← Κύπρος

Κ. Ι. Χ. ν. CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 227/2015, 23/12/2020

Κ. Ι. Χ. ν. CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 227/2015, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:22 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Ν. Σατσιά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 227/2015 Μεταξύ: Κ. Ι. Χ. Αιτήτρια -και- CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 23η Δεκεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Καθ' ων η αίτηση - Αιτητές στην αίτηση: κ. Α. Χατζησέργης Για Αιτήτρια - Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση: κ. Μ. Βιολάρης Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 10.11.2020 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από μονομερή ενδιάμεση αίτηση ημερ. 29.9.2020 που καταχώρησαν οι Αιτητές (στο εξής «οι Εργοδότες»), στις 14.10.2020 εξεδόθη προσωρινό διάταγμα ως το αιτητικό (α) της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας απαίτησης πληρωμής. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέον στις 21.10.

  1. Με την επίδοση του διατάγματος και της μονομερούς αίτησης στην Καθ' ης η αίτηση δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι τις 30.10.2020 με το προσωρινό διάταγμα να παραμένει σε ισχύ μέχρι νεοτέρας διαταγής, η δε αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 9.11.
  2. Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, οι Εργοδότες εξαιτούνται: (Α) Την έκδοση Διατάγματος, που να τους δίδει άδεια και/ή να τους επιτρέπει την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, στην Ένορκη Δήλωση της Κ. Ι. Χ., που συνοδεύει την Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως, ημερομηνίας 30.10.2020, η οποία να υποστηρίζει την αίτηση τους, ημερομηνίας 29.9.2020, συμπληρωματικά της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Κ. Χ., ημερομηνίας 29.9.2020 που συνοδεύει την αίτηση αυτή και να απαντά και να αντικρούει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση της κ. Κ. . Χ., η οποία συνοδεύει την Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της Καθ' ης η αίτηση στην Αίτηση τους, ημερομηνίας 29.9.2020, η οποία καταχωρήθηκε στις 30.10.
  3. (Β) Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα ή περαιτέρω θεραπεία, το οποίο ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τας περιστάσεις. (Γ) Έξοδα της παρούσας Αίτησης. Η Αίτηση, βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.1, Δ.48 Θ.1, 2, 3, και 4.

(1),
(2), 9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών που έχει κυρωθεί με τον Νόμο 39/62, καθώς επίσης στην Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Κ. Χ., ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο των Εργοδοτών και γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι η θέση του ότι στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης και δη στις παραγράφους με αρ.4, 5.2, 5.3, 8.2, περιέχονται ισχυρισμοί αναληθείς, ανακριβείς, παραπλανητικοί που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και που πρέπει να απαντηθούν και/ή να διευκρινιστούν για να μπορέσει το Σεβαστό Δικαστήριο να αποκομίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Ότι πρόθεση του είναι να απαντήσει σε γεγονότα, θέσεις και ισχυρισμούς, που προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση, με την οποία η ενόρκως δηλούσα προσπαθεί να στρεβλώσει και να αλλοιώσει γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ιδίου ημερ. 29.9.2020, παρουσιάζοντας μια εντελώς λανθασμένη και μακριά από την πραγματικότητα εικόνα στο Δικαστήριο, με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση του. Αφού επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του, που συνοδεύει την εν λόγω ενδιάμεση αίτηση, αντίγραφο της προτιθέμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, ισχυρίζεται ότι η παραχώρηση αδείας κρίνεται αναγκαία καθώς με αυτό τον τρόπο, θα τεθούν ξεκάθαρα ενώπιο του Δικαστηρίου, όλα τα γεγονότα και στοιχεία που θα πρέπει να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της Αιτήτριας η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.28 θ. 1, Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 4
(1), 4
(2), 7, 8, 9, 11 και 12, Δ.51 θ. 3 και Δ.64 στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου [Κεφ. 9], στα άρθρα 21, 22, 29
(1)30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου [Ν. 14/60], στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου [Κεφ. 6] στους Κανονισμούς 12
(1)και 17 των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999 στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1956, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης όπως παρουσιάζονται στη σχετική ειδοποίηση είναι οι ακόλουθοι: ί. Η εικόνα που προωθήθηκε και/ή παρουσιάστηκε μέσω της μαρτυρίας προς υποστήριξη της Μονομερούς Αίτησης ημερ. 29 Σεπτεμβρίου 2020 και/ή η εικόνα που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη και/ή προς έκδοση του Μονομερούς Διατάγματος ημερ. 14 Οκτωβρίου 2020 δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί και/ή να αλλοιωθεί μεταγενέστερα και/ή άλλως πως δια μέσω Συμπληρωματικής και/ή Απαντητικής και/ή Επιπρόσθετης μαρτυρίας ως το (Α) της υπό εξέταση Αίτησης. Οι Εργοδότες επιχειρούν καταχρηστικά μέσω της Δια Κλήσεως Αίτησης ημερ. 10 Νοεμβρίου 2020 και των εκεί αξιούμενων θεραπειών να επωφεληθούν της διαδικασίας με σκοπό να αλλοιώσουν την παραπλανητική εικόνα που παρουσίασαν με την μονομερή τους Αίτηση ημερ. 29 Σεπτεμβρίου 2020 και/ή επιχειρούν να διορθώσουν και/ή να καλύψουν τις ψευδείς αναφορές τους και/ή τις ελλείψεις και/ή τα κενά και/ή τα λάθη και/ή τις παραλείψεις στις οποίες υπέπεσαν κατά την καταχώρηση και προώθηση της Μονομερούς Αίτησης ημερ. 29 Σεπτεμβρίου 2020. ii. Οι Εργοδότες αξιώνουν με την Δια Κλήσεως Αίτηση ημερ. 10 Νοεμβρίου 2020 και/ή επιδιώκουν άδεια να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και/η Επιπρόσθετη μαρτυρία που να «απαντά και να αντικρούει τους ισχυρισμούς» της Καθ' ης η Αίτηση, πράγμα νομολογικά ανεπίτρεπτο στο στάδιο εξέτασης οριστικοποίησης ή μη του Μονομερώς Εκδοθέντος Διατάγματος ημερ. 14 Οκτωβρίου 2020. Το Δικαστήριο κατά την εκκρεμοδικία Μονομερούς Αίτησης και/ή Δια Κλήσεως Αίτησης για Ενδιάμεσο Παρεμπίπτον Διάταγμα, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης όπως ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Η παροχή θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν την Αίτηση και ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντοτε με την επί του θέματος Νομολογία, μαρτυρία και/ή απαντητικοί ισχυρισμοί μέσω Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης είναι iii. Διαζευκτικά και/ή χωρίς επηρεασμό του (
  1. i)και/ή (
  2. ii)ανωτέρω είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του κ. Κ. Χ. που συνοδεύει την Δια Κλήσεως Αίτηση ημερ. 10 Νοεμβρίου 2020 δεν προκύπτει κανένας καλός και/ή επαρκής λόγος που να δικαιολογεί καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή επιπρόσθετης μαρτυρίας. iν. Η Δια Κλήσεως Αίτηση ημερ. 10 Νοεμβρίου 2020 αποτελεί κατάχρηση των Διαδικασιών αφού μέσω αυτής οι Αιτητές μεθοδεύουν την καθυστέρηση εκδίκασης της Μονομερούς Αίτησης ημερ. 29 Σεπτεμβρίου 2020, αύξησης των εξόδων, και διασπάθισης πολύτιμου Δικαστικού χρόνου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση και σ' αυτή η ίδια επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, προβάλλοντας ισχυρισμούς και επικαλούμενη έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ειδοποίηση ένσταση στη μονομερή αίτηση ημερ. 29.9.2020 για να καταδείξει ότι οι ισχυρισμοί των Εργοδοτών στην προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση είναι ψευδείς και παραπλανητικοί. Δηλώνει ότι με την προτεινόμενη αυτή δήλωση [Τεκμήριο Α] - αυτό που ουσιαστικά πράττουν οι Εργοδότες είναι να παραδεχτούν ότι εξαπατώντας το Δικαστήριο κατά την μονομερή αίτηση τους ημερ. 29.9.2020, απέκρυψαν την αληθή περιουσιακή της κατάσταση την οποία σήμερα σχολιάζουν. Ότι οι Εργοδότες δεν απορρίπτουν την κατοχή από την ίδια περιουσιακών στοιχείων αλλά απλώς σχολιάζουν. Συγκεκριμένα ότι ο κ. Χ. διεκδικεί ανταπαιτητικά εναντίον της το 5% του μετοχικού κεφαλαίου που η ίδια κατέχει στους Εργοδότες, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις δικές της αξιώσεις που μεταξύ άλλων αφορούν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου των Εργοδοτών. Επίσης για την αγωγή 779/2016, ουδεμία αναφορά γίνεται στην αξίωση της για ποσό €700.000. Ότι στην εκεί διαδικασία προωθήθηκε από τους Εργοδότες ως υπεράσπιση ότι η οφειλή τους προς αυτήν ανέρχεται στα €153.909,32 καθώς το υπόλοιπο μέρος της αξίωσης της έχει συμψηφιστεί με δικές της οφειλές προς αυτούς. Κάτι το αντίθετο με τη μαρτυρία που επιδιώκεται να εισαχθεί. Για την επ' ονόματι της εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία και την εκτιμημένη αξία της παρέπεμψε σε σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσία που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ημερ. 30.10.2020 ως Τεκ.Γ. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι οι Εργοδότες έχουν ήδη παραθέσει τις θέσεις τους με την αρχική ένορκη δήλωση του κ. Χρυσοχού και ότι η ίδια στην ένορκη δήλωση της ημερ. 30.10.2020 δεν παρουσίασε κανένα νέο ισχυρισμό ή στοιχείο που δεν ήταν εις γνώσιν ή δεν μπορούσαν να προβλέψουν οι Εργοδότες. Ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα της υπό κρίση διαφοράς και των γεγονότων που την περιβάλουν και ως εκ τούτου πιστεύει ότι η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το υπό εξέταση θέμα, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί με τον Κ.17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Συνεπώς ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής ρύθμισης στους Κανονισμούς το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να στηριχθεί κατ' αναλογία στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολίτικης Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, στην οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι: «το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.». Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εναγόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό, για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο Αιτητής έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης, θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην Δ.48 θ.4
(2)δεν γίνεται καμία αναφορά σε καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, αλλά σε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η αμφισβήτηση γεγονότων δεν τεκμηριώνει από μόνη της «καλό λόγο» για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να εισάγεται πρόσθετη μαρτυρία η οποία σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4rd edition vol. 24, p. 519, par. 972 υπό τον τίτλο "No fresh evidence after motion opened"). Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούπα ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Π.Ε. 312/10, ημερ. 17.7.14, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Σε ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης καλού λόγου και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Διαφωτιστικό είναι επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Π.Ε. 29/14, ημερ. 3.11.16: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Από την απόφαση στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα (ανωτέρω) προκύπτει ότι μπορεί να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όταν μετά την καταχώριση της ένστασης προκύπτει ανάγκη για προβολή ισχυρισμών και διευκρινίσεων με σκοπό το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αλλά όχι όταν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος ή για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή η προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική είναι επίσης η απόφαση του έντιμου κ. Σ. Ναθαναήλ, πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Αγωγή αρ.8809/05 Επ. Δικαστ. Λευκωσίας Matthew Shaw κ.ά. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερ. 28.2.07, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ.». Όσον αφορά την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν την αίτηση. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48 αναφορικά με το ζήτημα αυτό, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι επιτρεπτή είτε η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, με τη μορφή επιπρόσθετων ενόρκων δηλώσεων .» Προφανώς από τη δικονομική πρόνοια της Δ.48 θ.4
(2)και τις νομικές αρχές που διέπουν τις απορρέουσες απ' αυτή θεραπείες, η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποσκοπεί στην προβολή θέσεων και ισχυρισμών που να αντικρούουν ή να απαντούν σε αντίστοιχες θέσεις και ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, όπου αυτό φυσικά κρίνεται αναγκαίο, ούτως ώστε να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των γεγονότων και των θέσεων των δύο πλευρών για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος για αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρούμε ότι τα όσα οι Εργοδότες επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του κ. Χ., ουσιαστικά αφορούν απαντητική ένορκη δήλωση στους ισχυρισμούς τους οποίους η Καθ' ης αίτηση προβάλλει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης ημερ. 30.10.
  1. Πρόκειται για σχολιασμούς επί γεγονότων τα οποία ήταν γνωστά στους Εργοδότες όταν καταχωρούσαν την αίτηση τους και τη συνοδευτική ένορκη δήλωση του κ. Χ., θέση που επιμαρτυρείται και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση. Επιδίωξη των Καθ' ων η αίτηση δεν φαίνεται να είναι η απάντηση επί γεγονότων ή θεμάτων που προέκυψαν σε στάδιο κατοπινό της καταχωρήσεως της μονομερούς αίτησης και του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Μέσω αυτής της επιδίωξης δεν απαντώνται απλώς ισχυρισμοί της άλλης πλευράς, αλλά εισάγεται και πρόσθετη μαρτυρία η οποία, ως ήδη έχουμε τονίσει, σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων δεν κρίνεται επιθυμητή και ούτε αναγκαία για σκοπούς επίλυσης των επιδίκων ζητημάτων. Για όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι τα όσα ο κ. Χρυσοχός επιδιώκει να εισαγάγει με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του αποτελούν γεγονότα που ήταν στο πεδίο γνώσης του όταν οι Εργοδότες καταχωρούσαν τη μονομερή αίτηση ημερ. 29.9.
  2. Πρόκειται για νομικούς και απαντητικούς ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης αίτηση, κάτι το οποίο σύμφωνα με τη νομολογία, ως παρατίθεται ανωτέρω, δεν επιτρέπεται. Οι Εργοδότες έχουν ήδη θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις τους και αυτά που επικαλέστηκαν με την ένορκη δήλωση του κ. Χ. δεν μπορούν να μεταβληθούν στο παρόν στάδιο μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα λοιπόν με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Εργοδότες δεν έχουν καταδείξει οποιονδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτηση τους. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτηση επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση (Αιτήτριας στην εναρκτήρια Αίτηση) και εναντίον των Εργοδοτών (Καθ' ων η αίτηση στην εναρκτήρια Αίτηση), ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)........................................................ Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.