Ν. Σ. ν. ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 481/2017, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:11 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Ν. Σατσιά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 481/2017 Μεταξύ: Ν. Σ. Αιτητής -και- ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Απριλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Αγγελίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη συγκατάθεση και του Αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει κατά πόσο έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης. Τα θέμα εγείρεται στους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφανίσεως με τη μορφή προδικαστικών ενστάσεων και προωθήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση προς επίλυση ως προδικαστικό σημείο βάσει της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις έχουν ως ακολούθως: Α. Η παρούσα αγωγή είναι επιπόλαια (frivolous), ενοχλητική, καταπιεστική (vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Πιο ειδικά, η παρούσα διαδικασία είναι αβάσιμη και/ή ενοχλητική γιατί δεν σχετίζεται και/ή αφορά και/ή εγείρει θέματα και/ή ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου αλλά αντίθετα αφορούν την μη εμπρόθεσμη αμφισβήτηση διοικητικής απόφασης την οποία έλαβαν οι Καθ' ων η αίτηση ασκώντας την διακριτική τους ευχέρεια και την οποία απόφαση ο Αιτητής ουδέποτε αμφισβήτησε και/ή δεν άσκησε το δικαίωμα του δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος έγκαιρα ή ποτέ ώστε εμπρόθεσμα να κριθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο κατά την αποκλειστική αρμοδιότητα του. Β. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς δεν μπορεί να εξεταστεί από το παρόν δικαστήριο ακόμα και εάν είχε δικαιοδοσία, καθότι η παρούσα αίτηση είναι εκπρόθεσμη και/ή έχει υποβληθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή υπεβλήθηκε κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 12 (10Α) του Νόμου 8/1967 ως έχει τροποποιηθεί από καιρό εις καιρό. Γ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, ο Αιτητής ουδέποτε αμφισβήτησε με Έφεση την ενδιάμεση και άρα τελική σχετικά με το ζήτημα δικαιοδοσίας, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην Αγωγή 6289/2015 ημερομηνίας 9.11.2017 η οποία είναι δεσμευτική και δημιουργεί δεδικασμένο σχετικά με το περιεχόμενο της τόσο επί της ουσίας όσο και σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Δ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η παρούσα Αίτηση είναι αβάσιμη και/ή ενοχλητική και/ή εν πάση περιπτώσει κωλύεται από του να την εγείρει ο Αιτητής, καθότι ο ίδιος ήδη έχει αποδεχθεί ελεύθερα με δική του επιλογή, άνευ της όποιας επιφύλαξης, τη μεταγενέστερη κρίση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του οφείλεται σε πλεονασμό για τον οποίο έχει ήδη λάβει ανεπιφύλακτα και/ή με τη δική του σύμφωνη γνώμη τη σχετική αποζημίωση (ως παραδέχεται άλλωστε τούτο ανεπιφύλακτα στην Έκθεση Απαιτήσεως του ως την καταχώρησε στην Αγωγή υπ' αριθμό 6289/2015). Ε. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται εφαρμογή νομοθεσίας η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο τουλάχιστον σε σχέση με τον ίδιο δεν μπορούσε να τύχει της όποιας εφαρμογής καθότι ουδέποτε μέχρι τότε το ανέφερε στον Δήμο και/ή γιατί εξ υπαιτιότητας δικής του δεν είχε κριθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι είχε το όποιο πρόβλημα υγείας το οποίο να τον καθιστούσε υπό την έννοια του νόμου, άτομο με Αναπηρίες. Τούτη η επίκληση είναι καταχρηστική και εκ των υστέρων σκέψη και άρα κατά νόμο και χρόνο απαράδεκτη και αβάσιμη. ΣΤ. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά, ακόμα και εάν είχε κριθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι υπήρχε πράγματι διαπιστωμένο θέμα ότι ο Αιτητής ενέπιπτε στην κατηγορία ατόμων με αναπηρία και ή το Ιατροσυμβούλιο έκρινε κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι είχε σοβαρά προβλήματα υγείας που να δικαιολογούσαν οποιεσδήποτε ενέργειες από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, αυτές δεν θα σχετίζονταν με το θέμα του μη δεσμευτικού σχεδίου αφυπηρέτησης, αλλά ως ζήτημα πρόωρης αφυπηρέτησης λόγω ιατρικής γνωμάτευσης ιατροσυμβουλίου. Κάτι τέτοιο ουδέποτε προέκυψε ως θέμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξ ου και τελικά κρίθηκε ως πλεονάζον προσωπικό σε μεταγενέστερο χρόνο. Όπως είναι νομολογημένο, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση εκτίθενται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ως ακολούθως: Ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση, με καθήκοντα ειδικευμένου εργάτη κήπων. Τον Ιανουάριο 2013 οι Καθ' ων η αίτηση προσέφεραν σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης σε εργοδοτούμενους τους, στο οποίο ενέταξε και τον Αιτητή. Το σχέδιο προνοούσε ότι οι εντασσόμενοι εργοδοτούμενοι θα δικαιούνταν κατά την αφυπηρέτηση τους ποσό €55.468,68, πρόσθετα του ποσού που θα λάμβαναν από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και το Ταμείο Προνοίας. Ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο εφαρμογής του σχεδίου ο ίδιος ήταν οπτικά ανάπηρος, γεγονός που ήταν εν γνώση των Καθ' ων η αίτηση και ότι προχώρησε σε υποβολή αίτησης για ένταξη του στο σχέδιο, η οποία απορρίφθηκε λόγω της αναπηρίας του. Επίσης ότι η απασχόληση του τερματίστηκε τελικά τον Νοέμβριο 2013 και ότι έλαβε πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Αξιώνει το ποσό των €55.468,68 ως χαριστική πληρωμή, δυνάμει του σχεδίου πρόωρης αφυπηρέτησης, ισχυριζόμενος ότι η άρνηση των Καθ' ων η αίτηση να του καταβάλουν το εν λόγω ποσό αποτελεί δυσμενή διάκριση λόγω της αναπηρίας του, κατά παράβαση του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου του 2000 (Ν.127(Ι)/2000). Ισχυρίζεται επίσης ότι μετά από σχετικό παράπονο που υπέβαλε στην Επίτροπό Διοίκησης και κατόπιν διερεύνησης του παραπόνου του στα πλαίσια του περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμου 2004 (Ν.42(Ι)/2004) η Επίτροπος τον ενημέρωσε ότι συνέστησε στους Καθ' ων η αίτηση όπως του καταβάλουν χαριστική αποζημίωση. Οι Καθ' ων η αίτηση, διαζευκτικά και άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων, παραδέχονται την ύπαρξη του σχεδίου πρόωρης αφυπηρέτησης και την υποβολή αίτησης από τον Αιτητή για ένταξη του στο σχέδιο, η οποία απερρίφθη. Παραδέχονται επίσης ότι τον Νοέμβριο 2013 ο Αιτητής απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό και ότι στις 20.1.2015 του κατεβλήθη πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο. Ενώ αμφισβητούν την αναπηρία που ισχυρίζεται ο Αιτητής και αναφέρουν ότι γνώριζαν πως ο Αιτητής αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας για το οποίο με δικό τους αίτημα τον Ιούλιο 2013 υποβλήθηκε σε εξέταση από ιδιωτικό οφθαλμολογικό κέντρο, ωστόσο ισχυρίζονται ότι η αίτηση του Αιτητή για ένταξη στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης απορρίφθηκε με βάση τη διακριτική τους ευχέρεια και ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η απόφαση τους. Επίσης ότι υπήρξε σύσταση από τον Επίτροπο την οποία ωστόσο προσέβαλαν με προσφυγή και η οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι δεσμευτική. Προς υποστήριξη των προδικαστικών ενστάσεων, ο κ. Αγγελίδης με τη γραπτή αγόρευση του, επέμεινε στη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η απόφαση τους να μην εντάξουν τον Αιτητή στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη την οποία ο Αιτητής δεν προσέβαλε με προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου τότε Δικαστηρίου που ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο και ακολούθως το νεοϊδρυθέν Διοικητικό Δικαστήριο. Εισηγείται ότι η επιλογή να μην καταχωρήσει προσφυγή επέφερε συνέπειες που επηρεάζουν δυσμενώς τα δικαιώματα και ή τις πιθανές διεκδικήσεις του, με συνέπεια να κωλύεται σήμερα να επιχειρεί δια της πλάγιας οδού να επικαλείται ένα ζήτημα περί αναπηρίας ενώπιον μη αρμόδιου Δικαστηρίου. Άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, εισηγείται ότι και σε περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη καθώς έχει καταχωρηθεί κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου (10Α) του Ν.8/
- Πρόσθετα ότι ο Αιτητής από τις 5.11.2013 που επήλθε ο καθόλα νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης του ως πλεονάζον προσωπικό έχασε και ή επέτρεψε χωρίς κανένα διάβημα την εκπνοή της προθεσμίας αμφισβήτησης των όσων εγείρει με την Αίτηση του. Ο κ. Νικολάου, στη διαμετρικά αντίθετη γραπτή αγόρευση του, απορρίπτει τη θέση των Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζοντας ότι η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου και ότι σωστά ο Αιτητής δεν άσκησε προσφυγή με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Για το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλείται την αγωγή αρ. 6889/2015 που καταχώρησε αρχικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο, διατεινόμενος ότι από τη στιγμή που υπήρξε εμπρόθεσμη καταχώρηση της αγωγής, το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή στο παρόν Δικαστήριο ανέκυψε στις 9.11.2017 που εκδόθηκε η απόφαση παραπομπής της υπόθεσης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, καθότι διαφορετική ερμηνεία θα ήταν αντίθετη με το πνεύμα και το σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που είναι η διασφάλιση της συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Εισηγείται επίσης ότι η πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα του Αιτητή να απαιτήσει χαριστική αποζημίωση, ως η απαίτηση του, για τους λόγους που επικαλείται και οι οποίοι δύνανται να αποδειχθούν μέσα από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ανάλυση Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις και τη νομολογία που οι δύο πλευρές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου. Έχουμε επίσης εξετάσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των δυο πλευρών, με αποκλειστική πηγή αναζήτησης τις έγγραφες προτάσεις, από τις οποίες προκύπτουν ως κοινώς παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: (α) Ο Αιτητής υπήρξε εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση, με καθήκοντα ειδικευμένου εργάτη κήπων. Τον Ιανουάριο 2013 οι Καθ' ων η αίτηση προσέφεραν σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης στους εργοδοτούμενους τους. Όσοι απ' αυτούς θα εντάσσονταν στο σχέδιο θα δικαιούνταν κατά την αφυπηρέτηση τους το ποσό των €55.468,68 πρόσθετα του ποσού που θα λάμβαναν από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και το Ταμείο Προνοίας. Ενδιαφέρον για ένταξη στο σχέδιο επέδειξε και ο Αιτητής με υποβολή σχετικής αίτησης η οποία απερρίφθη από τους Καθ' ων η αίτηση. Η απασχόληση του τερματίστηκε τελικά τον Νοέμβριο 2013 για λόγους πλεονασμού και στις 20.1.2015 του καταβλήθηκε πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο. (β) Για την μη ένταξη του στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης, ο Αιτητής υπέβαλε παράπονο στην Επίτροπο Διοίκησης ως το αρμόδιο πρόσωπο δυνάμει του περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμου του 2004 (Ν.42(Ι)/2004). Η Επίτροπος, μετά από διερεύνηση της υπόθεσης, συνέστησε στους Καθ' ων η αίτηση όπως καταβάλουν χαριστική αποζημίωση στον Αιτητή. Η απόφαση της Επιτρόπου αμφισβητήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση με την Προσφυγή αρ. 1113/
- (γ) Ο Αιτητής στις 17.12.2015 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο την Αγωγή αρ. 6289/
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 9.11.2017 αποφάσισε ότι στερείτο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αγωγή και ότι αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Έτσι, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως το καθ' ύλη αρμόδιο προς εκδίκαση της. Ο Αιτητής με την Αίτηση του προσβάλλει ουσιαστικά την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να μην τον εντάξουν στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης που είχαν εξαγγείλει τον Ιανουάριο
- Διατείνεται ότι η άρνηση των Καθ' ων η αίτηση να τον συμπεριλάβουν στο σχέδιο και να του καταβάλουν το διεκδικούμενο ποσό αποτελεί δυσμενή διάκριση λόγω της αναπηρίας του, κατά παράβαση του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου του 2000 (Ν.127(Ι)/2000) («ο Νόμος»). Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Νόμου: 5.-
(1)Στον τομέα της απασχόλησης εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης και για το σκοπό αυτό απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση σε βάρος προσώπου με αναπηρία όσον αφορά: (α) τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, την αυτοαπασχόληση και το επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, συμπεριλαμβανομένων των προαγωγών· (β) την πρόσβαση σε όλα τα είδη και όλα τα επίπεδα επαγγελματικού προσανατολισμού, επαγγελματικής κατάρτισης, επιμόρφωσης και επαγγελματικού αναπροσανατολισμού, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πρακτικής επαγγελματικής πείρας· (γ) τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών· (δ) την ιδιότητα του μέλους και τη συμμετοχή σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή σε οποιαδήποτε οργάνωση τα μέλη της οποίας ασκούν ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που χορηγούνται από τέτοιες οργανώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 9Α του Νόμου: 9Α. Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του παρόντος Νόμου σε σχέση με διακριτική μεταχείριση στην απασχόληση, δικαιούται να διεκδικεί τα δικαιώματά του ενώπιον κάθε αρμόδιου δικαστηρίου και να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για την απόδειξη της παράβασης και της πάσης φύσεως υλικής ή ηθικής ζημιάς που υπέστη λόγω αυτής: Νοείται ότι, σε κάθε δικαστική διαδικασία εκτός από ποινική, αν ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το Δικαστήριο υποχρεώνει τον αντίδικό του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του παρόντος Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 9Β του Νόμου: 9Β.-
(1)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, αρμοδιότητα για την επίλυση κάθε διαφοράς που προκύπτει από τον παρόντα Νόμο σε σχέση με διακριτική μεταχείριση στην απασχόληση έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)Σε περίπτωση αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος και υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαιώματος σε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο επιδικάζει στο δικαιούχο το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα δύο ποσά: (α) Την επιδικαστέα, δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146, δίκαιη και εύλογη αποζημίωση· ή (β) ολόκληρη τη θετική ζημιά και στο επιδικαζόμενο ποσό προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία που επήλθε η ανωτέρω ζημιά έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά και στο επιδικαζόμενο ποσό προστίθεται νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημίωσης. Ο όρος «απασχόληση» όπως συναντάται στο άρθρο 9Β
(1)ερμηνεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου ως ακολούθως: "απασχόληση" σημαίνει παροχή εργασίας ή υπηρεσιών, με αμοιβή, βάσει ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ή μαθητείας ή άλλης ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως, διεπομένης είτε από το ιδιωτικό είτε από το δημόσιο δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων της Δημόσιας Υπηρεσίας, της Δικαστικής Υπηρεσίας, της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των νομικών προσώπων και οργανισμών δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, των Ενόπλων Δυνάμεων και των Δυνάμεων Ασφαλείας· Οι όροι «εργαζόμενος» και «εργοδότης» ερμηνεύονται αντίστοιχα ως εξής: "εργαζόμενος" σημαίνει κάθε πρόσωπο που εργάζεται ή μαθητεύει με πλήρη ή μερική απασχόληση, για ορισμένο ή αόριστο, συνεχή ή μη, χρόνο, ασχέτως του τόπου απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων και των κατ' οίκον εργαζομένων, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων των αυτοεργοδοτούμενων προσώπων· "εργοδότης" σημαίνει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, τις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, σε οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, που απασχολεί ή απασχολούσε εργαζόμενους· Σύμφωνα με το άρθρο 9Γ του Νόμου: 9Γ. Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του παρόντος Νόμου σε σχέση με διακριτική μεταχείριση, δικαιούται να υποβάλλει σχετικό παράπονο στον Επίτροπο Διοίκησης, ο οποίος έχει αρμοδιότητα να εξετάζει το παράπονο σύμφωνα με τον περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμο. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις του Νόμου, στο τομέα εργασίας απαγορεύεται η οποιαδήποτε διάκριση σε βάρος προσώπων με αναπηρία περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των συνθηκών εργασίας, των όρων απασχόλησης, των απολύσεων και των αμοιβών. Για την επίλυση διαφορών στις οποίες διεκδικούνται αποζημιώσεις από παράβαση του Νόμου σε σχέση με τη διακριτική μεταχείριση στην απασχόληση, αρμόδιο καθίσταται το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Τόσο ο Αιτητής όσο και οι Καθ' ων η αίτηση συνάγεται ότι εμπίπτουν στις αντίστοιχες έννοιες των όρων «εργαζόμενος» και «εργοδότης», όπως συναντώνται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου, καθώς οι αποζημιώσεις που διεκδικεί ο Αιτητής αφορούν ισχυριζόμενη ζημιά που έχει υποστεί ως αποτέλεσμα επικαλούμενης δυσμενούς διάκρισης στα πλαίσια της απασχόλησης του, λόγω αναπηρίας. Σημειωτέον ότι ο Αιτητής εργαζόταν στην υπηρεσία ενός Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, γεγονός που συνάγεται από τη φύση των καθηκόντων του ως ωρομίσθιος εργάτης κήπων, τους λόγους που επικαλέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση για τον τερματισμό της απασχόλησης του και την πληρωμή λόγω πλεονασμού που επωφελήθηκε από το ομώνυμο Ταμείο (Βλ. Μελινιώτης ν. Ταμείο Πλεονασμού
(2006)1 Α.Α.Δ. 144). Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι το κατ' εξοχήν καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση της υπό κρίση διαφοράς. Πέραν της δικαστικής προστασίας ο Νόμος παρέχει στο θιγόμενο πρόσωπο και εξώδικη προστασία με την υποβολή παραπόνου στον Επίτροπο Διοικήσεως. Πρόκειται για διαδικασία που ξεφεύγει των πλαισίων της παρεχόμενης από το παρόν Δικαστήριο δικαστικής προστασίας. Η προδικαστική ένσταση της παραγραφής που θέτουν οι Καθ' ων η αίτηση έχει ως νομικό έρεισμα το άρθρο 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560, άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στα δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1R.S.C.C. 10, 13). Με τον τροποποιητικό Ν.169(Ι)/02 ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του Νόμου, οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Πρόσθετα ούτε και στους σχετικούς νόμους (Ν.127(Ι)/2000 και Ν.42(Ι)/2004) προβλέπεται η διακοπή της τυχόν ισχύουσας προθεσμίας για προσφυγή στο Δικαστήριο του προσώπου που υπέβαλε παράπονο στον Επίτροπο ή της τυχόν ισχύουσας περιόδου παραγραφής της απαίτησης[1]. Στον Halsbury's Laws of England, 4th Edition, 2000 Reissue, vol. 16
(2), para 629 κάτω από τον τίτλο
(2)PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα: 685. Time limits for presenting complaints. ..................................................................................................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer's disciplinary procedure; .......................................... .......................................... n.11.......................................... In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings." Ελεύθερη μετάφραση: «Διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίων Εργατικών Δικαστηρίων (ι) Χρονικά όρια 685. Χρονικά όρια για παρουσίαση παραπόνου............................................... ...............................................................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)αναμένοντας το αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων ποινικών διαδικασιών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι καλός λόγος [επέκτασης του χρόνου] όπως δεν είναι καλός λόγος η καθυστέρηση καταχώρησης μιας απαίτησης επειδή χρησιμοποιείται μια εσωτερική διαδικασία ή ένα εσωτερικό δικαίωμα έφεσης βάση της πειθαρχικής διαδικασίας του εργοδότη. Σημ.11. ..................................................................................................................Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να λάβει συμβουλή να καταχωρήσει εναρκτήρια αίτηση αλλά να ζητά όπως αυτή αναβάλλεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εσωτερική διαδικασία.» Όπως εντοπίζεται στο Bower on Employment Law, sixth edition, p.286: "(
- f)The courts have generally rejected attempts to extend the effective date of termination to cover periods during which an appeal is being heard under an internal disciplinary procedure. In J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109, this refusal was notwithstanding that the internal disciplinary procedure provided for 'suspension without pay' pending appeal. Brightman LJ stated that: 'If an employee is dismissed . on terms that he then ceases to have the right to work under the contract of employment and that the employer ceases likewise to be under an obligation to pay the employee, the contract is at an end' (approved by the House of Lords in West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). The same result was reached in Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, even though in that case the employee was paid for a 10-month period while his appeal was pending. The principle does not depend on any express term being included in the particular contract (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) instead resting on the policy reason of the uncertainty of any other course, and the desirability that speed be of the essence in enforcing employment rights." Ελεύθερη μετάφραση: «(
- f)Τα δικαστήρια έχουν σε γενικές γραμμές απορρίψει προσπάθειες για επέκταση της ουσιαστικής ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης ούτως ώστε να καλυφθούν περίοδοι κατά τις οποίες γίνεται η ακρόασης μιας έφεσης βάσει μιας εσωτερικής πειθαρχικής διαδικασίας. Στην υπόθεση J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109 υπήρξε τέτοια άρνηση παρόλο που στην εσωτερική πειθαρχική διαδικασία προβλεπόταν 'διαθεσιμότητα χωρίς πληρωμή' εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Όπως ανέφερε ο Brightman LJ «εάν ένας εργοδοτούμενος απολυθεί ... με όρους ότι δεν έχει το δικαίωμα να εργαστεί με βάση τη σύμβαση απασχόλησης και ο εργοδότης με τον ίδιο τρόπο παύει να έχει υποχρέωση πληρωμής του εργοδοτούμενου, η σύμβαση έχει φθάσει σε ένα τέλος. (αυτό επικυρώθηκε και από τη Βουλή των Λόρδων στη West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το δικαστήριο και στην Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, παρότι σ' αυτή ο εργοδοτούμενος συνέχισε να πληρώνεται για μια περίοδο 10 μηνών ενόσω η έφεση του εκκρεμούσε. Αυτή η αρχή δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ρητό όρο που συμπεριλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) αλλά αντιθέτως βασίζεται σε λόγο δημοσίας πολιτικής λόγω της αβεβαιότητας οποιασδήποτε άλλης πορείας και της επιθυμίας όπως η ταχύτητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιβολή των εργατικών δικαιωμάτων.» Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 151 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις του Εφεσείοντα: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική Σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Όπως έχει επισημανθεί, με την παρούσα Αίτηση προσβάλλεται η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να μην εντάξουν τον Αιτητή στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης που λήφθηκε περί τα μέσα του 2013. Έχοντας κατά νου της πρόνοιες του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 κρίνουμε ότι το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή ανέκυψε με τη λήψη της επίδικης απόφασης. Εν ολίγοις η έναρξη της 12μηνης προθεσμία για υποβολή αίτησης στο παρόν Δικαστήριο σημειώθηκε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Ο Αιτητής ωστόσο, αφού υπέβαλε παράπονο στον Επίτροπο Διοίκησης για τη διατεινόμενη σε βάρος του διάκριση λόγω αναπηρίας και αφού επωφελήθηκε πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο, στις 17.12.2015 προχώρησε για πρώτη φορά στη λήψη δικαστικών μέτρων με την καταχώρηση της αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Εν ολίγοις ο Αιτητής άσκησε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του μετά την εκπνοή της 12μηνης προθεσμίας που τάσσει ο Νόμος 8/67 ως έχει τροποποιηθεί. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Αιτητή, ότι με την εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή ανέκυψε στις 17.11.2017 που το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς, δεν συνάδει με το γράμμα αλλά ούτε και με τον σκοπό του Νόμου. Διαφορετική προσέγγιση του θέματος θα οδηγούσε σε ανασφάλεια δικαίου, καθώς ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας για υποβολή αίτησης θα στηρίζετο επί γεγονότων ξένων και άσχετων με τη γέννηση της εκάστοτε κατ' ισχυρισμό αξίωσης. Με το ίδιο σκεπτικό κάθε μεταγενέστερο γεγονός ή ενέργεια θα ηδύνατο να αποτελέσει λόγο επέκτασης της προθεσμίας και έτσι θα παρείχετο η ευχέρεια στον εκάστοτε αιτητή, να προσδιορίζει από μόνος του δια της πλαγίας οδού, τον χρόνο γένεσης του δικαιώματος του να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η αίτηση ευσταθεί και συνεπώς το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έχει παραγραφεί. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η όλη διαδικασία αναστέλλεται, με €1500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αντίθετα το άρθρο 27
(2)του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου (Ν.205(Ι)/2002) προβλέπει διακοπή της τυχόν προθεσμίας για προσφυγή στο Δικαστήριο του προσώπου που προέβη σε καταγγελία προς το Αρχιεπιθεωρητή από την ημέρα υποβολής της καταγγελίας κα μέχρι συντάξεως του πρακτικού με όλα όσα έπραξε και διαπίστωσε ο Αρχιεπιθεωρητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο