Y. E. G. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 155/2015, 30/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:21 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Λ. Γεωργιάδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 155/2015 Μεταξύ: Y. E. G. Αιτητής -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Ανδρέας Πλαστήρας Για Καθ' ων η αίτηση: κα Μαρία Κοτσώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως Εμπορικός Σύμβουλος με έδρα το Ντουμπάι από τον Μάιο 2003 μέχρι τα τέλη του 2014 που τερματίστηκε η μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι με τη συμπλήρωση της χρονικής διάρκειας εργοδότησης των τριάντα
(30)μηνών, είχε στην πράξη καταστεί εργοδοτούμενος Αορίστου χρόνου από τις 2.11.
- Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του ήταν αφοσιωμένος υπάλληλος, εκτελούσε πιστά και με αρκούντως ικανοποιητικό τρόπο τα εκάστοτε καθήκοντα και υποχρεώσεις του και εν πάση περιπτώσει δεν είχε γίνει δέκτης οποιωνδήποτε παραπόνων από τους Καθ' ων η αίτηση εν σχέσει με την ποιότητα και τον τρόπο εκτέλεσης τα εργασίας του. Ισχυρίζεται δε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του, υπό τις περιστάσεις συνιστά παράνομη απόλυση και είναι αντίθετος στις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003 και ή κατά παράβαση της κείμενης Νομοθεσίας και ή Νομολογίας. Έτσι με την υπό κρίσιν Αίτηση αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της εργοδότησης του είναι παράνομος ως τελούντος υπό το καθεστώς αορίστου χρόνου και/ή (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ' ων η αίτηση να επαναπροσλάβουν στην υπηρεσία τους τον Αιτητή και/ή (γ) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της εργοδότησης του, (δ) Αναλογία ετήσιας άδειας και ή αναλογία 13ου μισθού, (ε) Αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας (στ) Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, (ζ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (η) Νόμιμο τόκο, (θ) Έξοδα και Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: (α) Ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας και ή είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, εφόσον για τη διαφορά αυτή δεν εφαρμόζεται οποιοσδήποτε Κυπριακός Νόμος αλλά η σύμβαση μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση η οποία διέπεται από το τοπικό δίκαιο άλλης χώρας και όχι της Κύπρου, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17.6.2008 (στο έξης «ο Κανονισμός 593/2008»), για το ενοχικό δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. (β) Ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι αναρμόδιο και ή δεν κέκτηται εξουσία και ή δεν έχει δικαιοδοσία και ή αρμοδιότητα να εφαρμόσει το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση. (γ) Ότι η παρούσα Αίτηση εγείρεται κατά παράβαση του άρθρου 57 του περί των Δικαστηρίων Ν. 14/60 και ή ότι πάσχει ο τίτλος αυτής και ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του ως έχει. Άνευ βλάβης των ως άνω προδικαστικών ενστάσεων, παραδέχονται ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στη θέση του Εμπορικού Συμβούλου με έδρα το Ντουμπάι δυνάμει γραπτής σύμβασης εργασίας ημερ. 2.5.2003 η οποία ανανεωνόταν κάθε έτος μέχρι το
- Ισχυρίζονται ότι εφαρμοστέο δίκαιο που διέπει τη σύμβαση με βάση την ερμηνεία του Κανονισμού 593/2008, είναι της χώρας στην οποία ο Αιτητής παρείχε την εργασία της κατ' εκτέλεση σύμβασης και ή που έχει τη συνήθη διαμονή του. Επίσης ότι ο Εναρμονιστικός Ν.98(Ι)/2003 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του Αιτητή, διότι το συμβόλαιο εργασίας του διέπεται από το τοπικό δίκαιο του Ντουμπάι και όχι της Κύπρου με βάση τον προρρηθέντα Κανονισμό. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν απολύθηκε και ότι οι υπηρεσίες του έληξαν λόγω μη ανανέωσης του συμβολαίου εργασίας του, το οποίο έληγε στις 31.12.
- Απορρίπτοντας τη θέση του Αιτητή ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του εκτελούσε με αφοσίωση και αρκούντως ικανοποιητικά τα καθήκοντα του χωρίς να γίνει δέκτης οποιωνδήποτε παραπόνων σε σχέση με την ποιότητα και τον τρόπο εκτέλεσης τους, αναφέρθηκαν σε διάφορες επιστολές ισχυριζόμενοι ότι κοινοποιήθηκαν κατά καιρούς προς τον Αιτητή υπό μορφή γραπτής παρατήρησης. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ω η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται με τους γενικούς λόγους εμφάνισης. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσε για τους Καθ' ων η αίτηση η κα Ε. Α., διοικητικός λειτουργός στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας («ΥΕΕΒ»), ενώ ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με την προσωπική του μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση με όρους Επιτόπιου Προσωπικού από 2.5.2003 στη θέση Εμπορικού Συμβούλου για εκτέλεση καθηκόντων σχετικά με το Εμπορικό Κέντρο Dubai και ή οποιωνδήποτε άλλων συναφών καθηκόντων του ανατίθεντο από το ΥΕΕΒ. Η πρόσληψη του έγινε δυνάμει γραπτής σύμβασης εργασίας με τίτλο «Ειδική Σύμβαση για Απασχόληση Επιτόπιου Προσωπικού» (Τεκ.1), η οποία διελάμβανε μεταξύ άλλων ότι η αρχική αμοιβή του θα ήταν στην αρχική βαθμίδα της κλίμακας Α8-Α10 της Δημόσιας Υπηρεσίας πλέον οποιαδήποτε ωφελήματα ή επιδόματα τα οποία παραχωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το επιτόπιο προσωπικό. Από τις καταστάσεις μισθοδοσίας του Αιτητή για τα έτη 2003 μέχρι 2007 (Τεκ.15) φαίνεται ότι στη μισθοδοσία του που καθοριζόταν με βάση την κλίμακα Α8, συμπεριλαμβανόταν βασικός μισθός, αύξηση μισθού, τιμαριθμικό επίδομα, γενικό και ειδικό επίδομα εξωτερικού, ενοίκιο, αποκοπές για εισφορά Κοινωνικών Ασφαλίσεων και φόρου εισοδήματος ως και για συνδρομή στην ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ. Με βάση τον όρο 2(δ) των διατάξεων για την απασχόληση και τους όρους Υπηρεσίας του Επιτόπιου Προσωπικού των Διπλωματικών Αποστολών της Κυπρ. Δημοκρατίας στο Εξωτερικό (Τεκ.2), η αρχική περίοδος απασχόλησης είναι για ένα έτος, εκτός εάν πρόκειται για απασχόληση μικρότερης διάρκειας. Όπου οι ανάγκες της Διπλωματικής Αποστολής προβλέπονται μακροχρόνιες, οι υπηρεσίες θα ανανεώνονται αυτόματα από χρόνο σε χρόνο, με την επιφύλαξη ότι αυτές θα μπορούν να τερματιστούν μετά από προειδοποίηση ενός τουλάχιστον μηνός από οποιονδήποτε των δύο μερών, ή με την καταβολή ανάλογης αποζημίωσης αντί προειδοποίησης, εκτός εάν επιβάλλεται διαφορετικά από τη νομοθεσία της χώρας. Επίσης με βάση τον όρο 4 των εν λόγω διατάξεων, στο επιτόπιο προσωπικό καταβάλλεται χριστουγεννιάτικο φιλοδώρημα με τους ίδιους όρους που παραχωρείται 13ος μισθός στο μόνιμο προσωπικό της Κυπριακής Δημόσιας Υπηρεσίας, εκτός εάν τυχόν σχετική τοπική νομοθεσία επιβάλλει ειδική ρύθμιση για τους υπαλλήλους που απασχολούνται ως επιτόπιο προσωπικό στην οικεία Διπλωματική Αποστολή. Με βάση το όρο 6, στο επιτόπιο προσωπικό παραχωρείται άδεια ανάπαυσης με πλήρεις απολαβές σύμφωνα με τους Κανονισμούς που ισχύουν για το μόνιμο προσωπικό της Δημόσιας Υπηρεσίας της Κύπρου, για πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, εκτός εάν διαφορετικό σύστημα επιβάλλεται από την τοπική νομοθεσία. Σε περίπτωση παραίτησης ή τερματισμού των υπηρεσιών μέλους του επιτόπιου προσωπικού, η άδεια που έχει σε πίστη του παραχωρείται πριν την ημερομηνία παραίτησης ή τερματισμού των υπηρεσιών του. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, καταβάλλεται ανάλογη πληρωμή αντί αυτής. Η Σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή ανανεωνόταν σταθερά κάθε έτος, κατόπιν εγκρίσεως του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού. Σύμφωνα με την τελευταία επιστολή του εν λόγω Τμήματος προς τον Γενικό Διευθυντή του ΥΕΕΒ, ημερ. 18.3.2014 (Τεκ.3), το Υπουργείο Οικονομικών ενέκρινε την παράταση των υπηρεσιών του Αιτητή για περίοδο ενός έτους, ήτοι μέχρι 31.12.2014 και καθόρισε τη μισθοδοσία του στα €5.087,46 μηνιαίως, με ετήσια δαπάνη €66.144 περιλαμβανομένου και του 13ου μισθού. Οι υπηρεσίες του Αιτητή τερματίστηκαν με σχετική επιστολή ημερ. 24.10.2014 (Τεκ.7), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο: «Θέμα: Τερματισμός Απασχόλησης κ. Y. E. G., Εμπορικού Συμβούλου Εμπορικού Κέντρου Ντουμπάι Έχω οδηγίες να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω για τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την ειδική σύμβαση για την απασχόληση σας, την οποία υπογράψατε κατά την αρχική πρόσληψη σας, αλλά και με την παρ. 2(δ) των Διατάξεων για την απασχόληση επιτόπιου προσωπικού: «η απασχόληση αυτή μπορεί αν τερματιστεί οποτεδήποτε από οποιονδήποτε των δύο μερών, αφού δοθεί προειδοποίηση ενός τουλάχιστον μηνός ή με την καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης.» Ως εκ τούτου, πληροφορείσθε ότι, με τη λήξη του συμβολαίου της απασχόλησης σας ως Εμπορικού Συμβούλου στο Εμπορικό Κέντρο στο Ντουμπάι στις 31.12.2014, τερματίζονται και οι υπηρεσίες σας, καθότι το συμβόλαιο σας δεν θα ανανεωθεί. Σας εκφράζονται οι θερμές ευχαριστίες μας για την πολύτιμή προσφορά σας στο Εμπορικό Κέντρο στο Ντουμπάι.» Η μαρτυρία της κας Α., αντλήθηκε ουσιαστικά από τα διάφορα έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι με βάση τα Τεκ.1 και 2 που αφορούν τη Ειδική Σύμβαση, η έδρα του Αιτητή ήταν το Ντουμπάι, εφόσον παρείχε τις υπηρεσίες του μόνο εκεί όπου λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του θεωρείτο και τόπος διαμονής του. Επίσης ότι ο μισθός που καταβαλλόταν στον Αιτητή περιλαμβανόταν στον προϋπολογισμό του ΥΕΕΒ, η δε πληρωμή του γινόταν σε νόμισμα του Ντουμπάι, δηλαδή DDHR. Περαιτέρω η μάρτυς αναφέρθηκε σε γραπτή παρατήρηση που κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 4.4.2013 και σε αρκετή αλληλογραφία που αντηλλάγη σε σχέση με την απουσία του Αιτητή από την εργασία του, κατά τη διάρκεια της εμπορικής έκθεσης τροφίμων Gulf food στο Ντουμπάι, από 25 μέχρι 28.2.2013, χωρίς την εγκριμένη άδεια του Υπουργείου (Τεκ.4). Αναφέρθηκε επίσης σε παρατήρηση που δέχθηκε ο Αιτητής για καταβολή οφειλής ιατρικών εξόδων από μέρους του και πίστωση στο σχετικό κονδύλι, το οποίο ο ίδιος διαχειριζόταν. Συγκεκριμένα κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Ιούνιο 2013 πήρε για ιατρικά έξοδα σε ιδιώτη γιατρό, το ποσό των €514,76, χωρίς να ακολουθήσει τη ενδεδειγμένη διαδικασία σε ότι αφορά την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του επιτόπιου προσωπικού (Τεκ.5). Πρόσθετα αναφέρθηκε σε επιστολές που απεστάλησαν στον Αιτητή στις 27.7.2006, 30.7.2007, 6.5.2010, 31.1.2011, 16.6.2014 και 27.8.2014 (Τεκ.6) και με τις οποίες του υποδεικνυόταν όπως επιδείξει μεγαλύτερη δραστηριότητα στην προώθηση των προϊόντων και υπηρεσιών στις αγορές που καλύπτονταν από το Εμπορικό Κέντρο Ντουμπάι. Επίσης ότι σε όλες τις επιστολές υπήρχε ρητή αναφορά ότι το αποτέλεσμα των προσπαθειών του θα λαμβανόταν υπόψη στην ανανέωση του συμβολαίου του. Για τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή (Τεκ.7), ισχυρίστηκε ότι το ΥΕΕΒ στηρίχθηκε στην ειδική πρόνοια που αναφέρεται στη Σύμβαση Απασχόλησης του και στη διάταξη 2(δ) των Όρων Υπηρεσίας του Επιτόπιου Προσωπικού, ενημερώνοντας τον ότι με τη λήξη του συμβολαίου απασχόλησης του στις 31.12.2014 δεν θα υπήρχε ανανέωση και άρα θα τερματιζόταν η απασχόληση του. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι η ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή γινόταν με έγκριση του Υπουργείου Οικονομικών και ότι η πρακτική που ακολουθείτο για την παράταση ισχύος της ήταν η ίδια καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του. Μη αμφισβητώντας το ύψος των μισθολογικών αποδοχών του Αιτητή, επέμενε ότι η καταβολή του μισθού γινόταν σε DDHR και όχι σε Ευρώ ως η θέση του Αιτητή. Συμφώνησε επίσης ότι στον Αιτητή καταβαλλόταν 13ος μισθός και ότι δικαιούταν άδεια ανάπαυσης 24 ημερών ετησίως με πλήρεις απολαβές. Περαιτέρω ότι υπήρξαν αποκοπές από τον μισθό του Αιτητή για καταβολή εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σημειώνοντας ότι αποκοπές γι' αυτό τον σκοπό γίνονται απ' όλο το διπλωματικό προσωπικό που κατέχει διπλωματικό διαβατήριο, με απόφαση του Υπουργείου Εξωτερικών. Εάν ο Αιτητή λάμβανε επίδομα εξωτερικού δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι μη ανανέωσης της σύμβασης του δεν αφορούσαν μόνο τις μη ικανοποιητικές υπηρεσίες του. Αφορούσαν επίσης την έλλειψη υπακοής και μη ενημέρωσης της διευθύντριας και τη μη επιστροφή, όταν έπρεπε, του ποσού που όφειλε για ιατρικά έξοδα. Παραδεχόμενη δε, ότι η επιστολή τερματισμού (Τεκ.7) δεν αναφέρεται σε τέτοιους ισχυρισμούς, επέμενε ότι οι λόγοι προκύπτουν από το περιεχόμενο των φακέλων της υπηρεσίας. Σε υποβολή ότι οι επιστολές που δόθηκαν κατά καιρούς στον Αιτητή ήταν τυποποιημένες για όλο το προσωπικό, απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει καθώς θα πρέπει να δει και τους υπόλοιπους φακέλους. Σε υποβολή επίσης ότι ο Αιτητής έκανε πολύ καλά τη δουλειά του απάντησε ότι αυτό μπορεί να το ξέρει η διευθύντρια. Σε νέα υποβολή ότι ο Αιτητής είχε υπόσταση διπλωμάτη και εργαζόταν υπό καθεστώς ασυλίας στο Ντουπάι, απάντησε ότι ο Αιτητή ως Εμπορικός Σύμβουλος κατείχε διπλωματικό διαβατήριο, το οποίο επιβαλλόταν για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σύμφωνα με τον Αιτητή, για δέκα και πλέον έτη προτού προσληφθεί στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ήταν ιδιοκτήτης και εκτελεστικός διευθυντής τουριστικού γραφείου στη Λεμεσό, που είναι και η μόνιμη διανομή του. Της προσλήψεως του προηγήθηκε σχετική αγγελία που δημοσιεύθηκε στον τύπο για τη θέση του Εμπορικού Συμβούλου της Κύπρου στα Αραβικά Εμιράτα και η επίδειξη ενδιαφέροντος από μέρους του με την υποβολή σχετικής αίτησης. Με αναφορά στη σύμβαση εργασίας του, στο μισθό και τους υπόλοιπους όρους απασχόλησης του, ισχυρίστηκε ότι αρμόδιος για την πρόσληψη του επιτόπιου προσωπικού στο Εμπορικό Κέντρο του Ντουμπάι ήταν ο εκάστοτε Εμπορικός Σύμβουλος ο οποίος προσλαμβανόταν από τους Καθ' ων η αίτηση. Ότι οι άλλοι υπάλληλοι του Κέντρου αμείβονταν βάσει του συμβολαίου τους σε τοπικό νόμισμα, ενώ ο ίδιος πληρωνόταν σε Ευρώ με αποκοπές από τον μισθό του για κοινωνικές ασφαλίσεις και φόρο εισοδήματος. Επίσης ήταν ο μόνος που λάμβανε επίδομα εξωτερικού ως δημόσιος υπάλληλος σε αντίθεση με τους υπόλοιπο προσωπικό που δεν λάμβανε και δεν κατέβαλλε οποιεσδήποτε εισφορές. Επίσης ως Κύπριος πολίτης κατέχων τη θέση του Εμπορικού Συμβούλου, ήταν κάτοχος διπλωματικού διαβατηρίου (Τεκ.17). Διατείνεται δε ότι ως Διπλωματικός Αξιωματούχος δεν υπόκειτο στο τοπικό νόμο, όπως και η Κυπριακή Πρεσβεία ως εργοδότης δεν υπόκειτο στην εν λόγω νομοθεσία, βάσει των διεθνών κανονισμών διπλωματικής ασυλίας. Για τα καθήκοντα του επισήμανε ότι από της προσλήψεως και μέχρι του τερματισμού της απασχόλησης του, ήταν ιδίας ή παρόμοιας φύσης και αφορούσαν τη διοίκηση του Κέντρου και την εφαρμογή της πολιτικής του ΥΕΕΒ βάσει του ετήσιου σχεδίου δράσης όπως εγκρινόταν από το ίδιο το ΥΕΕΒ. Ήταν η θέση του ότι από το 2007 οι Καθ' ων η αίτηση μονομερώς άλλαξαν τον τρόπο εργοδότησης του με ετήσια ανανέωση της σχετικής σύμβασης του, διαλαμβάνοντας καθορισμένο ποσό μισθοδοσίας με ανελλιπή σταθερή και συστηματική ετήσια ανανέωση της και τη συνέχιση συνεισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων με σχετικές αποκοπές από τον μισθό του. Απορρίπτοντας τους λόγους που οι Καθ' ων η αίτηση προέβαλαν με την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, επανέλαβε τα όσα προβάλλει με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι δηλαδή καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του επέδειξε την πρέπουσα αφοσίωση και εκτελούσε πιστά τα εκάστοτε καθήκοντα του, χωρίς ποτέ να δεχθεί οποιαδήποτε παράπονα από τους Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την ποιότητα και τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του. Επίσης ότι οι επιστολές που παρουσίασε η μάρτυς των Καθ' ων η αίτηση ήταν τυπικές και αποστέλλονταν σε όλους τους Εμπορικούς Συμβούλους. Σημείωσε ότι στην επιστολή τερματισμού (Τεκ.7) δεν υπάρχει η παραμικρή επίκληση ότι η απασχόληση του τερματίστηκε εξαιτίας πλημμελούς ή ανεπαρκούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο πλην της λήξης του συμβολαίου του. Αναφορικά με τις αξιώσεις του αναφέρει ότι οι Καθ' ων η αίτηση του έχουν καταβάλει τον μισθό για τον Δεκέμβριο 2014 και τον 13ο μισθό και ότι δεν του έχουν καταβάλει καμία άλλη αποζημίωση ή οποιοδήποτε ποσό σχετικά με άδειες (38 ημέρες συσσωρευμένης άδειας). Επίσης ότι κατά τον τερματισμό της απασχόλησης του ήταν 55 ετών και ότι μέχρι σήμερα παραμένει άνεργος παρά τις προσπάθειες που έχει καταβάλει για μια σταθερή εργασία. Ότι υπέστη απώλεια καριέρας λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, τον μισθό και τη θέση που κατείχε. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε ότι για τα τέσσερα πρώτα χρόνια της απασχόλησης του, από το 2003 μέχρι το 2007, δεν αναμενόταν η ετήσια έγκριση του Υπουργείου Οικονομικών για την ανανέωση της σύμβασης εργασίας του, αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε ενημέρωση ότι ακολουθείτο επί ετήσιας βάσης μια τέτοια διαδικασία. Ωστόσο το 2007 έλαβε ειδοποίηση ότι οι όροι της σύμβασης του θα άλλαζαν και θα ανανεώνονταν κάθε χρόνο. Επισήμανε μάλιστα ότι και το διπλωματικό διαβατήριο ανανεωνόταν με βάση τη σύμβαση εργασίας του και ότι αρχικά η ισχύς του ήταν για τέσσερα έτη ενώ από το 2007, ανανεωνόταν κάθε χρόνο μαζί με τη σύμβαση εργασίας του. Για τον μισθό του επέμενε ότι καταβαλλόταν σε κυπριακές λίρες και από το 2008 σε Ευρώ, τα οποία μετατρέπονταν σε DDHR. Δεν αρνήθηκε ότι το 2012 ζήτησε όπως του αφαιρεθεί η διπλωματική ιδιότητα όταν τους ειδοποίησαν ότι θα υπήρχε αναδρομική αποκοπή φόρου εισοδήματος από το 2007 σε όσους ενέπιπταν στο διπλωματικό καθεστώς, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει, μέχρι που πήρε την επιστολή τερματισμού (Τεκ.7). Επιμένοντας ότι εκτελούσε κατά ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα του, θεώρησε παράδοξο από τη μια να του στέλνεται επιστολή για βελτίωση της εργασίας του και από την άλλη να απορρίπτεται η οποιαδήποτε εισήγηση του λόγω των δυσκολιών που πέρασε η Κύπρος και την έλλειψη κονδυλίων. Για το θέμα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ισχυρίστηκε ότι ενήργησε στη βάση της διαδικασίας που ακολουθούσε από την αρχή της εργοδότησης του και ότι μόνο τότε ενημερώθηκε ότι ευρισκόμενος στην Κύπρο θα έπρεπε να επισκέπτεται το νοσοκομείο αντί ιδιώτες γιατρούς. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Καθ' ων η αίτηση και Αιτητής, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Επί του θέματος των προδικαστικών ενστάσεων είναι η εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου για τους Καθ' ων η αίτηση, ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και ή είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση καθότι τη σύμβαση εργασίας που υπέγραψε ο Αιτητής με τους Καθ' ων η αίτηση δεν διέπει το Κυπριακό δίκαιο, αλλά το δίκαιο της χώρας στην οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του. Για να υποστηρίξει τη θέση της, αναφέρθηκε στο άρθρο 12
(1)του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/1967) και στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17.6.2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. Αναφέρθηκε επίσης και σε σχετική επί του θέματος ημεδαπή και αλλοδαπή νομολογία. Για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, είναι η εισήγηση της ότι οι Καθ' ων η αίτηση στηριζόμενοι στη μεταξύ των μερών υπογραφείσα ειδική σύμβαση εργασίας και στους όρους απασχόλησης του Επιτόπιου Προσωπικού, όπου ρητά προβλέπεται ότι η απασχόληση μπορεί να τερματιστεί οποτεδήποτε από οποιοδήποτε των δύο μερών κατόπιν προειδοποίησης ενός τουλάχιστον μηνός ή με την καταβολή ανάλογης προειδοποίησης, ενημέρωσαν τον Αιτητή από τις 24.10.2014, ότι με τη λήξη του συμβολαίου απασχόληση του στις 31.12.2014 οι υπηρεσίες του θα τερματίζονταν. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης είναι η εισήγηση της, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι ο Αιτητής έχει καταστεί εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 98(Ι)/2003, τότε οι Καθ' ων η αίτηση δικαιολογημένα δεν ανανέωσαν τη σύμβαση εργασίας με τον Αιτητή, για τον λόγο ότι δεν ήταν ευχαριστημένοι με την απόδοση του και ως εκ τούτου δεν είχαν υποχρέωση να τον απασχολούν. Περαιτέρω είναι εισήγηση της ότι η αξίωση του Αιτητή για επαναπρόσληψη θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν δικαιολογείται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Αιτητή ότι με το μαρτυρικό υλικό που ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρο ότι η σύμβαση απασχόλησης του κατέστη αορίστου διαρκείας επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(1)του Ν.98(Ι)/2003. Ότι οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε την σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή και την μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Εισηγείται επίσης ότι οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε σωστά τα καθήκοντα του και ότι δικαιολογείτο η απόλυση του, διαψεύδονται από την επιστολή τερματισμού (Τεκ.7) στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του Αιτητή. Για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι η εισήγηση του ότι τα μέρη στην επίδικη ατομική σύμβαση εργασίας επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο το ημεδαπό δίκαιο, επιλογή που ανάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης και ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Ανάλυση και Συμπεράσματα (i) Προδικαστική ένσταση Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης που αφορά την κατά τόπο δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά πόσο δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση χρήζει εφαρμογής το Κυπριακό δίκαιο ή το δίκαιο του Ντουμπάι. Η καθ' ύλην και κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών καθορίζεται από τον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο (Ν.8/67) ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)του Ν.8/67, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας να διαγνώσει και να αποφασίσει, μεταξύ άλλων, «απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου Νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων». Σύμφωνα με το άρθρο 12
(10)του Ν.8/67 «η έδρα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα είναι η Λευκωσία.» «Νοείται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών που λειτουργεί σε άλλη, εκτός της Λευκωσίας, επαρχία θα επιλαμβάνεται υποθέσεων όταν η διαφορά έχει ανακύψει εντός της εν λόγω επαρχίας, ή εν τη απουσία του στοιχείου αυτού, αν ο Αιτητής έχει εκεί τη συνήθη διαμονή ή τη μόνιμη κατοικία του.» Το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθορίζεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από τις 10.1.2015. Η διεθνής δικαιοδοσίας σε ατομικές συμβάσεις εργασίας καθορίζεται στα τα άρθρα 20 -23 του εν λόγω Κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού: 1. Εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί: (α) ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του· ή (β) σε άλλο κράτος μέλος:
- i)ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή των δικαστηρίων του τελευταίου τόπου στον οποίο ή από τον οποίο συνήθως εκτελούσε την εργασία του· ή
- ii)εάν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντοτε χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε. 2. Ο εργοδότης ο οποίος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού 593/2008, στον οποίο παρέπεμψαν και οι δύο συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους: «Το καθοριζόμενο από τον παρόντα κανονισμό δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν δεν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους Σύμφωνα με το άρθρο 8 του εν λόγω Κανονισμού: «1. Η ατομική σύμβαση εργασίας διέπεται από το δίκαιο που επιλέγουν τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3. Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία κατά το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο βάσει των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, ελλείψει επιλογής. 2. Στο μέτρο που το εφαρμοστέο στην ατομική σύμβαση εργασίας δίκαιο δεν έχει επιλεγεί από τα μέρη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ή, ελλείψει αυτού, από την οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατ' εκτέλεση της σύμβασης. Η χώρα της συνήθους εκτέλεσης εργασίας δεν θεωρείται ότι μεταβάλλεται όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε μια άλλη χώρα προσωρινά. 3. Όταν δεν μπορεί να καθορισθεί το εφαρμοστέο δίκαιο σύμφωνα με την παράγραφο 2, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης που προσέλαβε τον εργαζόμενο. 4. Όταν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη από την προβλεπόμενη στις παραγράφους 2 ή 3, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.» Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Κανονισμού: Ελευθερία επιλογής. 1. Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή τους τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβαση. 2. Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασης σε δίκαιο άλλο από εκείνο που τη διείπε προηγουμένως, είτε δυνάμει προηγούμενης επιλογής κατά το παρόν άρθρο είτε δυνάμει άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Κάθε μεταβολή του εφαρμοστέου δικαίου που γίνεται μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν θίγει, κατά το άρθρο 11, το τυπικό κύρος της σύμβασης ούτε επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα τρίτων. 3. Όταν, κατά το χρόνο της επιλογής, όλα τα άλλα σχετικά με την περίπτωση δεδομένα εντοπίζονται σε χώρα διαφορετική από εκείνη της οποίας το δίκαιο επελέγη, η επιλογή των μερών δεν θίγει την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου αυτής της άλλης χώρας από τις οποίες δεν επιτρέπεται παρέκκλιση με συμφωνία. 4. Όταν, κατά τον χρόνο της επιλογής, όλα τα άλλα σχετικά με την περίπτωση δεδομένα εντοπίζονται σε ένα ή σε περισσότερα κράτη μέλη, η επιλογή από τα μέρη εφαρμοστέου δικαίου άλλου από εκείνο κράτους μέλους δεν θίγει, όταν συντρέχει περίπτωση, την εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτές εφαρμόζονται στο κράτος μέλος του δικάζοντος δικαστή, από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία. 5. Η ύπαρξη και το κύρος της συμφωνίας των μερών ως προς την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 13. Να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τη Νομολογία αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα, οι πιο πάνω Κανονισμοί, έχουν απ' ευθείας εφαρμογή («directly applicable») χωρίς την ανάγκη ενσωμάτωσης τους στο εσωτερικό δίκαιο, έχουν δε αυξημένη ισχύ στη Δημοκρατία έναντι της υφιστάμενης ημεδαπής νομοθεσίας (βλ. Ironhold Hotel v. Travel World Vacation Ltd, Πολ. Εφ. 320/2007, ημερ. 14.4.2010). Όπως προκύπτει από τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση με ειδική σύμβαση απασχόλησης επιτόπιου προσωπικού, στη θέση του Εμπορικού Συμβούλου, για την εκτέλεση καθηκόντων σχετικά με το Εμπορικό Κέντρο του Ντουμπάι. Ο Αιτητής προσελήφθη στην Κύπρο και απεστάλη στο Ντουμπάι για απασχόληση με όρους επιτόπιου προσωπικού, πλείστοι των οποίων, όπως το δικαίωμα για αδεία ανάπαυσης, παραπέμπουν στους Κανονισμούς της Δημόσιας Υπηρεσίας της Κύπρου. Από τη συμφωνία εργασίας του Αιτητή είναι φανερό ότι εργοδότης του ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία, τα δε καθήκοντα και ο τρόπος άσκησης τους καθορίζονταν από το ΥΕΕΒ. Επίσης η παράταση των Υπηρεσιών του εγκρίνονταν από το Υπουργείο Οικονομικών και συγκεκριμένα από το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, κατόπιν αιτήματος του ΥΕΕΒ (Τεκ.3). Από τις καταστάσεις μισθοδοσίας του Αιτητή (Τεκ.15) είναι επίσης φανερό ότι ο μισθός τού καταβαλλόταν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, αρχικά σε Κυπριακές λίρες και από το 2008 σε Ευρώ με τις ανάλογες αποκοπές για καταβολή φόρου εισοδήματος και εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως και για συνδρομή στην ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ. Περαιτέρω από τα ενώπιον μας στοιχεία, ο Αιτητής ήταν κάτοχος διπλωματικού διαβατηρίου και διπλωματικής ταυτότητας. Όπως επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών προς τον Πρέσβη Άμπου Ντάμπι, ημερ. 28.5.2009 (Τεκ.19), ο Αιτητής ως διπλωμάτης και προϊστάμενος του Εμπορικού Τμήματος της Πρεσβείας ήταν διαπιστευμένος στο Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Στην υπόθεση Ravat v Halliburton Manufacturing and Services Ltd [2012] UKSC 1, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, προέβη σε ανάλυση των αρχών που καθιερώθηκαν από τον Lord Hoffmann στην Lawson v Serco Ltd[1] και που αφορούσαν τη σύνδεση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ της εργασιακής σχέσης και του Ηνωμένου Βασιλείου για να απολαμβάνει της προστασίας του Αγγλικού νόμου ένας Βρετανός εργοδοτούμενος που εργάζεται στο εξωτερικό. Αφού αναφέρθηκε σε παραδείγματα εργοδοτουμένων, οι οποίοι με βάση τη Lawson εξαιρούνται του γενικό κανόνα όπου καθοριστικός είναι ο τόπος απασχόλησης του εργοδοτούμενου, και αφού παρέπεμψε στην υπόθεση Duncombe v Secretary of State for Children, Schools and Families (No 2) όπου οι Καθ' ων η αίτηση ήγειραν τον ισχυρισμό ότι από τη στιγμή που η φύση της εργασίας του εργοδοτούμενου δεν ενέπιπτε σε ένα από τα παραδείγματα της Lawson, τότε ο εργοδοτούμενος δεν μπορούσε να επικαλεστεί τον Αγγλικό νόμο, το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: 'Neither of the specific examples of expatriate employees given by Lord Hoffmann in Lawson applied to the employees in Duncombe v Secretary of State for Children, Schools and Families (No 2). They were teachers employed by the British Government to work in European schools abroad. They were employed in an international enclave, not a British enclave. But their employment had no connection with the country where they happened to work. Also discussed in Duncombe were the cases of Wallis and Grocott, who were employed by the British government in NATO establishments in Europe where their servicemen husbands were working (Ministry of Defence v Wallis and anr). The Secretary of State's argument that their cases did not come within the scope of sec 94
(1)because they fell within neither of the cases identified as exceptional in Lawson was rejected. In Duncombe (para 16) Lady Hale, delivering the judgment of the court, said: 'In our view, these cases do form another example of an exceptional case where the employment has such an overwhelmingly closer connection with Britain and with British employment law than with any other system of law that it is right to conclude that Parliament must have intended that the employees should enjoy protection from unfair dismissal.' ............................................. 27. It is that the employment relationship must have a stronger connection with Great Britain than with the foreign country where the employee works. The general rule is that the place of employment is decisive. But it is not an absolute rule. The open-ended language of sec 94
(1)leaves room for some exceptions where the connection with Great Britain is sufficiently strong to show that this can be justified. The case of the peripatetic employee who was based in Great Britain is one example. The expatriate employee, all of whose services were performed abroad but who had nevertheless very close connections with Great Britain because of the nature and circumstances of employment, is another. 28. The reason why an exception can be made in those cases is that the connection between Great Britain and the employment relationship is sufficiently strong to enable it to be presumed that, although they were working abroad, Parliament must have intended that sec 94
(1)should apply to them. Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κανένα από τα συγκεκριμένα παραδείγματα εκπατριζόμενων εργοδοτουμένων που δόθηκαν από τον Lord Hoffmann στην Lawson δεν είχε εφαρμογή στους εργοδοτούμενους στην Duncombe v Secretary of State for Children, Schools and Families (No 2). Ήταν δάσκαλοι (εννοώντας την Duncombe) που εργοδοτήθηκαν από τη βρετανική κυβέρνηση για να εργαστούν σε ευρωπαϊκά σχολεία στο εξωτερικό. Εργάζονταν στο εξωτερικό και όχι στη Βρετανία. Εν τούτοις, η απασχόλησή τους δεν είχε καμία σχέση με τη χώρα όπου έτυχε να εργάζονται. Στην Duncombe συζητήθηκαν επίσης οι περιπτώσεις των Wallis και Grocott, οι οποίοι απασχολούνταν από τη βρετανική κυβέρνηση σε ιδρύματα του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη όπου εργάζονταν οι σύζυγοί τους (Ministry of Defence v Wallis and anr). Το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι οι υποθέσεις αυτές δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 94
(1)επειδή δεν ενέπιπταν σε καμία από τις περιπτώσεις που, σύμφωνα με τη Lawson, αποτελούν εξαίρεση, απορρίφθηκε. Στην Duncombe (παράγραφος 16) η Lady Hale, εκδίδοντας την απόφαση του δικαστηρίου, ανέφερε: «Κατά την άποψή μας, αυτές οι υποθέσεις αποτελούν ένα άλλο παράδειγμα εξαίρεσης στον κανόνα, όπου η απασχόληση είναι κατά πολύ περισσότερο συνδε-δεμένη με τη Βρετανία και με το βρετανικό εργατικό δίκαιο παρά με οποιοδήποτε άλλο σύστημα δικαίου και ως εκ τούτου, θεωρούμε ορθό να συμπεράνουμε ότι σκοπός του Νομοθέτη ήταν αυτοί οι εργοδοτούμενοι να δικαιούνται προστασίας έναντι της παράνομης απόλυσης.» ............................................. «27. Η εργασιακή σχέση θα πρέπει να είναι ισχυρότερα συνδεδεμένη με την Μεγάλη Βρετανία παρά με την αλλοδαπή όπου ο εργοδοτούμενος εργάζεται. Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο τόπος απασχόλησης είναι καθοριστικός. Αλλά δεν είναι απόλυτος κανόνας. Η γλώσσα του άρθρου 94
(1)αφήνει περιθώρια για ορισμένες εξαιρέσεις όπου η σύνδεση με τη Μεγάλη Βρετανία είναι αρκετά ισχυρή ώστε να καταδείξει ότι μπορεί να δικαιολογηθεί εξαίρεση στον κανόνα. Παράδειγμα αποτελεί ο εργοδοτούμενος που εργάζεται στην αλλοδαπή αλλά εδρεύει στην Βρετανία. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο εργοδοτούμενος που εκπατρίζεται, αυτός δηλαδή που παρόλο που οι εργασίες του εκτελούνται στο εξωτερικό, εν τούτοις έχει πολύ στενές σχέσης με τη Μεγάλη Βρετανία λόγω της φύσης και των συνθηκών απασχόλησης του. 28. Ο λόγος για τον οποίο τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να αποτελέσουν εξαίρεση, είναι διότι η σύνδεση μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της εργασιακής σχέσης είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί να υποτεθεί ότι, παρόλο που ο εργοδοτούμενος εργαζόταν στο εξωτερικό, ωστόσο σκοπός του Νομοθέτη ήταν αυτές οι περιπτώσεις να καλύπτονται από τις πρόνοιες του Νόμου.» Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης στα όποια έχουμε καταλήξει σε συνάρτηση με τον νόμο, τους Κανονισμούς και την Αγγλική νομολογία από την οποία αντλούμε καθοδήγηση, κρίνουμε ότι το δικαίωμα του Αιτητή να εναγάγει τους Καθ' ων η αίτηση ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου εξασφαλίζεται από το άρθρο 21
(1)(α) του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, όπου ρητά αναφέρει ότι ο Εργοδότης δύναται να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του Κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του. Περαιτέρω από τα γεγονότα της υπόθεσης φρονούμε ότι η εργασιακή σχέση του Αιτητή με τους Καθ' ων η αίτηση ήταν κατά πολύ περισσότερο συνδεδεμένη με την Κύπρο και το κυπριακό δίκαιο παρά με το δίκαιο της αλλοδαπής όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του και τούτο λόγω της φύσης και των συνθηκών απασχόλησης του. Η ιδιότητα του επίσης ως διπλωμάτης και προϊστάμενος του Εμπορικού Τμήματος της Κυπριακής Πρεσβείας με διαπιστευτήρια στο Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η απασχόληση του δεν είχε καμία σχέση με τη χώρα και το δίκαιο της χώρας όπου εργαζόταν. Επισημαίνουμε ξανά ότι η συμφωνία εργοδότησης του Αιτητή συνάφθηκε στην Κύπρο όπου ως κύπριος πολίτης είχε τη συνήθη διανομή του και ότι με βάση την εν λόγω συμφωνία και τους όρους της θα έπρεπε να ακολουθεί την κυπριακή νομοθεσία ως προς τις διάφορες υποχρεώσεις που πήγαζαν από τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, όπως εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις και πληρωμή φόρου εισοδήματος, που δεν φαίνεται να είχε έναντι της αλλοδαπής χώρας. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι το αποκλειστικά αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. (ii) Η διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης τoυ Αιτητή Το σημείο που τίθεται προς εξέταση και που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης συνδέεται άμεσα με το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή. Κατά πόσο δηλαδή ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας ή υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν το προσωρινό της απασχόλησης του. Η απάντηση στο ερώτημα θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς, αναφορικά με το δικαιολογημένο ή μη του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Ν.98(Ι)/2003 (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο νόμο. Να επισημάνουμε ότι κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν να διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:
- Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
- Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»: «Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. ........................................... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό.» Είναι προφανές, από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ως Εμπορικός Σύμβουλος με τα ίδια ή παρόμοιας φύσης καθήκοντα, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία ανανεωνόταν κάθε έτος, από τις 2.5.2003 μέχρι 31.12.2014 που οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του, προβάλλοντας ως λόγο τη λήξη και μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας του. Είναι επίσης φανερό ότι μέχρι τις 2.11.2005, ο Αιτητής είχε συνολική αναγνωρισμένη υπηρεσία που του επέτρεπε να επικαλεστεί τις προστατευτικές πρόνοιες του Ν.98(Ι)/2003 για να θεωρηθεί εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας. Κατά τον χρόνο δε της απόλυσης του είχε καλύψει δώδεκα σχεδόν χρόνια συνεχούς υπηρεσίας. Εν όψει τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που δικαιολογούσε την απασχόληση του Αιτητή επί τη βάσει συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Από τους γενικούς λόγους εμφάνισης και την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, διαπιστώνουμε κατ' αρχάς ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβαλαν οποιονδήποτε λόγο που δικαιολογούσε, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας και του Ν.98(Ι)/2003, την προσωρινή και επί τη βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου απασχόληση του Αιτητή. Το γεγονός και μόνο ότι ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση με όρους Επιτόπιου Προσωπικού, δεν αποτελεί λόγο που δικαιολογεί καθεστώς εργοδότησης επί προσωρινής βάσης. Πέραν τούτου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε επαρκή ή συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι με τη λήξη της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρό-νου, την οποία οι Καθ' ων η αίτηση σύναψαν με τον Αιτητή, θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση του. Αντίθετα οι ανάγκες της υπηρεσίας σε συνάρτηση με τα καθήκοντα τα οποία ανατέθηκαν στον Αιτητή, από τη θέση του Εμπορι-κού Συμβούλου, καθιστούν φανερό ότι η πρόσληψη του δεν έγινε με σκοπό την εκτέλεση εργασιών οι οποίες εκ των προτέρων ήταν γνωστό, ότι θα είχαν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές όταν επί δώδεκα σχεδόν έτη δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε ο Αιτητής. Κρίνουμε λοιπόν, με βάση τα πιο πάνω, ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν οποιεσδήποτε ειδικές συνθήκες ή τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι φανερό ότι οι ανάγκες για τις οποίες προσελήφθη ο Αιτητής δεν ήταν προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς και ότι οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να καλύψουν τις εν λόγω ανάγκες με τη συνεχή ανανέωση της σύμβασης ορισμέ-νου χρόνου που είχαν με τον Αιτητή, στερώντας του με τον τρόπο αυτό, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική σταθερής απασχόλησης. Εξετάζοντας περαιτέρω το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, παρατηρούμε ότι τα όσα η κα Ανδρέου επικαλέστηκε με τη μαρτυρία της, ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε με επιμέλεια τα καθήκοντα του και ότι αυτός ήταν ο λόγος που οι Καθ' ων η αίτηση δεν προχώρησαν στην ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης του, δεν επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού (Τεκ.7), αλλά ούτε και από τα υπόλοιπα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς τα όσα αναφέρονται στις διάφορες επιστολές στις οποίες η εν λόγω μάρτυς έχει αναφερθεί (Τεκ.4 έως 6), δεν διεφάνη - έστω και αμυδρά - ότι γνωστοποιηθήκαν στον Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του, ως οι λόγοι που οδήγησαν στη λήψη της τελικής απόφασης για μη συνέχιση της απασχόληση του. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από της κοινοποιήσεως των εν λόγω επιστολών προς τον Αιτητή και μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίδικης απόφασης, ήταν αρκετό για να αποδυναμώσει τυχόν ισχυρισμό ότι η εν γένει συμπεριφορά του Αιτητή κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης σε βαθμό που ήταν αδύνατη η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης. Σημειώνουμε ότι οι πλείστες των επιστολών απεστάλησαν στον Αιτητή αρκετά χρόνια πριν την απόλυση του, τα δε παραπτώματα που επικαλείται η μάρτυς περί απουσίας του Αιτητή από την εργασία του και περί ιατρικών εξόδων που αυτός επωφελήθηκε κατά παράβαση της ενδεδειγμένης διαδικασίας (Τεκ. 4 και 5), έλαβαν χώρα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013 και δη σε χρόνο προγενέστερο των δύο τελευταίων ανανεώσεων της σύμβασης απασχόλησης του. Η μάρτυς, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο των διαφόρων επιστολών που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν μάλιστα της υπεβλήθη κατά την αντεξέταση της, ότι ο Αιτητής έκανε πολύ καλά τη δουλειά του, αρκέστηκε να πει ότι τούτο μπορεί να το ξέρει η διευθύντρια, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Σε νέα υποβολή ότι οι διαφορές επιστολές (Τεκ.6) που κοινοποιούνταν κάθε χρόνο στον Αιτητή ήταν τυποποιημένες για όλους, επίσης δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σταθερή και πειστική απάντηση. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή και οι οποίοι αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο την απόφαση για μη ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης του, ήταν απόρροια της αντίληψης τους ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχρηζαν εφαρμογής οι εναρμονιστικές διατάξεις του Ν.98(Ι)/2003 και ότι με βάση τη σύμβαση απασχόλησης και τους όρους του επιτόπιου προσωπικού, μπορούσαν οποτεδήποτε να τερματίσουν την απασχόληση του, αφού του έδιδαν προειδοποίηση ενός τουλάχιστον μηνός και όχι για άλλους λόγους. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα όσα επικαλέστηκε η μάρτυς περί πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του Αιτητή, δεν επιβεβαιώνονται από την ενώπιον μας μαρτυρία και ούτε μπορούν να δικαιολογήσουν απόλυση με βάση τα όσα ήδη έχουμε εκθέσει. Σύμφωνα με το άρθρο 5(δ) του Νόμου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) ............... (β) ............... (γ) ............... (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή προβάλλοντας ως λόγο τη λήξη και μη ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης του. Ωστόσο, για του λόγους που ήδη έχουμε εκθέσει η ενδεδειγμένη μορφή σύμβασης για την απασχόληση του Αιτητή δεν αποτελούσε σύμβαση τακτής περιόδου αλλά σύμβαση αορίστου διαρκείας. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. (iii) Η αξίωση του Αιτητή για επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια του Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Το θέμα της επαναπρόσληψη αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Φυλακών, μέσω Γενικού Εισαγγε-λέα ν. Κώστα Ψαρά, Έφεση αρ. 197/2011, ημερ. 13.2.2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. Επαφίεται δε στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις. Βασικός παράγων που λαμβάνεται υπόψη για την άσκησή της, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που αναφέρονται στη σχετική πρόνοια του Νόμου, είναι η ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Ο εν λόγω παράγων πρέπει να διατρέχει συνεχώς και αδιαλείπτως την εργασιακή σχέση, ώστε αυτή να διατηρείται ενεργή και λειτουργική. Επιβεβαίωση προς τούτο προσφέρει, για ευνόητους λόγους, η τυπική προϋπόθεση στην εν λόγω πρόνοια ότι, για να εκδοθεί τέτοια διαταγή, πρέπει να εργοδοτούνται τουλάχιστον δεκαεννέα πρόσωπα, στην υπηρεσία του εργοδότη. Βέβαια, η εμπιστοσύνη, αν αυτή έχει τρωθεί, δεν εξασφαλίζεται ούτε αποκαθίσταται, από το γεγονός και μόνο ότι ικανοποιείται η προαναφερθείσα προϋπόθεση, (βλ. Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος υπηρετούσε σε ένα νευραλγικό τομέα, ο οποίος έχει να κάμει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και τη συνεργασία εντός των φυλακών, καθώς, επίσης, η επιμονή της εφεσείουσας για αποπομπή του, αποτελούν σαφείς ενδείξεις της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και, ειδικά, ότι αυτός θα έφερνε σε πέρας τα καθήκοντά του ως δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές. Στη βάση των παρατηρήσεων αυτών, σαφώς, δικαιολογείτο η μη άσκηση της προαναφερθείσας εξουσίας υπέρ της απόδοσης στον εφεσίβλητο της θεραπείας αποκατάστασής του στην υπηρεσία της εφεσείουσας, στη θέση που αυτός κατείχε πριν από την απόλυσή του. Επομένως, ο λόγος αυτός αντέφεσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.» Στην Αγγλία, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τη σχετική επί του θέματος νομολογία, τα Εργατικά Δικαστήρια, εξετάζοντας κατά πόσον θα διατάξουν την επαναπρόσληψη ενός εργοδοτούμενου ο οποίος απολύθηκε αδικαιολόγητα και παράνομα, οφείλουν να λάβουν υπόψη τους πρώτον κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη (whether it is practicable for the employer) να επανεργοδοτήσει τον εργοδοτούμενο και δεύτερον κατά πόσον ο εργοδοτούμενος με τη συμπεριφορά του προκάλεσε τουλάχιστο εν μέρει την απόλυση του (whether the employee caused or contributed to some extent to his or her dismissal). [Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 16(B), παρ. 684]. Στην υπόθεση Coleman v. Magnet Joinery Ltd [1974] IRLR 343, το Εφετείο απορρίπτοντας τη θέση του εργοδοτούμενου ότι το κατά πόσο είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη να τον επανεργοδοτήσει εξαρτάται μόνο από το εάν η θέση είναι διαθέσιμη, επισήμανε ότι «πρακτικό σημαίνει να είναι όχι μόνο δυνατό αλλά και ικανό να υλοποιηθεί με επιτυχία». Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί και που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου το βασικό στοιχείο ότι η επαναπρόσληψη αποτελεί θεραπεία στο χώρο του αστικού δικαίου, της οποίας σκοπός δεν είναι η τιμωρία του εργοδότη αλλά ούτε η ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Εξετάζοντας την αξίωση αυτή του Αιτητή υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών διαπιστώνουμε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού (Τεκ.7) και τους λόγους που επικαλέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση για την απόλυση του Αιτητή, ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να συμμετείχε στον τερματισμό της απασχόλησης του ή να προκάλεσε με τη συμπεριφορά του τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης. Όπως ήδη έχουμε καταλήξει, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση του Ν.98(Ι)/2013 και του άρθρου 5(δ) του Νόμου, με αποτέλεσμα ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή να κρίνεται αδικαιολόγητος και παράνομος. Από τα στοιχεία ωστόσο που έχουν τεθεί ενώπιον μας, σε καμία περίπτωση δεν έχουμε διαπιστώσει την ύπαρξη τυχόν κακοπιστίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση για να θεωρηθεί ο τερματισμός ως έκδηλα παράνομος, κακόπιστος ή εκδικητικός. Περαιτέρω τίποτε το ουσιαστικό δεν τέθηκε ενώπιον μας που να καθιστά πρακτικά εφικτό για τους Καθ' ων η αίτηση την επανένταξη του Αιτητή στην υπηρεσία τους και δη στη θέση που κατείχε ως Εμπορικός Σύμβουλος της Κύπρου στο Ντουμπάι. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση και τις ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση σε προσωπικό, σε σημείο που θα καθιστούσε φανερά εφικτή και επιτυχή την υλοποίηση της επανεργοδότησης του Αιτητή. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν βρίσκουμε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. (iv) Ετήσιες άδειες και 13ος μισθός Σύμφωνα με τους όρους απασχόληση του επιτόπιου προσωπικού, ο Αιτητής από την αρχή της εργοδότησης του δικαιούταν άδεια ανάπαυσης 24 ημερών σε κάθε έτος με πλήρεις απολαβές, με βάση τους Κανονισμούς που ισχύουν για το μόνιμο προσωπικό της Δημόσιας Υπηρεσίας της Κύπρου. Επίσης κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης του δικαιούταν να εξαντλήσει όλη την άδεια που είχε σε πίστη του ή να του παραχωρηθεί ανάλογη πληρωμή αντί αυτής. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Αιτητή κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης του είχε σε πίστη του συσσωρευμένη άδεια 38 ημερών, η οποία δεν του παραχωρήθηκε. Η κα Ανδρέου, κατά την αντεξέταση της αρκέστηκε να πει ότι τα κονδύλι το χειριζόταν ο ίδιος ο Αιτητής και ότι λογικά πρέπει να πήρε την άδεια του, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Επίσης η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβήτησε με οποιονδήποτε επιχείρημα την αξίωση αυτή του Αιτητή. Για όλα τα πιο πάνω υιοθετούμε τη θέση του Αιτητή και καταλήγουμε ότι κατά τον τερματισμό της απασχόλησης του, δικαιούταν άδεια ανάπαυσης 38 ημερών η οποία δεν του παραχωρήθηκε, με αποτέλεσμα να δικαιούται σε ανάλογη πληρωμή αντί αυτής. Για τον 13ο μισθό, ο Αιτητής με την γραπτή δήλωση του παραδέχτηκε ότι του έχει καταβληθεί και ως εκ τούτου η εν λόγω αξίωση του απορρίπτεται. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για δώδεκα σχεδόν συναπτά έτη και λάμβανε για σκοπούς του Νόμου το ποσό των €1.271,86. Επίσης με τη γραπτή δήλωση του ισχυρίστηκε, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 55 ετών και ότι μέχρι σήμερα παραμένει άνεργος παρά τις προσπάθειες που έχει καταβάλει για να εξεύρει σταθερή εργασία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, όπως τις παραθέτουμε ανωτέρω, τα ημερομίσθια του, την περίοδο απασχόλησης του, την ηλικία του, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας που έχει υποστεί από τη θέση που κατείχε και τη μη εξεύρεση άλλης σταθερής εργασίας από του τερματισμού της απασχόλησης του, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €44.515,10 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 35 (€1271,86Χ 35) βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €44.515.10 με νόμιμο τόκο από 18.3.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης. Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για καταβολή στον Αιτητή ποσού που αναλογεί σε 38 ημέρες συσσωρευμένης άδειας ανάπαυσης ως θα υπολογιστούν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με νόμιμο τόκο από 18.3.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 18.3.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιουπή, Μέλος Λ. Γεωργιάδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η αγγλική υπόθεση Lawson v. Serco; Botham v. Ministry of Defence; Crofts and others v. Veta Ltd and others
(2006)1 All ER 823 αφορούσε τρεις διαφορετικές Εφέσεις, η κάθε μια με τα δικά της γεγονότα και ιδιαιτερότητες οι οποίες συνεκδικάστηκαν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο