← Κύπρος

Κ. Λ. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 353/2015, 30/6/2020

Κ. Λ. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 353/2015, 30/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:13 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Πρόεδρος Φρ. Προκοπά και Ν. Χ'' Χριστοφόρου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 353/2015 Μεταξύ: Κ. Λ. Αιτήτρια -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ου η αίτηση -------- Ημερομηνία: 30η Ιουνίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Κ. Παπασάββας Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Β. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») (α) Συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού, (β) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (γ) Νόμιμο τόκο, (δ) Έξοδα. Με βάση τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας προκύπτουν τα πιο κάτω: Η Αιτήτρια προσελήφθη στην υπηρεσία της εταιρείας Rockland Shoes Ltd την 1.3.

  1. Οι υπηρεσίες της τερματίστηκαν στις 17.3.2014 για λόγους πλεονασμού. Από τις 24.3.2006 και μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης της κατείχε το 44,44% των μετοχών του εταιρείας. Το 50% των μετοχών το κατείχε ο αδελφός της Γ. Ζ. και το υπόλοιπο 5,6% ο πατέρας της Α. Τ. Υπήρξε επίσης διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας μαζί με τον αδελφό της, από τις 23.3.2006 μέχρι 1.9.
  2. Οι τελευταίες μισθολογικές απολαβές της, ανέρχονταν στα €650,00 εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Στις 24.4.2014 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού η οποία εγκρίθηκε για ολόκληρη την περίοδο απασχόλησης της. Συγκεκριμένα για την περίοδο από 1.3.2003 μέχρι 23.3.2006 κρίθηκε ότι προσέφερε υπηρεσίες υπό συνθήκες εξηρτημένης εργασίας ενώ για την υπόλοιπη περίοδο, της καταβλήθηκε πληρωμή σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 2 και της Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67) ως έχει τροποποιηθεί («ο Νόμος»). Το Ταμείο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης του, ισχυρίζεται ότι για την περίοδο από 1.3.2003 μέχρι 23.3.2006, η Αιτήτρια προσέφερε εξηρτημένη εργασία και ως εκ τούτου η πληρωμή την οποία δικαιούται ανέρχεται στο ποσό των €3.
  3. Για δε την υπόλοιπη περίοδο από 24.3.2006 μέχρι 17.3.2014, η Αιτήτρια απασχολείτο στην εταιρεία υπό την ιδιότητα της ως μετόχου και όχι με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, με αποτέλεσμα η πληρωμή που δικαιούται για την περίοδο αυτή να είναι ίση με το 1% του τελευταίου εβδομαδιαίου ημερομισθίου της επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας της, ήτοι ποσό €2.
  4. Ως εκ τούτου αιτείται την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. H Αιτήτρια επιχείρησε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει προσφέροντας μόνο τη δική της ένορκη μαρτυρία. Ισχυρίστηκε ότι το 44,44% των μετοχών της εταιρείας το απέκτησε δυνάμει δωρεάς από το πατέρας της και ότι συνέχισε και μετά τις 24.3.2006 να εργάζεται στην εταιρεία με τους ίδιους όρους εργασίας όπως και προηγουμένως. Συγκεκριμένα για την εκτέλεση των καθηκόντων της λάμβανε, όπως και προηγουμένως, οδηγίες από τον αδελφό της Γ. Ζ., τηρούσε καθορισμένο ωράριο εργασίας και λάμβανε συγκεκριμένο μισθό. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι προσέφερε εξηρτημένη εργασία και δεν μετείχε ενεργά στη διοίκηση της εταιρείας, επικαλέστηκε το γεγονός ότι αμέσως μετά την απόλυση της μετανάστευσε στην Αμερική όπου ζει και εργάζεται, ενώ η εταιρεία συνεχίζει τις εργασίες της στην Κύπρο όπως και προηγουμένως χωρίς τη δική της συμμετοχή. Αντεξεταζόμενη δεν αρνήθηκε ότι από το 2006 κατείχε θέση διευθυντή στην εταιρεία, ισχυριζόμενη ωστόσο ότι τούτο δεν το ήξερε μέχρι τελευταίως, καθώς ουδέποτε άσκησε διευθυντικά καθήκοντα στην εταιρεία. Ότι στην εταιρεία ασκούσε καθήκοντα γραφέα, έλεγχε τα τιμολόγια, τις επιστολές, έπαιρνε τηλέφωνα και με εντολή του διευθυντή Γ. Ζ. ετοίμαζε τα e-mails στους διάφορους suppliers για τις αγορές των εμπορευμάτων. Επίσης ότι κατείχε απλώς το 44,44% των μετοχών χωρίς καμία συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, καθώς δεν θυμάται να έγιναν συνεδριάσεις κι αν έγιναν η ίδια ουδέποτε συμμετείχε. Ότι ο αδελφός της ήταν αυτός που λάμβανε τις αποφάσεις, ερχόταν σε επαφή με πελάτες, συμμετείχε σε διάφορες εκθέσεις στον εξωτερικό και τις έδιδε εντολές για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Ενώ αναγνώρισε ότι υπήρχε υποθηκευμένη προσωπική της περιουσία προς όφελος της εταιρείας, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι την περίοδο που ο πατέρας της μεταβίβασε επ' ονόματι της τις μετοχές και τα ακίνητα τη ρώτησε εάν είχε πρόβλημα που ήταν υποθηκευμένα προς όφελος της εταιρείας και αυτή του απάντησε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα γιατί αν η εταιρεία δεν πήγαινε καλά θα μπορούσαν να πάρουν τα χωράφια να εξοφλήσουν. Ότι τα κτήματα ήταν ήδη υποθηκευμένα από τον πατέρα της και ότι η ίδια ουδέποτε πήγε στο Κτηματολόγιο να υποθήκευση προσωπική της περιουσία. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία της. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με απλότητα και σταθερότητα κατέθεσε στο Δικαστήριο ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο, τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση μεταξύ τους και παρέμειναν αναντίλεκτα. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως ειλικρινή και αξιόπιστη και ανάλογα είναι τα ευρήματα μας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Η παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «προκειμένου περί εργοδοτούμενου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζόμενου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας». Με την πιο πάνω επιφύλαξη που έθεσε ο νομοθέτης στην ερμηνευτική διάταξη του όρου «εργοδοτούμενος» προσέδωσε την ιδιότητα αυτή και σε μετόχους για τους οποίους η εταιρεία καταβάλλει εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μια εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως μισθωτοί της, (α) σ' αυτούς που προσφέρουν υπηρεσίες με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου και, (β) σ' αυτούς που ενεγράφηκαν απλώς ως εργοδοτούμενοι για να επωφελούνται των Κοινωνικών Ωφελημάτων από το αρμόδιο τμήμα. Σε μια τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης καθιέρωσε δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού και σε μετόχους που προσφέρουν ανεξάρτητες υπηρεσίες στην εταιρεία τους, με την επιστροφή υπό τύπο πληρωμής του ποσού που είχαν συνεισφέρει στο ομώνυμο Ταμείο με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου

(2004)1 Α.Α.Δ. 349, η πιο πάνω νομοθετική διάταξη «καθιερώνει διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτουμένων διευθυντών των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία.». Είναι γνωστό από τη θεωρία του δίκαιου, ότι με τα νομικά πλάσματα ο νομοθέτης, για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό, καθιερώνει ορισμένη νομική κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ηθελημένα ο νόμος αλλοιώνει ή παραμορφώνει την πραγματικότητα εις τρόπο ώστε το άλλο αυτό περιστατικό να εκλαμβάνεται ως υφιστάμενο αντί αυτού που πράγματι συντρέχει. Εξ' ου και στις περιπτώσεις αυτές στο νόμο χρησιμοποιούνται συνήθως οι λέξεις «λογίζεται» ή «θεωρείται». Και στην προκείμενη περίπτωση, με βάση την πιο πάνω ερμηνευτική διάταξη του Νόμου, ο κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενος δεν παύει να θεωρείται εργοδοτούμενος και εν τέλει υπό αυτή τη ιδιότητα αποδέχθηκε το Ταμείο την Αιτήτρια για την περίοδο που αυτή ήταν μέτοχος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας. Το ερώτημα επομένως που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει ότι κατά την εν λόγω περίοδο, προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εταιρεία κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επομένως, το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τη βασιμότητα των αξιώσεων της Αιτήτριας οφείλει να προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τη συνέδεε με την εταιρεία, εφόσον το Ταμείο αμφισβητεί την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να προσδιορίσουμε τελολογικά την έννοια του εργοδοτούμενου που τελεί υπό εξάρτηση σε συνάρτηση με την αντίστοιχη έννοια του κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενου όπως συναντάται στον Νόμο. Σύμφωνα Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «Ο τελολογικός προσδιορισμός διευκολύνεται, αν στην έννοια του μισθωτού αντιπαραθέσουμε την αντίθετη έννοια, αυτή του ανεξάρτητου επαγγελματία, στον οποίο δεν εφαρμόζεται το εργατικό δίκαιο. Άλλωστε, γενικότερα, σκόπιμο είναι να εξετάζεται μια έννοια όχι «αυτή καθαυτή» αλλά σε συσχέτιση με την αντίθετη έννοια, από την οποία και διακρίνεται. Τα ίδια γνωρίσματα τα οποία χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως μισθωτού, χαρακτηρίζουν, αν τα δει κανείς αντίστροφα, τον ανεξάρτητο επαγγελματία. Ο ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμορφώνει ελεύθερα, με δική του ευθύνη, τη βιοποριστική του δραστηριότητα, καθορίζει ο ίδιος τους στόχους της και φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Αντίθετα, ο μισθωτός, για χρόνο ορισμένο ή αόριστο, θέτει την εργασιακή του δύναμη στη διάθεση ενός άλλου προσώπου, το οποίο τη χρησιμοποιεί για την επίτευξη των δικών του στόχων και, για το λόγο αυτό, εύλογο είναι να φέρει και τον κίνδυνο. Ο μισθωτός, κατά την διάρκεια της συμβατικής του δέσμευσης, παραιτείται προς όφελος ενός άλλου προσώπου από την επαγγελματική του ανεξαρτησία, από τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την εργασία του και να αναπτύξει μια οικονομική δραστηριότητα με δική του ευθύνη και κίνδυνο, για την πραγμάτωση σκοπών που ο ίδιος έχει καθορίσει και σύμφωνα με τις ανάγκες και την κατάσταση της αγοράς. Το γεγονός αυτό, η παραίτηση του εργαζόμενου, με τη σύναψη της σύμβασης, από την αξιοποίηση επιχειρηματικά της εργασιακής του δύναμης και η εκχώρηση της εξουσίας διάθεσης της στον αντισυμβαλλόμενο, δικαιολογεί την ειδική προστασία που του παρέχει το εργατικό δίκαιο, όπως, επίσης, εξηγεί γιατί με την προστασία αυτή επιβαρύνεται σε μεγάλο βαθμό ο εργοδότης.» Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου (και δη η ύπαρξη εξηρτημένης σχέσης εργασίας) αποτελεί πραγματικό ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται επί του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η καταβολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου. Το γεγονός ότι ο Αιτητής κατέβαλλε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενος και πληρωνόταν μισθό επί τη βάσει κοινής απόφασης με τον συνδιευθύνοντα του, δεν ήταν αρκετό για τη θεμελίωση σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, επειδή κανείς δεν μπορούσε να ασκήσει επάνω του έλεγχο, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Το άλλο δικαστικό προηγούμενο είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, που μνημονεύει και υιοθετεί την υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433. Σχετική είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Το Ανώτατο Δικαστήριο στις δυο πιο πάνω αποφάσεις του, Prousi και Tsapaco, υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου και πάλι τονίζεται το στοιχείο του ελέγχου από τον εργοδότη της εργασίας του εργοδοτούμενου: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Χρήσιμη είναι επίσης η αναφορά στο σύγγραμμα του Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)p.77, para. 4.9: "The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties as a person in business in his own account (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision, such as the degree to which the person is free from detailed control by another as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η προσέγγιση που υιοθετείται πλέον από τα Δικαστήρια, θέτει το ερώτημα εάν ο εργαζόμενος στην πραγματικότητα εκτελεί την εργασία του ως πρόσωπον σε επιχείρηση για λογαριασμό δικό του, μάλλον παρά για λογαριασμό (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) κάποιου ανώτερου του. Διάφοροι παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αυτή την απόφαση όπως π.χ. ο βαθμός του λεπτομερούς ελέγχου που ασκείται από άλλον όσον αφορά τις ώρες εργασίας του, ή τις μεθόδους εργασίας του, εάν έχει επενδύσει οποιονδήποτε κεφάλαιο στην επιχείρηση που εργάζεται, ή φέρει κάποιο από τους οικονομικούς κινδύνους κέρδους και ζημιάς της επιχείρησης.» Στην Αγγλική υπόθεση Neufeld v. Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform [2009] 2 All ER 790, το Δικαστήριο καλείτο να αποφασίσει εάν και κατά πόσο μεταξύ της εταιρείας και του διευθυντή / μετόχου της, που είχε τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου, μπορούσε να συναχθεί σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Προβαίνοντας το Δικαστήριο σε εντελεχή αναφορά επί προηγούμενων αποφάσεων, σημείωσε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «[80] Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο κάποιος που είναι μέτοχος και διευθυντής μιας εταιρείας να μην μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας βάσει σχετικής σύμβασης εργασίας. Δεν υπάρχει επίσης λόγος για τον οποίο κάποιος, του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο δίνει έλεγχο επί της εταιρείας - ακόμα και απόλυτο έλεγχο -, να μην μπορεί να είναι και υπάλληλος. Εν ολίγοις, ένα πρόσωπο του οποίου το οικονομικό συμφέρον στην εταιρεία και στις επιχειρήσεις που αυτή ασκεί, είναι τέτοιο ούτως ώστε πρακτικά να θεωρείται ως 'ιδιοκτήτης' της εταιρείας, μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας. [81] Εάν ένας τέτοιος μέτοχος/διευθυντής είναι ή όχι υπάλληλος της εταιρείας είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ίσως στη θεωρία να προκύπτουν δύο ζητήματα [.] Το πρώτο, το οποίο λογικά μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταρκτικό, είναι κατά πόσο η σύμβαση είναι γνήσια ή ψεύτικη. Το δεύτερο είναι κατά πόσο η σύμβαση, υποθέτοντας ότι είναι γνήσια, αποτελεί σύμβαση εργασίας (μπορεί, για παράδειγμα, να συνιστά σύμβαση παροχής υπηρεσιών). [.] [85] Κατά την εξέταση εάν μια έγκυρη σύμβαση εργασίας βρίσκεται σε ισχύ, το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει έμφαση στις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας σύμβασης και να διαπιστώσει εάν η εν λόγω σύμβαση πληροί αυτές τις προϋποθέσεις [.] [86] Αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο επί θεμάτων τα οποία τυπικά έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα εάν μια σύμβαση αποτελεί σύμβαση εργοδότησης ή όχι. Αυτό που δεν έχουμε μελετήσει για σκοπούς του υπό αναφορά ζητήματος είναι το γεγονός ότι το υποτιθέμενο μετοχικό κεφάλαιο που ο εργοδοτούμενος κατείχε στην εταιρεία του έδιδε επ' αυτής, ακόμη και απόλυτο έλεγχο. Το γεγονός ελέγχου της εταιρείας προφανώς θα αποτελεί μέρος του σκηνικού έναντι του οποίου θα γίνει η εξέταση για το τι έγινε σύμφωνα με την υποτιθέμενη γραπτή ή προφορική σύμβαση εργασίας η οποία διεκδικείται. Ωστόσο, αυτό συνήθως δεν θα έχει οποιαδήποτε σχετικότητα κατά την απόφανση εάν υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργοδότησης. Ούτε και το γεγονός ότι επένδυσε κεφάλαιο στην εταιρεία ή έχει λάβει δάνειο από αυτή ή έχει προσωπικά εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της ή η ευημερία της προσωπικής του επένδυσης στην εταιρεία βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με την ευημερία της εταιρείας ή έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη στην οποία λογικά ο 'ιδιοκτήτης' μιας επιχείρησης συνήθως προβαίνει εκ μέρους της. Αυτά συνήθως είναι άσχετα με τη δημιουργία μιας έγκυρης σύμβασης εργοδότησης και, ως εκ τούτου, μπορούν και πρέπει να αγνοούνται. Τα πιο πάνω δεικνύουν ένα 'ιδιοκτήτη' να ενεργεί ως 'ιδιοκτήτης' γεγονός αναπόφευκτο σε μια τέτοια εταιρεία. Εν τούτοις, δεν υποδεικνύουν ότι ένας 'ιδιοκτήτης' μιας εταιρείας δεν μπορεί επίσης να είναι και εργοδοτούμενος της.» Περαιτέρω το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 p. 36 και υιοθέτησε την καθοδήγηση που δόθηκε από το EAT στην υπόθεση Clark v Clark Construction Initiatives Ltd [2008] IRLR 364, αναφορικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του υπό αναφορά ζητήματος, παρέθεσε τα ακόλουθα: «Η ακόλουθη οδηγία δόθηκε ούτως ώστε να ακολουθείται από τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις:
(1)Το βάρος απόδειξης είναι στο μέρος το οποίο αρνείται την ύπαρξη σύμβασης. Όπου κάποιο άτομο πλήρωσε φόρο εισοδήματος και κοινωνικές ασφαλίσεις, τότε, εκ πρώτης όψεως, έχει τα δικαιώματα που παρέχονται στους εργοδοτούμενους.
(2)Το απλό γεγονός ελέγχου του μετοχικού κεφαλαίου (ή ο εκ των πραγμάτων έλεγχος) από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(3)Ομοίως, το επιχειρηματικό καθεστώς από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(4)Εάν η συμπεριφορά των μερών είναι σύμφωνη με τη σύμβαση (π.χ. σε σχέση με το ωράριο και τις άδειες), αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξη εργοδότησης.
(5)Αντιθέτως, εάν η συμπεριφορά των μερών είναι ασυμβίβαστη με (ή δεν διέπεται από) τη σύμβαση, αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την μη ύπαρξη εργοδότησης.
(6)Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης αυθεντικής σύμβασης υπονομεύεται εάν δεν υπάρχει κάτι το γραπτό.
(7)Η εξασφάλιση δανείων από την εταιρεία (ή, αντίθετα, η προσωπική εγγύηση των χρεών της εταιρείας) δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστη με την εργοδότηση.
(8)Μολονότι ο έλεγχος του μετοχικού κεφαλαίου είναι πάντα σχετικός και ίσως και καθοριστικός, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν δικαιολογεί εύρημα περί μη ύπαρξης εργοδότησης. [.] «η παράγραφο
(6)πιο πάνω ίσως εκφραστικά να είναι πολύ αρνητική. Μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα, εν τούτοις εάν η συμπεριφορά των μερών καταδεικνύει την ύπαρξη αυθεντικής σύμβασης εργοδότησης, 'δεν επιθυμούμε τα Δικαστήρια να εκλαμβάνουν με τόση μεγάλη ευκολία την απουσία γραπτής συμφωνίας ούτως ώστε να δικαιολογούν απόρριψη της αξίωσης του αιτητή'» Προφανώς, από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, το Ταμείο αποδέχθηκε ότι η Αιτήτρια για τα τρία πρώτα χρόνια της απασχόλησης της εργαζόταν στην υπηρεσία της εταιρείας κάτω από περιστάσεις από τις οποίες εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι επίσης φανερό ότι η Αιτήτρια συνέχισε και μετά την απόκτηση της ιδιότητας του μετόχου και διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας, να προσφέρει τις υπηρεσίες της υπό τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας όπως και προηγουμένως. Ειδικότερα συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα της υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του αδελφού της, να υπακούει και να συμμορφώνεται στις οδηγίες του σε σχέση με την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας που ήταν οι αγορές και παραγγελίες των εμπορευμάτων. Συνέχισε επίσης να λαμβάνει σταθερό μηνιαίο μισθό και να τηρεί καθορισμένο ωράριο εργασίας, μη μπορώντας να προσδιορίσει η ίδια ελεύθερα τον χρόνο εργασίας της. Προκύπτει επίσης, από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι η Αιτήτρια ως μέτοχος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, δεν είχε καμία συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων τις οποίες λάμβανε αποκλειστικά ο αδελφός της, ως ο πλειοψηφών μέτοχος και ο ουσιαστικός διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η Αιτήτρια, αν και μέτοχος αξιωματούχος της εταιρείας, αμέσως μετά την απόλυση της εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αμερική όπου ζει και εργάζεται, χωρίς η απουσία της να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τις αποφάσεις ή την επιχειρηματική δράση της εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση όμως η Αιτήτρια με το ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που κατείχε δεν είχε τον αποφασιστικό ή καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων και ούτε η ψήφος της ήταν αναγκαία ή καθοριστική στη διαμόρφωση των αποφάσεων της εταιρείας, χωρίς τη συμμετοχή του αδελφού της. Η συμμετοχή της δε στη διοίκηση της εταιρείας από τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου διεφάνη ότι ήταν απλώς τυπική καθώς η ίδια ποτέ δεν άσκησε διευθυντικά καθήκοντα στην εταιρεία για τα οποία αποκλειστικό λόγο είχε ο αδελφός της. Η υποθήκευση επίσης των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν επ' ονόματι της Αιτήτριας ως κληρονομιά από τον πατέρας της, φαίνεται να έγινε από τον τελευταίο σε προγενέστερο στάδιο της μεταβίβασης και ότι η ίδια η Αιτήτρια ουδέποτε προέβη προσωπικά σε οποιαδήποτε πράξη που απέβλεπε σε επένδυση οποιουδήποτε κεφαλαίου στην επιχείρηση της εταιρείας όπου εργαζόταν ή στην ανάληψη των οικονομικών κινδύνων κέρδους ή ζημίας της εν λόγω επιχείρησης. Το γεγονός επίσης, ότι αποδέχθηκε να εγγράφουν επ' ονόματι της τα εν λόγω κτήματα που ήταν ήδη υποθηκευμένα δεν σημαίνει ότι η σύμβαση εργοδότησης που διατηρούσε για σειρά ετών με την εταιρεία είχε χάσει τον χαρακτήρα και την εγκυρότητα της. Αντίθετα τα στοιχεία στα οποία έχουμε καταλήξει είναι δηλωτικά μια τέτοιας σύμβασης. Οι συνθήκες δε κάτω από τις οποίες εργοδοτείτο η Αιτήτριας δεν φαίνεται να αποκλίνουν καθόλου από τους όρους εργοδότησης της όπως αυτοί διαμορφώθηκαν από την αρχή της απασχόλησης της. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως του Νόμου των πιο πάνω αρχών, βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια συνέχισε και μετά την απόκτηση της ιδιότητας του μετόχου και διευθύνοντα συμβούλου, να απασχολείται στην υπηρεσία της εταιρείας υπό συνθήκες που υποδηλώνουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Για τους λόγους δε που έχουμε ήδη ανάπτυξη, τα χαρακτηριστικά της σχέσης αυτής δεν τα αναιρεί το γεγονός ότι η Αιτήτρια κατείχε μέρος του μετοχικού κεφαλαίου ή δηλώνετο ως ένας εκ των διευθυνόντων συμβούλων της εταιρείας καθώς δεν είχε καμία συμμετοχή ή οποιοδήποτε ουσιαστικό ή καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Σε τελικό στάδιο δεν διεφάνη έστω και αμυδρά ότι οι ιδιότητες αυτές που κατείχε η Αιτήτρια υποσκέλισαν ή υπερκάλυψαν με οποιοδήποτε τρόπο την εργασιακή σχέση που διατηρούσε με την εταιρεία. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο άνω στοιχεία καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο αναγκαίος για τον χαρακτηρισμό της Αιτήτριας ως εργοδοτούμενη βαθμός προσωπικής εξάρτησης πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση με επακόλουθο να δικαιούται πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο σύμφωνα με την Παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, που αντιστοιχεί με τις απολαβές 26 βδομάδων ήτοι ποσό (26Χ€650,00) €16.900. Αφαιρουμένου του ποσού των €3.900- που της καταβλήθηκε ως πληρωμή για τα τρία πρώτα χρόνια της απασχόλησης της, ως και την πληρωμή των €2.704 που έλαβε σύμφωνα με την Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα, το επιπλέον ποσό που η Αιτήτρια δικαιούται ανέρχεται στα €10.296. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €10.296 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €1.200 ως έξοδα πλέον νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Φρ. Προκοπάς, Μέλος Ν. Χ'' Χριστοφόρου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.