Γ. Φ. ν. ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 405/2013, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Γ. Κασιούρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 405/2013 Μεταξύ: Γ. Φ. Αιτητής -και- ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 31η Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Π. Σαββίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Φλουρέντζου για Ε. Φλουρέντζου & ΣιαΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι κατά ή περί τις 31.1.2013 μετά από πρόσκληση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία»), παρευρέθηκε σε συνάντηση στα κεντρικά γραφεία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, όπου του επιδόθηκε έγγραφο με Ημερήσια Διάταξη συνεδρίασης του Δ.Σ. και του ανακοινώθηκε η ήδη προαποφασισμένη απόλυση του. Ισχυρίζεται ότι κατά ή πριν την παράνομη απόλυση του προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία άλλο πρόσωπο ως αντικαταστάτης του και ή με παρόμοια καθήκοντα, το οποίο είναι συγγενής μέλους του Δ.Σ. της μητρικής εταιρείας. Ισχυρίζεται επίσης ότι τόσο ο τρόπος απόλυσης του όσο και οι λόγοι που εκτίθενται στην σχετική επιστολή και τα συνημμένα πρακτικά που του επιδόθηκαν αυθημερόν, του στέρησαν το δικαίωμα επανεργοδότησης στον τομέα όπου υπηρετούσε και ή σε οποιονδήποτε άλλο σχετικό τομέα, ότι ο τρόπος απόλυσης του ήταν εκτός των πλαισίων που τάσσει ο νόμος και η νομολογία και η απόλυση του είναι παράνομη και ή αυθαίρετη και ή αδικαιολόγητη. Στη βάση αυτή αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου. (β) Αποζημιώσεις για απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και ή καριέρας. (γ) Αποζημιώσεις για απώλεια ωφελημάτων. (δ) Δεδουλευμένες άδειες μέχρι και την 31.1.2013. (ε) Πληρωμή αντί προειδοποίησης. (Στ) Νόμιμο Τόκο, έξοδα, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμη και δικαιολογημένη για ζητήματα / θέματα που εντελώς πρόσφατα είχαν υποπέσει στην αντίληψη των μελών του Δ.Σ. και έπρεπε να τύχουν άμεσου και χωρίς χρονοτριβή χειρισμού, καθώς εξέθεταν τη φήμη και σοβαρότητα της Εργοδότριας Εταιρείας και των άλλων εταιρειών του Ομίλου. Ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε προαπόφαση και ότι η τελική απόφαση λήφθηκε μετά που ο Αιτητής έδωσε τις δικές του εξηγήσεις απαντήσεις σ' αυτά που του καταλογίζονταν. Αφού παραθέτει τους λόγους που οδήγησαν στην απόλυση του Αιτητή και απορρίπτει τη θέση του ότι προσελήφθη άλλο πρόσωπο προς αντικατάσταση του, ισχυρίζεται επίσης ότι ο Αιτητής έλαβε όλα τα ποσά που εδικαιούτο να λάβει ως δεδουλευμένους μισθούς, αναλογία 13ου μισθού, ταμείο προνοίας και δεδουλευμένες άδειες και ότι υπέγραψε προς τούτο σχετική απόδειξη. Αναφορικά με τις μισθολογικές απολαβές του Αιτητή ενώ παραδέχεται ότι λάμβανε μηνιαίως το ποσό των €12.000 πλέον 13ο μισθό, για τα προσωπικά έξοδα δημοσίων σχέσεων αποδέχεται ότι κατέβαλλε στον Αιτητή €1000 μηνιαίως πλην όμως ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν μισθό και σε κάθε περίπτωση δεν προσμετρούνται στη μισθοδοσία του. Για τα υπόλοιπα ποσά που αφορούν εισφορές της Εργοδότριας Εταιρείας στο ταμείο προνοίας, στο σχέδιο ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των υπαλλήλων και ομαδικής ασφάλισης ζωής συμφωνεί με τον Αιτητή. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία τρεις μάρτυρες ενώ ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με την προσωπική του και μόνο μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία μεταξύ άλλων ασχολείται με τη διεξαγωγή ασφαλιστικών εργασιών. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 8.5.
- Συγκεκριμένα προσλήφθηκε από την εταιρεία ΑΣΤΗΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ η οποία αφού συγχωνεύθηκε από την ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε. στις 21.12.2000 δημιουργήθηκαν δύο εταιρείες η Εργοδότρια Εταιρεία (μητρική) και η ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ (θυγατρική) στις οποίες ο Αιτητής διορίστηκε Γενικός Διευθυντής. Από τις 18.6.2008 προήχθη σε Διευθύνοντα Συμβούλου, θέση που κατείχε μέχρι τις 31.1.2013 που τερματίστηκε η απασχόληση του. Εν ολίγοις η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από τις 8.5.1995 μέχρι 31.1.
- Οι τελευταίες βασικές μισθολογικές απολαβές του Αιτητή, με βάση την κατάσταση μισθοδοσίας του για τον μήνα Ιανουάριο 2013 (Τεκ.57) ανέρχονταν στα €12.000 πλέον 13ο μισθό. Από την εν λόγω κατάσταση προκύπτει επίσης ότι η Εργοδότρια Εταιρεία συνεισέφερε επί μηνιαίας βάσης προς όφελος του Αιτητή, στο Ταμείο Προνοίας €1.320, στο Ταμείο Υγείας €321, στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων €308,24 και σε Ομαδική Ασφάλιση Ζωής €
- Πρόσθετα, επί μηνιαίας βάσης του κατέβαλλε το ποσό των €1.000 ως προσωπικά Έξοδα Δημοσίων Σχέσεων (Τεκ.59). Στις 29.1.2013 ο Αιτητής ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Εργοδότριας Εταιρίας κ. Ι. Κατσουρίδη, ότι θα βρισκόταν στην Κύπρο στις 31.01.2013 και του ζητήθηκε όπως την ίδια μέρα συναντηθούν στο γραφείο του κ. Ν. Μ., Διευθύνοντα Συμβούλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος [Κύπρου] Λτδ και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου των Εταιρειών. Η εν λόγω συνάντηση επιβεβαιώθηκε με σχετικό μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απεστάλη την επομένη από τον κ. Ι. Κ. στον Αιτητή, (Τεκ.61) και το οποίο παραθέτουμε: «Αγαπητέ κ. Φ., Έπειτα από την τηλεφωνική μας επικοινωνία, επιβεβαιώνω τη συνάντησή μας που θα πραγματοποιηθεί στο γραφείο του κ. Μ. την Πέμπτη 31.01.2013 και ώρα 09:
- Επιπροσθέτως επιβεβαιώνω τη διαθεσιμότητά μας, για εργασίες της Εταιρείας, καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας» Τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα αφού ο Αιτητής παρουσιάστηκε στο κτήριο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και αφού ανέφερε στο προσωπικό υποδοχής για συνάντηση που είχε με τον κ. Μ. στο γραφείο του, προ εκπλήξεως του οδηγήθηκε σε μία αίθουσα όπου τον ανέμεναν όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Εταιρειών, πλην της κας Π. Κ. Ισχυρίστηκε ο Αιτητής, ότι την ίδια στιγμή ενημερώθηκε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. ότι θα διεξαχθεί συνεδρία του Δ.Σ. με θέμα πρόσφατες πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση των μελών του. Ενοχλημένος από το γεγονός ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για σύγκληση Δ.Σ., του οποίου ήταν μέλος και γραμματέας και αφού διαμαρτυρήθηκε ότι συγκλήθηκε χωρίς προειδοποίηση, εκτός του συνήθους χώρου και χωρίς να ακολουθηθεί η συνήθης διαδικασία και να συμφωνηθεί προηγουμένως η Ημερήσια Διάταξη, ο Πρόεδρος κ. Κ. κάλεσε στην αίθουσα τον δικαστικό επιδότη κ. Μ. Ν. ο οποίος την ίδια στιγμή επέδωσε στον Αιτητή δύο ειδοποιήσεις πανομοιότυπου περιεχομένου με θέμα τη συνεδρία του Δ.Σ. της Εθνικής Ασφαλιστικής [Κύπρου] Λτδ (Τεκ.63) και του Δ.Σ. της Εθνικής Ασφαλειών [Κύπρου] Λτδ (Τεκ.64). Παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο του Τεκ.63: «ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ TOY ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ Κύριε Φ. Δια της παρούσης σας πληροφορούμε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ» θα συνεδριάσει στα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στην οδό Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III 15, στη Λευκωσία της Κύπρου στις 31.1.13 ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00 π.μ, με τον σκοπό την συζήτηση των κάτωθι θεμάτων:
- Ενημέρωση του Διοικητικού Συμβουλίου και συζήτηση επί των θεμάτων που πρόσφατα περιήλθαν σε γνώση μελών του, για ενέργειες και παραλείψεις σας που αφορούν, επηρεάζουν και ζημιώνουν την εταιρεία, καθώς επίσης απαντήσεις και επεξηγήσεις σας επ' αυτών και λήψη σχετικής απόφασης για λύση ή μη της εργασιακής σας σχέσης και παύσης σας ή μη από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου.
- Σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας στα γραφεία της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στη Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III 15, στη Λευκωσία της Κύπρου, την ίδια ημέρα για ενημέρωση των μετόχων και συζήτηση του πιο πάνω θέματος και λήψη σχετικής απόφασης για την παύση σας ή μη από τη θέση του μέλους του Δ.Σ της εταιρείας και για την τυχόν εκλογή νέου μέλους. Με εκτίμηση, ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ ΠΡΟΕΔΡΟΣ» Με τη διεκπεραίωση της συζήτησης για λύση της εργασιακής σχέσης και παύση του Αιτητή από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου, ο Πρόεδρος κάλεσε εκ νέου τον δικαστικό επιδότη ο οποίος επέδωσε στον Αιτητή ακόμη τέσσερα έγγραφα που ήταν η Ειδοποίηση για Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκ.14), την Ειδική Ειδοποίηση που αναγράφει το Σύνηθες Ψήφισμα (Τεκ.15) καθώς και την Ειδοποίηση για Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εθνικής Ασφαλειών [Κύπρου] Λτδ μαζί με το Σύνηθες Ψήφισμα (Τεκ.16). Το Ειδικό Ψήφισμα που είναι πανομοιότυπο και στις δύο περιπτώσεις το παραθέτουμε αυτούσιο: ΣΥΝΗΘΕΣ ΨΗΦΙΣΜΑ «Ο κ. Γ. Φ. παύσει από μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας και δια του παρόντος παύεται από τη θέση του Διοικητικού Συμβούλου της εταιρείας για τις πράξεις και παραλείψεις του που συνιστούν ποινικό αδίκημα, αντισυμβατική συμπεριφορά, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, απρεπή συμπεριφορά, απόκρυψη στοιχείων, σοβαρά παραπτώματα, τα οποία προκάλεσαν ζημιές στην εταιρεία και έθεσαν σε κίνδυνο τα οικονομικά της συμφέροντα, τη φήμη και το κύρος αυτής. Διορίζεται δε ως νέο μέλος του Δ.Σ. δια του παρόντος ψηφίσματος ο κ Ε. Β. του Α. μέχρι τη λήξη της θητείας του παυθέντος». Το απόγευμα της ίδιας μέρας επιδόθηκε στον Αιτητή, μέσω του δικαστικού επιδότη, η επιστολή απόλυσης του από την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκ.65) και η αντίστοιχη πανομοιότυπου περιεχομένου επιστολή απόλυσης του από την Εθνική Γενικών Ασφαλειών [Κύπρου] Λτδ (Τεκ.66). Παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο του Τεκ.65: «Κύριε Γ. Φ., Σας ενημερώνουμε ότι μετά την με αριθμό 46/31.01.13 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, παύσατε από Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρείας καθώς επίσης τερματίστηκε η οποιαδήποτε εργασιακή σχέση που σας συνδέει με την Εταιρεία. Σας καλούμε δε να παραδώσετε το γραφείο σας καθώς και όλα τα έγγραφα που έχουν σχέση με την εταιρεία και τις εργασίες της και να μην λάβετε καμία απόφαση που θα αφορά την εταιρεία. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Λευκωσία, 31.1.2013» Αυθημερόν του επιδόθηκαν και τα πρακτικά συνεδρίας του Δ.Σ της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκ.2) τα οποία επίσης παραθέτουμε: «ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Αριθμός 46/31.01.2013- Ημέρα Πέμπτη - Ώρα 10.00 π.μ. ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ (η εταιρεία) Στη Λευκωσία και στα γραφεία της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στη Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III 15, στην Λευκωσία της Κύπρου, σήμερα την 31.1.2013 ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00 π.μ συνήλθε σε συνεδρίαση το υπ' αριθμό 46 Διοικητικό Συμβούλιο της άνω «εταιρείας» υπό την Προεδρία του κ. Ι. Κ. και παρισταμένων των Συμβούλων κ.κ Σ. Κ., Σ. Σ., Ν. Μ., Γ. Φ. και Π. Κ.υ δυνάμει της από 31.01.2013 εξουσιοδότησης προς τον κ. Σ. Κ. Ο κ. Κ. ως πρόεδρος της συνεδρίας, ανέλαβε καθήκοντα και αφού ικανοποιήθηκε ότι η συνεδρία έχει δεόντως συγκληθεί και ότι υπάρχει απαρτία σύμφωνα με τον Νόμο και το καταστατικό της εταιρείας κήρυξε την έναρξη της συνεδρίας στις 10.05 π.μ. Προσωρινά το Δ.Σ ανέθεσε καθήκοντα Γραμματέα στο Μέλος του Δ.Σ κ. Σ. Σ. ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ - Ενημέρωση του Δ.Σ και συζήτηση επί των θεμάτων που πρόσφατα περιήλθαν σε γνώση μελών του Δ. Σ. για ενέργειες και παραλείψεις του κ. Φ. που αφορούν, επηρεάζουν και ζημιώνουν την εταιρεία, καθώς επίσης απαντήσεις και επεξηγήσεις του ιδίου επ' αυτών και λήψη απόφασης για λύση ή μη της εργασιακής σχέσης του και παύση του ή μη από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου. - Ο Πρόεδρος του Δ.Σ κ. Ι. Κ. αφού έλαβε το λόγο ενημέρωσε τα μέλη του Δ.Σ για τα πιο κάτω θέματα που πρόσφατα περιήλθαν σε γνώση των μελών του Δ.Σ. και αφορούν το μέλος του Δ.Σ και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας κ. Γ. Φ. ήτοι:
- Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ Εθνικής Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ κατά
- UIB Insurance Reinsurance Consultants Brokers LTD
- Δ. Γ. και
- Α. Γ. κατά την ακρόαση της οποίας ο κ. Φ. στην κατάθεση του παραδέχεται ότι γνώριζε ότι η εταιρεία συμβλήθηκε με μη αδειούχο ασφαλιστικό αντιπρόσωπο/ασφαλιστικό πράκτορα καθώς επίσης ότι γνώριζε ότι αυτό αποτελεί ποινικό αδίκημα.
- Η αγωγή [ ]/12 επίσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που κατατέθηκε από την Α. Χ. εναντίον του κ. Φ. η οποία αξιώνει αποζημίωση για σεξουαλική παρενόχληση.
- Η παράλειψη από μέρους του κ. Φ. να φέρει σε γνώση του Δ.Σ. τις παρατηρήσεις της Εφόρου Ασφαλίσεων κας. Β. Ν. σχετικά με τους λογαριασμούς και τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, για τουλάχιστον δύο συνεχή έτη που έληξαν 31.12.10 και 31.12.11 αντίστοιχα, παρά τις προς τούτο συστάσεις που του υποβλήθηκαν από την πιο πάνω Έφορο. Στη συνέχεια δίδεται ο λόγος στον κ. Φ. ο οποίος αναγνωρίζει ότι η έλλειψη άδειας λειτουργίας πρακτορειακής εταιρείας συνιστά ποινικό αδίκημα, εξηγεί ότι η εγγραφή των διαμεσολαβούντων στο μητρώο της Εφόρου ξεκίνησε 2004-2005 και όταν διαπιστώθηκε ότι αυτή η εταιρεία δεν μπορούσε να εγγραφεί λόγω οφειλών σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, σταμάτησε τη συνεργασία. Για την υπόθεση της σεξουαλικής παρενόχλησης θεωρεί καταρχήν ότι δεν υφίσταται και ότι η υπόθεση δεν έχει κριθεί δικαστικώς ακόμα, όμως σε κάθε περίπτωση δεν θεωρεί ότι έπρεπε να ενημερωθεί το Δ.Σ. Ο κ. Κ. λέει ότι δεν αφορά το Δ.Σ. η προσωπική ζωή κανενός αλλά όλα όσα συμβαίνουν στο εργασιακό περιβάλλον πρέπει να τίθενται άμεσα υπόψη του Δ.Σ. Για την υπόθεση των τριών επιστολών της Εφόρου Ασφαλίσεων θεώρησε αβλεψία τη μη ενημέρωση του Δ.Σ αν και νομίζει ότι για την πρώτη επιστολή είχε ενημερώσει προφορικά. Ωστόσο είπε ότι απάντησε στις παρατηρήσεις της Εφόρου και θεώρησε ότι δεν ήταν το ζήτημα τόσο σημαντικό, για να ενημερώσει το Δ.Σ. Ο κ. Μ. λέει ότι η διαδικασία εγγραφής της τράπεζας στο μητρώο διαμεσολαβούντων ήταν καλή ευκαιρία να υπάρχει ενημέρωση. Ο κ. Κ. λέει ότι δεν εξετάζουμε το περιεχόμενο των επιστολών αλλά το γεγονός της μη ενημέρωσης του Δ.Σ. παρά την συνεχή επιμονή της Εφόρου για γνωστοποίηση του περιεχομένου των παρατηρήσεων της στο Δ.Σ. Ο κ. Φ. τονίζει εκ νέου ότι η μη ενημέρωση του Δ.Σ ήταν αβλεψία. Ο κ. Σ. λέει ότι η επί τρεις φορές επανάληψη της παράλειψης ενημέρωσης του Δ.Σ δεν αποτελεί αβλεψία. Σε ότι δε αφορά το θέμα της μη αδειοδότησης της πρακτορειακής ο κ. Σ. ανέφερε ότι σε πρόσφατες τηλεφωνικές ερωτήσεις προς τον κ. Φ. σχετικά με άτυπες πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση του για τυχόν εμπλοκή του Δ.Σ σε πιθανές δικαστικές περιπέτειες του απάντησε ότι δεν ξέρει ποιο είναι το θέμα και για αυτό το λόγο δεν πρέπει να δοθεί σημασία. Στο σημείο αυτό έλαβε εκ νέου το λόγο ο κ. Κ. και πρότεινε το τερματισμό της εργασιακής σχέσης του κ. Φ. με την εταιρεία χωρίς αποζημίωση και την παύση του από την θέση του ως Διευθύνων Σύμβουλος. Ο κ. Σ. συμφωνεί με την πρόταση του Προέδρου και αναφέρει ότι αν αυτό δεν αποτελέσει κατά πλειοψηφία απόφαση, θα υποβάλει την παραίτηση του και θα στραφεί εναντίον του κ. Φ. Λέει επίσης ότι αυτό είναι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει με στόχο την υπεράσπιση του εαυτού του από τον εν-δυνάμει κίνδυνο να του ασκηθεί δίωξη από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο κ. Μ. αναφέρει ότι εξεπλάγη από όσα άκουσε και συμφωνεί με τον Πρόεδρο αν και του είναι πολύ δυσάρεστη αυτή η κατάσταση λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με τον κ. Φ. Συνεχίζει λέγοντας ότι τα δύο από τα τρία θέματα της μη ενημέρωσης είναι πάρα πάρα πολύ σοβαρά. Ο κ. Κ. παίρνει το λόγο και αναφέρει ότι έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη του απέναντι στο πρόσωπο του κ. Φ., θεωρεί ότι το Δ.Σ πρέπει να ενημερώνεται άμεσα για όλα τα θέματα, ιδιαίτερα δε όταν υπάρχει επίμονη παρότρυνση από τον επόπτη της Ασφαλιστικής Αγοράς. Τελειώνει λέγοντας και προτείνει τη λύση της εργασιακής σχέσης του κ. Φ. με την εταιρεία χωρίς αποζημίωση. Κατόπιν της παραπάνω εκτενούς συζήτησης και αφού οι απαντήσεις και επεξηγήσεις που έδωσε ο κ. Φ. επί των πιο πάνω θεμάτων, δεν κρίθηκαν πειστικές και βάσιμες το Δ.Σ αποφάσισε όπως παύσει τον κ. Γ. Φ. από τις αρμοδιότητες του Διευθύνοντος Συμβούλου καθώς επίσης αποφάσισε και τον τερματισμό των οποιωνδήποτε υπηρεσιών που προσέφερε υπό μορφή εξηρτημένης εργασίας προς την εταιρεία, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης συνεπεία των προαναφερόμενων λόγων οι οποίοι συνιστούν ποινικό αδίκημα και αντισυμβατική συμπεριφορά έναντι της εταιρείας, θέτουν σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας, κλονίζουν την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του, αλλά και δυσφημούν και μειώνουν το κύρος της. Με παραπάνω απόφαση διαφώνησε ο κ. Φ. και ζήτησε να του γνωστοποιηθεί και εγγράφως η παύση του από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου και η λύση της εργασιακής του σχέσης. Ο κ. Κ. μετά την λήψη της πιο πάνω απόφασης ζήτησε από τον κ. Φ. να παραδώσει το γραφείο του καθώς επίσης και όλα τα έγγραφα που έχουν σχέση με την εταιρεία και τις εργασίες της καθώς επίσης να μην λάβει καμία απόφαση που θα αφορά την εταιρεία. ΔΕΥΤΕΡΟ ΘΕΜΑ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ Σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας για ενημέρωση των μετόχων και συζήτησης του πιο πάνω θέματος και λήψη σχετικής απόφασης για την παύση ή μη του κ. Γ. Φ. από τη θέση του μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας και για την τυχόν εκλογή νέου μέλους. Κατόπιν εκτενούς συζήτησης το Δ.Σ. αποφάσισε όπως συγκαλέσει Έκτακτη Γενική Συνέλευση της εταιρείας για να συζητήσει το πιο πάνω θέμα αι να αποφασίσει επί του προτεινομένου Ψηφίσματος για την παύση του κ. Φ. από μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας αφού πρώτα ο ίδιος ακουστεί στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση. Ο κ. Φ. ανέφερε ότι δεν τον αφορά το θέμα και ότι δεν έχει λόγο να παραστεί στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση. Στην συνέχεια ο κ. Κ. και ο κ. Μ. καταθέτουν το ειδικό ψήφισμα το οποίο έχουν συμπεριλάβει στην ειδική ειδοποίηση για σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης που απευθύνεται στους μετόχους και στον κ. Φ. Στη συνέχεια το Δ.Σ. αποφάσισε σύμφωνα με το Νόμο και το καταστατικό της εταιρείας τη σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης με αποστολή ειδικής ειδοποίησης όπως πιο πάνω αναφέρεται, προς τους μετόχους της εταιρείας και τον κ. Φ. και καθορίζει τον τόπο και χρόνο σύγκλησης όπως αυτό αναφέρεται στην ειδοποίηση. Μη έχοντας άλλο θέμα επί της ημερήσιας διάταξης ο Πρόεδρος της συνεδρίας τερμάτισε τη συνεδρία στις 10:30 π.μ. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ...» (Τα πρακτικά υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τα Μέλη πλην του Αιτητή) Μαρτυρία Ο κ. Σ. Σ., κάτοικος Αθηνών, κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του Διευθυντή Διεθνών Δραστηριοτήτων της Εθνικής Ασφαλιστικής Ελλάδας (ΑΕΕΓΑ Η "ΕΘΝΙΚΗ") και ταυτόχρονα ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εργοδότριας Εταιρείας και της Εθνικής Γενικών Ασφαλειών [Κύπρου] Λτδ. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη γνωριμία του με τον Αιτητή λόγω της θέσης που κατείχαν στην Εργοδότρια Εταιρεία και σε πληροφορίες που έλαβε τόσο ο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ της Εταιρείας, περί τα τέλη Ιανουαρίου 2013, για ενέργειες στις οποίες προέβαινε ο Αιτητής και που έβλαπταν τα συμφέροντα και το καλό όνομα της Εταιρείας. Αναφέρθηκε ακολούθως στη σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης από τον Πρόεδρο κ. Κ., παρισταμένου του Αιτητή, με σκοπό την εξέταση του όλου θέματος. Ισχυρίστηκε ότι πριν τη συνεδρία του Δ.Σ. συναντήθηκε με τον Αιτητή και του ζήτησε να τον ενημερώσει για πιθανά προβλήματα που υπήρχαν και θα απασχολούσαν το Δ.Σ. και ότι αυτός αρνήθηκε επίμονα την ύπαρξη οποιωνδήποτε προβλημάτων. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα προβάλλονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, σε σχέση με τις πράξεις και παράλειψης που καταλογίστηκαν στον Αιτητή, αναφέρθηκε κατ' αρχάς σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη του Αιτητή να ενημερώσει την Εργοδότρια Εταιρεία για την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 6.12.2011 στην αγωγή αρ. 8381/07 (Τεκ.3) σημειώνοντας ότι εκ των υστέρων με βάση τα όσα κατέθεσε ο Αιτητής διετάχθη από τον Γενικό Εισαγγελέα ποινική έρευνα που κατέληξε στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης με κατηγορούμενη και την Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία μη έχουσα άλλη επιλογή προέβη σε παραδοχή. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής με τις πράξεις του εξέθεσε τους εργοδότες του σε πιθανή επιβολή προστίμου από τον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών καθώς και τα μέλη του Δ.Σ. σε κίνδυνο διάπραξης ποινικού αδικήματος, παρόλο που ο τότε Πρόεδρος κ. Δ. Π. είχε επιστήσει την προσοχή του Αιτητή στο θέμα της στρατολόγησης νέων συνεργατών όπως ακολουθηθούν αυστηρά τα πλαίσια της νομιμότητας και της συναλλακτικής πρακτικής. Καταθέτοντας δύο επιστολές του κ. Π. μία προς τον Αιτητή ημερ. 15.11.2006 (Τεκ.5) και άλλη, ιδίας ημερομηνίας, προς τον Έφορο Ασφαλίσεων του Υπουργείου Οικονομικών (Τεκ.6), ισχυρίστηκε ότι έλαβε γνώση αυτών από τότε και ότι αντίθετα με τα πιο πάνω και εν αγνοία της Εργοδότριας Εταιρείας, ως διαφάνηκε και το είχαν πληροφορηθεί περί το τέλος Ιανουαρίου 2013, ο Αιτητής διατήρησε και προχώρησε στη σύναψη παράνομων συμβάσεων με νέους συνεργάτες με αποτέλεσμα η Εργοδότρια Εταιρεία να υποστεί ζημιές από απώλεια ασφαλίστρων από μια δικαστική διαδικασία για την οποία η ίδια τίποτα δεν γνώριζε. Ακολούθως αναφέρθηκε σε παράλειψη και ή αποφυγή του Αιτητή να ενημερώσει την Εργοδότρια Εταιρεία για την εγερθείσα εναντίον του αγωγή με αρ. 2700/2012 από την κα Α. Χ. για σεξουαλική παρενόχληση, καταθέτοντας αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης στην εν λόγω αγωγή (Τεκ.7). Πρόσθετα ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη του Αιτητή να ενημερώσει το Δ.Σ. τόσο της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και της θυγατρικής της για παρατηρήσεις που διαχρονικά διατύπωνε η Έφορος Ασφαλιστικών Εταιρειών επί των λογαριασμών και των οικονομικών καταστάσεων της Εταιρείας που τουλάχιστον αφορούσαν προγενέστερα έτη, πάρα το γεγονός ότι η Έφορος κατ' επανάληψη του ζητούσε να ενημερώσει σχετικά το Δ.Σ., γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους και πάλι τον Ιανουάριο
- Προς επιβεβαίωση της θέσης του κατέθεσε ως Τεκμήρια σειρά επιστολών που αντηλλάγησαν μεταξύ Εφόρου και Αιτητή από τις 24.3.2009 μέχρι 25.5.2009 (Τεκ.8,8Α,8Β,8Γ,9,9Α) και δύο επιστολές ημερ. 16.12.2011 και 6.12.2012 από την Έφορο προς την Εταιρεία (Τεκ.10 και 11), σημειώνοντας ότι από τα εν λόγω έγγραφα φαίνονται οι συνεχείς παροτρύνσεις της Εφόρου για ενημέρωση του Δ.Σ. επί των παρατηρήσεων της, ενέργεια στην οποία ο Αιτητής ουδέποτε προέβη. Τέλος απορρίπτει τη θέση του Αιτητή για αντικατάσταση του από τον κ. Β. ισχυριζόμενος ότι η πρόσληψη του τελευταίου έγινε σε πολύ προγενέστερο χρόνο για εντελώς διαφορετικά καθήκοντα. Πέραν της γραπτής κατάθεσης του, ανέφερε ότι στην Ελλάδα η Εθνική Ασφαλιστική είναι η μεγαλύτερη και παλαιότερη ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας οι δραστηριότητες στηρίζονται ακριβώς στη φήμη της. Ισχυρίστηκε ότι ο ρόλος και οι αρμοδιότητες που εκχωρούνται στο Διευθύνοντα Σύμβουλο από το Δ.Σ. αφορούν τη λειτουργία της επιχείρησης και ως εκ τούτου υποχρεούται να ενημερώνει άμεσα το Δ.Σ. για όλα τα θέματα που άπτονται της φήμης και των συνεπειών που μπορεί να έχουν οι πράξεις του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, καθώς η κατάσταση μιας ασφαλιστικής εταιρείας δεν επηρεάζει μόνο τους μετόχους αλλά και το κοινωνικό σύνολο. Για την τελευταία συνεδρία του Δ.Σ. ανέφερε ότι οι απαντήσεις που έλαβαν από τον Αιτητή δεν τον ικανοποίησαν καθώς ανέφερε ότι δεν γνώριζε τα θέματα, ενώ τα γνώριζε πολύ καλά. Θεώρησε ότι έλεγε ψέματα για τα τρία θέματα και για το σοβαρό θέμα της μη ενημέρωσης παρά τη σύσταση της Εφόρου, η απάντηση ότι το θεώρησε περιττό δεν στέκει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το Δ.Σ. πληροφορήθηκε για τις ενέργειες του Αιτητή με την παραλαβή ενός ανώνυμου φακέλου που περιείχε δημόσια έγγραφα όπως επιστολές της Εφόρου και αποφάσεις του Δικαστηρίου. Ότι ο ίδιος, σχεδόν την ίδια μέρα που ήρθαν υπόψη τους αυτά τα έγγραφα και πριν κατέβουν στην Κύπρο, ρώτησε δύο φορές τον Αιτητή αν υπήρχαν θέματα που έθεταν σε κίνδυνο τα μέλη του Δ.Σ. για πιθανές ποινικές διώξεις και ότι έλαβε αρνητική απάντηση. Επίσης, πριν φθάσουν στην Κύπρο ενημέρωσαν τον Αιτητή, όσο και ο ίδιος τηλεφωνικώς, ότι υπήρχαν κάποια θέματα που αφορούσαν την ευρωστία της επιχείρησης και κάποιες ποινικές υποθέσεις και ότι θα υπήρχε Δ.Σ. χωρίς ωστόσο να θυμάται με ποιο τρόπο τον είχε ενημερώσει. Για τη σύγκληση του Δ.Σ. ενώ ισχυρίστηκε ότι η σχετική Ειδοποίηση δόθηκε στον Αιτητή έγκαιρα και ότι η Ημερήσια Διάταξη του απεστάλη από την προηγούμενη μέρα, ακολούθως αφού του υπεβλήθη ότι του επιδόθηκε με τη έναρξη του Δ.Σ στις 31.1.2013, ο μάρτυρας δεν διαφώνησε. Περαιτέρω ενώ συμφώνησε ότι τόσο η Ειδοποίηση για Έκτακτη Γ.Σ. όσο και το Σύνηθες Ψήφισμα που επιδόθηκαν στο Αιτητή αμέσως μετά τη λήξη της συνεδρίας του Δ.Σ. έφεραν ως ώρα σύγκλησης την 11:00 π.μ. ενώ τα αντίστοιχα έγγραφα που κατατέθηκαν από τον ίδιο (Τεκ.1) την 11:30 π.μ., εν τούτοις διαφώνησε ότι υπήρξε παραποίηση των εγγράφων λέγοντας ότι πιθανόν να έγινε κάποιο λάθος. Σε ερώτηση πότε ετοιμάστηκαν τα εν λόγω έγγραφα, ισχυρίστηκε ότι ετοιμαστήκαν στις 10:55 με 11:00 κι' απ' ότι θυμάται λίγο πριν, διαφωνώντας ότι όλα ήταν έτοιμα από προηγουμένως και ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν ήδη προαποφασισμένη. Το εάν στα πρακτικό της συνεδρίας του Δ.Σ. αναφέρονταν όλες οι θέσεις του Αιτητή εκτενώς, υπέθεσε πως ναι και ακολούθως σε νέα ερώτηση απάντησε με βεβαιότητα «Φυσικά και τις έγραψα, ναι. Όχι δεν υποθέτω». Για το αν έγινε έρευνα από τη διοίκηση σε σχέση με τα όσα καταλογίστηκαν στον Αιτητή και τι του υπέδειξαν, ισχυρίστηκε ότι στη συζήτηση που έγινε το πρωί πριν τη σύγκληση του Δ.Σ. ο Αιτητής έλαβε γνώση και πιστοποίησε την ύπαρξη των τριών καταστάσεων. Για τον χρόνο που δόθηκε στον Αιτητή να ακουστεί, ο μάρτυρας κατέληξε ότι δεν χρειαζόταν πολύ ώρα για να απαντήσει κανείς και να πει ότι ήταν αβλεψία, όπως απάντησε ο Αιτητής. Ενώ ισχυρίστηκε ότι κατά τη συνεδρία του Δ.Σ. υποδείχθηκαν στον Αιτητή οι επιστολές της Εφόρου (Τεκ.8-9Α), ωστόσο παραδέχθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στα πρακτικά. Περαιτέρω αφού τέθηκαν ενώπιον του τα πρακτικά του Δ.Σ. ημερ. 15.2.2012 και 25.5.2012 (Τεκ.18 και Τεκ.19) και του υπεβλήθη ότι με βάση το περιεχόμενο τους φαίνεται ότι ο Αιτητής ενημέρωνε το Δ.Σ. για θέματα φερεγγυότητας, ο μάρτυρας επέμενε ότι το υφιστάμενο πλαίσιο υπολογισμού της φερεγγυότητας συνετέλεσε στο να προειδοποιεί η Έφορος ότι η Εταιρεία δεν ήταν από-θεματοποιημένη και υπό-κεφαλαιοποιημένη και ότι ο Αιτητής στην επιστολή του προς την Έφορο το λέει ότι δεν είναι υποχρέωση του να ενημερώνει το Δ.Σ. Για την κανονιστική συμμόρφωση ενώ συμφώνησε με τον διορισμό της κας Κ. και τις αρμοδιότητες της από τη θέση αυτή, επέμενε ότι την ευθύνη για ενημέρωση του Δ.Σ τη φέρει κι' αυτός που παραχωρεί τις αρμοδιότητες και εν προκειμένω ο Διευθύνων Σύμβουλος, γιατί με το ίδιο σκεπτικό και το Δ.Σ. δεν φέρει καμία ευθύνη για αρμοδιότητες που έχει παραχωρήσει. Ισχυρίστηκε δε ότι κατά την επίδικη περίοδο η μονάδα κανονιστικής συμμόρφωσης αναφερόταν στον Διευθύνοντα Σύμβουλο που είχε την υποχρέωση να ενημερώνει το Δ.Σ. στην επόμενη συνεδρία. Με την ισχύ του πλαισίου Solvency II, η μονάδα κανονιστικής συμμόρφωσης από 1.1.2016 αναφέρεται πλέον απευθείας στο Δ.Σ. Για την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν διαφώνησε ότι μέχρι την απόλυση του Αιτητή δεν είχε ξεκινήσει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία. Συνέδεσε την υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης με τη φήμη της Εταιρείας καταλήγοντας ότι το αποτέλεσμα δεν ενδιέφερε το Δ.Σ., όμως η μη ενημέρωση για θέμα φήμης τους αφορούσε. Η κα Ά. Κ., κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε τη θέση της Εσωτερικής Νομικής Συμβούλου της Εργοδότριας Εταιρείας και της θυγατρικής Εθνικής Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ. Από το 2007 ανέλαβε παράλληλα καθήκοντα Υπεύθυνης /Λειτουργού Κανονιστικής Συμμόρφωσης. Η ανάληψη των εν λόγω καθηκόντων ισχυρίστηκε ότι ήταν τυπική καθώς από το 2007 μέχρι το 2011 δεν έλαβε καμία εντολή για σύνταξη οποιασδήποτε Καν. Έκθεσης και ότι η ακολουθούμενη πρακτική ήταν η παροχή στοιχείων, όσων ζητούντο, στη Εθνική ΑΕΕΓΑ μέσω της εκεί Κανονιστικής Συμμόρφωσης τα οποία ενσωματώνονταν στην καταρτιζόμενη από μέρους τους Ετήσια Έκθεση (Τεκ.29). Η εν λόγω Έκθεση ετοιμάστηκε για πρώτη φορά από την ίδια στις 16.7.2012, μετά από οδηγίες που έλαβε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. κ. Κ., η οποία υποβλήθηκε στο Δ.Σ. από τον Αιτητή στη συνεδρία ημερ. 25.9.2012 (Τεκ.30, 31), καθώς η ίδια υπό την ιδιότητα της ως Νομικός Σύμβουλος και Λειτουργός Συμμόρφωσης υπαγόταν στον Διευθύνοντα Σύμβουλο στον οποίο έδινε αναφορά και όχι στο Δ.Σ. Ως ένδειξη του ελέγχου που της ασκείτο από τον τελευταίον ισχυρίστηκε ότι ήταν η άρνηση του να αναφερθεί στην Έκθεση Κανονιστικής Συμμόρφωσης του 2012 η δικαστική απόφαση στην υπόθεση 8381/2007, με επακόλουθο να υποβληθεί διαφορετικό κείμενο απ' αυτό που η ίδια είχε ετοιμάσει. Αφού αναφέρθηκε στο διορισμό της ως Γραμματέας του Δ.Σ. των Εταιρειών και στα αρχεία των πρακτικών τα οποία περιήλθαν κάτω από τον έλεγχο της, παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολές της Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών για τα έτη 2007 μέχρι 2011 και αντίγραφα απαντητικών επιστολών ως και πρακτικά του Δ.Σ. στα οποία, όπως αναφέρει, δεν γίνεται καμία αναφορά / ενημέρωση του Δ.Σ. (Τεκ.32). Κατέθεσε επίσης οργανόγραμμα της Εταιρείας, Σύσταση του Διευθύνων Συμβούλου για λειτουργία των Επιτροπών ημερ. 15.5.2012 ως και Αρμοδιότητες Κλάδων Υπηρεσιών [Τεκ.33
(1)
(2)
(3)]. Αντεξεταζόμενη η μάρτυς παραδέχθηκε ότι από τη θέση που κατείχε ουδέποτε της ζητήθηκε από το Δ.Σ. να ερευνήσει οποιοδήποτε από τους λόγους που τέθηκαν για την απόλυση του Αιτητή. Από το 2007 - 2011 ανέφερε ότι η ίδια δεν ασκούσε τα καθήκοντα της με πλήρη ενασχόληση ως κανονιστική συμμόρφωση και ότι κατά την ετοιμασία της Εκθέσεως από τη μητρική εταιρεία της ζητούνταν κάποια στοιχεία τα οποία απέστελλε. Ερχόμενοι στην Κύπρο ο κ. Κατσουρίδης μαζί με τον κ. Βασιλείου, λίγο πριν το τέλος Ιουλίου 2012, υπήρξε συνάντηση με όλους τους διευθυντές παρουσία του Αιτητή και κατόπιν με τον καθένα ξεχωριστά και εκεί αφού λέχθηκαν διάφορα θέματα, της ζητήθηκε όπως ετοιμάσει Έκθεση Κανονιστικής Συμμόρφωσης. Αφού της υποδείχτηκε το Τεκ.27 και της υπεβλήθη ότι μεταξύ των καθηκόντων της ήταν η ενημέρωση του Δ.Σ. επί διαφόρων θεμάτων που αφορούσαν ατασθαλίες, παραβάσεις νομών, επιβαλλόμενα πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις, η μάρτυς διαφώνησε ισχυριζόμενη ότι δεν υπαγόταν στο Δ.Σ. αλλά στον Αιτητή ως Διευθύνοντα Σύμβουλο και ότι ουδέποτε απευθύνθηκε στο Δ.Σ. ή ζητήθηκε η άποψη της για οποιοδήποτε θέμα. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο Αιτητής είτε επέμβαινε στην εργασία τους είτε αποφάσιζε για αυτούς αρκετά θέματα. Ότι δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε χωρίς τη συναίνεση και συγκατάθεση του και αν γινόταν κάτι ήταν το εξαιρετικό και το εντελώς διαφορετικό. Ότι αυτοί κάνανε εκείνα που έπρεπε και ο Αιτητής έκανε ότι ήθελε. Ότι για την απόφαση της UIB ενημέρωσε τον Αιτητή και ότι μέσω του υποβλήθηκε η Έκθεση της στο Δ.Σ. επιμένοντας ότι δεν ήταν δική της απόφαση εάν θα ενημερωνόταν ή όχι το Δ.Σ. Για το Τεκ.32 ενώ της επεβλήθη ότι ήταν ενήμερο το Δ.Σ. και ο Οικονομικός Διευθυντής επί όλων των περιλαμβανομένων θεμάτων, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στα πρακτικά που έχει δει. Περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν τα εν λόγω έγγραφα είχαν υποδειχθεί στον Αιτητή στη διάρκεια της συνεδρίας του Δ.Σ. λέγοντας ότι γνωρίζει τα όσα αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό του Δ.Σ. Ενώ διευκρίνισε ότι δεν ήταν και ούτε είναι αρμοδιότητα της, η συμπερίληψη στην Ετήσια Έκθεση των οικονομικών καταστάσεων, περαιτέρω δεν αρνήθηκε ότι έλαβε άμεση γνώση και για την αγωγή της Α. Χ., ότι μίλησε με τον αντίδικο δικηγόρο ο οποίος πρότεινε ένα ποσό για συμβιβασμό που δεν δέχθηκε ο Αιτητής. Ενώ αρχικά αρνήθηκε την ύπαρξη πειθαρχικής επιτροπής στην εταιρεία, ισχυριζόμενη ότι υπήρχε κατά διαστήματα πειθαρχικός κώδικας, ακολούθως παραδέχθηκε ότι υπήρχε επιτροπής της οποίας διατέλεσε μέλος. Ότι η δημιουργία πειθαρχικής επιτροπής αποτέλεσε και απαίτηση της συντεχνίας στην οποία παραπέμφθηκαν και άλλοι υπάλληλοι. Για την περίπτωση του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε ανώτερος του για να μπορέσει να διατάξει την πειθαρχική δίωξη του και ενδεχομένως να μην ήταν σε γνώση του Δ.Σ για να διατάξει μια τέτοια δίωξη. Παρουσιάζοντας διάφορα έγγραφα που αφορούσαν τη συσσωρευμένη άδεια του προσωπικού και τη ενυπόγραφη βεβαίωση πληρωμής (Τεκ.40) ισχυρίστηκε ότι στον Αιτητή καταβλήθηκαν όλα τα δικαιώματα του, περιλαμβανομένης και της ετήσια άδειας που εδικαιούτο. Η κα Ν. Π., ιδιαιτέρα γραμματέας του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία και από το 2012 αρμόδια για θέματα προσωπικού, αναφέρθηκε σε υπηρεσιακό σημείωμα ημερ. 8.2.2008, ισχυριζόμενη ότι με αυτό καθιερώθηκε επίσημη πολιτική της Εταιρείας σε σχέση με τις μεταφερόμενες άδειες που δεν μπορούν να υπερβούν τις 5 ημέρες ετησίως. Με το ίδιο σημείωμα καθιερώθηκε και ο τρόπος λήψης των συσσωρευμένων αδειών για τα προηγούμενα χρόνια και καταρτισμός κατάστασης για απόσβεση τους στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο Αιτητής. Καταθέτοντας διάφορα έγγραφα σε σχέση με τα όσα κατάθεσε επί του θέματος, ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται άδειες προηγούμενων ετών ενώ οι άδειες για τα έτη 2012 και 2013 (αναλογία) του έχουν πληρωθεί. Επανέλαβε τη θέση της κας Καραϊσκάκη ότι μέχρι το 2013 όλα τα διευθυντικά στελέχη της Εταιρείας υπάγονταν στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και ότι σχεδόν κανένας δεν είχε επαφή με το Δ.Σ. Επίσης ότι λόγω των καθηκόντων της λάμβανε γνώση του περιεχομένου των επιστολών από και προς την Εποπτική Αρχή, υποστηρίζοντας τα όσα ανέφερε η κα Καραϊσκάκη σε σχέση με το Τεκ.
- Επίσης ότι για τη σύναψη συνεργασίας με ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές πάντοτε τον πρώτο λόγο τον είχε ο Αιτητής, ο οποίος έδιδε και την τελική έγκριση. Τέλος ότι γνωρίζει πως το Δ.Σ. ενημερώθηκε για το πρόβλημα εγγραφής διαμεσολαβητών στις συνεδρίες ημερ. 14.11.2006 και 20.2.2007 (Τεκ.53), ισχυριζόμενη ότι τα προβλήματα είχαν ήδη προκύψει από τον Μάρτιο 2006 με βάση την αλληλογραφία με την Εποπτική Αρχή ημερ. 23.5.2006 και 25.5.2006 (Τεκ.54 και 55). Πέραν της γραπτής κατάθεσης της, σε ερώτηση εάν ο Αιτητής ήταν μέλος της συντεχνίας η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να απαντήσει μετά βεβαιότητας εάν συνέχισε να είναι μέλος και μετά που ανέλαβε ως Διευθύνων Σύμβουλος. Ότι υπήρχε πειθαρχική επιτροπή με τη συντεχνία, ότι διεξαγόταν έρευνα από την εσωτερική ερευνητική υπηρεσία και ο Διευθύνων Σύμβουλος συμμετείχε ουσιαστικά στην Επιτροπή Εφέσεων. Για τη συσσωρευμένη άδεια ισχυρίστηκε ότι πλην των ατόμων που περιλαμβάνονταν στη λίστα και που αφορούσε το απλό προσωπικό με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου, δεν υπήρχε κάτι γραπτό που να παρέχει στον ίδιο τέτοιο δικαίωμα. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείτο για σύγκληση Δ.Σ. σημειώνοντας ότι αποστελλόταν πρώτα η πρόσκληση για Σύγκληση και μετά η Ημερήσια Διάταξη. Η πρόσκληση αποστελλόταν ως συνήθως μια εβδομάδα με 10 μέρες πριν. Επίσης ότι οι συνεδρίες λάμβαναν χώρα στην Αθήνα και στη Λευκωσία στα γραφεία της Εταιρείας. Επέμενε στη αρχική της θέση ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διευθυντικών στελεχών της Εταιρείας να μην λάβουν συσσωρευμένες άδειες, ισχυριζόμενη ότι ήταν παρούσα κατά τη λήψη της απόφασης. Για θέματα που αφορούσαν ενημέρωση του Δ.Σ. και συγκεκριμένα τις επιστολές της Ελεγκτού, ισχυρίστηκε ότι ρωτούσε τον Αιτητή και ότι πάντα ενεργούσε κατόπιν δικών του οδηγιών. Ο Αιτητής, με τη μακροσκελή γραπτή δήλωση του, αναφέρθηκε αρχικά στην επαγγελματική του ανέλιξη, την περίοδο απασχόλησης του, στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του από τη θέση που κατείχε, τις μισθολογικές απολαβές του και τα άλλα ωφελήματα που λάμβανε από την Εργοδότρια Εταιρεία και για τα οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω. Αναφέρθηκε επίσης σε συσσωρευμένες ετήσιες άδειες που δεν έλαβε και οι οποίες με βάση την τελευταία κατάσταση μισθοδοσίας του, ανέρχονταν κατά τον χρόνο απόλυσης του στις 87,25 μέρες από τις οποίες του πληρώθηκαν οι επτά και παραμένουν απλήρωτες οι υπόλοιπες 80,25 μέρες. Επικαλεσθείς την κατάσταση μισθοδοσίας απορρίπτει τα όσα οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρεία ανέφεραν περί πλήρους αποποιήσεως των συσσωρευμένων αδειών του. Για τα έξοδα δημοσίων σχέσεων και παραστάσεων, επισήμανε ότι τα λάμβανε σε είδος επί μηνιαίας βάσης πρόσθετα του μηνιαίου μισθού του κάνοντας προσωπικές αγορές με τη χρήση πιστωτικής κάρτας και χρεώνοντας τον τραπεζικό λογαριασμό των Εταιρειών. Για τη διαδικασία απόλυσης του, σημείωσε ότι μετέβη στο κτήριο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος [Κύπρου] Λτδ κατόπιν προσυνεννόησης με τον κ. Κ., για μια άτυπη συνάντηση επ' ευκαιρία της επίσκεψης του τελευταίου στην Κύπρο και εκεί προς εκπλήξεως του ενημερώθηκε ότι υπήρχε σύγκληση Δ.Σ. με θέμα πρόσφατες πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση των μελών του. Ότι τα Δ.Σ. συγκαλούντο πάντοτε στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας στην Κύπρο ή στην Αθήνα αλλά ουδέποτε στα γραφεία της Εθνικής Τράπεζας όπως έγινε την ημέρα της απόλυσης του. Ισχυρίστηκε, ότι από τα όσα είχαν διαδραματιστεί αντιλήφθηκε ότι η διαδικασία ήταν προσχεδιασμένη, αφού η απόφαση για απόλυση του είχε ήδη ληφθεί πριν καν συνεδριάσει το Δ.Σ., γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το Ειδικό Ψήφισμα (Τεκ.15 - 16) που του επιδόθηκε από τον δικαστικό επιδότη ενόσω η «υποτιθέμενη» διαδικασία βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν υπέγραψε τα πρακτικά της συνεδρίας (Τεκ.2), για τα οποία έλαβε γνώση το απόγευμα της ιδίας μέρας, καθώς δεν καταγράφηκαν τα όσα έλαβαν χώρα και οι απαντήσεις που έδωσε στα όσα του καταλογίζονταν, αλλά αντίθετα αποτελούντο από μια γενική περίληψη των θέσεων των υπολοίπων μελών. Πρόσθετα αναφέρθηκε σε παραποίηση των εγγράφων που ο κ. Σ. παρουσίασε στο Δικαστήριο σε αντίθεση με αυτά που του είχαν επιδοθεί, στην προσπάθεια της Εργοδότριας Εταιρείας να υποδείξει στο Δικαστήριο ότι του δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος να απαντήσει στους ισχυρισμούς που αυθημερόν του είχαν τεθεί, απορρίπτοντάς κατηγορηματικά τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στην αντεξέταση του. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο απόλυσης που επικαλέστηκε η Εργοδότρια Εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι για τη δικαστική απόφαση στην αγωγή 8381/2007, ενημερώθηκε από την κα Κ., η οποία από τη θέση που κατείχε ήταν το κατ' εξοχήν αρμόδιο πρόσωπο που έφερε την ευθύνη να ενημερώνει το Δ.Σ. για τις νομικές και δικαστικές υποθέσεις μέσω των ετησίων Εκθέσεων Κανονιστικής Συμμόρφωσης (Τεκ.27 και Τεκ.20). Ότι η Έκθεση αυτή ετοιμαζόταν από την λόγω αρμόδια λειτουργό, η οποία ενημέρωνε απ' ευθείας το Δ.Σ. και την αντίστοιχη υπηρεσία της μητρικής εταιρείας και ότι ο ίδιος ως Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ένας από τους αποδέκτες της Έκθεσης και δεν παρέμβαινε με οποιοδήποτε τρόπο στην ετοιμασία της και ούτε επηρέαζε το περιεχόμενο της. Αναγνωρίζοντας ότι στην ετοιμασθείσα Έκθεση του 2011 δεν έγινε αναφορά στην εν λόγω δικαστική απόφαση, όπως επίσης δεν έγινε αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκ.70) που η κα Καραϊσκάκη κοινοποίησε στην αντί-στοιχη υπηρεσία της μητρικής εταιρείας στην Αθήνα, όπου απάντησε αρνητικά στο ερωτηματολόγιο για θέματα ποινικών ή πολιτικών διαδικασιών, ωστόσο ισχυρίστηκε ότι σε συνάντηση με τους κ.κ. Ι. Κ. και Α. Β. έγινε εκτεταμένη αναφορά επί των δικαστικών υποθέσεων, περιλαμβανομένης και της εν λόγω δικαστικής απόφασης, από την αρμόδια λειτουργό κ. Κ. στην παρουσία και του ιδίου. Σημείωσε μάλιστα ότι αν ο ίδιος ήθελε να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δ.Σ. για την εν λόγω υπόθεση, δεν θα άφηνε την Εταιρεία να εμπλακεί σε δικαστική διαδικασία, αλλά θα διέγραφε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα ως είχε εξουσία εκ της θέσεως του (Τεκ.52). Για την εγγραφή των διαμεσολαβητών στο μητρώο της ΥΕΑΕ ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενημέρωσε το Δ.Σ. σε δύο συνεδρίες, στις 14.11.2006 και 20.2.2007 (Τεκ.53), στις οποίες παρίστατο και ο κ. Σ. ο οποίος, όπως μαρτυρείται από την κοινοποιηθείσα σ' αυτόν επιστολή ημερ. 15.11.2006 (Τεκ.5) ήταν και εντεταλμένος του Προέδρου να παρακολουθεί το όλο θέμα. Περαιτέρω ότι για το εν λόγω θέμα επισκέφθηκαν μαζί με τον κ. Π. την Έφορο Ασφαλίσεων περί τον Νοέμβριο 2006 και ότι σχετική είναι η επιστολή του κ. Π. ημερ. 15.11.2006 (Τεκ.6). Αφού απέρριψε κατηγορηματικά τα όσα ο κ. Σ. ανέφερε στο πρακτικό τα συνεδρίας ημερ. 31.1.2013 και προέβαλε με τη μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι ο κ. Σ. γνώριζε την περίπτωση της U.I.B. Insurance, όπως και όλες τις άλλες εκκρεμούσες περιπτώσεις καθώς ήταν παρών κατά τις αποφάσεις του Δ.Σ και ενήμερος για όλες τις ενέργειες που έγιναν τότε, ως και την απόφαση του Προέδρου να αναθέσει στον ίδιο ως Γ.Δ. να αναλάβει τον χειρισμό των υποθέσεων προσωπικά. Για την επικαλούμενη παραδοχή του στη δικαστική υπόθεση ισχυρίζεται ότι με βάση τα πρακτικά της διαδικασίας (Τεκ.74) η παραδοχή του ήταν για τη γνώση του νόμου και όχι της συγκεκριμένης περίπτωσης, καθώς η Εταιρεία συμβλήθηκε με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή U.I.B. Insurance εν αγνοία της ότι αυτός δεν ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο. Όταν δε περιήλθε τούτο σε γνώση του προέβη άμεσα σε ενέργειες εγγραφής και όταν διαπίστωσε ότι η εγγραφή του δεν θα ήταν εφικτή, τερμάτισε τη συνεργασία. Για την αγωγή εναντίον του από την Α. Χ. για σεξουαλική παρενόχληση, ισχυρίστηκε ότι η επιχειρηματική σχέση με το εν λόγω πρόσωπο προέκυψε περί το 2008, ότι αυτή δεν προσελήφθη ποτέ από την Εταιρεία και ότι παρείχε υπηρεσίες εισπράκτορα στη βάση συμφωνίας παροχής υπηρεσιών για διάστημα μερικών μηνών. Στο διάστημα αυτό φάνηκε ότι δεν ήταν συνεπής και πιστή στις υποχρεώσεις της ως δόκιμη ασφαλιστική διαμεσολαβητής και ότι τερμάτισαν τη μεταξύ τους σχέση αφού διαπίστωσαν ότι είχε καταχραστεί ασφάλιστρα που είχε εισπράξει από πελάτες. Μετά πάροδο δύο ετών καταχώρησε την προαναφερθείσα αγωγή στην οποία εκδόθηκε απορριπτική απόφαση στις 27.2.
- Ότι ακολούθησε έφεση η οποία επίσης απορρίφθηκε. Ισχυρίστηκε δε ότι η υπόθεση αφορούσε προσπάθεια εκβιασμού του με σκοπό την απόσπαση χρημάτων από την Α. Χ. σε συνεργασία με πρώην υπάλληλο της Εταιρείας που εκείνη την περίοδο είχε απολυθεί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την υπόθεση εκβιασμού του και την συνεπακόλουθη αγωγή τα είχε αναφέρει στον Εσωτερικό Έλεγχο της μητρικής εταιρείας περί τον Φεβρουάριο 2012 όπου καταγράφηκε στην Έκθεση ημερ. 9.4.2012 (Τεκ.75) και στον Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου και μέλους του Δ.Σ. της μητρικής εταιρείας κ. Γ. Π., περί το Μάρτιο
- Επίσης κατά τη συνεδρία απόλυσης του ανέφερε στο Δ.Σ. ότι το γεγονός ήταν εν γνώσει του Προέδρου κ. Κ. τουλάχιστον από τον Απρίλιο 2012 που είχε λάβει την πιο πάνω Έκθεση και ότι επρόκειτο για υπόθεση εκβιασμού με ιθύνων νου πρώην υπάλληλο της Εταιρείας. Σημείωσε τέλος ότι ήταν υπόψη της γραμματέας του και της κα Κ. η οποία ενέργησε για τον διορισμό των δικηγόρων υπεράσπισης του. Για την επικαλούμενη παράλειψη του να φέρει εις γνώσιν του Δ.Σ. τις παρατηρήσεις της Εφόρου Ασφαλίσεως σχετικά με τους λογαριασμούς και τις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι κάθε χρόνο ο Έφορος αναφερόταν με επιστολές του στους ετήσιους λογαριασμούς των Εταιρειών όπως έπραττε με όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες και ότι οι ερωτήσεις και οι παρατηρήσεις στις οποίες προέβαινε και που ήταν κυρίως τεχνικής φύσης τύγχαναν επεξηγηματικών απαντήσεων από τους αρμόδιους τεχνικούς διευθυντές, οι οποίες αποστέλλονταν στον Έφορο με δική του συνοδευτική επιστολή. Αυτούσιες οι επιστολές με τις απαντήσεις αποστέλλονταν στους εξωτερικούς ελεγκτές της Εταιρείας για να συμπεριληφθούν στις αναφορές τους (Management Letters) που γίνονταν απ' ευθείας στο Δ.Σ. Επίσης τίθεντο υπόψη του Προέδρου και του εκάστοτε Οικονομικού Διευθυντή για τον καταρτισμό της ημερήσιας διάταξης και των θεμάτων που θα απασχολούσαν το Δ.Σ. Ότι οι επιστολές με τις παρατηρήσεις του Εφόρου δεν κατατίθεντο αυτούσιες στα πρακτικά του Δ.Σ. παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Γνωστοποιούνταν όμως στον εκάστοτε Πρόεδρο του Δ.Σ. και αποφάσιζαν από κοινού ποια από τα εν λόγω θέματα θα απασχολούσαν το Δ.Σ. Η διαδικασία αυτή διαχρονικά ήταν πολύ γνωστή στα μέλη του Δ.Σ. και περισσότερο στον Πρόεδρο. Ειδικότερα γνωστή ήταν στον κ. Σ. ως το μακροβιότερο μέλος του Δ.Σ. Ισχυρίστηκε ότι οι επιστολές ήταν γνωστές τόσο στον κ. Κ. όσο και στον κ. Κ., μέλος του Δ.Σ. και ειδικότερα στον πρώτο με τον οποίο συνυπέγραφε τα Management Representation Letters, με τα οποία διαβεβαίωναν τους εξωτερικούς ελεγκτές των Εταιρειών ότι είχαν θέσει στη διάθεση τους όλα τα στοιχεία και όλες τις πληροφορίες που χρειάζονταν για την διεξαγωγή των ελέγχων, περιλαμβανομένων και των επιστολών της Εφόρου, διαδικασία που επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο με τον εκάστοτε Πρόεδρο. Προς επιβεβαίωση της θέσης του κατέθεσε δικό του ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Πρόεδρο ημερ. 23.5.2012 (Τεκ.77) για συνάντησης υπογραφής των σχετικών εγγράφων για το 2011, όπου στην παρ. 21 γίνεται ειδική αναφορά στις επιστολές της εποπτικής αρχής. Σε ότι αφορά τις επιστολές που κατέθεσε ο κ. Σ. (Τεκ.8-11), ισχυρίστηκε ότι καμία επιστολή δεν του παρουσιάστηκε στις 31.1.2013 ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου τους και να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Το μόνο που αναφέρθηκε ήταν η καταλογισθείσα εις βάρος του κατηγορία, η δε απάντηση που έδωσε ήταν ότι οι παρατηρήσεις της Εφόρου αποτέλεσαν θέματα συζήτησης και ενημέρωσης σε πολλές συνεδρίες του Δ.Σ. Προτείνοντας τη διακοπή της συνεδρίας για να παρουσιάσει το συγκεκριμένο αρχείο με τις επιστολές δεν εισακούστηκε, χωρίς αυτό να περιληφθεί στα πρακτικά που του είχαν επιδοθεί. Τουναντίον προ εκπλήξεως του, στα πρακτικά αναγράφηκε ως δήθεν απάντηση του, ότι δεν κοινοποιήθηκαν οι επιστολές λόγω αβλεψίας, κάτι που απορρίπτει ως ψευδές και ότι ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο. Ακολούθως, αφού ζήτησε από τον Πρόεδρο να του υποδείξει τις επιστολές στις οποίες έκαναν αναφορά, προφασίστηκε ότι δεν τις είχαν μαζί τους. Ζήτησε επίσης να του υποδείξουν τη ζημιά που υπέστησαν οι Εταιρείες εξ αιτίας των προφασιζόμενων πράξεων και ή παραλείψεων του, χωρίς και πάλι να πάρει οποιαδήποτε απάντηση. Ανέφερε μάλιστα ότι από τις επιστολές που κατέθεσε ο κ. Σ. μόνο οι δύο αφορούν τα έτη 2010 -2011 για τα οποία έγινε αναφορά στη συνεδρία της 31.1.
- Για την πρώτη επιστολή ημερ. 16.12.2011 (Τεκ.10), ανέφερε ότι επρόκειτο για παρατηρήσεις τεχνικού και/ή διαδικαστικού και/ή επεξηγηματικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στους Λογαριασμούς για το 2010 και που παρουσιάστηκαν στη συνεδρία του Δ.Σ. 7.2.2011 (Τεκ.62). Για τα υπόλοιπα δε θέματα, το περιθώριο φερεγγυότητας ΙΙ και τη διεξαγωγή μελέτης QIS5 έγινε ενημέρωση στη συνεδρίες 25.5.2012 (Τεκ.19), 15.2.2012 (Τεκ.18) και 20.9.2011 (Τεκ.82). Για την επιστολή ημερ. 6.12.2012 (Τεκ.11), σημείωσε ότι τα αναφερόμενα περιλαμβάνονται στους Λογαριασμούς για το 2011 που παρουσιάστηκαν στη συνεδρία του Δ.Σ. 15.2.2012 (Τεκ.18). Πέραν των πιο πάνω, για την φερεγγυότητα ΙΙ και την άσκηση QIS5, κατ' ιδίαν ενημερώσεις γίνονταν στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και τον Γ.Δ. της μητρικής Εταιρείας κ. Κ., ως προκύπτει και από σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.9.5.2012 (Τεκ.83). Σε ότι αφορά το έτος που έληγε στις 31.12.2011 επισήμανε ότι οι παρατηρήσεις της Εφόρου επί των ετήσιων Λογαριασμών και Οικονομικών Καταστάσεων έγιναν με επιστολές ημερ. 27.8.2012 και 6.12.2012 (Τεκ.32). Για τη τελευταία επιστολή ισχυρίστηκε ότι κοινοποιήθηκε στους αρμόδιος διευθυντές της Εταιρείας για ετοιμασία των επεξηγηματικών απαντήσεων και ότι μέχρι την παύση του δεν είχαν ολοκληρωθεί. Επίσης ότι για τις εν λόγω επιστολές και τις απαντήσεις δεν υπήρξε ευκαιρία ενημέρωσης του Δ.Σ. καθότι συνηθίζετο να ενημερώνεται μετά την ετοιμασία και αποστολή των απαντητικών επιστολών για να υπάρχουν διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες. Ότι μετά τις 25.9.2012 δεν υπήρξε άλλη συνεδρία του Δ.Σ. μολονότι ο ίδιος το ζήτησε από το Πρόεδρο με σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 19.12.2012 (Τεκ.84). Αναφερόμενος επίσης σε ενημέρωση του Δ.Σ. για σημαντικά και ή επείγοντα ζητήματα σε σχέση με την Εποπτική Αρχή δήλωσε ότι τέτοια ενημέρωση γινόταν πάντοτε (Τεκ.85-89). Για το Τεκ.32, που κατάθεσε η κα Κολοκοτρώνη, παρόλο που δεν του υποδείχθηκε στη συνεδρία ημερ. 31.1.2ο13, ισχυρίστηκε ότι είχαν γίνει σχετικές ενημερώσεις στο Δ.Σ. και ότι το περιεχόμενο αυτού περιήλθε εις γνώση του Δ.Σ. σε διάφορες συνεδρίες που καταγράφονται στον «Πίνακα Επιστολών της ΥΕΑΕ μαζί με τις σχετικές Ενημερώσεις των θεμάτων τους στο Δ.Σ.» (Τεκ. 90) που ο ίδιος κατάθεσε. Τέλος αναφερθείς στην πρόσληψη του κ. Ε. Β. λίγους μήνες πριν την απόλυση του, ισχυρίστηκε ότι όλα τα γεγονότα, ως διεφάνη εκ των υστέρων, κλείνουν να καταδείξουν ότι η πρόσληψη του εν λόγω πρόσωπου σκοπό είχε την αντικατάσταση του, καθώς η θέση για την οποία προσλήφθηκε ήταν ανύπαρκτη και επινοήθηκε εσκεμμένα αφού οι Εταιρείες δραστηριοποιούνταν αποκλειστικά στην Κύπρο. Επικαλεσθείς διαφόρους λόγους που κατά τον ίδιο κλείνουν προς αυτή την κατεύθυνση, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην στενή οικογενειακή σχέση του νέο-προσληφθέντος με τον τότε αντιπρόεδρο του Δ.Σ. της μητρικής εταιρείας κ. Α. Β. που είναι ο πατέρας του και ταυτόχρονα προϊστάμενος του κ. Κ. και των υπολοίπων μελών του Δ.Σ. πλην του κ. Ν. Μπέη, που είναι αυτοί που αποφάσισαν τόσο την απόλυση του ιδίου όσο και την αυθημερόν τοποθέτηση του Ε. Βασιλείου στη θέση που αυτός κατείχε. Αναφερθείς δε στην ταλαιπωρία και τις επιπτώσεις που επέφερε σε αυτόν και στην οικογένεια του η πρόωρη και απρόσμενη απόλυση του, στην πιο παραγωγική ηλικία των 48 ετών και την αδυναμία του να εξεύρει νέα εργασία, καταλήγει ότι κατά την πολύχρονη παρουσία του στην Εταιρεία ουδέποτε δέχθηκε οποιαδήποτε παρατήρηση για οποιοδήποτε θέμα είτε από το Δ.Σ. ή τον Πρόεδρο ή από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία του Ομίλου, επαναλαμβάνοντας τους αλλότριους κατά τον ίδιο σκοπούς που εξυπηρέτησε η απόλυση του. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τη ετήσια άδεια ισχυρίστηκε ότι η Βεβαίωση (Τεκ.40) αφορούσε εξόφληση οφειλόμενης άδειας για το 2013 και όχι τη συσσωρευμένη άδεια. Δεν διαφώνησε ότι από το 2007 υπήρξε πρόγραμμα απόσβεσης των αδειών, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι από τις 144 μέρες συσσωρευμένης άδειας που δικαιούταν, του εγκρίθηκαν οι 80 μέρες που αναφέρονται και στην κατάσταση πληρωμής του (payslip). Για το Ειδικό Ψήφισμα (Τεκ.15 -16) που του επιδόθηκε μετά το τέλος της συνεδρίας του Δ.Σ. επέμενε ότι αυτό είχε ήδη ετοιμαστεί από πριν καθώς με τη λήξη της συνεδρίας και ενώ κανείς δεν εξήλθε της αίθουσας περιλαμβανομένου και του κ. Σ., ο Πρόεδρος κάλεσε τον δικαστικό επιδότη και του το επέδωσε. Ότι το είδε το διάβασε, είπε είναι θέατρο αυτό και αποχώρησε, γιατί υπό διαφορετικέ συνθήκες δεν είχε λόγο να παραμείνει στην αίθουσα. Επέμενε ότι στα πρακτικά δεν καταγράφηκαν τα όσα ο ίδιος ανέφερε στη συνεδρία και δεν διατυπώθηκαν όπως τα παρουσίασε. Για τις επιστολές του Εφόρου ισχυρίστηκε ότι καμία επιστολή δεν παρουσιάστηκε στη συνεδρία και ούτε έγινε αναφορά σε συγκεκριμένη παρατήρηση. Ότι τα θέματα ενημέρωσης του Δ.Σ. αποφασίζονταν πάντοτε μεταξύ αυτού του Προέδρου και εν μέρει του Οικονομικού Διευθυντή της μητρικής εταιρείας, καθώς μέρος των θεμάτων ήταν οικονομικής φύσης. Οι δε επιστολές του Εφόρου κοινοποιούνταν αυτούσιες με τη ανάλυση και τις απαντήσεις της Εταιρείας στους εξωτερικούς ελεγκτές, τις οποίες λάμβαναν υπόψη στους έλεγχους και για οτιδήποτε γινόταν αναφορά προς το Δ.Σ. μέσω της νενομισμένης διαδικασίας που ήταν οι ετήσιοι λογαριασμοί και τα payment letters. Ότι υπήρχε πλήρης ενημέρωση του Δ.Σ. για θέματα ουσίας, παραπέμποντας στα πρακτικά (Τεκ.90). Επέμενε επίσης στη αλλοίωση των εγγράφων που κατέθεσε η πλευρά της Εταιρείας σε αντίθεση με αυτά που του είχαν επιδοθεί σε σχέση με την αναγραφείσα ώρα περάτωσης της συνεδρίας του Δ.Σ. ισχυριζόμενος ότι το έγγραφο είχε παραχθεί δύο φορές. Ενώ παραδέχθηκε ότι η Εσωτερική Νομική Σύμβουλος αναφερόταν στον ίδιο ως επικεφαλής της Εταιρείας, διαφώνησε ωστόσο στην υποβολή που δέχθηκε πως ότι ετοίμαζε η κα Κ. το έβλεπε ο ίδιος και το διόρθωνε, σημειώνοντας ότι με ίδιο σκεπτικό τα όσα γράφονταν από τη διευθυντική ομάδα θα έπρεπε να περνούν όλα από το χέρι του. Ότι ο ίδιος ως διευθύνων σύμβουλος είχε τη γενική ευθύνη και ακολουθώντας το οργανόγραμμα διαμοίραζε ευθύνες στους υφιστάμενους του. Διαφώνησε επίσης ότι προέβη σε διορθώσεις στην Έκθεση Κανονιστικής Συμμόρφωσης που ετοίμασε η τελευταία, σημειώνοντας ότι δεν άλλαξε ούτε μια γραμμή και ότι αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί με την παράθεση οποιουδήποτε αρχικού κειμένου. Ότι και για τα προηγούμενα χρόνια από το 2007-2011 η κα Κ. κοινοποιούσε τα διάφορα στοιχεία που της ζητούνταν στην αντίστοιχη υπηρεσία της μητρικής εταιρείας και ότι για τις διάφορες δικαστικές υποθέσεις, περιλαμβανομένης και της απόφασης της UIB, η ίδια ενημέρωσε τον Πρόεδρο και τον κ. Β. σε καθ' ιδίαν συνάντηση που είχε μαζί τους στις 4-5.9.
- Ότι ο ίδιος δεν πήρε αυτούσια τη δικαστική απόφαση στο Δ.Σ. καθώς ήταν δουλειά της Κανονιστικής Συμμόρφωσης κατά πόσο άξιζε να το αναφέρει. Επίσης ότι το Δ.Σ. ποτέ δεν ενημερώθηκε για αποφάσεις του Δικαστηρίου. Σε υποβολή ότι για την απόφαση ο κ. Σ. του τηλεφώνησε λίγες μέρες πριν τη συνεδρία και όχι ως ο ίδιος διατείνεται, ο Αιτητής διαφώνησε ισχυριζόμενος ότι του τηλεφώνησε πολλούς μήνες πριν για μια απόφαση που ήθελε ο κ. Α Β. Για τις επιστολές της Εφόρου, επιμένοντας ότι ήταν ενήμεροι ο Πρόεδρος και ο Οικονομικός Διευθυντής της μητρικής εταιρείας, ερωτηθείς επί του Τεκ.77 ανέφερε ότι το κατέθεσε γιατί είναι ενδεικτικό της γνωστοποίησης των εγγράφων και όλων των πληροφοριών που δίνονταν στους εξωτερικούς ελεγκτές, ενυπόγραφο από τον ίδιο και τον Πρόεδρο. Επίσης ότι στο Τεκ.90Ν όπως και στα υπόλοιπα έγγραφα φαίνεται κάτω από τον τίτλο «περιθώριο φερεγγυότητας» η συσχέτιση που έκανε στην παρατήρηση της Εφόρου που ήταν επί συγκεκριμένων σημείων και δεν ήταν αόριστη. Ανάλυση Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, εγείρονται τα πιο κάτω ζητήματα που πρέπει να αποφασιστούν: (α) Κατά πόσο η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε ως λογικός εργοδότης και κατ' ακολουθίαν δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. (β) Οι μισθολογικές απολαβές του Αιτητή. (γ) Κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται σε συσσωρευμένες άδειες. (δ) Αν η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή, ποιο το ύψος των αποζημιώσεων που πρέπει να του επιδικαστούν. (α) Το δικαιολογημένο ή μη του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση του Δ.Σ. της Εργοδότριας Εταιρείας να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή, λήφθηκε μονομερώς σε συνεδρία που έλαβε χώρα στις 31.1.
- Ενώ στις 29.1.2013 ο Αιτητής ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Εργοδότριας Εταιρείας ότι κατά τη συγκεκριμένη μέρα θα ευρίσκετο στην Κύπρο και θα υπήρχε συνάντηση στο γραφείο του κ. Κ. Μ., γεγονός που επιβεβαιώθηκε και με σχετικό μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που του απεστάλη την επομένη (Τεκ.61), όπως και η διαθεσιμότητα τους, για εργασίες της Εταιρείας καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, εντούτοις όταν ο Αιτητής επισκέφτηκε το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για να συναντήσει εκεί τον κ. Κ., χωρίς άλλη προειδοποίηση, βρέθηκε ξαφνικά ενώπιον των μελών του Δ.Σ. και εκεί ενημερώθηκε για πρώτη φόρα, με την επίδοση σχετικής Ειδοποίησης (Τεκ.63 και 64), ότι θα ακολουθούσε συνεδρία του Δ.Σ. με σκοπό την εξέταση θεμάτων που πρόσφατα περιήλθαν σε γνώση τους, για ενέργειες και παραλείψεις του Αιτητή που αφορούν, επηρεάζουν και ζημιώνουν την Εταιρεία και λήψη σχετικής απόφασης για λύση ή μη της εργασιακής σχέσης και παύσης του ή μη από τη θέση του Διευθύνοντα Συμβούλου. Αιτιολογώντας τη προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο Αιτητής έλαβε γνώση για τη σύγκληση του Δ.Σ. και για το προς συζήτηση θέμα με την επίδοση της σχετικής Ειδοποίησης (Τεκ.63 και 64), είναι αρκετό να καταγραφεί ότι στο μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκ.61) δεν γίνεται καμία αναφορά σε σύγκληση Δ.Σ. ή σε οποιεσδήποτε κατηγορίες που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής, παρά μόνο σε μια άτυπη συνάντηση στο γραφείο του κ. Μ., για εργασίες της Εταιρείας, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Επίσης, στην Ειδοποίηση που επιδόθηκε αυθημερόν στον Αιτητή, στις 31.1.2013, δεν φαίνεται να εξειδικεύονται οι κατηγορίες που θα αντιμετώπιζε ενώπιον του Δ.Σ. Τα όσα του καταλογίστηκαν, περιήλθαν για πρώτη φορά εις γνώσιν του με την έναρξη της συνεδρίας του Δ.Σ., γεγονός που προκύπτει από το ίδιο το πρακτικό της συνεδρίας (Τεκ.2). Ο κ. Σ., στην προσπάθεια του να καταδείξει ότι μίλησε από προηγουμένως με τον Αιτητή σε σχέση με τις κατηγορίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει, ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι πριν τη συνεδρία του Δ.Σ. συναντήθηκε με τον Αιτητή και ζήτησε να τον ενημερώσει για πιθανά προβλήματα που υπήρχαν και θα απασχολούσαν το Δ.Σ. και ότι αυτός επίμονα αρνήθηκε ότι υπήρχαν οποιαδήποτε προβλήματα. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε επίσης ότι την ίδια ημέρα που ήρθαν υπόψη του τα έγγραφα και πριν κατέβουν στην Κύπρο, ρώτησε δύο φορές τον Αιτητή αν υπήρχαν θέματα που έθεταν σε κίνδυνο τα μέλη του Δ.Σ. για πιθανές ποινικές διώξεις και ότι έλαβε αρνητική απάντηση. Ο μάρτυρας ωστόσο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη θέση του και να φανερώνουν ότι ο Αιτητής έλαβε οποιαδήποτε έγκαιρη και σαφή ενημέρωση για τη σύγκληση του Δ.Σ. και τις εναντίον του κατηγορίες, πριν τις 31.1.2013 που του επιδόθηκε η σχετική Ειδοποίηση. Αντίθετα ενώ ο μάρτυρας γενικά και αόριστα ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε έγκαιρα για τη σύγκληση του Δ.Σ. και ότι η Ημερήσια Διάταξη του επιδόθηκε από την προηγούμενη μέρα, εν τούτοις όταν του υποδείχτηκαν τα σχετικά έγγραφα και του υπεβλήθηκε ότι η Ημερήσια Διάταξη επιδόθηκε στον Αιτητή λίγο πριν την έναρξη του Δ.Σ., οπότε και πληροφορήθηκε για το γεγονός, ο μάρτυρας δεν διαφώνησε. Περαιτέρω, ενώ ο μάρτυρας ισχυρίστηκε, κατά την αντεξέταση του, ότι το Δ.Σ. πληροφορήθηκε για τις ενέργειες του Αιτητή με την παραλαβή ενός ανώνυμου φακέλου που περιείχε δημόσια έγγραφα, όπως επιστολές της Εφόρου και αποφάσεις του Δικαστηρίου, εν τούτοις στο πρακτικό της συνεδρίας του Δ.Σ. δεν γίνεται καμία αναφορά στο περιεχόμενο του εν λόγω φακέλου και ούτε επιβεβαιώνεται με οποιοδήποτε τρόπο η θέση του μάρτυρα ότι σε συζήτηση που έγινε το πρωί πριν τη σύγκληση του Δ.Σ., ο Αιτητής έλαβε γνώση και πιστοποίησε την ύπαρξη των τριών καταστάσεων ή ότι κατά τη συνεδρία του Δ.Σ. του υποδείχτηκαν, τόσο οι επιστολές της Εφόρου, που αφορούσαν τους λογαριασμούς και τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη που έληξαν στις 31.12.2010 και 31.12.2011 (Τεκ.10 και 11) όσο και οι υπόλοιπες επιστολές που αφορούσαν προηγούμενα έτη και τις οποίες ο μάρτυρας επικαλέστηκε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με τη μαρτυρία του (Τεκ.8 έως 9Α). Πρόσθετα, η γενική και αόριστη αναφορά του μάρτυρα ότι πριν τη σύγκληση του Δ.Σ. υπήρξε έρευνα επί του θέματος, δεν προκύπτει από το πρακτικό της συνεδρίας αλλά ούτε και από οποιασδήποτε αλλά στοιχεία ή οποιαδήποτε απτή μαρτυρία που να επιβεβαιώνουν τη διεξαγωγή τέτοιας έρευνας. Αντίθετα, η κα Καραϊσκάκη, ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της, ομολόγησε ότι από τη θέση που κατείχε ουδέποτε της ζητήθηκε από το Δ.Σ. να ερευνήσει οποιοδήποτε από τους λόγους που τέθηκαν για την απόλυση του Αιτητή. Το σίγουρο ωστόσο που δεν φαίνεται να απασχόλησε το Δ.Σ. είναι ότι δεν λήφθηκε καμία κατάθεση από τον Αιτητή και ούτε του ζητήθηκε οποιαδήποτε εξήγηση πριν τη σύγκληση του Δ.Σ. Γιατί εάν προηγείτο μια τέτοια διαδικασία οπωσδήποτε ο Αιτητής θα γνώριζε από προηγουμένως για τις εναντίον του κατηγορίες όπως και για τη σύγκληση Δ.Σ. που θα εξέταζε το όλο θέμα. Για όλα τα πιο πάνω και με ουσιαστικό υπόβαθρο τις μη σταθερές και ξεκάθαρες απαντήσεις που έδωσε ο κ. Σ. σε σχέση με τη διαδικασία που ακολούθησε η Εργοδότριας Εταιρεία για την απόλυση του Αιτητή, βάσιμες είναι και οι αμφιβολίες του Δικαστηρίου κατά πόσο το πρακτικό του Δ.Σ, που τήρησε ο εν λόγω μάρτυρας, μπορεί να προσδώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των όσων λέχθηκαν κατά τη συνεδρία και με εκτενή αναφορά στα όσα παρέθεσε ο Αιτητής. Γιατί αν πράγματι προηγήθηκαν τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε και για τα οποία δεν γίνεται καμία αναφορά στο πρακτικό του Δ.Σ., με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαν να παραλειφθούν και άλλα στοιχεία που ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη δικαστική διαδικασία και τα οποία, όπως ανέφερε στη μαρτυρία του, τα έθεσε και ενώπιον του Δ.Σ. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι στο εν λόγω πρακτικό δεν αποδίδονται στην ολότητα τους τα όσα διημείφθησαν κατά τη συνεδρία του Δ.Σ., με επακόλουθο το Δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια στο περιεχόμενο του. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι η Ειδοποίηση για Έκτακτη Γενική Συνέλευση μαζί με το Σύνηθες Ψήφισμα που επιδόθηκαν στον Αιτητή (Τεκ.16), είχαν ήδη ετοιμαστεί πριν τη σύγκληση του Δ.Σ. και πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης. Καταλήγουμε σ' αυτό το συμπέρασμα αφού λάβαμε υπόψη τα όσα ο κ. Σ. και ο Αιτητής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία. Ειδικότερα, ενώ αναλώθηκε αρκετός δικαστικός χρόνος για το πότε το παρόν Ψήφισμα ετοιμάστηκε και επιδόθηκε στον Αιτητή, εν τούτοις οι ισχυρισμοί και εικασίες του κ. Σ. ότι αυτό ετοιμάστηκε στις 10:55 με 11:00 π.μ. καταρρίπτονται από το ίδιο το πρακτικό της συνεδρίας (Τεκ.2), που ο ίδιος ετοίμασε και στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι η συνεδρία άρχισε στις 10:00 π.μ. και τερματίστηκε στις 10:30 π.μ. Από το πρακτικό επίσης επιβεβαιώνεται η θέση του Αιτητή ότι αμέσως μετά τη λήξη της συνεδρίας του Δ.Σ., ακολούθησε, χωρίς να υπάρξει διακοπή, η συζήτηση του δεύτερου θέματα που ήταν η Σύγκληση της Έκτακτης Γ.Σ., η οποία περατώθηκε με τον τερματισμό της συνεδρίας στις 10:30 π.μ., γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι στο μεσοδιάστημα ήταν αδύνατη η ετοιμασία του Ψηφίσματος, ως διατείνεται ο κ. Σ. Το γεγονός μάλιστα ότι η σχετική Ειδοποίηση με το Σύνηθες Ψήφισμα που επιδόθηκαν στον Αιτητή αναφέρουν ότι η σύγκληση της Γ.Σ. θα γινόταν στις 11:00 π.μ. ενώ τα αντίγραφα που κατάθεσε ο κ. Σ. στις 11:30 π.μ., αποτελεί ακόμη ένα απτό στοιχείο που τείνει να καταδείξει ότι τα εν λόγω έγγραφα είχαν ήδη ετοιμαστεί από προηγουμένως. Γιατί αν αυτά ετοιμάζονταν αμέσως πριν τη συνεδρία της Γ.Σ., όπως διατείνεται ο κ. Σοφόπουλος, τότε δεν υπήρχε λόγος να αναφέρουν διαφορετική ώρα σύγκλησης απ' αυτή που αναφέρεται στο πρακτικό της συνεδρίας. Περαιτέρω με το παρόν Ψήφισμα φαίνεται ότι η Γ.Σ. των μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας, την ίδια ώρα που έπαυσε τον Αιτητή διόρισε τον κ. Ε. Β., ως νέο μέλος του Δ.Σ., απόφαση που τείνει να καταδείξει ότι το εν λόγω πρόσωπο ερωτήθηκε και αποδέχθηκε τον διορισμό του, πριν τη συνεδρία του Δ.Σ. και πριν τη σύγκληση της Έκτακτη Γ.Σ. Και ενώ η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε με συνοπτική διαδικασία από το Δ.Σ. της Εταιρείας, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε έρευνα και χωρίς να ενημερωθεί εκ των προτέρων o Αιτητής για τις κατηγορίες που θα αντιμετώπιζε, ωστόσο η κα Κ. ομολόγησε, κατά την αντεξέταση της, ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία υπήρχε πειθαρχική επιτροπή της οποίας διετέλεσε μέλος. Ανεγνώρισε μάλιστα ότι η σύσταση της επιτροπής αποτέλεσε και απαίτηση της συντεχνίας, ότι άλλοι υπάλληλοι της Εταιρείας είχαν παραπεμφθεί ενώπιον της και ότι στην περίπτωση του Αιτητή δεν ακολουθήθηκε η εν λόγω πειθαρχική διαδικασία γιατί ενδεχομένως, καθώς ανέφερε, το Δ.Σ. να μην γνώριζε ότι υπήρχε πειθαρχική επιτροπή. Την ύπαρξη πειθαρχικής επιτροπής επιβεβαίωσε και η κα Π., αναφέροντας κατά την αντεξέταση της, ότι υπήρχε με τη συντεχνία η πειθαρχική επιτροπή, ότι διεξαγόταν έρευνα από την εσωτερική ερευνητική υπηρεσία και ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος συμμετείχε ουσιαστικά στη επιτροπή εφέσεων. Περαιτέρω από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και δη τα Τεκ.33
(1)και 33
(2)που κατάθεσε η κα Κ., καθίσταται φανερό ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία υπήρχε η θεσμοθετημένη Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου, μέσω της οποίας το Δ.Σ. θα μπορούσε να διατάξει έρευνα προς εξακρίβωση των όσων καταλογίζονταν στον Αιτητή και που εν τέλει οδήγησαν στην απόλυση του, κάτι που φαίνεται η Εταιρεία να έπραξε σε προηγούμενες περιπτώσεις. Για την επίδικη απόφαση η Εργοδότρια Εταιρεία επικαλέστηκε τρεις συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι όπως ήδη έχουμε αναφέρει, τέθηκαν δια πρώτη φόρα εις γνώσιν του Αιτητή με την έναρξη της συνεδρίας του Δ.Σ., γεγονός που προκύπτει τόσο από την ειδοποίηση σύγκλησης Δ.Σ. όπου γίνεται μια γενική αναφορά, όσο και από το πρακτικό της συνεδρίας (Τεκ.2) όπου παρατίθενται οι επικαλούμενοι λόγοι. Ως προς τον πρώτο λόγο απόλυσης που αφορά την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή αρ. 8381/07, και συγκεκριμένα το παράπονο της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής στην κατάθεση που έδωσε στο Δικαστήριο παραδέχθηκε ότι γνώριζε πως η Εταιρεία συμβλήθηκε με μη αδειούχο ασφαλιστικό αντιπρόσωπο / ασφαλιστικό πράκτορα και ότι αυτό αποτελεί ποινικό αδίκημα, παρατηρούμε τα ακόλουθα: Από το πρακτικό της απόφασης του Ε.Δ. φαίνεται ότι η αγωγή 8381/07 στρεφόταν εναντίον συγκεκριμένου νομικού προσώπου, το οποίο στις αρχές του 2006 η Εργοδότρια Εταιρεία διόρισε ως ασφαλιστικό πράκτορα της, ώστε να ενεργεί ως διαμεσολαβητής στην παροχή ασφαλιστικής κάλυψης σε τρίτους. Το Δικαστήριο κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας διαπίστωσε ότι το εν λόγω νομικό πρόσωπο ασκούσε εργασίες διαμεσολάβησης σε ασφαλιστικά συμβόλαια και η Εργοδότρια Εταιρεία αποδεχόταν τέτοια συμβόλαια εν γνώσει της ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν εγγεγραμμένο στο μητρώο του Εφόρου με βάση την ισχύουσα νομοθεσία. Με δεδομένο ότι υπήρχε παραβίαση νόμου το Δικαστήριο θεώρησε σκόπιμο να παραπέμψει την απόφαση του στον Γενικό Εισαγγελέα «για ότι αυτός κρίνει ορθό να πράξει». Είναι φανερό ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κ. Σοφόπουλος με τη μαρτυρία του και δη ότι διατάχθηκε ποινική δίωξη εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, ή ότι ο Αιτητής με τις πράξεις του εξέθεσε την Εργοδότρια Εταιρεία σε πιθανή επιβολή προστίμου από τον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών και τα μέλη του Δ.Σ. σε κίνδυνο διάπραξης ποινικού αδικήματος, δεν προκύπτουν από το πρακτικό της απόφασής του Δικαστηρίου και ούτε φαίνεται να τέθηκαν ενώπιον του Δ.Σ. κατά τη συζήτηση του θέματος. Περαιτέρω καμία απτή μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει την πραγμάτωση των εν λόγω ισχυρισμών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αντίθετα, μέσα από την πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και που δεν φαίνεται να απασχόλησε το Δ.Σ. κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης, είναι φανερό ότι κατά την περίοδο 2006-2007, που είναι ο ουσιώδης χρόνος καταχώρησης της ως άνω αγωγής, το θέμα της εγγραφής των διαμεσολαβητών στο μητρώο της Εφόρου, απασχόλησε κατά πολύ το Δ.Σ. της Εταιρείας. Απτή μαρτυρία επί τούτου αποτελούν τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ. ημερ. 14.11.2006 (Τεκ.53) και 20.2.2007 (Τεκ.54) από τα οποία φαίνεται ότι ο Αιτητής ενημέρωσε το Δ.Σ. για προβλήματα στην εγγραφή διαμεσολαβητών. Επίσης από την επιστολή ημερ. 15.11.2006 (Τεκ.5) που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Σ., φαίνεται ότι ο τελευταίος ήταν και εντεταλμένος του Πρόεδρου του Δ.Σ. κ. Π. για την παρακολούθηση του όλου θέματος. Πρόσθετα από την επιστολή ημερ. 15.11.2006 (Τεκ.6) και τα πρακτικά της συνεδρίας (Τεκ.53) επιβεβαιώνεται η θέση του Αιτητή ότι περί τον Νοέμβριο 2006 επισκέφθηκαν μαζί με τον κ. Π. την Έφορο Ασφαλίσεων για συζήτηση του θέματος. Επομένως, το γεγονός ότι η Εταιρεία κατά τα έτη 2006-2007 συμβλήθηκε με μη αδειούχους διαμεσολαβητές και ότι θα τερμάτιζε οριστικά τη σχέση μαζί τους εάν δεν υπήρχε διευθέτηση, ήταν εν γνώσει όλων των μελών του Δ.Σ. μη εξαιρουμένου του κ. Σοφόπουλου ο οποίος μάλιστα με τη κοινοποίηση του Τεκ.5 ανέλαβε και μια εντεταλμένη θέση στην παρακολούθηση του όλου θέματος. Η θέση του μάρτυρα, ότι αντίθετα με τα πιο πάνω, ο Αιτητής προχώρησε στη σύναψη παρανόμων συμβάσεων με νέους συνεργάτες, με αποτέλεσμα η Εταιρεία να υποστεί ζημιές από απώλεια ασφαλίστρων από μια δικαστική διαδικασία για την οποία η ίδια δεν γνώριζε, δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Κατά πρώτο λόγο, γιατί η συνεργασία της Εταιρείας με την UIB άρχισε τον Φεβρουάριο 2006 και αφορούσε την περίοδο 2006-2007 που το Δ.Σ. ήταν ήδη ενημερωμένο για την όλη κατάσταση και κατά δεύτερο λόγο γιατί δεν διεφάνη - έστω απομακρυσμένα - ότι ο Αιτητής σε μεταγενέστερο χρόνο προχώρησε σε σύναψη οποιωνδήποτε παρανόμων συμβάσεων με μη εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές. Η θέση μάλιστα της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε ενώπιον του Ε.Δ. κατά την ακρόαση της υπόθεσης ότι η Εταιρεία συμβλήθηκε με μη αδειούχο διαμεσολαβητή και δη το συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο εναντίον του οποίου στρεφόταν η αγωγή και ότι γνώριζε ότι αυτό αποτελεί ποινικό αδίκημα, δεν φαίνεται να συνάδει με τα πρακτικά της διαδικασίας (Τεκ.74) τα οποία μελετήσαμε. Περαιτέρω, για την κατ' ισχυρισμό θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι δεν υπήρξε ενημέρωση του Δ.Σ. για την απόφαση του Ε.Δ., αποδεχόμαστε τη θέση του Αιτητή, ότι το κατ' εξοχήν αρμόδιο πρόσωπο για την ενημέρωση του Δ.Σ. σε νομικές και δικαστικές υποθέσεις ήταν η κα Καραϊσκάκη, η οποία με πράξη του Διευθύνοντα Συμβούλου της Εταιρείας και δη του Αιτητή διορίστηκε, παράλληλα με τα καθήκοντα της, Υπεύθυνη Κανονιστικής Συμμόρφωσης. Η προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου αιτιολογείται τόσο από την πράξη διορισμού της (Τεκ.27) όσο και από το περιεχόμενο της Ετήσιας Έκθεσης Κανονιστικής Συμμόρφωσης του 2011 που η ίδια ετοίμασε στις 16.7.2012, κατόπιν εντολής του Προέδρου του Δ.Σ. κ. Κ. (Τεκ.20) και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο των αρμοδιότητες της, μεταξύ των οποίων είναι και η ενημέρωση του Δ.Σ. για τυχόν διαπιστούμενες ατασθαλίες ή παραβάσεις νόμων, για επιβαλλόμενα διοικητικά πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις από τις εποπτικές ή άλλες Αρχές. Το γεγονός ότι η εν λόγω έκθεση υποβλήθηκε στο Δ.Σ. μέσω του Διευθύνοντα Σύμβουλου και δη του Αιτητή, δεν βρίσκουμε να επέφερε οποιαδήποτε αλλαγή στις αρμοδιότητες και στο καθήκον της Υπεύθυνης Κανονιστικής Συμμόρφωσης να ετοιμάσει την Έκθεση στα πλαίσια της εντολής που έλαβε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. Αυτό άλλωστε ενισχύεται και από το περιεχόμενο της συνοδευτικής επιστολής ημερ. 24.7.2012 που η ίδια κοινοποίησε στον Αιτητή μαζί με την τελική μορφή της Έκθεσης και τα παραρτήματα, όπου ρητά αναφέρει ότι στη συνάντηση ημερ. 28.6.2012 που είχε με τους κκ. Ι. Κ. και Α. Β., οι οδηγίες τις οποίες έλαβε ήταν η υποβολή της έκθεσης στο επόμενο Δ.Σ. και η καθιέρωση της πρακτικής της ετοιμασίας ανά τρίμηνο. Επίσης ότι η Έκθεση ετοιμάστηκε αφού ζήτησε και έλαβε γνώση των οδηγιών ετοιμασίας από την Κανονιστική Συμμόρφωση της Εθνικής Α.Ε.Ε.Γ.Α. και ότι της είχε δοθεί αντίγραφο των αρμοδιοτήτων των κλάδων/ υπηρεσιών που επισύναψε στην Έκθεση και στις οποίες έχουμε ήδη αναφερθεί. Από τη θέση αυτή παρατηρούμε επίσης ότι η κα Κ. ενημέρωσε την αντίστοιχη Κανονιστική Συμμόρφωση της μητρικής εταιρείας για δικαστικές υποθέσεις περί το 2012, με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 23.11.2012 (Τεκ.70), σημειώνοντας ότι δεν υφίστατο τέτοια υπόθεση που έχρηζε αναφοράς. Ειδικότερα, απαντώντας σε επισυνημμένο ερωτηματολόγιο για σκοπούς ενημέρωσης της αντίστοιχης νομικής υπηρεσίας, απάντησε αρνητικά με την αναγραφή τα λέξης "No" στην ενότητα "Criminal fiscal, civil proceedings". Τέλος, ο ισχυρισμός της κας Καραϊσκάκη ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να αναφερθεί στην Έκθεση η επίδικη δικαστική απόφαση με επακόλουθο να υποβληθεί διαφορετικό κείμενο απ' αυτό που η ίδια είχε ετοιμάσει, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των προρρηθέντων εγγράφων που η ίδια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Γιατί αν όντως υπήρξε τέτοια διαφοροποίηση αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί και με την προσκόμιση του αλλοιωμένου αρχικού κειμένου που η μάρτυς επικαλέστηκε. Ο δεύτερο λόγο απόλυσης αφορά την αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας αρ. [ ]/12 που καταχωρήθηκε από την Α. Χ. εναντίον του Αιτητή για σεξουαλική παρενόχληση. Μελετώντας με προσοχή το μέρος αυτό της μαρτυρίας, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο κ. Σ. ως ο βασικός μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία και ένας εκ των Διευθυνόντων Συμβούλων που παρέστησαν στη συνεδρία του Δ.Σ., δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που φαίνεται να απασχόλησαν το Δ.Σ. κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης και τα οποία έτειναν να επαληθεύσουν ή να δημιουργήσουν εύλογες υποψίες για όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε με τη μαρτυρία του και δη ότι ο Αιτητής προέβη σε σεξουαλική παρενόχληση κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη προσέφερε κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες τις υπηρεσίες της προς την Εργοδότρια Εταιρεία και μάλιστα στον χώρο εργασίας. Περαιτέρω, ενώ κατά την αντεξέταση του, έδωσε μια κάπως διαφορετική διάσταση στο όλο θέμα, λέγοντας ότι τον ίδιον προσωπικά και το Δ.Σ. δεν τους ενδιέφερε η ύπαρξη ή μη σεξουαλικής παρενόχλησης αλλά το γεγονός ότι τη δεδομένη στιγμή δεν ενημερώθηκαν για την αγωγή αυτή που αφορά τη φήμη της Εταιρείας, εντούτοις από τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής καθίστα-ται φανερό ότι το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης για το οποίο κατηγορείτο, περιήλθε εις γνώση της Εργοδότριας Εταιρείας από τον Φεβρουάριο 2012, καθώς υπήρξε ανώνυμη καταγγελία εις βάρος του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Εθνικής Α.Ε.Ε.Γ.Α., για σεξουαλική παρενόχληση πρώην συνεργάτιδας του, η οποία εξετάστηκε από την αντίστοιχη Διεύθυνση του Εσωτερικού Ελέγχου με βάση το απόρρητο ενημερωτικό σημείωμα ημερ. 9.4.2012 (Τεκ.75). Από το περιεχόμενο του εν λόγω σημειώματος φαίνεται ότι ο Αιτητής αναφέρθηκε με πολυσέλιδη επιστολή του στις εναντίον του κατηγορίες όπως επίσης σε εκβιαστικές ενέργειες σε βάρος του που οδήγησαν στην καταχώρηση αγωγής εναντίον της Εταιρείας και του ιδίου προσωπικά. Από τη μαρτυρία του Αιτητή είναι επίσης φανερό ότι η καταχωρηθείσα εναντίον του αγωγή για σεξουαλική παρενόχληση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 27.3.2013 (Τεκ.42). Επίσης ότι ήταν εν γνώσει της νομικού συμβούλου της Εταιρείας κας Κ., γεγονός που η ίδια παραδέχθηκε, λέγοντας ότι έλαβε άμεση γνώση για την εν λόγω αγωγή και ότι μίλησε με τον αντίδικο δικηγόρο ο οποίος πρότεινε ένα ποσό για συμβιβασμό που δεν δέχθηκε ο Αιτητής. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι κατά τη δεδομένη στιγμή απόλυσης του Αιτητή δεν υπήρχαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής παρενόχλησε σεξουαλικά πρώην συνεργάτιδα του. Επίσης από την πραγματική μαρτυρία που κατέθεσε ο Αιτητής καθίσταται φανερό ότι η Εταιρεία ήταν ενήμερη για το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης, κάτι που δεν φαίνεται να απασχόλησε το Δ.Σ. κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Επίσης το γεγονός ότι υπήρχε αγωγή εναντίον του Αιτητή ήταν εν γνώση του νομικού τμήματος της Εταιρείας. Ως προς τον τρίτο λόγο απόλυσης που προβάλλει η Εργοδότρια Εταιρεία και αφορά την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του Αιτητή να φέρει σε γνώση του Δ.Σ. τις παρατηρήσεις της Εφόρου Ασφαλίσεων, σχετικά με τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας για τουλάχιστον δύο συνεχή έτη που έληξαν στις 31.12.2010 και 31.12.2011 αντίστοιχα, έχουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ο κ. Σοφόπουλος στην προσπάθεια του να υποστηρίξει τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σειρά επιστολών που αντηλλάγησαν μεταξύ Εφόρου και Αιτητή από τις 24.3.2009 μέχρι 25.5.2009 (Τεκ.8,8Α,8Β,8Γ,9,9Α) καθώς επίσης και δύο επιστολές από την Έφορο προς την Εταιρεία ημερ. 16.12.2011 και 6.12.2012 (Τεκ.10 και 11) που αφορούν τους Λογαριασμούς και τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας για τα έτη που έληξαν στις 31.12.2010 και 31.12.2011, σημειώνοντας ότι από τα εν λόγω έγγραφα φαίνονται οι συνεχείς παροτρύνσεις της Εφόρου για ενημέρωση του Δ.Σ. επί των παρατηρήσεων της, ενέργεια στην οποία ο Αιτητής ουδέποτε προέβη. Επικαλέστηκε επίσης την κατ' ισχυρισμό παραδοχή του Αιτητή όπως καταγράφεται στο πρακτικό του Δ.Σ. (Τεκ.2) και συγκεκριμένα ότι 'θεώρησε αβλεψία τη μη ενημέρωση του Δ.Σ., ότι απάντησε στις παρατηρήσεις της Εφόρου και θεώρησε ότι δεν ήταν το ζήτημα τόσο σημαντικό, για να ενημερώσει το Δ.Σ.' Περαιτέρω προς ενίσχυση της θέσης της Εργοδότριας Εταιρείας, η κα Κ., επικαλούμενη τον διορισμό της στη θέση του Γραμματέα του Δ.Σ. των Εταιρειών, κατέθεσε στο Δικαστήριο επιστολές της Εφόρου για τα έτη 2007 μέχρι 2011 και αντίγραφα απαντητικών επιστολών ως και πρακτικά του Δ.Σ. στα οποία, όπως αναφέρει, δεν γίνεται καμία αναφορά / ενημέρωση του Δ.Σ. (Τεκ.32). Μελετώντας με προσοχή το μέρος αυτό της μαρτυρίας οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι τα όσα οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν τείνουν να καταδείξουν τον ισχυρισμό της, ότι ο Αιτητής δεν έφερε εις γνώσιν του Δ.Σ. τις παρατηρήσεις της Εφόρου. Εκτός από τα έγγραφα που οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν στο Δικαστήριο και από τα οποία με κανένα τρόπο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ένα τέτοιος ισχυρισμός εντούτοις ένα τέτοιο συμπέρασμα περί παραλείψεως του Αιτητή να ενημερώσει το Δ.Σ. επί των παρατηρήσεων της Εφόρου δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων που θα επιβεβαίωνε μια τέτοια παράλειψη. Η αναφορά του κ. Σ., ότι η παράλειψη αυτή του Αιτητή προκύπτει από την επιστολή του προς την Έφορο ημερ. 6.7.2009 (Τεκ.8Α), όπου ρητά αναφέρει ότι το Δ.Σ. και οι εξωτερικοί ελεγκτές «ενημερώνονται για ζητήματα που τους αφορούν, αναλόγως, και όχι για όλα τα θέματα και ιδιαίτερα για αυτά που αφορούν διαδικασίες», κρίνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως παράλειψη του Αιτητή να θέσει ενώπιον του Δ.Σ. τις παρατηρήσεις της αρμοδίας Εποπτικής Αρχής. Αντίθετα μια τέτοια αναφορά τείνει να καταδείξει ότι τόσο οι εξωτερικοί ελεγκτές όσο και το Δ.Σ. ενημερώνονταν επί θεμάτων που τους αφορούσαν και όχι επί θεμάτων διαδικασίας. Σε αντίθεση με την ισχνή αυτή μαρτυρία, οι σαφείς εξηγήσεις που έδωσε ο Αιτητής στο Δικαστήριο σε συνάρτηση με την κατατεθείσα πραγματική μαρτυρία, επιβεβαιώνουν πλήρως τους ισχυρισμούς περί τακτικής ενημέρωσης του Δ.Σ. και θέτουν υπό αμφισβήτηση κάθε αντίθετο ισχυρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής κατά τη συνεδρία του Δ.Σ. ημερ. 31.1.2013 παραδέχθηκε, ότι η μη ενημέρωση οφείλετο σε αβλεψία. Πρόκειται για σειρά έγγραφων που ο Αιτητής επικαλέστηκε με τη μαρτυρία του, όπως επιστολές και πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ. τα οποία η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας σε καμία περίπτωση δεν φάνηκε να έλαβε υπόψη κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Από τα εν λόγω έγγραφα είναι φανερό ότι οι επιστολές/παρατηρήσεις της Εφόρου, τύγχαναν επεξηγηματικών απαντήσεων από τους αρμόδιους τεχνικούς Διευθυντές της Εταιρείας και αποστέλλονταν στην Έφορο μαζί με συνοδευτική επιστολή του Αιτητή. Ότι αυτούσιες οι επιστολές με τις απαντήσεις αποστέλλονταν στους εξωτερικούς ελεγκτές της Εταιρείες και περιλαμβάνονταν στις αναφορές (Management Letters) που οι τελευταίου κοινοποιούσαν απευθείας στο Δ.Σ. Επίσης ότι εκτός από το Δ.Σ. γνώση των επιστολών και παρατηρήσεων της Εφόρου λάμβανε και ο Πρόεδρος του Δ.Σ. με τον οποίο ο Αιτητής συνυπέγραφε το Management Representation Letters στο οποίο γίνεται ειδική αναφορά στις επιστολές της Εποπτικής Αρχής. Επίσης μαζί αποφάσιζαν ποια από τα θέματα θα απασχολούσαν το Δ.Σ. Ειδικά για τις δύο επιστολές της Εφόρου ημερ. 16.12.2011 (Τεκ.10) και 6.12.2012 (Τεκ.11) που αφορούν τα έτη 2010 -2011 που απασχόλησαν το Δ.Σ. κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης, ο Αιτητής αναφέρθηκε λεπτομερώς τόσο στις παρατηρήσεις της Εφόρου όσο και στην ενημέρωση του Δ.Σ. παραθέτοντας και τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεων. Για τη δεύτερη επιστολή (Τεκ.11) εξήγησε λεπτομερώς τους λόγους που δεν υπήρξε ευκαιρία ενημέρωσης του Δ.Σ. σημειώνοντας ότι από την τελευταία συνεδρία Δ.Σ. που ήταν στις 25.9.2012 και μέχρι την απόλυση του δεν υπήρξε άλλη συνεδρία, μολονότι ο ίδιος το ζήτησε από τον Πρόεδρο με σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 19.12.2012 (Τεκ.84). Για τις υπόλοιπες επιστολές που κατέθεσε ο κ. Σοφόπουλος (Τεκ.8-9Α) και το Τεκ.32 που κατέθεσε η κα Καραϊσκάκη, είναι φανερό τόσο από το πρακτικό της συνεδρίας (Τεκ.2) όσο και από την ενώπιον μας μαρτυρία ότι δεν απασχόλησαν το Δ.Σ. και ούτε υποδείχθηκαν στον Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, έτσι ώστε να μπορέσει να απαντήσει και να θέσει τις δικές του εξηγήσεις. Παρόλα αυτά όμως, τα όσα ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου θέτουν σε αμφισβήτηση τα όσα επικαλέστηκαν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας και τείνουν να αποδείξουν ότι οι εν λόγω επιστολές περιήλθαν σε γνώση του Δ.Σ. σε διάφορες συνεδρίες ως αυτές καταγράφονται στον πίνακα «επιστολών της Εφόρου μαζί με τις σχετικές ενημερώσεις των θεμάτων τους στα Δ.Σ.» (Τεκ.90). Για όλα τα πιο πάνω αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Αιτητή ως ειλικρινή και αξιόπιστη και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε αντίθεση με τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας την οποία δεν δεχόμαστε και απορρίπτομε σε όσα σημεία είναι αντίθετη με αυτή του Αιτητή. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου (ανωτέρω), Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδο-τούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα ή διαφορετικά από την ημέρα που αυτό περιήλθε εις γνώσιν του. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησης του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ' αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει εντός των λογικών χρονικών πλαισίων που θέτει ο Νόμος και η νομολογία, τότε θα θεωρείται ότι εγκατέλειψε το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς προειδοποίηση και αποζημίωση. Τι αποτελεί «λογικό χρονικό διάστημα» εν τη εννοία του Νόμου, εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τον χρόνο που εύλογα απαιτείται για τα λογική διερεύνηση των συμβάντων προτού ο εργοδότης καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 194, L' Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 607). Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου, λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η απόφαση για απόλυση θα πρέπει να βρίσκεται στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) εάν προκύψει ότι κανένας λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να προχωρήσει στην απόλυση τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη. (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α..Α.Δ. (Β) 1478, Κynigos Hotels Limited v. Γιωρ-γούλλας Χρίστου,
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, ECLI:CY:AD:2014:A410, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), ο Lord Denning M.R έδωσε την ακόλουθη καθοδήγηση για το εφαρμοστέο κριτήριο: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Στην Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (ανωτέρω), το Δικαστήριο υιοθέτησε τις νομικές αρχές που καθοδηγούν τα αγγλικά δικαστή-ρια προκειμένου να συνάγουν πότε η απόφαση του εργοδότη είναι εύλογη, όπως αυτές τέθηκαν στις συνεκδικασθείσες εφέσεις Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550: «... μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: "In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances". Σε μετάφραση «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ' αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη». Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο μια έρευνα για ανάρμοστη συμπεριφορά ("misconduct') ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, στον ίδιο βαθμό όπως και για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο διερεύνησε ο εργοδότης την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενή κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της λογικής προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμε-νης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Στην απόφαση Bentley Engineering Co Ltd v. Mistry [1979] ICR 47, το EAT επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση για το παράνομο της απόλυσης του εργοδοτούμενου, τον οποίον ο εργοδότης δεν εφοδίασε με τις καταθέσεις των μαρτύρων που τον κατηγορούσαν για επίθεση εναντίον συναδέλφου του, σημείωσε τα ακόλουθα: "We do not say that in every case any particular form of procedure has to be followed... there may be cases in which cross - examination is wholly unnecessary ... On the other hand it is clear that in a matter of this kind, natural justice does require not merely that man shall have a chance to state his own case in detail; he must know in one way or another sufficiently what was being said against him. If he does not know sufficiently what is being said against him, he cannot properly put forward his own case. It may be, according to the facts, that what is said against him can be communicated to him in writing, or it may be that it is sufficient if he hears what the other protagonist is saying, or it may be that, in an appropriate case, for matters which have been said by others to be put orally in sufficient detail is an adequate satisfaction of the requirements of natural justice....it is all a question of degree." Στην Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] IRLR 324, [1990] ICR 54, ο εργοδότης απέλυσε τον εργοδοτούμενο για κλοπή, βασίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον ισχυρισμό του, σε δύο γραπτές δηλώσεις οι οποίες ανέφεραν ότι ο εργοδοτούμενος εμπλεκόταν στην κλοπή. Το ΕΑΤ, αφού επανέλαβε το όσα ανέφερε ο δικαστής Harman στην υπόθεση Byrne σχολίασε ότι «το θέμα της φυσικής δικαιοσύνης προέχει των λέξεων που αναφέρονται», σημειώνοντας περαιτέρω ότι είναι πράγματι πολύ σπάνιο οι διαδικασίες να θεωρηθούν δίκαιες στις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε γραπτές δηλώσεις, χωρίς να δίδονται στον εργοδοτούμενο οι εν λόγω δηλώσεις ή να του αναγιγνώσκονται (παρά να του δοθούν), όπως αυτό κρίθηκε επαρκές στην Vauxhall Motors Ltd v Ghafoor [1993] ICR
- Όπως ανέφερε το Tribunal, το κριτήριο που καθιερώθηκε στην Burchell έχει να κάνει με το αποτέλεσμα της αποτυχίας να ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία στην πραγματική πεποίθηση του εργοδότη, αλλά πέραν τούτου, σημείωσε ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις είναι απαραίτητες ούτως ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου. Στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη», 2018, σελ.409-409, εντοπίζουμε τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικασία που ο εργοδότης θα πρέπει να ακολουθεί κατά την απόλυση εργοδοτούμενου: Συνοπτικά, η νομολογία του κοινοδικαίου καθώς και των σχετικών νομοθετημάτων τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο μπορεί α συνοψιστεί ως ακολούθως:
- Σε υποθέσεις απόλυσης είναι ενδεχόμενο να εγερθούν όχι μόνο θέματα ουσία αλλά και διαδικασίας.
- Ο εργοδότης, κατά κανόνα, δεν μπορεί αν ενεργεί χωρίς να ακολουθεί οποιαδήποτε διαδικασία ή να μην τηρεί οποιαδήποτε εχέγγυα εύλογης κρίσης, απλώς και μόνο διότι πιστεύει ότι ο εργοδοτούμενος έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα.
- ...
- ...
- Πέραν του ευλόγου των αποφάσεων του εργοδότη, η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας έχει ως σκοπό τον σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου, χωρίς όμως ο σκοπός αυτός να συνεπάγεται υποχρέωση εκ μέρους του εργοδότη για τήρηση τυποποιημένης ή συγκεκριμένης διαδικασίας που προνοείται σε Νόμους ή Κανονισμούς του Δημόσιου Τομέα ή που ταυτίζεται με πειθαρχικές διαδικασίες στο χώρο του δημοσίου δικαίου. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι εκεί που ο εργοδότης έχει υιοθετήσει κάποια συγκεκριμένη διαδικασία, είτε βασική είτε και κατ' έφεση, τότε ο εργοδότης θα πρέπει να την ακολουθήσει όπως αυτή έχει καταγραφεί και κοινοποιηθεί στους εργοδοτούμενους και τις συντεχνίες τους, έστω και αν αυτή εμπεριέχει στοιχεία τα οποία συνήθως ανήκουν στην πειθαρχική διαδικασία του δημοσίου ή ακόμα και σε ποινικές διαδικασίες (με παρουσία δικηγόρου και εξέταση μαρτύρων), εκτός και πάλι σε εξαιρετικές περιπτώσεις. ..» Σημειώνουμε, ότι κατά την εξέταση του εύλογου (reasonableness) της απόλυσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει αποκλειστικά υπόψη τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον εργοδότη κατά τον χρόνο της απόλυσης και επί των οποίων στήριξε την απόφαση του. Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT. Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιο-λογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones
(1983)ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.» Σχετική επίσης είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198: (ελεύθερη μετάφραση): «.οτιδήποτε λαμβάνει χώρα μετά τη λήψη της απόφασης για απόλυση, έστω και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί στα πλαίσια της ορθότητας ή του λανθασμένου της απόλυσης, δεν γίνεται αποδεκτό ως μαρτυρία είτε προς υποστήριξη είτε προς αμφισβήτηση του εύλογου της απόφασης του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο. Για παράδειγμα, στις περιπτώσεις απρεπούς συμπεριφοράς όπου ο εργοδοτούμενος απολύεται ένεκα ισχυριζόμενου ποινικού παραπτώματος, το γεγονός ότι η αστυνομία έχει συλλάβει και κατηγορήσει τον εργοδοτούμενο πριν λάβει χώρα η απόλυση μπορεί να είναι σχετικό και σημαντικό, οποιαδήποτε όμως εξέλιξη μετά την απόλυση, είτε καταδίκη του εργοδοτούμενου είτε αθώωση του, είτε ακόμη και άρνηση της αστυνομίας να αναλάβει δράση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σχετικό γεγονός στον καθορισμό του κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο ήταν εύλογη. Περαιτέρω, οποιαδήποτε πληροφορία περιέλθει εις γνώσιν του εργοδότη μετά την απόλυση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στα πλαίσια εξέτασης του εύλογου της απόλυσης, ακόμα κι αν η συγκεκριμένη πληροφορία συνιστά απόδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο ή απόδειξη αδικίας έναντι του εργοδοτούμενου η οποία έλαβε χώρα πριν την απόλυση. Η αρχή που προκύπτει από την Atkins (ανωτέρω) είναι πως ό,τι πρέπει να λαμβάνετε υπόψη από το δικαστήριο είναι το εύλογο της συμπεριφοράς του εργοδότη μέχρι και το χρόνο της απόλυσης». Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Εργοδότρια Εταιρεία, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης σημειώνουμε ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε για πρώτη φορά για τις εναντίον του κατηγορίες με την έναρξη της συνεδρίας του Δ.Σ. Επίσης κατά την εν λόγω συνεδρία η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρέδωσε και ούτε υπέδειξε στον Αιτητή οποιαδήποτε από τα έγγραφα που η ίδια έθεσε ενώ-πιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία. Με τον ίδιο τρόπο τα έγγραφα που κατέθεσε ο Αιτητής δεν τέθηκαν υπόψη του Δ.Σ και ούτε αποτελέσαν μέρος της επίδικης απόφασης. Επίσης καμία έρευνα δεν φαίνεται να προηγήθηκε της απόλυσης του Αιτητή προς διαπίστωση των όσων του είχαν καταλογιστεί. Η διαπίστωση μάλιστα του Δικαστηρίου ότι η Ειδοποίηση για Έκτακτη Γ.Σ. και το Σύνηθες Ψήφισμα (Τεκ.16) στο οποίο αναφέρετο η παύση του Αιτητή από τη θέση του Διοικητικού Συμβούλου και ο διορισμός του Ε. Β., ως νέου μέλους του Δ.Σ., ετοιμάστηκαν πριν τη σύγκληση του Δ.Σ. και πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης για απόλυση του Αιτητή, τείνει να καταδείξει το προειλημμένο της απόφασης της Εργοδότριας Εταιρείας να παύσει τον Αιτητή και να διορίσει αντί αυτού του κ. Β., που στην ουσία σήμαινε την απόλυση του και την αντικατάσταση του από άλλο πρόσωπο που πρόσφατα προσελήφθη στην Εταιρεία. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των προαναφερθέντων στοιχείων τα οποία παραθέσαμε και των ευρημάτων και συμπερασμάτων στα οποία καταλήξαμε κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε στα πλαίσια ενός λογικού Εργοδότη. Ειδικότερα:- - Η Εργοδότρια Εταιρεία παρέλειψε να γνωστοποιήσει εκ των πρότερων στον Αιτητή τις κατηγορίες που είχε να αντιμετωπίσει ενώπιον του Δ.Σ. και να του υποδείξει τα έγγραφα επί των οποίων στήριξε τις εναντίον του κατηγορίες με αποτέλεσμα να του στερήσει τη δυνατότητα να γνωρίζει με επάρκεια τα όσα του αποδίδονταν και την ευκαιρία να θέσει σωστά τη δική του εκδοχή. - Περαιτέρω, ο τρόπος με τον οποίο η Εργοδότρια Εταιρεία διερεύνησε την υπόθεση του Αιτητή, παραλείποντας να ακολουθήσει την υιοθετηθείσα πειθαρχική διαδικασία που τηρούσε στην περίπτωση του υπόλοιπου προ-σωπικού ή να προβεί σε δέουσα έρευνα μέσω της εσωτερικής ερευνητικής υπηρεσίας ή της θεσμοθετημένης Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, της στέρησε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες με βάση τα έγγραφα και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατέστη φανερό ότι εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της επίδικης απόφασης, σε βαθμό που η Εργοδότρια Εταιρεία να θεωρείται ότι δεν ενέργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Ειδικότερα με την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και ειδικότερα τα έγγραφα που επικαλέστηκε και κατέθεσε ο Αιτητής κατέστη φανερό ότι το Δ.Σ. γνώριζε για τα θέματα των διαμεσολαβητών από το 2006 και ότι το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης εξετάστηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικού Έλεγχου, μετά από ανώνυμη καταγγελία εις βάρος του Αιτητή από τον Φεβρουάριο
- Επίσης με τα διάφορα έγγραφα που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής απέδειξε ότι διαχρονικά ενημέρωνε το Δ.Σ. για τα θέματα των παρατηρήσεων της Εφόρου. Περαιτέρω τα διάφορα έγγραφα που επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας και τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν διεφάνη να παρουσιάστηκαν στον Αιτητή κατά την ήμερα της απόλυσης του, αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο που τείνει να καταδείξει υπό τις περιστάσεις ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ακολούθησε μια δίκαιη διαδικασία και δεν ενήργησε εντός των πλαισίων του λογικού εργοδότη, καθότι κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης δεν είχε και δεν φρόντισε να έχει ενώπιον της ολοκληρωμένη εικόνα για τις πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονταν στον Αιτητή. - Πρόσθετα, η προειλημμένη απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να παύσει τον Αιτητή και να διορίσει αντί αυτού του κ. Ε. Βασιλείου, αποτελεί ακόμη ένα παράγοντα που τείνει να καταδείξει και επιβεβαιώσει ότι δεν διεκπεραίωσε κατά τρόπο δίκαιο και σωστό τη διαδικασία ενώπιον της και ότι στην πραγματικότητα δεν ακολούθησε μια δίκαιη και σωστή διαδικασία (Prospect v. Hajee [2017] 10 WLUK 530). Σε τελικό στάδιο, τα όσα η Εργοδότρια Εταιρεία απέδωσε στον Αιτητή για την απόλυση του, δεν έχουν αποδειχθεί. Η μη ενημέρωση του Δ.Σ. από τον Αιτητή για την αγωγή 8381/07, αν και δεν αποτέλεσε το αντικείμενο εξέτασης στη συνεδρία του Δ.Σ., σύμφωνα με τη διατυπωθείσα κατηγορία, εν τούτοις μια τέτοια παράλειψη που δεν καταλογίζεται στον Αιτητή με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν θα δικαιολογούσε απόλυση, όπως επίσης δεν θα δικαιολογούσε απόλυση η μη ενημέρωση του Δ.Σ. για την εναντίον του Αιτητή προσωπική αγωγή για ισχυριζόμενη σεξουαλική παρενόχληση, που εν τέλει με την απόρριψη της αγωγής αποδείχτηκε ότι δεν υφίστατο. Άλλωστε με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η εν λόγω παράλειψη δεν διεφάνη να επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο ή να είχε αντίκτυπο στην επιχείρηση του Εργοδότη, στο προσωπικό ή στους πελάτες ή από τη φύση της να κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Ελλείψει μάλιστα του στοιχείου της σεξουαλικής παρενόχλησης που αποτελούσε ένα απλό ισχυρισμό, είναι καλά νομολογημένο ότι και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε αποδειχθεί οποιαδήποτε ερωτική σχέση, οι εξωσυζυγικές σχέσεις διευθυντικού στελέχους με έγγαμη γυναίκα που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση δεν δικαιολογούν απόλυση με το επιχείρημα ότι θίγεται η υπόληψη του εργαζομένου και η καλή φήμη της επιχείρησης (Δ. Ζερδελής, "Το Δίκαιο της Καταγγελίας" σελ. 172). Περαιτέρω η εκ των υστέρων καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον της Εταιρείας και του ιδίου του Αιτητή, μετά που το Δικαστήριο θεώρησε σκόπιμο να παραπέμψει στον Γενικό Εισαγγελέα την απόφασή του στην αγωγή 8381/07, αποτελούν γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά τη λήψη της επίδικης απόφασης και ως εκ τούτου με βάση τις νομολογιακές αρχές, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία για υποστήριξη ή αμφισβήτηση της επίδικης απόφασης. Σε ότι αφορά τις παρατηρήσεις της Εφόρου, η αποδοχή της μαρτυρίας του Αιτητή ως αποδίδουσα πλήρως την αλήθεια δεν αφήνει κανένα περιθώριο για περαιτέρω σχολιασμό. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερματίζοντας την απασχόληση του Αιτητή δεν ενήργησε εντός των πλαισίων του μέσου λογικού εργοδότη με αποτέλεσμα η απόλυση του να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. (β) Οι μισθολογικές απολαβές του Αιτητή Είναι κοινή συνισταμένη των διαδίκων, όπως προκύπτει και μέσα από την κατάσταση πληρωμής για τον μήνα Ιανουάριο 2013 (Τεκ.57), ότι ο βασικός ακαθάριστος μισθός του Αιτητή ανερχόταν μηνιαίως στα €12.000 πλέον 13ο μισθό. Πρόσθετα λάμβανε σε μηνιαία βάση το ποσό των €1.000 ως επίδομα για προσωπικά έξοδα δημοσίων σχέσεων και παραστάσεων (Τεκ.59). Σε σχέση με το τελευταίο ποσό, ήταν η εισήγηση των συνηγόρων για την Εργοδότρια Εταιρεία, ότι σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μισθό και δεν μπορεί να προσμετρά στη μισθοδοσία του Αιτητή για σκοπούς αποζημίωσης. Από την άλλη η πλευρά του Αιτητή εισηγείται ότι η συνεισφορά του Εργοδότη στο Ταμείο Προνοίας, στο Ταμείο Υγείας, στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και σε Ομαδική Ασφάλιση Ζωής αποτελούν επί πλέον ποσά που αποτελούν ημερομίσθια στην έννοια του Νόμου. Η έννοα του «ημερομισθίου» προσδιορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου ως ακολούθως: «ημερομίσθιον» περιλαβαίνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτίμησης ως και την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου, εξαιρουμένων εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν ((ex-gratia) πληρωμών. Από την ερμηνευτική διάταξη του Νόμου είναι φανερό ότι δεν εμπίπτουν στην έννοια του «ημερομισθίου» οι έκτακτες προμήθειες και οι κατά χάριν πληρωμές. Στην περίπτωση του Αιτητή ωστόσο το ποσό των €1.000 που λάμβανε υπό μορφή επιδόματος δεν φαίνεται να εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία. Αντίθετα αποτελεί χρηματική αντιμισθία ή κέρδος δεκτικό χρηματικής αποτίμησης και επομένως δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο μέρος των μηνιαίων απολαβών του. Οι εισφορές του Εργοδότη όμως, δεν φαίνεται να περιλαμβάνονται στην έννοια του «ημερομισθίου» και δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος των απολαβών του για τους σκοπούς του Νόμου. Επομένως για σκοπούς υπολογισμού οποιασδήποτε αποζημίωσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €12.000 πλέον 13ο μισθό πλέον το ποσό των €1.000 που του καταβαλλόταν σε μηνιαία βάση ήτοι το ετήσιο συνολικό ποσό των €168.000 που για σκοπούς αποζημίωσης υπολογίζεται στα €3.230,76 εβδομαδιαίως. (γ) Κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται σε συσσωρευμένες άδειες Σε σχέση με την ετήσιες άδειες, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δικαιούταν και λάμβανε 27 ημέρες ετήσια άδεια με απολαβές. Σημείωσε ότι κατά την ημέρα της απόλυσης του δικαιούταν να λαμβάνει συσσωρευμένες άδειες για 144 εργάσιμες μέρες που αναλογούσαν σε 135 μέρες για τα έτη 1995 -2005 και 9 μέρες για την περίοδο από 1.1.2006 μέχρι 7.11.2006, όπως αυτές καταγράφονται στο Τεκ.
- Επίσης ότι με βάση την τελευταία κατάσταση πληρωμής του (Τεκ.57) δικαιούταν υπόλοιπο συσσωρευμένων αδειών 87.25 από τις οποίες πληρώθηκε τις 7 μέρες άδειας με επακόλουθο να του οφείλεται πληρωμή για 80.25 ημέρες αδείας που δεν έκανε χρήση. Η πλευρά των Εργοδοτών αρνείται ότι οφείλει στον Αιτητή οποιαδήποτε υπόλοιπο συσσωρευμένων αδειών. Ισχυρίζεται από τη μια την ανυπαρξία οποιασδήποτε συμφωνίας που παρέχει στον Αιτητή τέτοιο δικαίωμα και από την άλλη ότι ο Αιτητής με την πληρωμή των δεδουλευμένων και άλλων δικαιωμάτων του αποποιήθηκε οποιουδήποτε δικαιώματος για περαιτέρω πληρωμή, υπογράφοντας σχετική βεβαίωση (Τεκ. 40). Για διεκδίκηση συσσωρευμένης άδειας, ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμος (Ν.8/67) θέτει ως προϋπόθεση την ύπαρξη συμφωνίας. Το άρθρο 7
(2)του εν λόγω Νομοθετήματος, ως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 85/79, προβλέπει τα ακόλουθα: «..
(2)Διά συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη.» Επομένως για τον Αιτητή, η διεκδικούμενη άδεια σε περίπτωση συμφωνίας, δεν μπορεί να υπερβεί τις 54 μέρες, που είναι η άδεια που δικαιούταν ως προς δύο έτη. Ωστόσο, το θέμα των συσσωρευμένων αδειών που ο Αιτητής προβάλλει με τη μαρτυρία του στερείται δικογραφημένης στήριξης, καθώς δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις. Ενώ διατυπώνει την αιτούμενη θεραπεία για «Δεδουλευμένες άδειες μέχρι την 31.1.2013», εντούτοις παραλείπει να προσδιορίσει και να εκθέσει στο κύριο σώμα των Γενικών Λόγων της Αίτησης, τους λόγους και τα ουσιώδη γεγονότα που υποστηρίζουν και δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες. Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η δικογραφία αποτελεί το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Στην υπόθεση Πούρικκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα» Στην Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους, ανωτέρω, τονίστηκε ότι η διατύπωση και μόνο της θεραπείας δεν επιτρέπει την εξέταση του θέματος το οποίο εγείρει. Ο προσδιορισμός στο κύριο σώμα της απαίτησης των γεγονότων που δικαιολογούν μια ή περισσότερες θεραπείες αποτελεί προϋπόθεση για την εξέτασή τους. Η αρχή ότι η όποια αξίωση για θεραπεία προϋποθέτει πραγματικό υπόβαθρο στο σώμα της έκθεσης απαίτησης επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, 20.» Στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 η οποία έχει υιοθετηθεί και στην υπόθεση Iris Development Ltd v. Τάκη Λαζαρίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1504, το Δικαστήριο, σε αντιδιαστολή με τις δικογραφημένες θέσεις του Αιτητή, σημείωσε ότι ο μη επακριβής προσδιορισμός των θεραπειών δεν αποκλείει την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη που επιζητείται, αν στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης στοιχειοθετούνται τα γεγονότα που μπορεί να αποτελέσουν βάση για την παροχή αυτής της θεραπείας. Όπως είναι καλά γνωστό, η δίκη στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών διεξάγεται στη βάση του εξεταστικού συστήματος, το οποίο παρέχει ευρεία ευχέρεια στο Δικαστήριο να διερευνήσει τα γεγονότα της υπόθεσης που άπτονται της διαφοράς. Το σύστημα αυτό, όμως, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθανασίου ν. Reana Manufacturing and Trading Ltd κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 1635: «.Δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. (Βλέπε: Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά.
(1993)3 Α.Α.Δ. 598). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκτείνεται σε άλλα μη προκύπτοντα θέματα, ιδιαίτερα, όπως στην παρούσα υπόθεση, όταν στο θέμα, το οποίο εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπήρχε ρητή παραδοχή απ' όλους τους διαδίκους στη δικογραφία. Καταλήγουμε κατά συνέπεια ότι οι λόγοι έφεσης 1 και 2 ευσταθούν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αποφασίζοντας το θέμα το οποίο όχι μόνο δεν προέκυπτε από τη δικογραφία αλλά και υπήρχε ρητή παραδοχή στα δικόγραφα όλων των» Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννούλας Χρίστου, Πολ. Εφ. 148/2012, ημερ.7.7.2017, «Μπορεί, ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της επίδικης διαφοράς, όμως τούτο δεν μπορεί να γίνει χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια». Ο Καν. 3
(1)του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού (στο εξής «ο διαδικαστικός κανονισμός»), επιβάλλει στον Αιτητή να καθορίζει στην Αίτηση, τους λόγους επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του Αιτητή που σχετίζεται με το θέμα των συσσωρευμένων αδειών δεν καλύπτεται από τη δικογραφία και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων για δεδουλευμένες άδειες. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδι