Ε. Π. ν. ALTIMO MANAGEMENT SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 55/2015, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:10 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Μιχαήλ και Σ. Ευτυχίου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 55/2015 Μεταξύ: Ε. Π. Αιτήτρια -και-
- ALTIMO MANAGEMENT SERVICES LIMITED
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Απριλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Στ. Παπουή Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Τριανταφυλλίδη με κ. Παναγή Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Β. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση 1 (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο απόλυση και διαζευκτικά από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού, νόμιμο τόκο και έξοδα συν Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε για λόγους πλεονασμού και δη λόγω περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχείρησης της και ή λόγω κατάργησης της θέσης στην οποία απασχολείτο η Αιτήτρια. Ειδικότερα, ότι θα έπαυε να διεξάγει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της, οι οποίες θα μεταφέρονταν εκτός Κύπρου. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι σε περίπτωση που ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησης ήθελε κριθεί παράνομος, η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε πληρωμή καθότι με την αποχώρηση της αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα την χαριστική καταβολή του ποσού των €11.219- που υπερκάλυπτε και ή υπερέβαινε της πληρωμής λόγω πλεονασμού. Επίσης με τη λήψη του εν λόγω ποσού υπέγραψε σχετική βεβαίωση με την οποία αποποιήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση με επακόλουθο να μη νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση και να απαιτεί οποιοδήποτε ποσά ως αποζημιώσεις εναντίον της. Το Ταμείο με τη σειρά του ισχυρίζεται ότι το αίτημα της Αιτήτριας για πληρωμή λόγω πλεονασμού απερρίφθη γιατί από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, ο τερματισμός της απασχόλησης της δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας προβάλλοντας ως λόγο τη μείωση του κύκλου εργασιών. Είναι η θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρουσίαζε μείωση του κύκλου εργασιών της. Αρνείται τον ισχυρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας περί μεταφοράς των δραστηριοτήτων της εκτός Κύπρου και ισχυρίζεται ότι η επίκληση του λόγου αυτού αποτελεί εκ των υστερών σκέψη. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται και δη ότι η Αιτήτρια κατέστη πλεονάζον προσωπικό υπό την έννοια του μέρους IV του Νόμου. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσε η κα Π. Π., διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας από 28.11.2014, ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε τη θέση της με τη δική της προσωπική μαρτυρία. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού αναφερθούμε στην προσαχθείσα μαρτυρία επιβάλλεται η καταγραφή των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 29.5.2007, ως οικονομική Διευθύντρια, δυνάμει γραπτής συμφωνίας εργασίας στην οποία περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων οι απολαβές, η περίοδος απασχόλησης, τα ποσά που δικαιούταν να λάβει σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης και τα καθήκοντα της. Στις 27.12.2007 υπογράφηκε νέα τροποποιητική συμφωνία που προέβλεπε διαφοροποίηση των μισθολογικών απολαβών της (Τεκ.10 και 11). Στις 15.7.2013 η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε προφορικά την Αιτήτρια για την απόφαση της να τερματίσει την απασχόληση της λόγω πλεονασμού. Αυθημερόν δόθηκε στην Αιτήτρια και σχετική επιστολή (Τεκ.16), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσια: "Dear E. P. Re: Termination of Employment As notified also verbally today 15th of July 2013, your employment with the Company will be terminated as of 15th of September, and his letter serves as your 2 month notice. Your termination is terminated due to redundancy reasons since the Company's business has decreased and more specifically because the position you were employed at no longer exists. The Company will pay you your rights as per your contract and moreover has decided to pay you an ex-gratia amount without any prejudice to its rights of Euro 11,219.00 ex gratia that equals to 13 weeks gross salary. Furthermore we note that upon receipt of the above mentioned amount and benefits, all claims under the employment agreement and the termination thereof against the Company are satisfied and discharged. Kind Regards Altimo Management Services Ltd I agree and confirm that I have no claims whatsoever against the Company pursuant to my contract of employment or otherwise. THE EMPLOYEE Η Εργοδότρια Εταιρεία πλήρωσε ex-gratia στην Αιτήτρια το ποσό των €11.219,00 και αυτή υπέγραψε τη δήλωση που περιέχεται στο τέλος της επιστολής απόλυσης (Τεκ.16). Στις 25.9.2013 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού, η οποία απορρίφθηκε στις 14.1.
- Στις 16.9.2014 η Εργοδότρια Εταιρεία υπέβαλε αίτηση για ακύρωση της εγγραφής της στο Μητρώο του Φ.Π.Α., η οποία ακυρώθηκε από 30.6.
- Οι απολαβές της Αιτήτριας πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της ανέρχονταν στα €797,71 εβδομαδιαίως και για σκοπούς του Ταμείου στα €697,
- Μαρτυρία Η κυρίως εξέταση της κας Π. Παπαδημητρίου περιέχεται σε γραπτή της κατάθεση (Τεκ.Α). Δηλώνει ρητά ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη των φακέλων και από έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας και τα οποία περιήλθαν σε γνώση της από τη θέση που κατέχει ως διευθύντρια της Εταιρείας από τις 28.11.
- Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η Εργοδότρια Εταιρεία παρείχε αρχικά υπηρεσίες στη μητρική της εταιρεία Altimo Holdings and Investments, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 14.06.2007 (Τεκ.3 και 4) ("Management Services Agreement") και σε διάφορες άλλες εταιρείες του Ομίλου που αναφέρονται στo Παράρτημα «Α» της εν λόγω συμφωνίας και οι οποίες διαλύθηκαν κατά τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2015 (Τεκ.5-9). Στις αρχές του 2013, οι μέτοχοι του Ομίλου αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια νέα διεθνή επενδυτική επιχείρηση η οποία θα είχε ως σκοπό τη διενέργεια επενδύσεων στους τομείς της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών, με πιθανή επέκταση και σε άλλους τομείς. Αποφασίστηκε όπως οι επενδύσεις στον τομέα των τηλεπικοινωνιών μεταφερθούν στη νέα επιχείρηση και, ως εκ τούτου, ολόκληρος ο Όμιλος θα υπόκειτο σε αναδιάρθρωση. Η εν λόγω αναδιάρθρωση συνεπάγετο, μεταξύ άλλων, τη μεταφορά της έδρας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Εργοδότριας Εταιρείας εκτός Κύπρου (και συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Λουξεμβούργο). Γι' αυτό, η Εργοδότρια Εταιρεία θα έπαυε να ασκεί τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες στην Κύπρο και εν τέλει θα διαλυόταν. Με την εν λόγω απόφαση εξυπακούετο, ουσιαστικά, ότι όλες οι συμβουλευτικές υπηρεσίες σε σχέση με τις διάφορες επενδύσεις του Ομίλου και δη οι υπηρεσίες που προβλέπονταν στο Management Services Agreement, δεν θα παρέχονταν πλέον από την Εργοδότρια Εταιρεία και αντί αυτού, θα μεταφέρονταν και θα παρέχονταν μελλοντικά από νέες οντότητες οι οποίες θα ιδρύονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Λουξεμβούργο. Τον Μάρτιο 2013, οι μέτοχοι του Ομίλου σύστησαν την LetterOne Holdings S.A., μια νέα ιθύνουσα εταιρεία με έδρα στο Λουξεμβούργο, που σκοπό είχε την διενέργεια επενδύσεων στους τομείς της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών, με πιθανή επέκταση και σε άλλους τομείς. Επίσης, τον Οκτώβριο 2013, σύστησαν την LetterOne Investment Holdings S.A. ως δεύτερη μητρική εταιρεία. Και οι δυο εταιρείες θα αποτελούσαν τις τελικές μητρικές εταιρείες του νέου ομίλου εταιρειών επενδυτικών επιχειρήσεων ("LetterOne Group"). Δυνάμει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, ο Όμιλος θα μεταβίβαζε τελικά τη συμμετοχή του από τη μητρική εταιρεία Altimo Holdings and Investments στη LetterOne Holdings S.A. και έτσι τις δραστηριότητες και εργασίες της Εργοδότριας Εταιρείας θα αναλάμβαναν η LetterOne Holdings S.A., η Letter One Investment Holdings S.A. και οι διάφορες θυγατρικές τους που βρίσκονταν εκτός Κύπρου. Ως εκ τούτου, η Εργοδότρια Εταιρεία θα έπαυε να διεξάγει τις εργασίες της στην Κύπρο. Προς επιβεβαίωση της θέσης της και με αναφορά στη σημερινή κατάσταση του Ομίλου, η μάρτυς κατάθεσε στο Δικαστήριο αποσπάσματα από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Ομίλου LetterOne Group που παρουσιάζουν τη δομή της αναδιάρθρωσης του Ομίλου και πληροφορίες για τις δραστηριότητες του (Τεκ.12) Περαιτέρω, στα πλαίσια του σχεδίου αναδιάρθρωσης, οι εταιρείες του Ομίλου, συμπεριλαμβανομένων όλων των υπόλοιπων εταιρειών του Group 1 που αναφέρονται στο Παράρτημα «Α» του Management Services Agreement θα διαλύονταν. Η απόφαση για αναδιάρθρωση και οι διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβη η Εργοδότρια Εταιρεία για υλοποίησή της, είχαν άμεσες επιπτώσεις στις εργασίες της και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως ήταν φυσικό, μειώθηκαν δραματικά και άμεσα στο ελάχιστο. Ισχυρίστηκε η μάρτυς, ότι εν όψει της προβλεπόμενης αναδιάρθρωσης και διάλυσης της Εργοδότριας Εταιρείας, οι επιχειρηματικές της δραστηριότητες μειώθηκαν με επακόλουθο θέσεις εργασίας να καταστούν πλεονάζουσες. Ότι η οικονομική λειτουργία της Εργοδότριας Εταιρείας που ήταν από τις πρώτες που μεταφέρθηκαν στη LetterOne Holdings S.A., έγινε τον Ιούλιο 2013 και έτσι τα σχετικά καθήκοντα της Αιτήτριας καταργήθηκαν και η θέση της Οικονομικής Διευθύντριας που κατείχε, ήταν μεταξύ εκείνων που κατέστησαν άμεσα πλεονάζουσες. Αναφερόμενη στις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας ισχυρίστηκε, ότι η δραματική μείωση των εμπορικών δραστηριοτήτων της Εταιρείας σημείωσε κατακόρυφη μείωση του κύκλου εργασιών της κατά το 2014 σε σύγκριση με το 2013 (Τεκ.13). Για το 2013 ισχυρίστηκε ότι η κατακόρυφη αύξηση που παρουσίαζε ο κύκλος εργασιών της Εταιρείας σε σύγκριση με το 2012, οφείλετο αποκλειστικά στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της μεταφοράς των εργασιών της εκτός Κύπρου, η Εργοδότρια Εταιρεία ρευστοποίησε οφειλόμενα χρέη από τους χρεώστες της με αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση της ρευστότητας και των εισπρακτέων της για το 2013 σε αντίθεση με το
- Πρόσθετα, ότι άρχισε να εξοφλεί πολλές από τις οφειλόμενες υποχρεώσεις της απέναντι στη μητρική εταιρεία και τους πιστωτές της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια επακόλουθη μείωση του παθητικού της κατά το 2013, τόσο του βραχυπρόθεσμου όσο και του μακροπρόθεσμου. Επίσης, ενόψει της επικείμενης παύσης των εργασιών της, τιμολόγησε και εισέπραξε οποιαδήποτε οφειλόμενα σ' αυτή ποσά, από παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, εξ ου και η αύξηση των εσόδων που παρουσίαζε το 2013 σε σύγκριση με το
- Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους του συμβολαίου εργασίας της Αιτήτριας (Τεκ.10) δίδοντας δίμηνη προειδοποίηση για τον τερματισμό της απασχόλησης της και καταβάλλοντας όλους τους οφειλόμενους μισθούς της. Επιπλέον, με τη χαριστική (ex-gratia) πληρωμή του ποσού των €11.219-, η Αιτήτρια αποδέχθηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, ότι οποιαδήποτε απαίτηση που πιθανόν να είχε εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, σε σχέση με την απασχόληση και τον τερματισμό της απασχόλησης της, θα θεωρείτο ως πλήρως και δεόντως διευθετηθείσα και εξοφληθείσα. Σημείωσε περαιτέρω ότι η αναδιάρθρωση ολόκληρου του Ομίλου συνεχίστηκε και, ως εκ τούτου, οι εργασίες και το προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας συνέχισαν να μειώνονται. Έτσι στις 26.11.2014 τερμάτισε την απασχόληση και της Γ.Δ. κας E. S. για λόγους πλεονασμού, καθώς η Εταιρεία τερμάτισε τις δραστηριότητες της (Τεκ.18). Τέλος παρουσίασε το ερωτηματολόγιο που η Εργοδότρια Εταιρεία συμπλήρωσε και απέστειλε στο Ταμείο μετά που η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού (Τεκ.17 και 21). Στο στάδιο της αντεξέτασης, ρωτήθηκε από τη συνήγορο της Αιτήτριας εάν η κα S. υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση στο Ταμείο, για να απαντήσει ότι δεν γνώριζε. Ερωτηθείσα από τη συνήγορο του Ταμείου εάν υπήρχε οποιοδήποτε πρακτικό σε σχέση με την διατεινόμενη αναδιάρθρωση που θα υπόκειτο ο Όμιλος, η μάρτυς υποθετικά ανέφερε ότι θα έπρεπε να προστρέξει στα αρχεία, γιατί όλα τα γεγονότα έγιναν πριν το διορισμό της και δεν θυμόταν. Σε νέα ερώτηση εάν ενημερώθηκαν οι πελάτες για την αναδιάρθρωση και τη μεταφορά της έδρας εκτός Κύπρου, η μάρτυς δεν γνώριζε. Για το Τεκ.12, ενώ ισχυρίστηκε ότι αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα το 2013, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο ανάρτησης του. Σε υποβολή ότι η επίκληση του λόγου περί μεταφοράς των εργασιών εκτός Κύπρου ήταν εκ των υστέρων σκέψη για να δικαιολογήσουν την απόλυση της Αιτήτριας, η μάρτυς ανέφερε ότι υπήρχε μείωση και μεταφορά των δραστηριοτήτων στο εξωτερικό, ότι δεν ήταν σε θέση να καταθέσει οτιδήποτε άλλο, ότι μελέτησε τους φακέλους καθώς τα γεγονότα έγιναν πριν τον διορισμό της και απ' ότι έχει αντιληφθεί έχουν όπως η ίδια αναφέρει στη δήλωση της. Ενώ δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει την ανάληψη των εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας από άλλη εταιρεία, ακολούθως αφού ρωτήθηκε εάν υπήρχε κάποιο έγγραφο που να στηρίζει τον ισχυρισμό της ότι η αύξηση του κύκλου εργασιών για ότι 2013 οφείλετο στη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων και την είσπραξη χρεών, ανέφερε ότι στηρίχθηκε στις οικονομικές καταστάσεις. Σε υποβολή ότι κατά τον χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας δεν υπήρχε πρόθεση για τερματισμό των εργασιών της Εταιρείας στην Κύπρο, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε λόγο της μείωσης των δραστηριοτήτων της Εταιρείας στην Κύπρο και η θέση της οικονομικής διευθύντριας δεν ήταν απαραίτητη. Καταθέτοντας η Αιτήτρια αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 15.7.2013, επισημαίνοντας ότι υπέγραψε την επιστολή (Τεκ.16), επειδή με όσα της εξήγησε η υπεύθυνη της και αναγράφονται στην εν λόγω επιστολή, η απόλυση της οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Διαφορετικά δεν θα υπέγραφε και θα αξίωνε αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, απώλεια καριέρας και για την περίοδο που έμεινε χωρίς εργασία. Σημείωσε ότι όλα αυτά έγιναν το 2013 που τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην οικονομία και εξαιρετικά δύσκολο να εξεύρει κανείς εργασία και μάλιστα με καλό μισθό. Επίσης, μετά τη απόλυση της επωφελήθηκε επιδόματος ανεργίας για έξι μήνες και ξεκίνησε σε νέα δουλειά την 1.1.2015 χωρίς 13ο μισθό και χωρίς προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης. Ισχυρίστηκε ότι το ex-gratia ποσό της δόθηκε όχι ως αποζημίωση αλλά ως δώρο/φιλοδώρημα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στη δουλειά της. Ότι δεν πρέπει να λογίζεται ως μέρος της αποζημίωσης της, καθώς η Εταιρεία της έδινε κάθε χρόνο κάποιο επιπλέον ποσό ως μπόνους για τις υπηρεσίες της, κάτι που έγινε και τον Μάιο 2013 για τον προηγούμενο χρόνο (Τεκ.23). Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Εργοδότριας Εταιρείας, ενώ συμφώνησε ότι με βάση τον όρο 3(α) της συμφωνίας εργασίας (Τεκ.10) το ποσό του ετήσιου bonus που ενδέχετο να της καταβληθεί αναλογούσε μέχρι το 20% του ετήσιου μισθού της και ότι η καταβολή του εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της Εργοδότριας Εταιρείας, σημείωσε ωστόσο ότι bonus της καταβαλλόταν κάθε χρόνο. Ακολούθως αφού της υποδείχθηκε το Τεκ.16 και της υπεβλήθη ότι το ποσό των €11.219- της πληρώθηκε επιπρόσθετα και εντελώς χαριστικά και δεν αποτελεί ως ισχυρίζεται δώρο ή φιλοδώρημα για τις υπηρεσίες της και ούτε οποιασδήποτε μορφής bonus, η Αιτήτρια επέμενε ότι το ποσό ήταν bonus και ότι αυτό αναφέρετο και στο λεκτικό της επιστολής την οποία δεν θα υπέγραφε υπό διαφορετικές συνθήκες. Περαιτέρω αφού της υπεβλήθη ότι το καταβληθέν ποσό υπερέβαινε κατά πολύ του προβλεπόμενου στη συμφωνία bonus που ενδέχετο να λάβει, επέμενε ότι επρόκειτο για bonus χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Για τη δήλωση (Τεκ.16) ανέφερε ότι υπέγραψε χωρίς καμιά επιφύλαξη νοουμένου ότι ίσχυαν όσα αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή. Σε νέα υποβολή ότι με την υπογραφή της, απεμπόλησε κάθε δικαίωμα να προωθεί την παρούσα Αίτηση εναντίον της Εταιρείας, η Αιτήτρια επέμενε ότι υπέγραψε γιατί πίστευε ότι ήταν πλεονάζουσα. Τέλος, σε υποβολή ότι με την καταβολή του ποσού των €11.219- τα δικαιώματα της εξασφαλίστηκαν πλήρως και δεν δικαιούται άλλη αποζημίωση, ισχυρίστηκε ότι αν υποψιαζόταν ότι η απόλυση της ήταν παράνομη, θα είχε επιπλέον αξιώσεις εναντίον της Εταιρείας και δεν θα υπέγραφε. Ανάλυση i. Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του ετερματίσθη: (α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: ............................................ (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων, (ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων, (iii) καταργήσεις τμημάτων, (iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών, (v) ελλείψεων παραγγελιών ή πρώτων υλών, (vi) σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως Με ουσιαστικό υπόβαθρο την προσαχθείσα μαρτυρία, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εργοδότρια Εταιρεία εισηγήθηκε την ύπαρξη πραγματικών συνθηκών πλεονασμού που καθιστούσαν νόμιμο τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας. Αναπτύσσοντας δε τη νομική διάσταση του θέματος, έθεσε ως λόγους δικαιολόγησης της επίδικης απόφασης, την παύση ή την προτιθέμενη παύση διεξαγωγής της επιχείρησης στην οποία απασχολείτο η Αιτήτρια και τον περιορισμό του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως που διεξήγε η Εργοδότρια Εταιρεία. Με αναφορά στη νομολογία προβάλλει, κατ' ισχυρισμό της, ότι με την απόφαση για αναδιάρθρωση του Ομίλου, η Εργοδότρια Εταιρεία έπαψε από το 2013 να διεξάγει εργασίες στην Κύπρο και ειδικότερα εργασίες που αφορούσαν τα εργασιακά καθήκοντα της Αιτήτριας, τα οποία εξέλειπαν. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι εάν και κατά πόσο με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία δικαιολογείτο ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας, σύμφωνα με τις πρόνοιες των παραγράφων (α) και (γ)(vii) του προρρηθέντος άρθρου. Η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα της απόλυσης είναι αυτή της κας Π. Π. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μάρτυρα να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία της έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Η θέση της κας Π. ότι κατά το 2013 που τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, ο κύκλος εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας είχε μειωθεί, δεν επιβεβαιώνεται από τις αντίστοιχες οικονομικές καταστάσεις (Τεκ.14), όπου ο κύκλος εργασιών παρουσιάζει αύξηση σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ειδικότερα, για το 2012 τα έσοδα της Εταιρείας από παροχή συμβουλευτικών και στρατηγικών υπηρεσιών ανέρχονταν στα $17.918.821, ενώ για το 2013 αυξήθηκαν στα $26.200.
- Ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι η εν λόγω διαφορά οφείλετο εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της μεταφοράς της έδρας των εργασιών της Εταιρείας εκτός Κύπρου, υπήρξε ρευστοποίηση οφειλόμενων χρεών από χρεώστες της, που οδήγησε στην αύξηση της ρευστότητας και των εισπράξεων της για το 2013 σε αντίθεση με το 2012, δεν προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις και ούτε υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που η μάρτυς έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως επίσης δεν προκύπτουν και δεν υποστηρίζονται τα περί μείωσης του παθητικού της Εταιρείας το 2013, η τιμολόγηση και είσπραξη οποιονδήποτε οφειλομένων σ' αυτή ποσών από παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, που απέφεραν αύξηση των εσόδων της το 2013 σε σύγκριση με το
- Η μάρτυς δεν προέβη σε ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων και ούτε έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε απτά στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι η πραγματική εικόνα των δραστηριοτήτων της Εταιρείας κατά το 2013, δεν ήταν αυτή που προκύπτει από τις αντίστοιχες οικονομικές καταστάσεις του έτους. Σε τελική ανάλυση ενώ για το 2014 σημειώθηκε μια κατακόρυφη μείωση στο κύκλο εργασιών της Εταιρείας σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα έτη, εν τούτοις κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας, τα στοιχεία δεν τείνουν να επιβεβαιώσουν τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας περί ουσιαστικής μείωσης του κύκλου εργασιών της. Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, για να διαπιστωθεί η πραγματική μείωση του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος των εργασιών της στη διάρκεια των τελευταίων ετών πριν από την απόλυση. Το Δικαστήριο στηριζόμενο πάντοτε επί αντικειμενικών κριτηρίων, πρέπει να διαπιστώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης εάν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε βαθμό που λογικά να κρίνεται δικαιολογημένη η απόλυση λόγω πλεονασμού. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1Α.Α.Δ. 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεχτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρησης. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος "όγκος εργασίας" στο πλαίσιο του Άρθρου 18(γ)(vii) του Ν. 24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Εν προκειμένω, όπως ήδη έχουμε διαπιστώσει, ο κύκλος εργασιών της Εργοδότρια Εταιρείας κατά το 2013, που τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, παρουσίαζε ουσιαστική αύξηση σε σύγκριση με τον κύκλο εργασιών του προηγούμενου έτους. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του Νόμου και τη νομολογία, καταλήγουμε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου. Κατά δεύτερο λόγο η Εργοδότρια Εταιρεία προβάλλει ως λόγο απόλυσης την κατάργηση της θέσης στην οποία απασχολείτο η Αιτήτρια. Ειδικότερα με τους γενικούς λόγους εμφάνισης ισχυρίζεται ότι «οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που διεξήγαγε η Εταιρεία θα μεταφέρονταν εκτός Κύπρου και ως εκ τούτου, θα έπαυε να ασκεί τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες στην Κύπρο». Η θέση της μάρτυρος ότι η οικονομική λειτουργία της Εταιρείας που ήταν από τις πρώτες που μεταφέρθηκαν στη LetterOne Holdings S.A., έγινε τον Ιούλιο 2013 και έτσι τα σχετικά καθήκοντα της Αιτήτριας καταργήθηκαν και η θέση της Οικονομικής Διευθύντριας που κατείχε, ήταν μεταξύ εκείνων που κατέστησαν άμεσα πλεονάζουσες, δεν συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολή απόλυσης, στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά περί μεταφοράς του οικονομικών εργασιών της Εταιρείας σε άλλη εταιρεία, αλλά ούτε και με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όπου γίνεται λόγος για μελλοντική μεταφορά των δραστηριοτήτων της Εταιρείας έκτος Κύπρου. Περαιτέρω η θέση αυτή ουδόλως υποστηρίζεται από τα στοιχεία που η μάρτυς έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, αντεξετασθείσα από τη συνήγορο του Ταμείου, εάν είχε να παρουσιάσει οποιοδήποτε πρακτικό σε σχέση με τη διατεινόμενη αναδιοργάνωση που θα υπόκειτο ο Όμιλος, υποθετικά ανέφερε ότι θα έπρεπε να προστρέξει στο αρχείο καθώς δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων. Επίσης, η μάρτυς, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίζει τον χρόνο μεταφοράς των δραστηριοτήτων της Εταιρείας εκτός Κύπρου ή να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να επιβεβαιώνει την ανάληψη των εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας από άλλη εταιρεία. Περαιτέρω η μάρτυς συνέδεσε την κατάργηση της θέσης της Οικονομικής Διευθύντριας, που κατείχε η Αιτήτρια, με τη μείωση των δραστηριοτήτων της Εταιρείας στην Κύπρο, κάτι που δεν έχουμε διαπιστώσει να υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας. Αντίθετα από τα αποτελέσματα των οικονομικών καταστάσεων του 2013 και με τα όσα η μάρτυς επικαλέστηκε, φαίνεται ότι οι εργασίες του οικονομικού τμήματος, του οποίου προΐστατο η Αιτήτρια ως η μοναδική υπάλληλος στον συγκεκριμένο τομέα, παρουσίαζε αύξηση και όχι μείωση. Επίσης από τα ενώπιον μας στοιχεία (Τεκ.19) φαίνεται ότι κατόπιν αιτήσεως που υπέβαλε η Εργοδότρια Εταιρεία στο τμήμα φορολογίας, διαγράφηκε από το Μητρώο του Φ.Π.Α. στις 30.6.2014 (Τεκ.20) καθώς σταμάτησε να διεξάγει δραστηριότητες από τις 31.3.2014. Τέλος στις 26.11.2014 απόλυσε και τη Γ.Δ, που ήταν η τελευταία υπάλληλος που απέμεινε μετά την απόλυση της Αιτήτριας. Μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle -v- Percival Boats Ltd
(1969)1All ER 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτούμενου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό. Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό που εξάγεται ως συμπέρασμα από την αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας, είναι ότι οι πραγματικές απαιτήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας, δεν ήταν μειωμένες καθώς οι οικονομικές καταστάσεις του 2013 έτειναν να καταδείξουν ουσιαστική αύξηση των δραστηριοτήτων της σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Περαιτέρω από την αξιολογηθείσα ενώπιον μας μαρτυρία, δεν βρίσκουμε να προέβη η Εργοδότρια Εταιρεία σε οποιαδήποτε αναδιοργάνωση και ειδικότερα δεν έχει αποδειχθεί με την προσκόμιση οποιασδήποτε απτής μαρτυρίας ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας υπήρξε μεταφορά του οικονομικού τομέα, του οποίου προΐστατο, σε άλλη εταιρεία. Σε τελική ανάλυση αυτό που σίγουρα εξάγεται από τα ενώπιον μας στοιχεία είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία σταμάτησε να δραστηριοποιείται στις 31.3.2014 γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα οικονομικά αποτελέσματα του έτους. Η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας οφείλετο στην παύση ή πρόθεση παύσης των εργασιών της, πέραν του ότι δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης (Τεκ.16) και το ερωτηματολόγιο προς το Ταμείο, ωστόσο ούτε και το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την απόλυση της Αιτήτριας και μέχρι την παύση των εργασιών της Εργοδότρια Εταιρείας, μπορεί να θεωρηθεί εύλογο για σκοπούς δικαιολόγησης της επίδικης απόφασης. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας, η Εργοδότρια Εταιρεία προέβη απλώς σε φραστική κατάργηση της θέσης που αυτή κατείχε, γεγονός που από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει με βάση τις πρόνοιες του Νόμου σε απόλυση λόγω πλεονασμού. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τη βαρύνει και κατ' επέκταση δεν κατάφερε να αποδείξει στη βάση του Νόμου οποιοδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την απόλυση της Αιτήτριας για λόγους πλεονασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Η Αιτήτρια, εκτός από την περίοδο απασχόλησης και τις εβδομαδιαίες ακαθάριστες απολαβές της, που δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η απόλυση της έγινε το 2013 που τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην οικονομία και εξαιρετικά δύσκολο να εξεύρει κανείς εργασία και μάλιστα με καλό μισθό. Επίσης, μετά τη απόλυση της επωφελήθηκε επιδόματος ανεργίας για έξι μήνες και ξεκίνησε σε νέα δουλειά την 1.1.2015 χωρίς 13ο μισθό και χωρίς προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης. Όσον αφορά το μέρος αυτό της μαρτυρίας παρατηρούμε ότι με βάση τη σύμβαση εργασίας (Τεκ.10 και 11) και τις ακαθάριστες απολαβές της, όπως αναγράφονται και στο ερωτηματολόγιο προς το Ταμείο (Τεκ.21), η Αιτήτρια δεν λάμβανε 13ο μισθό ούτε και κατά την απασχόληση της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Επίσης, ενώ ισχυρίστηκε ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εξεύρει νέα εργασία εντούτοις, επικαλούμενη την οικονομική κρίση, δεν έθεσε ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν το ενδιαφέρον και τις προσπάθειες που κατέβαλε για εξεύρεση νέας εργασίας. Επίσης τίποτα δεν έθεσε ενώπιον μας σε σχέση με την επαγγελματική της ανέλιξη και τη νέα δουλειά που εξηύρε. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τα ημερομίσθια της, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της και την ηλικία της (στη οποία επίσης δεν έγινε αναφορά), κρίνουμε υπό τις περιστάσεις ότι θα δικαιούταν υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €10.370,23- που αντιστοιχεί με τις απολαβές 13 βδομάδων. (ii) Κώλυμα (Estoppel) προώθηση της διαδικασίας Με την παράγραφο 7 των γενικών λόγων εμφάνισης, η Εργοδότρια Εταιρεία θέτει προς εξέταση τη νομική υπεράσπιση του κωλύματος για τον λόγο ότι η Αιτήτρια με την αποχώρηση της αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα τη χαριστική καταβολή του ποσού των €11.219- που υπερκάλυπτε και ή υπερέβαινε της πληρωμής λόγω πλεονασμού, υπογράφοντας σχετική βεβαίωση με την οποία αποποιήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση, με επακόλουθο να μη νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση και να απαιτεί οποιοδήποτε ποσά ως αποζημιώσεις εναντίον της. Απόλυτα σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η επιστολή απόλυσης (Τεκ.16) στην οποία αναγράφεται η πιο κάτω ρητή δήλωση την οποία η Αιτήτρια υπέγραψε: Furthermore we note that upon receipt of the above mentioned amount and benefits, all claims under the employment agreement and the termination thereof against the Company are satisfied and discharged. Kind Regards Altimo Management Services Ltd I agree and confirm that I have no claims whatsoever against the Company pursuant to my contract of employment or otherwise. Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εργοδότρια Εταιρεία, με τη γραπτή αγόρευση της, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, ότι η Αιτήτρια με τη γραπτή, ρητή, αναμφισβήτητη και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη δήλωση της, κωλύεται και δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας. Προς υποστήριξη της θέσεως της επικαλέστηκε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. και Γ. Διονά ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ (Πολιτική Έφεση 182/2011, ημερ. 24.5.2016), ECLI:CY:AD:2016:A250. Με δεδομένη την ύπαρξη του Τεκ.16 και την υπογραφή του από την Αιτήτρια, το ερώτημα που τίθεται και καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι κατά πόσο η δήλωση αυτή αποτελεί κώλυμα για την Αιτήτρια να προωθεί την υπόθεση του. Επισημαίνουμε ότι η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι η χαριστική πληρωμή των €11.219- αποτελούσε φιλοδώρημα και bonus για τις υπηρεσίες στη δουλειά της. Επίσης ότι υπέγραψε το Τεκ.16 πιστεύοντας ότι η απόλυση της οφείλετο σε λόγους πλεονασμού και ότι υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα υπέγραφε και θα απαιτούσε αποζημίωση για παράνομη απόλυση, απώλεια καριέρας καθώς και για την περίοδο που έμεινε χωρίς εργασία. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας, οφείλουμε κατ' αρχάς να παρατηρήσουμε ότι η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της εισήγαγε σημαντικούς και ζωτικούς ισχυρισμούς για την υπόθεση της, οι οποίοι ωστόσο δεν τέθηκαν στη μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρίας για να τους σχολιάσει. Σημειώνουμε συγκεκριμένα, ότι ενώ η κα Παπαδημητρίου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση της, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους απασχόλησης της Αιτήτριας και ότι με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της κατέβαλε στην Αιτήτρια την επιπλέον χαριστική (ex-gratia) πληρωμή του ποσού των €11.219- και ότι η τελευταία χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, αποδέχθηκε ότι οποιαδήποτε απαίτηση που πιθανόν να είχε εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, σε σχέση με την απασχόληση και τον τερματισμό της απασχόλησης της, θα θεωρείτο ως πλήρως και δεόντως διευθετηθείσα και εξοφληθείσα, εν τούτοις στην αντεξέταση τίποτα δεν της υπεβλήθη από τα όσα η Αιτήτρια επικαλέστηκε εκ των υστέρων με τη μαρτυρία της. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παράγρ.1593, η παράλειψη ενός διαδίκου να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς τη θέση του πάνω σε πολύ ζωτικά ζητήματα, για να τους δοθεί η ευκαιρία να δώσουν τη δική τους εξήγηση, όπως στην παρούσα περίπτωση, εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της μαρτυρίας του. Καθοριστική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Aquac v. Fredericou Schools Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 152, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης... Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. ...Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, όπως παρατίθενται ανωτέρω, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, καθώς η αποδοχή μια τέτοιας εκδοχής θα ανέτρεπε την ισότητας των όπλων και θα στερούσε από την Εργοδότρια Εταιρεία τη δυνατότητα να σχολιάσει και να αντικρούσει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Για όλα τα πιο πάνω οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας θα αγνοηθούν. Το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων που να στηρίζονται στους εν λόγω ισχυρισμούς. Στη βάση επομένως των γεγονότων που προκύπτουν από την ενώπιον μας αποδεκτή μαρτυρία θα προχωρήσουμε στην εξέταση της υπό αναφορά νομικού θέματος. Στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 989, τέθηκε παρόμοιο θέμα για την ισχύ τέτοιων εγγράφων απαλλαγής. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι «τέτοια έγγραφα απαλλαγής συνιστούσαν εμπόδιο ή λόγο κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed)». Το κώλυμα εκ δηλώσεως είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τη σελ.993: «Το λεκτικό του εγγράφου είναι σαφές και αναφέρεται σε απαλλαγή και τελεσίδικη αποδέσμευση των εφεσιβλήτων από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ή αγωγές ή δικαστικές ή άλλες διαδικασίες και διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης, που ο εφεσείων είχε ή δυνατόν να είχε σε οποιονδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της εταιρείας και λόγω ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία ή υπόθεση, μέχρι και της ημερομηνίας του εγγράφου. Θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του εφεσείοντα, σε αντίθεση με τα έγγραφα απαλλαγής που υπέγραψε στις 28.4.2005. Έτσι ο εφεσείων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αφού έχει απεμπολήσει ή έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντι-κρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος». Την ίδια θέση υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Γ. Διονά ν. Κυπριακές Αερογραμμές (Πολιτική Έφεση 182/2011, ημερ. 24.5.2016), ECLI:CY:AD:2016:A250, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: Περαιτέρω θα συμφωνήσουμε με τις επισημάνσεις που έγιναν από τον κ. Πολυβίου ότι αφενός δεν υπάρχει κάποια γενική διάταξη που απαγορεύει ρητώς την παραίτηση μισθωτού από την άσκηση των δικαιωμάτων του, και αφετέρου ότι η παραίτηση του μισθωτού από τα εργασιακά δικαιώματα του είναι πλήρως έγκυρη, όταν ο συμβιβασμός είναι συνέπεια σοβαρής αμφισβήτησης ή αβεβαιότητας είτε σε σχέση με τις νομικές είτε με τις πραγματικές προϋποθέσεις των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου. Ακριβώς εν προκειμένω η υπογραφή του εγγράφου καταδεικνύει σαφή αποκρυστάλλωση δικαιωμάτων του εφεσείοντα τα οποία μάλιστα, ως υποδεικνύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξασφαλίστηκαν πλήρως. (βλ. Σύγγραμμα Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις του Ιωάννη Ληξουριώτη, 4η έκδ. σελ.63 κ.έ.). Και στην προκείμενη περίπτωση το λεκτικό του Τεκ.16 είναι σαφές και δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησης, ότι η Αιτήτρια με τη λήψη των ποσών που της είχαν προσφερθεί, συμφώνησε και επιβεβαίωσε ρητώς και εγγράφως, ότι οποιεσδήποτε απαιτήσεις της εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας που απέρρεαν από τη σύμβαση εργασίας και τον τερματισμό της απασχόλησης της, ικανοποιούνταν πλήρως και έτσι αποποιείτο του δικαιώματος για περαιτέρω αξιώσεις. Όπως αναφέρθηκε στην προρρηθείσα απόφαση το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία της Αιτήτριας, αλλά με την αδυναμία της να προωθήσει την υπόθεση της λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις και ούτε οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει το περιεχόμενο της δήλωσης απαλλαγής που υπέγραψε. Οι διάφοροι ισχυρισμοί που έθεσε με τη μαρτυρία της δεν υποστηρίζονται και ουδόλως βρίσκουν έρεισμα στο λεκτικό του υπό εξέταση εγγράφου (Τεκ.16). Ωστόσο, και στην περίπτωση ακόμη που το Δικαστήριο κατέληγε σε αντίθετο συμπέρασμα αναφορικά με το λεκτικό του πιο πάνω εγγράφου (Τεκ.16), οπωσδήποτε το ποσό της χαριστικής πληρωμής που δέχθηκε η Αιτήτρια με τον τερματισμό της απασχόλησης της, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και να αφαιρεθεί από το όποιο ποσό αποζημιώσεων ήθελε επιδικάσει υπέρ της, γιατί υπό διαφορετικές συνθήκες η Εργοδότρια Εταιρεία θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στην Αιτήτρια διπλή αποζημίωση (βλ. Σ. Μουζούρης ν. ΚΟΣΜΟ-ΠΛΑΣΤ & ΣΙΑ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 896). Η Αγγλική νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος για την Αιτήτρια, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ενόψει νεότερης δεσμευτικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για όλα τα πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα €1.500 υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας και εναντίον της Αιτήτριας πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Για το Ταμείο δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Μιχαήλ, Μέλος Σ. Ευτυχίου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο