Κ. Μ. ν. ALEX. SOLEAS & SON LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 91/2014, 27/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:14 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Στ. Χριστοδούλου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 91/2014 Μεταξύ: Κ. Μ. Αιτητής -και-
- ALEX. SOLEAS & SON LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Αρ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με εμπορικές δραστηριότητες. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας ως διανομέας για την περίοδο από 31.12.1989 μέχρι 7.9.
- Οι τελευταίες απολαβές του ανέρχονταν στα €400 εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι στις 29.6.2012 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόληση του με τον ισχυρισμό του πλεονασμού και με προειδοποίηση που έληγε στις 7.9.
- Και ενώ η απασχόληση του είχε τερματιστεί, στις 13.9.2012 η Εργοδότρια Εταιρεία του επέδωσε επιστολή (Τεκ.2) με τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε αδικαιολόγητα την απασχόληση του και ότι σε περίπτωση που δεν προσερχόταν στην εργασία του μέχρι τις 17.9.2012 θα θεωρείτο ότι υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτηση του. Ότι ο ίδιος μη επιθυμώντας την επαναπρόσληψη του δεν επέστρεψε στην εργασία του, ισχυριζόμενος ότι κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης δεν υπήρξε ανάκληση της απόφασης για τερματισμό της απασχόλησης του και ότι αν η επιστολή ημερ. 13.9.2012 συνιστούσε πρόταση για επανεργοδότηση ο ίδιος δεν επιθυμούσε να αποδεχτεί την πρόταση. Στη βάση αυτή αξιώνει από την Εργοδότρια Εταιρεία (α) αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και διαζευκτικά από το Ταμείο Πλεονάζοντος προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού, (β) αυξημένες αποζημιώσεις, (γ) οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (δ) νόμιμο τόκο, (ε) έξοδα και Φ.Π.Α. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, η Εργοδότρια Εταιρεία απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι στις 29.6.2012 δόθηκαν επιστολές απόλυσης σε 43 άτομα του προσωπικού που συνέχισαν να εργάζονται κατά τη περίοδο της προειδοποίησης. Στις 19.7.2012 ανακοίνωσε σε όλους τους επηρεαζόμενους και στον Αιτητή, ότι η επιστολή απόλυσης ακυρώνετο και απεσύρετο και ότι το προσωπικό θα συνέχιζε κανονικά την εργασία του. Το σύνολο του προσωπικού συνεχίζει ακόμη και σήμερα να ευρίσκεται στην υπηρεσία της πλην του Αιτητή που αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στις 10.9.
- Στις 11.9.2012 κάλεσαν προφορικά τον Αιτητή να προσέλθει στην εργασία του κι αυτός αρνήθηκε. Ως εκ τούτου στις 13.9.2012 του δόθηκε δια χειρός επιστολή για να επιστρέψει στην εργασία του το αργότερο μέχρι τις 17.9.2012 διαφορετικά θα θεωρείτο ότι εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία του χωρίς και πάλι να υπάρξει ανταπόκριση. Το Ταμείο, αφού επαναλαμβάνει τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας περί ενημερώσεως του Αιτητή για ανάκληση του τερματισμού της απασχόληση του αναφέρει επίσης ότι στις 10.9.2012 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού η οποία απορρίφθηκε στις 28.11.2013 γιατί σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, ο τερματισμός της απασχόλησης του δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρουσίασε μείωση του κύκλου εργασιών της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επίσης, με τo άρθρα 7
(1)και
(2)του Νόμου καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, «.τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως». Στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής δεν απολύθηκε αλλά οικειοθελώς αποχώρησε από την εργασία του, εναποθέτει στον ίδιο το βάρος να αποδείξει τον τερματισμό της απασχόλησης του. (βλ. Γιώργος Αρι-στείδου ν. Super Beton Ltd κ.α.
(1999)1Α A.A.Δ. 114 και Λούης Τούριστ Εϊτσενσυ Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 315). Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με την προσωπική του μαρτυρία ενώ για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια δέκα συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Καταθέτοντας ο Αιτητής παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την επιστολή απόλυσης ημερ. 29.6.2012 (Τεκ.1), λέγοντας ότι με βάση το περιεχόμενο της, του δόθηκε προειδοποίηση οκτώ βδομάδων και ότι η τελευταία ημερομηνία που εργάστηκε ήταν στις 9.9.2012 καθώς κατά τον μήνα Αύγουστο η Εταιρεία παρέμεινε κλειστή για δύο βδομάδες λόγω των θερινών διακοπών. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι την ημέρα αποχώρησης του ουδέποτε περιήλθε εις γνώσιν του με οποιονδήποτε τρόπο ότι η επιστολή απόλυσης θα ανακαλείτο. Για την επιστολή ημερ. 13.9.2012 (Τεκ.2), ανέφερε ότι του παρεδόθη δια χειρός στην οικία του από τη γραμματέα της Εταιρείας, ισχυριζόμενος ότι η προθεσμία που του είχε δοθεί για τον πλεονασμό είχε παρέλθει και ότι με τη λήψη της εν λόγω επιστολής δεν επέστρεψε στην εργασία του γιατί οι εργοδότες τον είχαν βγάλει πλεονάζον και δεν υπήρχε λόγος να επιστέψει. Επίσης ότι υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο και ότι η απάντηση που πήρε ήταν αρνητική. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι στις 29.6.2012 είχαν δοθεί επιστολές απόλυσης σε όλο το προσωπικό της Εταιρείας. Ότι με τη λήψη της επιστολής μίλησε μια φορά με τον εργοδότη αλλά όχι με τους συναδέλφους του και συνέχισε να εργάζεται μέχρι τις 7.9.2012 που έληξε η προειδοποίηση και αποχώρησε από την εργασία του. Αφού του υπεβλήθη ότι οι 8 βδομάδες προειδοποίησης συμπληρώθηκαν στις 24.8.2012, ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε από το αρμόδιο Υπουργείο ότι οι δύο βδομάδες αδείας που απουσίαζε κατά τον μήνα Αύγουστο δεν υπολογίζονταν και ότι η περίοδος προειδοποίησης έληγε στις 7.9.2012, οπότε και αποχώρησε από την εργασία του. Αποχωρώντας δεν είδε κανένα από την Εταιρεία πλην του γραμματέα στον οποίο παρέδωσε τα τιμολόγια και τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Αρνήθηκε ότι με την αποχώρηση του δέχθηκε οποιοδήποτε τηλεφώνημα από τον διευθυντή της Εταιρείας κ. Α. Σ. λέγοντας ότι από την ημέρα που έφυγε δεν απάντησε κανένα τηλέφωνο εκτός του γραμματέα κ. Α. Χ. Αρνήθηκε επίσης ότι στις 19.7.2012 υπήρξε ακύρωση των απολύσεων και ότι μίλησε μαζί του η διεύθυνση της Εταιρείας και ή ότι αναρτήθηκε ανακοίνωση στο πινάκιο ότι η Εταιρεία εξασφάλισε νέες εργασίες και θα συνέχιζε τις δραστηριότητες της. Ακολούθως παραδέχθηκε ότι ήταν ο μόνος απ' όλο το προσωπικό που αποχώρησε από την Εταιρεία λέγοντάς ότι είχε το δικαίωμα να φύγει και έφυγε. Επίσης ότι από την πρώτη μέρα που πήρε την επιστολή δήλωσε ότι θα σταματούσε, κάτι που ήταν εν γνώσει του γραφείου. Επέμενε ότι κανένας δεν τον ενημέρωσε ότι οι απολύσεις είχαν ακυρωθεί. Ο κ. Α. Σ., με την γραπτή κατάθεση του, ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής επί καθημερινής βάσης πήγαινε δουλειά στην αποθήκη της Εταιρείας όπου παραλάμβανε το πρόγραμμα της ημέρας ερχόμενος σε επαφή με το υπόλοιπο προσωπικό που βρισκόταν στην Εταιρεία. Αφού ολοκλήρωνε το δρομολόγιο του επέστρεφε στο χώρο της Εταιρείας όπου και παράδιδε τα τιμολόγια και τις εισπράξεις της ημέρας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Εργοδότρια Εταιρεία από τον Μάιο 2012 αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Βλέποντας ότι οι προσπάθειες για βελτίωση της κατάστασης δεν απέδωσαν, στις 29.6.2012 έδωσε επιστολές απόλυσης στα 43 άτομα του προσωπικού της για λόγους πλεονασμού με νόμιμη προειδοποίηση. Στις 19.7.2012 βλέποντας ότι οι ενέργειες της δημιούργησαν κλίμα που της επέτρεπε να συνεχίσει τις δραστηριότητες της, ανακοίνωσε σε όλους τους επηρεαζόμενους ότι οι επιστολές απόλυσης θα ανακαλούνταν και όλοι θα συνέχιζαν κανονικά την εργασία τους. Με αυτά τα δεδομένα το σύνολο του προσωπικού παρέμεινε στην Εταιρεία πλην του Αιτητή που αποχώρησε οικειοθελώς στις 10.9.
- Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι και μετά τις 19.7.2012 ο Αιτητής συνέχισε να προσφέρει κανονικά τις υπηρεσίες του μέχρι τις 7.9.2012 χωρίς να αναφέρει στους ίδιους ότι δεν αποδεχόταν την ακύρωση της απόλυσης και ότι με τη λήξη της προειδοποίησης θα αποχωρούσε από την εργασία του. Είναι η θέση του ότι μέχρι τις 7.9.2012 ο Αιτητής εργάστηκε κανονικά 10 βδομάδες, δηλαδή για περίοδο μεγαλύτερη της προειδοποίησης που δικαιούταν να πάρει. Ενώ στις 7.9.2012 εργάστηκε κανονικά, τη Δευτέρα 10.9.2012 δεν παρουσιάστηκε. Στις 11.9.2012 τον κάλεσαν προφορικά να προσέλθει στην εργασία του και αφού δεν υπήρξε ανταπόκριση, του παρέδωσαν δια χειρός την επιστολή ημερ. 13.9.2012 (Τεκ.2), ενημερώνοντας σχετικά και το Υπουργείο Εργασίας. Ισχυρίστηκε ότι το θέμα που συζητείτο καθημερινά στον χώρο εργασίας ήταν η απολύσεις και ακολούθως η ακύρωση τους, γεγονός που έκανε χαρούμενο όλο το προσωπικού που θα συνέχιζε να διατηρεί την εργασία του. Ο δε Αιτητής καθημερινά ήταν μέρος της ζωής της Εταιρείας, συνομιλούσε με τους συναδέλφους και τη διεύθυνση της Εταιρείας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ήταν γνώστης των καταστάσεων. Για να καταρρίψει τη θέση του Αιτητή ότι λόγω της μεσολαβούσης αδείας η περίοδος προειδοποίησης που εδικαιούτο παρατάθηκε μέχρι τις 7.9.2012, παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου χειρόγραφη κατάσταση αδειών του Αιτητή (Τεκ.7), ισχυριζόμενος ότι ο Αιτητής δικαιούταν ετήσια άδεια 20 ημερών και ότι μέχρι τις 30.5.2012 έλαβε περισσότερη άδεια απ' ότι δικαιούταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Επίσης ότι τα όσα ανέφερε περί ετήσιας άδειας ήταν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει την παραμονή του στην Εταιρεία και μετά τις 29.6.2012 που έληγε κανονικά η προειδοποίηση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι τόσο ο ίδιος όσο και πολλοί συνάδελφοι του, καθημερινά μιλούσαν με τον Αιτητή και τον ενημέρωσαν για την ακύρωση των απολύσεων. Επίσης στις 22 ή 24.8.2012 επιστρέφοντας ο ίδιος από ταξίδι, στον αεροδρόμιο τον παρέλαβε ο Αιτητής και ανοίγοντας κουβέντα για τη δουλειά, του είπε ότι τη Δευτέρα που ανοίγει η Εταιρεία θα είμαστε όλοι εκεί, χωρίς να αναφέρει ότι με τη λήξη της προειδοποίησης θα αποχωρούσε. Τέλος ισχυρίστηκε ότι στο πινάκιο ανακοινώσεων αναρτώνται όλες τα έγγραφα ανακοινώσεων και ότι σ' αυτό αναρτήθηκε και η ειδοποίηση για ακύρωση των απολύσεων. Αφού του ζητήθηκε να παρουσιάσει την κατ' ισχυρισμό αναρτηθείσα επιστολή ανάκλησης των απολύσεων, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η επιστολή είχε χαθεί σε πολύ μικρό διάστημα από την ήμερα της ανάρτησης. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι την απόφαση τους για ανάκληση των απολύσεων, ανακοίνωσαν κατ' αρχήν προφορικά σε κάποια μικρή συγκέντρωση ορισμένων ατόμων και ακολούθως τηλεφωνικά σε όσους εργάζονταν στις άλλες πόλεις. Για εκείνους που εργάζονταν στη Λευκωσία και που ήταν καθημερινά στην αποθήκη ή στα γραφεία της Εταιρείας η ενημέρωση έγινε προφορικά, όπως προφορικά έγινε και η ενημέρωση του Αιτητή από τον ίδιο. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο Αιτητής ήταν μεταξύ των ανθρώπων που ενημέρωνε το υπόλοιπο προσωπικό, καθώς ήταν «εκ των έσω» και πολύ φιλικός στην Εταιρεία. Ερωτηθείς γιατί οι απολύσεις δόθηκαν γραπτώς και η ανάκληση τους προφορικά, ισχυρίστηκε ότι η ανακοίνωση έγινε στην αρχή προφορικά για να ησυχάσουν ψυχολογικά και στη συνέχεια με ανάρτηση ανακοίνωσης στο πινάκιο. Αφού παραδέχθηκε ότι από τις 9.8.2012 μέχρι τις 24.8.2012 η Εταιρεία παρέμενε κλειστή, σε ερώτηση πως ο Αιτητής θα μπορούσε να προσέλθει στην εργασία του κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, ανέφερε ότι εκτός από τον Αιτητή και άλλοι υπάλληλοι εργάζονταν την περίοδο που η Εταιρεία ήταν κλειστή. Σε υποβολή ότι η Εταιρεία παρέμενε κλειστή κι ότι κανένας υπάλληλος δεν εργαζόταν, ο μάρτυρας προέβαλε νέα εκδοχή ισχυριζόμενος ότι τα γραφεία της Εταιρείας ήταν κλειστά και όχι η Εταιρεία. Η δεύτερη μάρτυς κα Μ. Α. είναι υπάλληλος της Εργοδότριας Εταιρείας από το
- Ο χώρος εργασίας της, καθώς ανέφερε, ήταν τα γραφεία της αποθήκης και η ευθύνη της ήταν να εκτελεί τις παραγγελίες που έπαιρναν οι πλασιέ στην αποθήκη. Αφού αναγνώρισε την υπογραφή της στη χειρόγραφη κατάσταση ετήσιων αδειών του Αιτητή που κατέθεσε ο κ. Σ. (Τεκ.7), ισχυρίστηκε ότι με βάση τα καθήκοντα της επιβεβαίωσε την ορθότητα των γραφομένων θέτοντας την υπογραφή της κάτω από την εγγραφή που έγινε στις 24.8.
- Επίσης, λόγω της ευθύνης που είχε για τις παραγγελίες που έπρεπε να πάνε σε πελάτες, λαμβάνοντας την επιστολή απόλυσης επικοινώνησε με τη διεύθυνση της Εταιρείας και ζήτησε να μάθει τι θα γινόταν με τις παραγγελίες. Σε μια απ' αυτές τις επικοινωνίες την ενημέρωσαν ότι οι απολύσεις είχαν ακυρωθεί. Αυτή την ενημέρωση που έλαβε από τη διεύθυνση τη μετέφερε σε όσους συναδέλφους έβλεπε στη δουλειά. Από όλο το προσωπικό ο μόνος που έφυγε ήταν ο Αιτητής. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είναι η μόνη υπάλληλος που ασχολείται αποκλειστικά με τις παραγγελίες. Για τα αναγραφόμενα στο Τεκ.7, ότι η άδεια «άρχιζε 9.8.2012 και τελείωνε 24.8.2012», αναγνώρισε ότι αναγράφηκαν από τον κ. Σ. και ότι αφορούσε τις άδειες του καλοκαιριού που η Εταιρεία παρέμενε κλειστή. Για τα υπό χρήση υπηρεσιακά οχήματα ανέφερε ότι με το τέλος της μέρας θα έπρεπε να σταθμεύουν στο χώρο εργασίας χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο ο Αιτητής να έπαιρνε το όχημα και στο σπίτι του. Για την ανάκληση των απολύσεων ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε προφορικά από τον κ. Σ. και τους υπόλοιπους διευθυντές της Εταιρείας, όταν πήγε στο γραφείο τους για το θέμα των παραγγελιών. Ερωτηθείσα αν είδε κάποια ανακοίνωση σε πινακίδα για την ανάκληση των απολύσεων είπε ότι δεν είδε. Για το αν μετέφερε την ενημέρωση που έλαβε και στον Αιτητή, είπε ότι δεν θυμάται σε ποιους τη μετέφερε, ότι κατέβηκε στην αποθήκη και το είπε στα άτομα που είδε μπροστά της χωρίς ωστόσο να θυμάται ποια ήταν αυτά τα άτομα. Ο τρίτος μάρτυρας κ. B. S. T., εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία από την 1.9.
- Ισχυρίστηκε ότι κατά το 2012 εργαζόταν ως αποθηκάριος και λόγω της δουλειάς του έβλεπε καθημερινά τον Αιτητή, ο οποίος μετά την επιστολή απόλυσης αλλά και μετά την ανάκληση έλεγε ότι θα φύγει για να πάρει το πλεονάζον. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι για την ανάκληση των απολύσεων ενημερώθηκε χωρίς να είναι σίγουρος από τις κοπέλες του γραφείου. Επίσης ότι ο Αιτητής έλεγε στον ίδιο ότι θα σταματήσει για να πάρει τον πλεονασμό. Ο τέταρτος μάρτυρας κ. L. S. O. εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία από 17.6.
- Ανέφερε ότι για την περίοδο του 2012 εργαζόταν στην αποθήκη και ήταν βοηθός του Αιτητή. Ότι είχαν καθημερινή επαφή και μαζί πήγαιναν στη διανομή των εμπορευμάτων. Ισχυρίστηκε ότι το θέμα των απολύσεων όλου του προσωπικού συζητείτο σχεδόν καθημερινά, όπως επίσης συζητείτο στη συνέχεια και το θέμα της ανάκλησης των απολύσεων. Ότι ο ίδιος πολλές φορές μίλησε με τον Αιτητή, τόσο για την απόλυση όσο και για την ανάκληση της απόλυσης και ότι η απάντηση του ήταν ότι θα πήγαινε να πάρει τον πλεονασμό. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε αν ο Αιτητής ανάφερε στη διεύθυνση της Εταιρεία ότι θα έφευγε. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι για την ανάκληση των απολύσεων ενημερώθηκε από κάποια κοπέλα της οποίας δεν γνώριζε το όνομα. Ότι δεν του δόθηκε γραπτώς και ούτε είδε οποιαδήποτε ανακοίνωση σε πινάκιο. Το αν είχε ανάλογη ενημέρωση ο Αιτητής, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Επανεξεταζόμενος αν ο Αιτητής ήξερε για τις ακυρώσεις ανέφερε επί λέξει «Όλοι το μάθαμε, τώρα δεν ξέρω». Ανάλυση Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης. Η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς. Τυχόν αποδοχή της θέσης του Αιτητή θα ανοίξει το δρόμο για διεκδίκηση εκ μέρους του αποζημιώσεων. Αντίθετα τυχόν αποδοχή της θέσης της Εργοδότριας Εταιρείας θα εκθεμελιώσει το βάθρο στήριξης των αξιώσεων του Αιτητή. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Αιτητή όσο και τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Η θέση του Αιτητή ότι κατά την περίοδο της προειδοποίησης ουδέποτε έλαβε από τους Εργοδότες του οποιαδήποτε γνωστοποίηση, γραπτή ή προφορική, για ανάκληση του τερματισμού της απασχόλησης του, δεν καταρρίπτεται από τα όσα οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε ο κ. Σ. αλλά ούτε και οι υπόλοιποι μάρτυρες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γραπτή ενημέρωση ή οποιαδήποτε απτά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο ότι ο Αιτητής έλαβε γνώση της κατ' ισχυρισμό απόφασης της Εργοδότριας Εταιρείας να ανακαλέσει τον τερματισμό της απασχόλησης τόσο του ιδίου όσο και του υπόλοιπου προσωπικού της. Ο κ. Σ. καταθέτοντας επί τους σημείου, ισχυρίστηκε κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι ο Αιτητής έλαβε γνώση του γεγονότος. Ωστόσο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ουσιαστικό και συγκεκριμένο στοιχείο ή γεγονός που έτεινε να καταδείξει με σαφήνεια και σταθερότητα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κάτω από δοσμένες συνθήκες ενημέρωσε τον Αιτητή ή του κατέστησε φανερή την απόφαση της να ακυρώσει ή να ανακαλέσει τη νομίμως γραπτή προειδοποίηση που του είχε δοθεί και ή να λάβει τη συγκατάθεση του για συνέχιση της απασχόλησης του. Αντίθετα με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε, δεν επιβεβαιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο αλλά ούτε και θα μπορούσε να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω ούτε και η μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων που κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία κρίνεται ικανοποιητική για να υποστηρίξει ένα τέτοιο ισχυρισμό, καθώς κανένας από τους μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο ότι ο Αιτητής ήταν γνώστης μιας τέτοιας κατάστασης. Τουναντίον ο ισχυρισμός του κ. Σ., ότι αναρτήθηκε σχετική ενημερωτική επιστολή στο πινάκιο ανακοινώσεων, καταρρίφτηκε πανηγυρικά από τους εν λόγω μάρτυρες οι οποίοι κάτω από το βάρος της αντεξέτασης ομολόγησαν ότι ουδέποτε περιέπεσε στην αντίληψη τους τέτοια ενημέρωση. Η δικαιολογία μάλιστα που έδωσε ο κ. Σ., ότι δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο τη σχετική ενημέρωση, γιατί είχε απολεστεί σε πολύ μικρό διάστημα από την ανάρτηση της, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι για μια τόσο σοβαρή απόφαση η οποία δεν ξεφεύγει του νομικού πλαισίου των ομαδικών απολύσεων και καθιστά κατά νόμο υπόλογους τους Εργοδότες για ανάλογη ενημέρωση του αρμόδιου Υπουργείου, να μην υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο ή ανάλογο αντίγραφο της εν λόγω επιστολής που ο μάρτυρας θα μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προς επιβεβαίωση και μόνο της θέσεως του, τη στιγμή που άλλα στοιχεία που δεν κρίνονται και τόσο ουσιώδη, δεν παρέλειψε να παρουσιάσει. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε ανακοίνωση ανάκλησης των απολύσεων και ουδέποτε ο κ. Σ. ή οποιοσδήποτε εργοδοτούμενος ή διευθυντικό στέλεχος της Εργοδότριας Εταιρείας γνωστοποίησε στον Αιτητή ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ανακαλείται. Και ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η περίοδος της νόμιμης προειδοποίηση των οκτώ εβδομάδων που του είχε δοθεί έληγε στις 7.9.2012 που αποχώρησε από την εργασία του, καθώς είχε ενημερωθεί από το αρμόδιο Υπουργείο ότι οι δύο βδομάδες αδείας που απουσίαζε κατά τον μήνα Αύγουστο δεν υπολογίζονταν στην προειδοποίηση, ο κ. Σ. με τη μαρτυρία του επιδίωξε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατάσταση αδειών του Αιτητή (Τεκ.7) ισχυριζόμενος ότι αυτός είχε ήδη καλύψει τις άδειες που εδικαιούτο να λάβει μέχρι τότε και ότι δεν δικαιούταν να λάβει περαιτέρω άδεια. Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε ότι η Εταιρεία ήταν κλειστή και ότι ο Αιτητής σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ο μάρτυρας διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι κλειστά ήταν μόνο τα γραφεία και ότι υπήρχε προσωπικό που εργαζόταν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο του Αυγούστου. Το γεγονός ότι η άδεια του προσωπικού της Εταιρείας άρχιζε στις 9.8.2012 και τελείωνε στις 24.8.2012 επιβεβαιώνεται από τα γραφόμενα του μάρτυρα επί του Τεκ.
- Η θέση του ωστόσο ότι κατά την εν λόγω περίοδο παρέμεναν κλειστά μόνο τα γραφεία της Εταιρείας, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της κας Α. η οποία κατά την αντεξέταση της ευθαρσώς ανέφερε ότι η Εταιρεία κατά την εν λόγω περίοδο παρέμενε κλειστή. Περαιτέρω θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εν λόγω εκδοχή εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας, αν και ζωτική για την υπόθεση της, τέθηκε για πρώτη φορά με τη μαρτυρία του κ. Σολέα χωρίς να δοθεί στον Αιτητή η ευκαιρία να δώσει τη δική του εξήγηση. (Βλ. Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παρ.1593, Aquac v. Fredericou Schools Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 152). Για όλα τα πιο πάνω η θέση του κ. Σολέα ότι η Εταιρεία ήταν ανοικτή την περίοδο των αδειών και ότι ο Αιτητής μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της κας Α. και συνεπώς δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του μάρτυρα όπως τίθενται ανωτέρω δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, καθώς η αποδοχή μιας τέτοιας εκδοχής θα ανέτρεπε την ισότητα των όπλων και θα στερούσε από τον Αιτητή τη δυνατότητα να σχολιάσει και να αντικρούσει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Για όλα τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι για την περίοδο από 9.8.2012 μέχρι τις 24.8.2012 η Εταιρεία παρέμενε κλειστή και ότι ο Αιτητής απουσίαζε με άδεια όπως και το υπόλοιπο προσωπικό της Εταιρείας. Ως εκ τούτου η εν λόγω περίοδος απουσίας του Αιτητή με ετήσια άδεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στην προειδοποίηση που του είχε δοθεί καθώς σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συντρέχει προειδοποίηση για τερματισμό της απασχόλησης με ετήσια άδεια. Ως αποτέλεσμα βρίσκουμε ότι η περίοδος της νόμιμης προειδοποίησης των οκτώ βδομάδων που δόθηκε στον Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία για τον τερματισμό της απασχόλησης του, έληγε στις 7.9.2012 που ο Αιτητής αποχώρησε από την εργασία του. Νομική Πτυχή Στην υπόθεση Μιλτιάδης Ιωάννου ν. Vesta Holidays Ltd κ.α
(2001)1 ΑΑΔ 909, οι εφεσίβλητοι προειδοποίησαν εγγράφως τον εφεσείοντα για τον τερματισμό της απασχόλησης του. Πριν από τη λήξη της προειδοποίησης, και ενώ ο εφεσείων εργαζόταν ακόμη στους εφεσίβλητους, οι τελευταίοι του πρόσφεραν εργασία σε άλλο συγκρότημα τους την οποία ο εφεσείων για δικού του λόγους δεν αποδέχθηκε. Ο συνήγορος για τον εφεσείων/Αιτητή εισηγήθηκε ότι τη προσφορά της υπαλλακτικής εργασίας δεν έγινε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του, ο οποίος, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, συντελέστηκε με την αποστολή της προειδοποίησης. Το Δικαστήριο, υιοθετώντας την πρωτόδικη απόφαση και αφού παρέθεσε το άρθρο 23
(5)του Industrial Relations Act
(1971)και το άρθρο 11
(1)και
(2)του Νόμου κατέληξε ως ακολούθως: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως διαφοροποιείται στον ίδιο τον Νόμο, ακόμη και με την ονομασία που χρησιμοποιείται, ο τερματισμός της απασχόλησης που συντελείται με τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας της πραγματικής απασχόλησης εργοδοτούμενου, και η προειδοποίηση κατά την περίοδο της οποίας, για όλους τους σκοπούς του Νόμου, συνεχίζεται η εργοδότηση μέχρι τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας στην προειδοποίηση. .» Επομένως με βάση τη Μιλτιάδης Ιωάννου (ανωτέρω) η προσφορά άλλης εργασίας από τον εργοδότη, που ισοδυναμεί με ανάκληση του τερματισμού της απασχόλησης, πριν από τη λήξη της προειδοποίησης, είναι επιτρεπτή από τον Νόμο και η αδικαιολόγητη άρνηση του εργοδοτούμενου να την αποδεχθεί, ισοδυναμεί με οικειοθελή παραίτηση που δεν του παρέχει δικαίωμα για αποζημίωση. Αντίθετα ανάκληση της απόλυσης μετά τη λήξη της προειδοποίησης δεν νοείται και η άρνηση του εργοδοτούμενου να την αποδεχθεί δεν του στερεί το δικαίωμα για αποζημίωση. Όπως έχει αποφασιστείς την υπόθεση Α. Ιάσωνος ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 703, « Ο όρος «εργοδοτούμενος» δεν μεταβάλλει τις προϋποθέσεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη σύναψη συμφωνίας. Ό,τι διευκρινίζεται είναι ότι εκτός από ρητή η σύμβαση μπορεί αν τεκμηριωθεί (εξυπακουόμενη) από τη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου όπως στην περίπτωση που ο Α εργοδοτείται από τον Β χωρίς προηγούμενη ρητή συμφωνία μεταξύ τους. Με τον τερματισμό της απασχόλησης τερματίζεται η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και δεν μπορεί να αναβιώσει εκτός με τη συμφωνία των μερών». Στον Harvey and Industrial Relation and Employment Law DI, κάτω από τον τίτλο "Withdrawing the dismissal" (« Ανάκληση απόλυσης»), διαβάζουμε τα ακόλουθα: [223] The general principle is that once notice of dismissal is given it is not open to the employer unilaterally to retract it. This would seem to follow from the rule that the employee cannot unilaterally withdraw a resignation which has been offered (see Riordan v. War office [1959] 3All ER 552, [1959] 1 WLR 1046 and Bryan v. George Wimpey & Co
(1967)3 ITR 28). A fortiori, an employer could not unilaterally revoke a dismissal already effected. Ελεύθερη μετάφραση [223] Η γενική αρχή είναι ότι από τη στιγμή που έχει δοθεί προειδοποίηση για τερματισμό της απασχόλησης, δεν δίδεται η ευχέρεια στον εργοδότη να την ανακαλέσει μονομερώς. Αυτό φαίνεται να προκύπτει από τον κανόνα ότι ο εργοδοτούμενος δεν μπορεί να αποσύρει μονομερώς μια παραίτηση που έχει δοθεί. (Βλ. Riordan v. War office [1959] 3All ER 552, [1959] 1 WLR 1046 and Bryan v. George Wimpey & Co
(1967)3 ITR 28). Κατά κύριο λόγο, ένας εργοδότης δεν μπορεί να ανακαλέσει μονομερώς μια απόλυση που έχει ήδη συντελεστεί. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, ενώ είχε κάθε νομική υποχρέωση να ενημερώσει τον Αιτητή για την κατ' ισχυρισμό απόφαση της να ανακαλέσει τον μονομερή από μέρους της τερματισμό της απασχόλησης του, έστω και αν η δοθείσα κατά νόμο προειδοποίηση συνέχισε να είναι σε ισχύ, εντούτοις σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρξε μια τέτοια ενημέρωση σε βαθμό που να φαίνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε μονομερώς κατά τη λήψη της κατ' ισχυρισμό ανακληθείσας απόφασης. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έχει ενημερώσει τον Αιτητή και ότι αυτός συναίνεσε ή αρνήθηκε να συνεχίσει την απασχόληση του πριν τη λήξη της προειδοποίησης και τη συντέλεια του τερματισμού. Τουναντίον, τα γεγονότα της υπόθεσης κλίνουν να βεβαιώσουν ότι η οποιαδήποτε απόφαση για ανάκληση του τερματισμού της απασχόλησης του, γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή με την επιστολή ημερ. 13.9.2012 (Τεκ.2) δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο από τη λήξη της νομίμως δοθείσας προειδοποίησης και όταν ήδη ο τερματισμός της απασχόλησης του είχε συντελεστεί. Επομένως η μη συγκατάθεση του Αιτητή στην αναβίωση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης επέφερε την τελική ρήξη, με επακόλουθο ο Αιτητής να μην στερείται του δικαιώματος για αποζημίωση. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να κατά-λήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριάς Εταιρείας για 23 συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €400 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του και τους υπόλοιπους παράγοντες για τους οποίους δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €27.000 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 67,5 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το ποσό των €27.000 πλέον νόμιμο τόκο από 12.2.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου ποσό €20.800 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στον Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία, το δε υπόλοιπο ποσό των €6.200 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 15½ εβδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα της καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Η Αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Στ. Χριστοδούλου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο