Χ. Κ. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 90/2017, 11/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:19 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Β. Μιχαηλιδου και Μ. Ρώσση, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 90/2017 Μεταξύ: Χ. Κ. Αιτήτρια -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 11η Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Μιχάλης Μιχαήλ Για Καθ' ων η αίτηση: κα Θεανώ Κουμή ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Δήλωση και ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι η εργοδότηση της κατέστη αορίστου διαρκείας από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών ή άλλη ημερομηνία που ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο και/ή Β. Επαναδιορισμό / Επαναπρόσληψη με αναδρομική ισχύ στη θέση και τα καθήκοντα που υπηρετούσε προ του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της και/ή Γ. Καταβολή σ' αυτήν όλων των δικαιωμάτων της συμπεριλαμβανομένων μισθών, ωφελημάτων και άλλων απολαβών και εισφορών για το διάστημα που παρέμεινε εκτός εργασίας και/ ή Δ. Υπογραφή γραπτής σύμβασης αορίστου διαρκείας από την ημερομηνία που η Αιτήτρια συμπλήρωσε τριάντα μήνες απασχόλησης στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και /ή Ε. Παν ποσό που δικαιούται ως αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και/ή ΣΤ. Πληρωμή προειδοποίησης και ή μισθών αντί προειδοποίησης και/ή Ζ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις και/ή Η. Γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση Θ. Νόμιμο Τόκο Ι. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι η σύμβαση εργασίας της στους Καθ' ων η αίτηση έχει καταστεί αορίστου χρόνου από της συμπληρώσεως 30 μηνών συνεχούς απασχόλησης επί τη βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και δη πολύ πιο πριν από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης της, καθώς η συνολικά αναγνωρισμένη εκπαιδευτική προϋπηρεσία της στους Καθ' ων η αίτηση υπερέβαινε τα 7½ έτη. Ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της ήταν έκδηλα παράνομος και καταχρηστικός και ότι έγινε κατά παράβαση Ευρωπαϊκών Οδηγιών και του Εναρμονιστικού με αυτές Νόμου. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί των εγειρόμενων ζητημάτων στην υπό κρίση Αίτηση καθότι: α) Η σχέση Αιτήτριας και Καθ' ων η αίτηση δεν στηρίζεται σε σύμβαση απασχόλησης αλλά σε προσφορά για έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία. Ο διορισμός σε έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι διοικητική πράξη. β) Ο μη διορισμός πάνω σε έκτακτη βάση εκπαιδευτικών στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι επίσης διοικητική πράξη. γ) Η Αιτήτρια θα έπρεπε να καταχωρήσει προσφυγή αμφισβητώντας τη νομιμότητα του εκτάκτου ή μόνιμου διορισμού άλλων εκπαιδευτικών αντί αυτής. (δ) Ο προσδιορισμός εάν και κατά πόσο μια σύμβαση κατέστη αορίστου διαρκείας δεν γίνεται με Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αλλά εξετάζεται στα πλαίσια ισχυρισμού για παράνομο τερματισμό απασχόλησης. (ε) Η παρούσα Αίτηση ηγέρθη εναντίον λανθασμένων προσώπων και ή ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος αφού δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση, όπως εστιάζεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι οι ανάγκες σε διδακτικές περιόδους υπολογίζονται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, με βάση τις επιλογές των μαθημάτων και τον αριθμό των τμημάτων, που προσδιορίζονται από τον αριθμό των μαθητών εκάστου σχολικού έτους. Έτσι για κάποια σχολικά έτη προκύπτουν προσωρινές ανάγκες σε διδακτικές περιόδους, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονται για να καλύψουν τις έκτακτες αυτές ανάγκες να μην είναι σταθερός για όλα τα έτη. Με βάση τους υπολογισμούς του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, για τις εκπαιδευτικές ανάγκες στην ειδικότητα της Ισπανικής Γλώσσας, η Ε.Ε.Υ. προσέφερε μόνιμο διορισμό στους υποψηφίους με αριθμό 1 και 2 στον πίνακα διοριστέων, οι δε έκτακτοι διορισμοί έφθασαν μέχρι τον αριθμό 6 του πίνακα. Για όλα τα πιο πάνω απορρίπτουν τις αξιώσεις της Αιτήτριας και ζητούν την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων όπως προβάλλει μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, ότι η Αιτήτρια γεννήθηκε στις [ ] 1980 και είναι πτυχιούχος Ισπανικής Γλώσσας. Ότι από τις 2.10.2008 της προσφέρθηκε διορισμός σε σχολεία Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ως ακολούθως: - 02.10.2008 - 31.10.2008 - 01.11.2008 - 30.11.2008 - 01.12.2008 - 23.12.2008 - 07.01.2009 - 31.01.2009 - 01.02.2009 - 28.02.2009 - 01.03.2009 - 31.03.2009 - 01.04.2009 - 10.04.2009 - 27.04.2009 - 30.04.2009 - 01.05.2009 - 31.05.2009 - 01.06.2009 - 30.06.2009 - 01.09.2009 - 26.02.2010 - 01.03.2010 - 31.08.2010 - 01.09.2010 - 25.02.2011 - 28.02.2011 - 28.08.2011 - 01.09.2011 - 25.02.2011 - 27.02.2012 - 25.08.2012 - 03.09.2012 - 01.03.2013 - 03.03.2013 - 31.08.2013 - 02.09.2013 - 28.02.2014 - 03.03.3014 - 31.08.2014 - 08.09.2014 - 27.02.2015 - 02.03.2015 - 29.08.2015 - 01.09.2015 - 27.02.2016 - 29.02.2016 - 28.08.2016 Ήδη από τις 13.6.2007 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση εγγραφής στον πίνακα διοριστέων καθηγητών Ισπανικής γλώσσας και το όνομα της συμπεριελήφθη στο εν λόγω πίνακα. Στον αναθεωρημένο πίνακα διοριστέων Φεβρουαρίου 2016 η Αιτήτρια κατείχε τον αριθμό 12. Η σύμβαση απασχόλησης της Αιτήτριας κατέστη αορίστου διαρκείας από τις 29.3.2016 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της υπό κρίσιν Αίτησης. Οι τελευταίες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές της ανέρχονταν στο ποσό των €2.241,03 πλέον 13ο μισθό. Σημειώνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση απασχολούν πέραν των 19 εργοδοτουμένων. Τέλος, οι Καθ' ων η αίτηση δηλώνουν και παραδέχονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας που έγινε στις 28.8.2016 ήταν παράνομος. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με τη δήλωση και παραδοχή των Καθ' ων η αίτηση ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν παράνομη και συνεπώς ότι δεν έγινε για ένα από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Νόμου, το επίδικο ζήτημα που παραμένει για εξέταση αφορά τα δικαιώματα της Αιτήτριας ως επακόλουθο του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της και συγκεκριμένα το αίτημα της για αυξημένες αποζημιώσεις και ή επαναπρόσληψη. Οι Καθ' ων η αίτηση, αποβλέποντας στην αποδυνάμωση των θέσεων της Αιτήτριας προσέφεραν στο Δικαστήριο τη μαρτυρία της κ. Ε. Π. και ο κ. Α. Α. Η Αιτήτρια, πλην των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η κα Π. εργάζεται στο γραφείο της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) και ασχολείται με θέματα σύνταξης πινάκων διοριστέων και διορισίμων στη μέση γενική εκπαίδευση και διορισίμων με σύμβαση. Για την ειδικότητα στην Ισπανική γλώσσα ανέφερε ότι για τις σχολικές περιόδους 2016-2017 υπήρχαν πέντε θέσεις για διορισμό με σύμβαση εκ των οποίων οι τέσσερεις καλύφθηκαν από εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου και υπήρχε και μία θέση μερικής απασχόλησης, η οποία καλύφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Ότι οι διορισμοί είχαν φθάσει μέχρι τον αριθμό 9 του πίνακα διοριστέων, ενώ η Αιτήτρια είχε τον αριθμό
- Για το 2018-2019 υπήρχαν επίσης πέντε θέσεις εκ των οποίων οι τέσσερεις καλύφθηκαν με εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου και η πέμπτη η οποία αρχικά ήταν θέση μερικής απασχόλησης καλύφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Για την επόμενη σχολική χρονιά υπήρχαν τέσσερεις θέσεις οι οποίες καλύφθηκαν από εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της, γιατί κατά τη σχολική χρονιά 2017-2018 δεν διορίστηκε η Αιτήτρια, ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν πέντε θέσεις εκ των οποίων οι τέσσερεις ήταν πλήρους απασχόλησης και η μια μερικής απασχόλησης όπως και την επόμενη σχολική χρονιά. Ο κ. Α. Α. είναι Λειτουργός του Υπουργείου Παιδείας (ΥΥΠ). Καταθέτοντας, ισχυρίστηκε ότι έχει πλήρη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης λόγω της θέσης που κατέχει στο Υπουργείο και της καταγραφής των αναγκών σε θέσεις διδακτικού προσωπικού η οποία κοινοποιείται στην ΕΕΥ. Σχετικά με τις απαιτήσεις της Αιτήτριας για επαναπρόσληψη και επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων, αναφέρθηκε στην υλοποίηση της εφαρμογής των νέων ωρολογίων προγραμμάτων (ΝΩΠ) που άρχισε τη σχολική χρονιά 2015-2016 και ολοκληρώθηκε σε όλες τις τάξεις τη σχολική χρονιά 2017-
- Ότι η εργοδότηση στη δημόσια εκπαίδευση γίνεται με κύριο γνώμονα τις εκπαιδευτικές ανάγκες που ποικίλουν από χρόνο σε χρόνο και με βάση τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στους πίνακες διοριστέων. Δεδομένου ότι οι εν λόγω πίνακες αναθεωρούνται κάθε χρόνο και η σειρά προτεραιότητας των υποψηφίων που περιλαμβάνονται σ' αυτούς υπόκειται σε αλλαγές, με βάση πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα/εκπαιδευτική προϋπηρεσία που αποκτούνται από υποψηφίους, η απαίτηση των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων για διορισμό με βάση τη σειρά προτεραιότητας στους πίνακες διοριστέων καθιστά άνευ ετέρου ληξιπρόθεσμες τις συμβάσεις. Ότι οι ανάγκες αυτές υπολογίζονται από το ΥΠΠ με βάση τις επιλογές των μαθημάτων και τον αριθμό των τμημάτων, ο οποίος εξαρτάται από τον αριθμό των μαθητών για κάθε σχολικό έτος. Επίσης ο έκτακτος και μόνιμος διορισμός καθηγητή στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία γίνεται με βάση τη σειρά κατάταξης στον πίνακα διοριστέων που προβλέπεται στους σχετικούς νόμους. Αναφορικά με την ειδικότητα της Αιτήτριας ανέφερε ότι για τη σχολική χρονιά 2015-2016 διορίστηκαν 10 καθηγητές με σύμβαση, για την επόμενη σχολική χρονιά 7 καθηγητές με σύμβαση, για τις σχολικές χρονιές 2017-2018 και 2018-2019, 5 καθηγητής με σύμβαση, εκ των οποίων 4 αορίστου χρόνου και ένας με σύμβαση ορισμένου χρόνου και για τη σχολική χρονιά 2019-2020, 4 καθηγητές με σύμβαση αορίστου χρόνου. Στην υπηρεσία υπηρετούν σήμερα 10 μόνιμοι καθηγητές Ισπανικών με τελευταίο μόνιμο διορισμό την 1.9.
- Για τις επόμενες σχολικές χρονιές η εκτίμηση τους είναι ότι δεν θα υπάρξει αύξηση εκπαιδευτικών αναγκών στην ειδικότητα. Ανάλυση Σύμφωνα με το άρθρο 5 (δ) του Νόμου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Ν.98(Ι)/2003 (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του εν λόγω νομοθετήματος (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Να επισημάνουμε ότι κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν να διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Είναι προφανές, από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα παραδεχτά γεγονότα και την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ως καθηγήτρια Ισπανικής γλώσσας από τις 2.10.2008 μέχρι τις 28.8.
- Τριάντα μήνες μετά την πρόσληψη της είχε ήδη συνολική αναγνωρισμένη εκπαιδευτική υπηρεσία που της επέτρεπε να επικαλεστεί τις προστατευτικές πρόνοιες του Νόμου για να θεωρηθεί εργοδοτούμενη αορίστου διαρκείας. Κατά τον χρόνο δε του τερματισμού της απασχόλησης της είχε καλύψει οκτώ χρόνια συνεχούς υπηρεσίας. Εν όψει τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν κατ' αρχήν να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που θα δικαιολογούσε την απασχόληση της Αιτήτριας με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου, θέση την οποία οι Καθ' ων η αίτηση, όχι μόνο δεν υποστήριξαν με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας αλλά αντίθετα εγκατέλειψαν με τη αναγνωριστική δήλωση τους ότι η σύμβαση εργασίας της Αιτήτριας κατέστη αορίστου διαρκείας από 29.3.2016 και δη πέντε μήνες πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της που έγινε στις 28.8.
- Από τους γενικούς λόγους εμφάνισης φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας, επικαλούμενοι ως αντικειμενικούς λόγους που απέκλειαν τη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της, από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, τις προσωρινές ανάγκες που ήθελαν προκύψει και δεν παρουσιάζονται κάθε χρόνο. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»: «Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. .... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό» Εν προκειμένω, αυτό που προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από τη μαρτυρία του κ. Α., είναι η αβεβαιότητα τους ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της υπηρεσίας σε διδακτικό προσωπικό στην ειδικότητα της Αιτήτριας. Εν ολίγοις συνάπτοντας οι Καθ' ων η αίτηση με την Αιτήτρια σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιδίωξαν ουσιαστικά να μετακυλήσουν τον «επιχειρηματικό» κίνδυνο στους ώμους της Αιτήτριας και τούτο γιατί δεν ήταν βέβαιοι εάν θα χρειάζονταν τις υπηρεσίες της και μετά τη λήξη εκάστης διαδοχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων, που οι Καθ' ων η αίτηση σύναψαν με την Αιτήτρια, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση της. Είναι λοιπόν φανερό ότι η Αιτήτρια δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί οκτώ συνεχή έτη δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε η Αιτήτρια. Η αβεβαιότητα την οποία επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση, όσον αφορά τη διακύμανση του αριθμού των μαθητών, αποτελεί τη συνήθη αβεβαιότητα, με την οποία συνδέεται, από τη φύση της, οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αποδοχή μιας τέτοιας τοποθέτησης θα κατέληγε στο άτοπο, να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη δικαιολόγηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συνηθισμένη αυξομείωση της πελατείας των επιχειρήσεων. Είναι επομένως φανερό ότι οι ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση ως προς την εκτέλεση της εργασίας για την οποία προσελήφθη η Αιτήτρια δεν ήταν προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς και ότι οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να καλύψουν τις εν λόγω ανάγκες με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στερώντας έτσι από την Αιτήτρια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική σταθερής απασχόλησης. Σε τελικό στάδιο, η αναγνωριστική δήλωση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης της Αιτήτριας κατέστη αορίστου διαρκείας από 29.3.2016, καταρρίπτει κάθε ισχυρισμό τους για ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν την πρόσκαιρη απασχόληση της, ως οι ίδιοι διατείνονται με τους γενικούς λόγους εμφάνισης. Έτι περισσότερο η παραδοχή και δήλωση τους ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν παράνομος περιθωριοποιεί την οποιαδήποτε υπεράσπιση τους και δίδει στην Αιτήτρια, κάτω από τις περιγραφόμενες συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της, το δικαίωμα να διεκδικήσει ανάλογες θεραπείες. Επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω επιφύλαξη: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις τονίζεται ότι στις περιπτώσεις (α) όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου (Nothmam v. London Borough of Barnet (No.2) [1980] IRLR 6) και (β) όπου το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονισθεί (Wood Group Heavy Industrial Turbines Ltd v. Crossan [1998] IRLR 680), τότε δεν θεωρείται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί και που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου το βασικό στοιχείο ότι η επαναπρόσληψη αποτελεί θεραπεία στο χώρο του αστικού δικαίου, της οποίας σκοπός δεν είναι η τιμωρία του εργοδότη αλλά ούτε η ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Στην προκείμενη περίπτωση, μπορεί οι Καθ' ων η αίτηση να μην μπόρεσαν να δικαιολογήσουν τους λόγους που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας, ωστόσο τα όσα κατατέθηκαν για λογαριασμό τους από τους δύο μάρτυρες, τείνουν να καταδείξουν ότι με την εφαρμογή των νέων ωρολογίων προγραμμάτων, οι ανάγκες σε διδακτικό προσωπικό στην ειδικότητα της Αιτήτριας μειώθηκαν καθώς από τους 10 καθηγητές που εργοδοτούντο κατά τη σχολική χρονιά 2015-2016, την επόμενη σχολική χρονιά περιορίστηκαν στους επτά. Πλην της εν λόγω μαρτυρίας, η οποία σε τελικό στάδιο παρέμεινε αναντίλεκτη, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει οποιαδήποτε έκδηλη παρανομία ή κακοπιστία από μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Σε συνάρτηση μάλιστα με τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από του τερματισμού της απασχόλησης και ελλείψει οποιωνδήποτε στοιχείων που έτειναν να καταρρίψουν τα όσα οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν αναφορικά με τις αλλαγές που επέφερε η υλοποίηση της εφαρμογής των ΝΩΠ, δεν βρίσκουμε να δικαιολογείται ή να καθίσταται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, 104-105, «.Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα., η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημία την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του πίνακα». Να τονίσουμε ότι η κρίση του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα ή το επιδικαζόμενο υπό μορφή αποζημίωσης ποσό, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο συμπέρασμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για οκτώ συναπτά έτη και ότι για σκοπούς αποζημίωσης λάμβανε το ποσό των €560,25 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας ως αναφέρεται ανωτέρω, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τα ημερομίσθια της, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και την ηλικία της, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €14.566,50 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 26 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου, η Αιτήτρια δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων ήτοι το ποσό των €4.482 το οποίο της επιδικάζουμε. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €19.048,50 με νόμιμο τόκο από 29.3.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €1.800 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 29.3.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Η αξίωση της Αιτήτριας για επαναπρόσληψη απορρίπτεται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Β. Μιχαηλίδου, Μέλος Μ. Ρώσσης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο