← Κύπρος

POPOVSCHI ν. NNA PARIS SHOES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 291/17, 4/12/2019

POPOVSCHI ν. NNA PARIS SHOES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 291/17, 4/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:30 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Δ. Αναστασίου ) Χρ. Χριστοφή ) Μελών Αρ. Αίτησης: 291/17 Μεταξύ: XXXXXX POPOVSCHI Αιτήτρια και

  1. NNA PARIS SHOES LTD
  2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Kαθ' ων η Αίτηση Ταχείας Εκδίκασης κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 26/04/2018 Ημερομηνία: 04/12/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Αργ. Ιωάννου Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1: κα Ε. Νικολάου Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Καθ' ης η Αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία») ασχολείται με τη διαχείριση ενός καταστήματος πώλησης ειδών υπόδησης και/ή παπουτσιών («το Κατάστημα»). Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 08/10/2008 ως πωλήτρια στο Κατάστημα και απασχολήθηκε σε αυτήν μέχρι τις 29/02/2016 ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή της τερματίστηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία με την επίκληση λόγων πλεονασμού και πιο συγκεκριμένα με την επίκληση της μείωσης του κύκλου εργασιών. Στις 26/09/2019 δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω: (α) Η Αιτήτρια για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») λάμβανε ως τελευταίο εβδομαδιαίο μισθό το ποσό των €196,15, και (β) η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €924,20 ως υπόλοιπο πληρωμής αντί προειδοποίησης. Μοναδικό επίδικο θέμα[1] στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον η απόλυση της Αιτήτριας ήταν νόμιμη ή όχι και πιο συγκεκριμένα κατά πόσον η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού ή όχι. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Το άρθρο 6

(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο «... ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επομένως στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω πλεονασμού βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 5(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Νόμου, όπου καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι πλεονασμού. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσε η κα NXXXX ΑXXXX («η Ν.Α.»), μια από τους διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας. Επίσης ενώπιόν μας κατέθεσε η Αιτήτρια. Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά αρκέστηκε στην αντεξέταση των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιόν μας. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Η Ν.Α. κατέθεσε ότι στο Κατάστημα εργαζόταν ο σύζυγός της, η ίδια και η Αιτήτρια. Ότι η Αιτήτρια ασχολείτο κυρίως με την εξυπηρέτηση πελατών και δεν χειριζόταν την ταμειακή μηχανή στην οποία δεν είχε πρόσβαση για λόγους ασφαλείας. Ότι τον Δεκέμβριο του 2015 η κόρη της εργοδοτήθηκε στο Κατάστημα και ανέλαβε τον χειρισμό της ταμειακής μηχανής και αυτή παρέμενε περισσότερο χρόνο στο σπίτι. Ότι τα τελευταία χρόνια πριν την απόλυση της Αιτήτριας, πιο συγκεκριμένα από το 2013, οι πωλήσεις στο Κατάστημα μειώνονταν συνεχώς. Κατέθεσε ως Τεκμήριο τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας για τα έτη 2013 -
  1. Στους εν λόγω λογαριασμούς φαίνεται ότι ο κύκλος των πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας για τα έτη 2012 - 2015 ήταν ως εξής: 2012 €81.596 2013 €66.505 2014 €66.363 2015 €66.374 Υποστήριξε ότι κάθε χρόνο οι τιμές πώλησης των παπουτσιών αυξάνονταν και ότι γι' αυτό τον λόγο παρόλο που τα εισοδήματα του Καταστήματος φαίνονται να είναι σταθερά στην ουσία οι πωλήσεις των παπουτσιών ήταν λιγότερες. Ανέφερε παραπέμποντας και στους εξελεγμένους λογαριασμούς ότι: (α) το απόθεμα την 01/01/2013 ήταν αξίας €211.773 και κατά τη διάρκεια του 2013 είχαν αγοραστεί παπούτσια αξίας €50.119, (β) το απόθεμα την 01/01/2014 ήταν αξίας €226.912 και κατά τη διάρκεια του 2014 είχαν αγοραστεί παπούτσια αξίας €37.179, και (γ) το απόθεμα την 01/01/2015 ήταν αξίας €225.853 και κατά τη διάρκεια του 2015 είχαν αγοραστεί παπούτσια αξίας €28.
  2. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 η σελίδα 13 από τις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για το έτος 2016 στην οποία φαίνεται ότι την 01/01/2016 το απόθεμα ήταν αξίας €218.
  3. Ήταν η θέση της ότι τα πιο πάνω δεικνύουν ότι χρόνο με τον χρόνο οι πωλήσεις του Καταστήματος μειώνονταν. Ισχυρίστηκε ότι ενόψει των πιο πάνω αποφασίστηκε η απόλυση της Αιτήτριας. Κατά την αντεξέτασή της από την δικηγόρο της Αιτήτριας ανέφερε ότι η Αιτήτρια δεν χειριζόταν την ταμειακή μηχανή. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο του Ταμείου διευκρίνισε ότι ουδέποτε ρώτησε την Αιτήτρια αν μπορούσε να χειριστεί την ταμειακή μηχανή καθ' ότι
(1)υπέθεσε ότι επειδή ήταν ξένη δεν θα μπορούσε να διαβάσει τι γράφει στην ταμειακή μηχανή και
(2)προτιμούσαν για λόγους ασφάλειας να χειρίζεται είτε αυτή είτε ο σύζυγός της την ταμειακή μηχανή. Επέμενε ότι κατά τα έτη 2013-2015 υπήρξε μείωση των πωλήσεων και σημείωσε ότι αγόραζαν πιο λίγες ποσότητες παπουτσιών σε πιο ψηλές τιμές. Δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύει πόσα ζεύγη παπούτσια αγόραζαν και πωλούσαν κάθε χρόνο. Ήταν η θέση της ότι η κόρη της εργάζεται από το 2015 στο Κατάστημα και εκτελεί τα δικά της καθήκοντα γιατί αυτή δεν πάει πλέον στο Κατάστημα. Η Αιτήτρια αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο του Ταμείου ανέφερε ότι είναι 46 χρονών, απόφοιτη μέσης εκπαίδευσης και ότι εργάστηκε και αλλού ως πωλήτρια υποδημάτων όπου χειριζόταν ταμειακή μηχανή. Ισχυρίστηκε ότι ξέρει να χειρίζεται ταμειακή μηχανή, ότι όταν εργοδοτήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν την ρώτησαν αν ξέρει να χειρίζεται ταμειακή μηχανή και ότι της είπαν ότι θα απασχολείτο ως πωλήτρια. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία η Ν. Α. και ο σύζυγός της χειρίζονταν το ταμείο και ότι μόνο όταν έτυχε μια φορά να λείπουν και οι δύο χρειάστηκε να χειριστεί την ταμειακή μηχανή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Γεγονότων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: .................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (
  1. i)Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τα μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (
  2. ii)Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τα αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) Καταργήσεις τμημάτων. (
  3. iv)Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (
  4. v)Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (
  5. vi)Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Το Δικαστήριο καλείται αφού αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του να αποφασίσει κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού που δικαιολογούσαν την απόλυση της Αιτήτριας. Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό διαφαίνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία επικαλείται ως λόγο απόλυσης της Αιτήτριας ως πλεονάζον προσωπικό τη μείωση του όγκου εργασιών της επιχείρησής της. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται είναι αν με βάση την ενώπιόν μας μαρτυρία δικαιολογείται η απόλυση της Αιτήτριας σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου. Mε βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά ποσόν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου στον βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Σχετικά με τον περιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση το Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρηση. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος 'όγκος εργασίας' στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ) (vii) του Ν.24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Σωτήρη Α. Χρυσάνθου ν. 1. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 383 λέχθηκαν τ' ακολούθα σε σχέση με τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση λόγων πλεονασμού: «Αυτό μας οδηγεί στον τέταρτο λόγο έφεσης που αφορά την κατάληξη του δικαστηρίου ότι κανένα πειστικό στοιχείο δεν προσκομίσθηκε σε τεκμηρίωση του ισχυρισμού για πλεονασμό. Είναι προφανές από το παρατεθέν απόσπασμα ότι το τι είχε υπ΄όψη του το δικαστήριο ήταν μαρτυρία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων λογιστικών στοιχείων που αφορούσαν τον κύκλο εργασιών της εταιρείας. Ήταν γι' αυτό το λόγο που το δικαστήριο θεώρησε ως άνευ σημασίας όχι μόνο τα αναφερόμενα στις επιστολές αλλά και την ίδια τη μαρτυρία του Εφεσείοντα 1 ότι το εργοστάσιο ήταν κλειστό την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές καθώς και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Αυτό θεωρούμε ότι συνιστούσε λανθασμένη προσέγγιση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωση του κύκλου εργασιών του ώστε να δικαιολογούν συμπέρασμα πλεονασμού, δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που να μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε περιορίζεται νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να τεκμηρίωνε πλεονασμό. Η αναφορά του δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου
(1994)1 ΑΑΔ 703 σε στήριξη της άποψης του ότι δεν παρουσιάσθησαν στοιχεία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων τέτοιων που να καταδείκνυαν "πραγματικές συνθήκες πλεονασμού" ως εκ της μείωσης του συνήθους κύκλου εργασιών της εταιρείας, παραγνωρίζει τα πιο πάνω. Η εν λόγω υπόθεση δεν αφορούσε το είδος της μαρτυρίας που μπορεί να τεκμηριώσει πλεονασμό αλλά τη συνάρτηση της εποχιακής και περιοδικής μείωσης του κύκλου εργασιών προς το συνήθη κύκλο εργασιών του εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μαρτυρία, που ήταν και μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου, ότι το εργοστάσιο της εταιρείας ήταν κλειστό τόσο την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές τερματισμού όσο και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Χωρίς βέβαια να λέγουμε ότι αυτό θα ήταν αρκετό να αποδείξει τον ισχυριζόμενο πλεονασμό, θεωρούμε ότι, σε συνάρτηση και με την αναφορά που εγίνετο στις επιστολές ως προς το λόγο του τερματισμού, η μαρτυρία αυτή ήταν μαρτυρία που θα έπρεπε να σταθμισθεί από το δικαστήριο και όχι να αποκλεισθεί a priori ως μη σχετική. Η καθολική αναστολή των εργασιών του εργοδότη που απεκάλυπτε το κλείσιμο του εργοστασίου συνιστούσε στοιχείο μαρτυρίας που ήταν σχετικό προς το επίδικο θέμα.»[2] Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1985 όπου η εργοδότρια εταιρεία επικαλέστηκε τη συνεχιζόμενη κρίση στον τομέα του γενικού εμπορίου ως την αιτία απόλυσης της αιτήτριας και λέχθηκε στη σελίδα 1990 ότι: «...η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μείωση του κύκλου εργασιών του καταστήματος, αιτία που δεν συνάδει με την πρόσληψη νέου υπαλλήλου». Στη συνέχεια στη σελίδα 1992 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Το κρίσιμο ερώτημα ήταν λοιπόν, κατά πόσο υπήρξε περιορισμός του όγκου εργασίας των εφεσειόντων. Το Δικαστήριο αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχαν ενώπιον του τέτοια στοιχεία, οικονομικά ή λογιστικά, που θα μπορούσαν όντως να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό για περιορισμό του όγκου εργασιών της επιχείρησης των εφεσειόντων ή του τμήματος στο οποίο εργαζόταν η εφεσίβλητη. Και εφόσον δεν υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων δεν παρίστατο ανάγκη εξέτασης κατά πόσο η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις των εφεσειόντων.» Σ΄ αυτό το σημείο θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι προσλήψεις νέου προσωπικού από ένα εργοδότη, ο οποίος απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασίας του αντιβαίνουν τον λόγο πλεονασμού που επικαλείται ο εργοδότης εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις καθότι ένας εργοδότης δεν μπορεί να απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασιών και ταυτόχρονα να προβαίνει σε νέες προσλήψεις, λίγο πριν ή λίγο μετά τις απολύσεις λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών του. Σημειώνουμε ότι η πρόσληψη προσωπικού από εργοδότη ο οποίος απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασιών μπορεί να μην αναιρέσει και να μην εμποδίσει τυχόν διαπίστωση για υπάρχον πλεονάζον προσωπικό στις περιπτώσεις όπου αφού εξεταστούν όλες οι περιβάλλουσες συνθήκες που αφορούν τις απολύσεις και τις νέες προσλήψεις κριθεί ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι νέες προσλήψεις δεν επηρεάζουν το τυχόν συμπέρασμα για δικαιολογημένο πλεονασμό εντός του πλαισίου του Νόμου. Παρακολουθήσαμε με προσοχή τη μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρείας και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιόν μας. Αξιολογώντας το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό παρατηρούμε ότι προκύπτει ως κοινό έδαφος ότι η Αιτήτρια απασχολείτο στο Κατάστημα ως πωλήτρια και δεν της ζητείτο να χειρίζεται την ταμειακή μηχανή. Περαιτέρω τα περιεχόμενα στις οικονομικές καταστάσεις και στους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας για τα έτη 2013 μέχρι 2016 έγιναν αποδεκτά τόσο από την πλευρά του Ταμείου όσο και από την πλευρά της Αιτήτριας και δεν αμφισβητήθηκαν. Ως εκ τούτου τα εν λόγω περιεχόμενα γίνονται αποδεκτά και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Οι ισχυρισμοί της Ν.Α. σε σχέση με την πρόσληψη της κόρης της στην Εργοδότρια Εταιρεία τον Δεκέμβριο του 2015 και τη μη πλήρη απασχόληση της ιδίας ήταν σταθερές και πειστικές και συνακόλουθα γίνονται αποδεκτές και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας προκύπτει ότι κατά τα έτη που προηγήθηκαν της απόλυσης της Αιτήτριας, δηλαδή τα έτη 2013, 2014 και 2015 δεν υπήρξε οποιαδήποτε μείωση του κύκλου εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας εφόσον ο κύκλος εργασιών της κατά τα εν λόγω έτη ήταν σταθερός. Η θέση της Ν.Α. ήταν ότι από τα οικονομικά στοιχεία διαφαίνεται ότι υπήρξε μείωση του όγκου εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας (δηλαδή των ζευγαριών παπουτσιών που πωλούσαν στο Κατάστημα) καθότι ενώ το ύψος του ποσού των πωλήσεων των παπουτσιών για τα έτη 2013-2015 ήταν σταθερό (α) το ύψος του ποσού των αγορών των παπουτσιών από το 2013 και μετά μειωνόταν συνεχώς και (β) το ύψος του ποσού των αποθεμάτων από το 2013 μέχρι το 2016 αυξανόταν. Δεν μπόρεσε όμως να μας διευκρινίσει την εν λόγω θέση της και να μας την εξηγήσει με άλλες λεπτομέρειες. Σημειώνουμε ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας που να δεικνύει πόσα ζευγάρια παπούτσια πωλούνταν στο Κατάστημα κάθε έτος και ποιες ήταν οι τιμές των παπουτσιών / ποιες ήταν οι αυξήσεις στις τιμές στα παπούτσια που πωλούντο στο Κατάστημα κατά τα έτη 2012 -
  1. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι η αξία των παπουτσιών που αγοράστηκαν το 2013 (€50.119) ήταν αυξημένη σε σύγκριση με την αξία των παπουτσιών που αγοράστηκαν το 2012 (€44.791). Είμαστε της γνώμης ότι μόνο από τα ποσά των αγορών, των πωλήσεων και των αποθεμάτων χωρίς άλλα δεδομένα δεν μπορεί να υποστηριχθεί και να επιβεβαιωθεί η θέση της Ν.Α. ότι πωλούσαν λιγότερα παπούτσια αλλά σε πιο ψηλές τιμές Ούτε από την εικόνα ότι κατά τα έτη 2013 - 2015 ενώ το ύψος του ποσού των αγορών μειωνόταν το ύψος του αποθέματος αυξανόταν μπορεί να υποστηριχτεί η θέση της Ν.Α. (τα γεγονότα ότι (α) αρχές το 2016 το απόθεμα ήταν μειωμένο σε σχέση με το απόθεμα αρχές του 2015 και (β) το 2013 οι αγορές ήταν αυξημένες σε σύγκριση με τις αγορές του 2012, δεικνύουν ότι η θέση της Ν.Α όπως τέθηκε ενώπιόν μας δεν είναι απόλυτα ορθή) καθότι παρατηρούμε τα εξής:
  2. (α) Το απόθεμα αρχές του 2012 ανερχόταν σε €202.453 και οι αγορές του 2012 ανήλθαν στο ποσό των €44.791 (δηλαδή κατά τη διάρκεια του 2012 τα παπούτσια που ήταν στο Κατάστημα είχαν αξία €247.244), (β) Το απόθεμα αρχές του 2013 ανερχόταν σε €211.773 και οι αγορές του 2013 ανήλθαν στο ποσό των €50.119 (δηλαδή κατά τη διάρκεια του 2013 τα παπούτσια που ήταν στο Κατάστημα είχαν αξία €261.892), (γ) Το απόθεμα αρχές του 2014 ανερχόταν σε €226.912 και οι αγορές του 2014 ανήλθαν στο ποσό των €37.179 (δηλαδή κατά τη διάρκεια του 2014 τα παπούτσια που ήταν στο Κατάστημα είχαν αξία €264.091), (δ) Το απόθεμα αρχές του 2015 ανερχόταν σε €225.853 και οι αγορές του 2015 ανήλθαν στο ποσό των €28.582 (δηλαδή κατά τη διάρκεια του 2015 τα παπούτσια που ήταν στο Κατάστημα είχαν αξία €254.435), και (ε) Το απόθεμα αρχές του 2016 ανερχόταν σε €218.
  3. Αφαιρώντας (α) από το ποσό της αξίας των παπουτσιών που ήταν στο Κατάστημα το 2012 το ποσό της αξίας των αποθεμάτων την 01/01/2013 (€247.244 - €211.773) βρίσκουμε ότι το 2012 πωλήθηκαν παπούτσια που η αξία αγοράς τους ανερχόταν σε €35.471, (β) από το ποσό της αξίας των παπουτσιών που ήταν στο Κατάστημα το 2013 το ποσό της αξίας των αποθεμάτων την 01/01/2014 (€261.892 - €226.912) βρίσκουμε ότι το 2013 πωλήθηκαν παπούτσια που η αξία αγοράς τους ανερχόταν σε €34.980, (γ) από το ποσό της αξίας των παπουτσιών που ήταν στο Κατάστημα το 2014 το ποσό της αξίας των αποθεμάτων την 01/01/2015 (€264.091 - €225.853) βρίσκουμε ότι το 2014 πωλήθηκαν παπούτσια που η αξία αγοράς τους ανερχόταν σε €38.238, και (δ) από το ποσό της αξίας των παπουτσιών που ήταν στο Κατάστημα το 2015 το ποσό της αξίας των αποθεμάτων την 01/01/2016 (€254.435 - €218.564) βρίσκουμε ότι το 2015 πωλήθηκαν παπούτσια που η αξία αγοράς τους ανερχόταν σε €35.
  4. Όλα τα πιο πάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν παρουσιαστεί ενώπιόν του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα πειστικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι υπήρχε ουσιαστική μείωση στον όγκο εργασιών του Καταστήματος κατά την περίοδο 2013 - 2015 ώστε οι υπηρεσίες της Αιτήτριας να κατέστησαν πλεονάζουσες λόγω μείωσης των εργασιών του Καταστήματος. Τόσο η προφορική μαρτυρία όσο και τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν προς υποστήριξη των θέσεων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μπορούν να δικαιολογήσουν και να τεκμηριώσουν εύλογο και βάσιμο συμπέρασμα μείωσης του όγκου εργασιών του Καταστήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του Νόμου και της νομολογίας. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας υπήρχε μείωση του όγκου εργασιών που δικαιολογούσε την απόλυση της Αιτήτριας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης σε περίπτωση που το πιο πάνω συμπέρασμά μας κριθεί ως λανθασμένο, σημειώνουμε ότι κρίνουμε ότι με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης ότι η πρόσληψη της κόρης της Ν.Α. στο Κατάστημα τον Δεκέμβριο του 2015 δεν θα μπορούσε να αναιρέσει το συμπέρασμα για πλεονασμό της Αιτήτριας καθότι η Αιτήτρια δεν χειριζόταν την ταμειακή μηχανή και η κόρη της Ν.Α. εργαζόταν στη θέση της Ν.Α.. Συνεπώς, υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου. Καταλήγουμε λοιπόν ότι η απόλυση της Αιτήτριας είναι παράνομη και συνεπώς και συνεπώς η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου. Αποζημιώσεις Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί[3] λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια για σκοπούς του Νόμου ήταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 για 7 χρόνια και ο τελευταίος μισθός της ανερχόταν σε €196,
  5. Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Αιτήτριας και την ηλικία της Αιτήτριας και την απουσία μαρτυρίας σχετικά με τις προσπάθειες που έκανε η Αιτήτρια για εξεύρεση άλλης εργασίας και για την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της Αιτήτριας, κρίνουμε ότι η Αιτήτρια σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου, σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής της και τις εβδομαδιαίες απολαβές της δικαιούται σε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 15.5 εβδομάδων, ήτοι €3.040,33 (15.5 Χ €196,15). Συνακόλουθα επιδικάζουμε υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 το ποσό των €3.040,33 ως αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της. Κατάληξη Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €3.964,53 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζεται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 το ποσό των €1.500 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον €37.00 πραγματικά έξοδα. Η αίτηση της Αιτήτριας εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) .............. Δ. Αναστασίου, Μέλος Χρ. Χριστοφή, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση/Πλεονασμός) [1] Με βάση τις δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26/09/
  6. [2] Βλέπε επίσης Ορθοδοξία Ζερταλλή ν Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1Α Α.Α.Δ. 178 [3] Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σελ. 104-105 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.