράπεζας γεγονός που δικαιολογούσε την άμεση απόλυσή του καθότι κλονίστηκε η πίστη και εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη και είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο[1]. Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων[2] («within the band of reasonable responses of reasonable employer») (Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση 103/2012 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ. 7/7/2017[3]). Στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο υπό τις περιστάσεις αντικειμενικά δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση του εργοδοτουμένου. Να σημειωθεί ότι για μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302). Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει τις βασικές αρχές (α) ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής[4]. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτουμένου. Εντός του πλαισίου εξέτασης του δεύτερου ερωτήματος στοιχεία όπως η προηγούμενη εργασιακή διαγωγή του εργοδοτουμένου, η δικαιολογία/εξήγηση που δίνεται από τον εργοδοτούμενο για την επίδειξη της μεμπτής διαγωγής, η στάση του εργοδοτουμένου, οι πράξεις και οι παραλείψεις του εργοδότη λαμβάνονται υπόψη (π.χ. ένας εργοδότης λαμβάνοντας γνώση μιας αρνητικής συμπεριφοράς ενός εργοδοτουμένου δεν λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα ή λαμβάνει κάποια πειθαρχικά μέτρα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν τον εργοδοτούμενο να πιστέψει ότι η συμπεριφορά που επέδειξε δεν θεωρείται τόσο σοβαρή από τον εργοδότη ή ότι το θέμα είναι λήξαν, δεν μπορεί να επανέλθει και για το ίδιο παράπτωμα να επιβάλλει ένα νέο πειθαρχικό μέτρο εκτός εάν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερα σοβαρός λόγος). Όπως τονίστηκε στην Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603: «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά δεν είναι ολοφάνερη το ερώτημα είναι κατά ποσόν έχει αποδειχτεί ότι ο εργοδοτούμενος επέδειξε τη διαγωγή που επικαλείται ο εργοδότης. Στην απόφαση Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ανέφερε τα πιο κάτω σχετικά με το τι πρέπει να αποδείξει ο εργοδότης, ποιο είναι το ζητούμενο σε υποθέσεις τέτοιας φύσης και ποιο το σχετικό βάρος απόδειξης[5]: «Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο - και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια. Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου. ............................... Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Στην αγγλική υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσο η έρευνα αναφορικά με την κακή διαγωγή του εργοδοτούμενου ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Στις περιπτώσεις που διαφαίνεται ότι ο τρόπος που διερεύνησε ο εργοδότης την περίπτωση του εργοδοτούμενου που απολύθηκε ήταν τέτοιος που εμπόδισε τον εργοδότη να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις[6]. Το είδος και η έκταση της έρευνας του εργοδότη εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο ένα δυσμενές συμπέρασμα για αυτόν)[7]. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85) το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Το εν λόγω δικαίωμα δίνεται στον εργοδοτούμενο ώστε (α) ο εργοδότης να είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος όντως επέδειξε την εργασιακή συμπεριφορά που του αποδίδεται και (β) να δοθεί η ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να εξηγήσει τη συμπεριφορά του και να θέσει ενώπιον του εργοδότη οποιουσδήποτε μετριαστικούς παράγοντες. Όμως το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα είναι τόσο έκδηλα που δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)1 ALL ER 513, Polkey v. AE Dayton Services Ltd
(1988)ICR 662). Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή και δίκαιη διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[8] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (πιο πάνω), Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην περίπτωση που ο εργοδότης αποτύχει να δώσει στον εργοδοτουμένο μια δίκαιη ευκαιρία να αντικρούσει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς εναντίον του μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση για απόλυση ήταν ειλημμένη[9]. Να σημειώσουμε ότι ο εργοδότης δεν οφείλει να προχωρήσει σε μια διαδικασία ως εάν επρόκειτο περί πειθαρχικής δίκης στον τομέα του δημοσίου δικαίου[10]. Ούτε ο εργοδότης είναι υπόχρεος να διεξάγει μια κανονική και πλήρη δικαστική διαδικασία παρά το ότι είναι υπόχρεος να εξετάσει προσεκτικά όλα τα σχετικά ζητήματα[11]. Περαιτέρω λόγω του ότι η άσκηση πειθαρχικής εξουσίας από τον εργοδότη δεν είναι δικαστικής φύσης αφού ο σκοπός της πειθαρχικής διαδικασίας δεν είναι η εκδίκαση από ένα ανεξάρτητο σώμα μιας διαφοράς μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου ή η απόφαση σε σχέση με ένα θέμα που αφορά ένα νομικό δικαίωμα αλλά να μπορέσει ο εργοδότης να πληροφορηθεί κατά πόσον ο εργοδοτούμενος επέδειξε κακή εργασιακή διαγωγή και αν ναι, να αποφασίσει σχετικά με το μέλλον της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, το δόγμα του res judicata[12] , η αρχή ότι αυτός που αποφασίζει πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητος από τα εμπλεκόμενα μέρη της διαφοράς και να μην έχει καμία επαφή με οποιαδήποτε πρόσωπα είναι εμπλεκόμενα με οποιοδήποτε τρόπο στην πειθαρχική διαδικασία εναντίον του εργοδοτουμένου[13] (η αρχή της φαινομενικής προκατάληψης) και η αρχή του διαχωρισμού του κατήγορου και του δικαστή δεν εφαρμόζονται στις διαδικασίες απόλυσης ενός εργοδοτουμένου. Να σημειώσουμε ότι οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης δεν εφαρμόζονται σε απόλυτους όρους στον χώρο του εργατικού δικαίου για τον λόγο που αναφέραμε πιο πάνω[14]. Δεν υπάρχει καθορισμένη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ένας εργοδότης (εκτός αν υπάρχει συμφωνημένη διαδικασία με τους εργοδοτουμένους του όπως πειθαρχικός κώδικας - σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης οφείλει να ακολουθήσει τη συμφωνημένη διαδικασία) αλλά σε κάθε περίπτωση η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί είναι αυτή που είναι δίκαιη υπό τις περιστάσεις με την έννοια ότι εργοδοτούμενος θα πρέπει να γνωρίζει για τι ακριβώς κατηγορείται και να είναι σε θέση να αντικρούσει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που έχει ο εργοδότης στην κατοχή του. Για να μπορέσει να αντικρούσει αυτά τα στοιχεία ή να θέσει τη δική του εκδοχή αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδήλωσε τη διαγωγή για την οποία κατηγορείται ο εργοδοτούμενος στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θα πρέπει να γνωρίζει τα στοιχεία και τις μαρτυρίες που έχει ο εργοδότης. Ο εργοδοτούμενος δεν έχει αυτόματο δικαίωμα να του δοθούν αντίγραφα όλων των καταθέσεων αν η ουσία αυτών των στοιχείων του έχει κοινοποιηθεί και υπάρχει κάποιος καλός λόγος να μην του δοθούν ούτε δικαιούται αυτόματα να αντεξετάσει αυτούς που έδωσαν μαρτυρία στον εργοδότη σε σχέση με τη συμπεριφορά του[15]. Το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του στην Bentley Engineering Co Ltd v. Mistry [1979] ICR 47 με την οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου ήταν παράνομη (επειδή δεν είχαν δοθεί από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο οι καταθέσεις των μαρτύρων που τον κατηγορούσαν για επίθεση σε συνάδελφό του) με τη δικαιολογία ότι η φυσική δικαιοσύνη απαιτεί ότι ένας εργοδοτούμενος πρέπει να έχει την ευκαιρία να θέσει τη δική του εκδοχή και να γνωρίζει με επάρκεια τι έχει λεχθεί εναντίον ώστε να μπορέσει να θέσει τις δικές του θέσεις δεόντως, σημείωσε τα εξής: "We do not say that in every case any particular form of procedure has to be followed... there may be cases in which cross - examination is wholly unnecessary ... On the other hand it is clear that in a matter of this kind, natural justice does require not merely that man shall have a chance to state his own case in detail; he must know in one way or another sufficiently what was being said against him. If he does not know sufficiently what is being said against him, he cannot properly put forward his own case. It may be, according to the facts, that what is said against him can be communicated to him in writing, or it may be that it is sufficient if he hears what the other protagonist is saying, or it may be that, in an appropriate case, for matters which have been said by others to be put orally in sufficient detail is an adequate satisfaction of the requirements of natural justice .... it is all a question of degree." Στην Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] ICR 54 λέχθηκε ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που μπορεί να θεωρηθούν δίκαιες οι διαδικασίες όταν ο εργοδότης βασίζεται πάνω σε μαρτυρίες μαρτύρων αλλά αποτυγχάνει να τις δώσει στον εργοδοτούμενο ή στο να μεταφέρει στον εργοδοτούμενο το περιεχόμενό τους με επάρκεια[16]. Το Court of Appeal στην Hussain v. Elonex Plc [1999] EWCA Civ 1009 έκρινε ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου έγινε μετά από μια δίκαιη και εύλογη διαδικασία καθότι (α) ο εργοδοτούμενος γνώριζε για ποιο παράπτωμα κατηγορείτο και ήταν παρών όταν το κύριο πρόσωπο που τον κατηγορούσε έδινε μαρτυρία στην πειθαρχική διαδικασία και (β) οι τέσσερις γραπτές καταθέσεις που πήρε ο εργοδότης και δεν είχαν γνωστοποιηθεί στον εργοδοτούμενο δεν ήταν ιδιαίτερα σχετικές με τις κατηγορίες που αποδίδονταν στον εργοδοτούμενο. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "The question in a case of dismissal for misconduct such as this is whether there has been a fair and reasonable investigation of the alleged misconduct before a decision is made to dismiss or not to dismiss. ...... There is no universal requirement of natural justice or general principle of law that an employee must be shown in all cases copies of witness statements obtained by an employer about the employee's conduct. It is a matter of what is fair and reasonable in each case. What emerges from the two authorities .... is not that there is a failure of natural justice where witness statements are obtained but not disclosed, but there is a failure of natural justice if the essence of the case on the employee' s conduct is contained in statements which have not been disclosed to him and where he has not otherwise been informed at the hearing or orally or in other manner of the nature of the case against him." Στην Fuller v. Lloyds Bank plc [1991] IRLR 36 λέχθηκε ότι παρόλο που είναι επιθυμητό το υλικό στο οποίο στηρίζεται η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του εργοδοτουμένου να δοθεί στον εργοδοτούμενο, τυχόν αποτυχία να δοθεί το εν λόγω υλικό στον εργοδοτούμενο δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου είναι παράνομη. Οποιοδήποτε ελάττωμα στην πειθαρχική διαδικασία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα και το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης συνολικά ήταν δίκαιη. Μια απόλυση θα κριθεί παράνομη όταν το ελάττωμα είναι τέτοιας σοβαρότητας που η διαδικασία ήταν από μόνη της άδικη ή όταν τα αποτελέσματα του διαδικαστικού ελαττώματος ειδωμένα συνολικά ήταν άδικα. Το ερώτημα δεν αλλάζει στις περιπτώσεις που το διαδικαστικό ελάττωμα βασίζεται σε πολιτική που ακολουθείται από τον εργοδότη. Σημειώνουμε ότι στην Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) ο εργοδότης είχε δώσει στην εργοδοτούμενη την ευκαιρία να σχολιάσει τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του[17]. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξετάζει μόνο κατά πόσον η διαδικασία που ακολουθήθηκε προτού απολυθεί ο εργοδοτούμενος ήταν μια δίκαιη διαδικασία και όχι κατά πόσον ο εργοδοτούμενος στην πραγματικότητα αδικήθηκε[18]. Η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης δεν εξετάζεται ξεχωριστά και από μόνη της αλλά μαζί με τον λόγο απόλυσης ως μέρος της συνολικής εικόνας καθότι υπάρχει αλληλοεπίδραση μεταξύ της διαδικασίας και του λόγου απόλυσης και η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον με βάση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης ο εργοδότης ενήργησε λογικά κρίνοντας τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου όπως την διαπίστωσε ως αρκετό λόγο να απολύσει τον εργοδοτούμενο[19]. Να σημειωθεί ότι παρά το ότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν συνιστά ανεξάρτητο λόγο στη βάση του οποίου μια απόλυση μπορεί να κριθεί ως παράνομη, μια τέτοια παραβίαση είναι ένα από τα σημαντικά γεγονότα που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών όταν εξετάζει στο σύνολό της μια απόφαση απόλυσης για να αποφανθεί σε σχέση με τη νομιμότητά της καθότι στην περίπτωση που το δικαίωμα του εργοδοτουμένου να πληροφορηθεί την κύρια βάση της υπόθεσης του εργοδότη και την ευκαιρία να την αντικρούσει έχει παραβιαστεί ουσιαστικώς τότε μια απόφαση απόλυσης μπορεί να κριθεί ως παράνομη[20]. Στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Θεωρία και Πράξη, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου 2018, σελ. 412-413 αναφέρονται τα πιο κάτω: «7. Σε περίπτωση που ο εργοδότης προχωρεί σε διαδικασία διερεύνησης των γεγονότων και της ευθύνης γι' αυτά, κατά πόσο δηλαδή ο εργοδοτούμενος έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα ή έχει επιδείξει απαράδεκτη διαγωγή θα πρέπει να διεκπεραιώσει αυτή με τρόπο έντιμο και αντικειμενικό, όχι απλώς για να ικανοποιήσει εντυπώσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας θα εξαρτηθούν από όλους τους παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των πόρων και του μεγέθους της επιχείρησης του εργοδότη. Εάν ο εργοδότης υποπέσει σε κάποιο λάθος κατά τη διάρκεια της διαδικασία διερεύνησης και εξέτασης των κατ' ισχυρισμόν παραπτωμάτων του εργοδοτουμένου, όλα εξαρτώνται από το μέγεθος του λάθους και από το κατά πόσο ενδεχομένως να έχει επηρεάσει τα τελικά του συμπεράσματα. Επουσιώδη λάθη, που δεν αλλοιώνουν τη γενική εικόνα παραβλέπονται. Εάν όμως έχει επισυμβεί κάποια σοβαρή παρατυπία που ενδεχομένως να έχει επηρεάσει την κατάληξη του εργοδότη ή το εύλογο αυτής τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η απόλυση του εργοδοτουμένου να θεωρηθεί παράνομη.» Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης έχει υιοθετήσει συγκεκριμένη πειθαρχική διαδικασία στην οποία προβλέπεται ότι ο εργοδοτούμενος μπορεί να εφεσιβάλει την απόφαση του εργοδότη και ο εργοδοτούμενος εξασκήσει αυτό το δικαίωμα, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα πρέπει όταν εξετάζει κατά πόσον ο εργοδότης απορρίπτοντας την έφεση ενήργησε εύλογα, να εξετάσει ολόκληρη τη διαδικασία και το κατά πόσον αυτή ήταν στο σύνολό της δίκαια ("the overall fairness of the disciplinary procedure as a whole"[21]) ανεξάρτητα από το κατά πόσον η έφεση ήταν αναθεωρητικής φύσεως ή σε αυτή έγινε επανακρόαση de novo. Το κριτήριο είναι κατά πόσον η διαδικασία της έφεσης εξετάστηκε με δίκαιο και ανοιχτόμυαλο τρόπο. Στις περιπτώσεις που η διαδικασία στην έφεση ήταν ελαττωματική τότε αυτό μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι η απόλυση ήταν παράνομη. Οποιαδήποτε λάθη έγιναν στη διαδικασία διερεύνησης των γεγονότων και απόδοσης ευθύνης από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο μπορούν να θεραπευτούν από τη διαδικασία έφεσης στην περίπτωση που η διαδικασία της έφεσης ήταν επαρκώς λεπτομερής ώστε να θεραπεύσει προηγούμενες παρατυπίες ("sufficiently thorough to cure the earlier shortcomings"). Στο σύγγραμμα Astra Emir, Selwyn' s Laws of Employment, 20th Edition, Oxford University Press, στη σελ. 343 με παραπομπή στην Taylor v. OCS Group Ltd [2006] ICR 1602 σημειώνονται τα εξής: "If the early stage of the procedure was defective or unfair in some way, the tribunal should examine any subsequent proceedings with particular care. It must then determine, whether, due to the fairness or unfairness of the procedures adopted, the thoroughness (or lack of it) of the process, and the open - mindedness (or not) of the decision - maker, the overall procedure was fair, notwithstanding any deficiencies at the early stage." Σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου βασίζονται και περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου[22]. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ένας εργοδότης πρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα τούτο. Ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησής του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ' αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου. Από τη στιγμή που το γεγονός περιέλθει στη γνώση του εργοδότη αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει την τελική του απόφαση[23]. Παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει με ταχύτητα ή τουλάχιστον εντός εύλογου χρόνου, τότε θεωρείται ότι έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση. Το τι είναι εύλογος χρόνος εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά σίγουρα δεν αποκλείει τον χρόνο που χρειάζεται για τη λογική διερεύνηση των συμβάντων από τον εργοδότη προτού αυτός καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ.194). Στην υπόθεση L'Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του εφεσίβλητου της απρεπούς συμπεριφοράς (10.10.97) μέχρι την απόλυσή του (6.11.97) είναι πέραν του λογικού χρόνου, εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα σε απόλυσή του. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσής του στις 5.10.98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 19.5.1998 μέχρι 5.10.1998 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου (Bλέπε επίσης Κυπριανού & Σί

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.