← Κύπρος

Κ. Κ. κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου, Συνενωμένες Υποθέσεις: 602/2015, 603/2015

Κ. Κ. κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου, Συνενωμένες Υποθέσεις: 602/2015, 603/2015, 604/2015, 605/2015, 606/2015, 607/2015, 608/2015, 609/2015, 610/2015, 54/2016, 3/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:18 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Χρ. Παπαϊωάννου και Α. Καταλάνου, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 602/2015, 603/2015, 604/2015, 605/2015, 606/2015, 607/2015, 608/2015, 609/2015, 610/2015, 54/2016 Αρ. Υπόθεσης: 602/2015 Μεταξύ: Κ. Κ. Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 603/2015 Μεταξύ: Γ. Ι. Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 604/2015 Μεταξύ: Χ. Β. Αιτήτρια -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 605/2015 Μεταξύ: Μ. Κ. Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 606/2015 Μεταξύ: Ι. Θ. Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 607/2015 Μεταξύ: Α. Σ. Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 608/2015 Μεταξύ: Ι. Ζ. Αιτήτρια -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 609/2015 Μεταξύ: Σ. Γ. Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 610/2015 Μεταξύ: G. L. Αιτήτρια -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υπόθεσης: 54/2016 Μεταξύ: Μ. Χ. Αιτήτρια -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ως νομικού της εκπροσώπου και ή αντιπροσώπου. Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 3η Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Κώστας Καμένος μαζί με Κων/νο Καμένο Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Μαρία Δρυμιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις υπό κρίσιν συνενωμένες Αιτήσεις, οι Αιτητές αξιώνουν: (Α) απόφαση και ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον συνυπολογισμό και ή την προσμέτρηση της απασχόλησης τους στο ΙΔΡΥΜΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, στη σημερινή τους υπηρεσία και προς όφελος τους, στη θέση που μεταφέρθηκαν και κατέχουν στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού (Β) Διαζευκτικά προς την ως άνω αξίωση, αποζημιώσεις για την περίοδο απασχόλησης τους δυνάμει του Νόμου (Γ) Οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα προκύπτει από τον Νόμο ή έθιμο και την ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση και ή οποιοδήποτε κεκτημένο εργασιακό δικαίωμα κατά τον χρόνο απασχόλησης τους στο ΙΔΡΥΜΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (Δ) Νόμιμο Τόκο (Ε) Έξοδα. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά γεγονότα που είναι τα ακόλουθα: Στις 23.2.2000, δυνάμει αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, συνεστήθη Ίδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου και ή Ίδρυμα σύμφωνα με τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο 57/1972, με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (στο εξής «το Ίδρυμα») με έδρα τη Λευκωσία, και με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών του Οργανισμού για την Προώθηση Ενεργειακών Τεχνολογιών (ΟΠΕΤ) Κύπρου, όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση. Οι Αιτητές υπήρξαν εργοδοτούμενοι του Ιδρύματος. Η ημερομηνίας πρόσληψης, η θέση που κατείχαν στο Ίδρυμα και οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές τους είχαν ως ακολούθως: Υπόθεση αριθμός Ημερ. Πρόσληψης Θέση εργασίας Εβδομ. μισθός 602/2015 01.09.2001 Λειτουργός Ενέργειας €759.78 603/2015 15.04.2010 Τεχνικός €350.52 604/2015 15.02.2008 Τεχνικός €378.49 605/2015 15.02.2008 Τεχνικός €378.49 606/2015 01.06.2004 Λειτουργός Ενέργειας €684.96 607/2015 02.10.2007 Λειτουργός Ενέργειας €610.13 608/2015 15.06.2006 Λειτουργός Ενέργειας €610.13 609/2015 01.07.2009 Τεχνικός €363.64 610/2015 15.02.2008 Λειτουργός Ενέργειας €585.19 54/2016 17.01.2005 Γραφέας €334.57 Οι Αιτητές συνέχισαν να ασκούν τα καθήκοντα τους καθ' όλη την περίοδο απασχόλησης τους στο Ίδρυμα και ή μέχρι τις 19.3.

  1. Κατά ή περί την 20.3.2015, δυνάμει του Νόμου 33(Ι)/2015, οι αρμοδιότητες και λειτουργίες του Ιδρύματος μεταβιβάστηκαν και ή μεταφέρθηκαν στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού (στο εξής: «το Υπουργείο») ομού μετά των εργοδοτουμένων του Ιδρύματος, μεταξύ των οποίων και οι Αιτητές, με έναρξη της σύμβασης απασχόλησης τους την ημερομηνία δημοσίευσης του εν λόγω Νόμου στις 20.3.2015, ήτοι χωρίς να συνυπολογίζεται η περίοδος απασχόλησης τους στο Ίδρυμα. Είναι ο ισχυρισμός των Αιτητών, οι οποίοι στο Υπουργείο τοποθετήθηκαν οι μεν Λειτουργοί Ενέργειας στη θέση του Λειτουργού Βιομηχανικών εφαρμογών, οι δε Τεχνικοί στη θέση του Επιθεωρητή, ότι η απασχόληση τους αποτελεί συνέχεια και ή είναι συνεχής με την απασχόληση τους στο Ίδρυμα, η δε ενέργεια και ή συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, είναι παράνομη και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και ή παραβιάζει τον Νόμο και ή το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο και ή το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο και ή Οδηγία και ή Οδηγίες (Directives) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι περαιτέρω, ο ισχυρισμός τους, ότι η ενέργεια των Καθ' ων η αίτηση κατά-στρατηγεί τη Συνταγματική αρχή της Ισότητας και συνιστά δυσμενή διάκριση έναντι άλλων περιπτώσεων κατά τις οποίες συνυπολογίστηκε η προϋπηρεσία και ή απασχόληση τους σε προηγούμενους οργανισμούς και ή η όλη υπηρεσία τους κρίθηκε ως συνεχής. Επίσης ότι έχουν απωλέσει δικαιώματα και ή προσδοκία στην ομαλή και δίκαιη ανέλιξη τους καθώς και ωφελήματα και άλλα εργασιακά δικαιώματα που απορρέουν από τον Νόμο και ή από την ισχύουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο Συλλογική Σύμβαση. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι όλοι οι Αιτητές κατέστησαν εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου με τη συμπλήρωση της απαιτούμενης 30μηνης περιόδου απασχόλησης τους με βάση τις πρόνοιες του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003). Ότι οι Αιτητές ενημερώθηκαν από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου, όπως και οι άλλοι υπάλληλοι του Ιδρύματος, για τη δημοσίευση του Ν. 33(Ι)/2015 και ότι οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου με τίτλο Λειτουργός Ενέργειας και Τεχνικός που απασχολούνταν στο Ίδρυμα, μεταφέρονται και εντάσσονται σε ευρύτερες εναλλάξιμες κατηγορίες με βάση το μισθολογικό τους επίπεδο και συνεχίζουν να απασχολούνται ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου στο Υπουργείο. Επίσης ότι ως ημερομηνία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στη δημόσια υπηρεσία, θεωρείται η ημερομηνία δημοσίευσης του Ν.33(Ι)/2015 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δηλαδή η 20.3.
  2. Ταυτόχρονα ότι διατηρούν τη μισθολογική τους κλίμακα και η υπηρεσία τους θεωρείται συνεχής για σκοπούς μισθοδοσίας. Σημειώνουν ότι σύμφωνοι με τις διευθετήσεις ήταν όλοι οι Αιτητές και οι συντεχνίες των εργοδοτουμένων στο Ίδρυμα. Επίσης ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι στη Δημόσια Υπηρεσία δεν έχουν δικαίωμα διεκδίκησης θέσεων προαγωγής όπως παρέχεται στους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους αλλά προχωρούν στην ψηλότερη κλίμακα των συνδυασμένων κλιμάκων μισθοδοσίας τους. Σε ότι αφορά το ίδρυμα, αναφέρουν, ότι στην τελευταία συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος που έγινε στις 15.5.2015, το Συμβούλιο αφού ενημερώθηκε για τις οικονομικές εκκρεμότητες του Ιδρύματος, αποφάσισε τη διάλυση του με την προϋπόθεση ότι θα διευθετηθούν όλες οι οικονομικές εκκρεμότητες. Τέλος αρνούνται τις αξιώσεις των Αιτητών ως αβάσιμες και αιτούνται την απόρριψη τους. Πλην των παραδεκτών γεγονότων και του Καταστατικού του Ιδρύματος που κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 1, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δόθηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Αμφότεροι συνήγοροι ανέπτυξαν τα επιχει-ρήματα τους με τις τελικές αγορεύσεις. Ο κ. Καμένος στην αγόρευση του, υποστηρίζοντας τις θέσεις των Αιτητών, όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις και τα παραδεκτά γεγονότα, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι τόσο ο Νόμος 33(Ι)/2015 όσο και η ενέργεια των Καθ' ων η αίτηση να μη συνυπολογίσουν την περίοδο απασχόλησης των Αιτητών στο Ίδρυμα, ευρίσκονται σε αντίθεση με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και τον αντίστοιχο Εναρμονιστικό Νόμο 104(Ι)/2000, που αποβλέπουν στη διατήρηση και διασφάλιση των δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων. Είναι η εισήγηση του ότι στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε μεταβίβαση στη βάση της Οδηγίας και του Εναρμονιστικού Νόμου και ότι οι Αιτητές δικαιούνται πλήρη προσμέτρηση του χρόνου υπηρεσίας τους στο Ίδρυμα με την κατοπινή υπηρεσίας τους στο Υπουργείο. Διαζευκτικά, ότι οι Αιτητές δικαιούνται αποζημιώσεις για τα χρόνια υπηρεσίας τους στο Ίδρυμα. Αντίθετα, η κα Δρυμιώτη, αναφερόμενη σε νομολογία του ΔΕΚ (μετέπειτα ΔΕΕ) και των ημεδαπών Δικαστηρίων αναφορικά με το ζήτημα της μεταβίβασης, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι εν προκειμένω δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μία μεταβίβαση επιχείρησης αλλά στην ουσία σε επίδειξη και μόνο της κοινωνικής πρόνοιας του κράτους προς τους εργοδοτούμενους του Ιδρύματος. Ότι το Ίδρυμα δεν αποτελούσε επιχείρηση εν τη εννοία του Νόμου και αυτό αποκαλύπτεται εύκολα με απλή ανάγνωση του καταστατικού του Ιδρύματος, όπου διαφαίνεται ότι βασικός σκοπός του ήταν η ανάπτυξη και προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Κύπρο, η εξοικονόμηση και ορθολογιστική χρήση ενέργειας και η διεύρυνση της χρήσης βιώσιμων ενεργειακών τεχνολογιών. Επίσης, η μελέτη του σχετικού Νόμου αποκαλύπτει ότι ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι επρόκειτο αρχικά για οικονομική οντότητα, εν τούτοις δεν μεταφέρθηκε ως τέτοια. Και τούτο εκ του γεγονότος και μόνο ότι οι εργοδοτούμενοι στο Ίδρυμα διαμοιράστηκαν σε διάφορα τμήματα της δημόσιας διοίκησης και τοποθετήθηκαν σε θέσεις με κριτήριο το μισθολογικό τους επίπεδο και όχι την ταυτότητα αντικειμένου προηγούμενης ενασχόλησης. Σημειώνοντας ότι σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομολογία η προϋπηρεσία δεν συνιστά, αυτή καθεαυτή, δικαίωμα που μπορούν να προβάλουν οι εργοδοτούμενοι έναντι του νέου εργοδότη τους, εκτός εάν με βάση την προϋπηρεσία καθορίζονται ορισμένα δικαιώματα οικονομικής φύσης, εισηγήθηκε ότι εν προκειμένω με βάση ειδική πρόνοια του Ν.33(Ι)/2015 και δη το άρθρο 6

(3), οι υπό μεταφορά εργοδοτούμενοι διατηρούν τη μισθολογική τους κλίμακα ενώ η υπηρεσία τους θεωρείται συνεχής για σκοπούς μισθοδοσίας και ότι απ' αυτό και μόνο το σημείο, το ανακύψαν ζήτημα θεωρείται επιλυμένο. Νομική βάση (i) Οι προστατευτικές διατάξεις της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της δια-τήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας, κατοχύρωσε ρητά ο νομοθέτης με τον Ν.104(Ι)/2000, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση [άρθρο 3
(1)]. Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η κυπριακή νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα, με τις Οδηγίες 77/187 και 98/50/ΕΚ. Ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε απλώς τις δύο προηγούμενες. Σύμφωνα με το ΔΕΕ,[1] σκοπός της Οδηγίας 2001/23 είναι «να διασφαλίσει τη συνέχιση των εργασιακών σχέσεων που υφίστανται στο πλαίσιο μιας οικονομικής οντότητας, ανεξαρτήτως της μεταβολής του εργοδότη, και, επομένως να προστατεύσει τους εργαζόμενους σε περίπτωση επελεύσεως τέτοιας μεταβολής». Με το άρθρο 1§1 της Οδηγίας και 3
(2)του Ν. 104(Ι)/2000 προσδιορίζεται η έννοια της «μεταβίβασης», ως μια βασική και θεμελιώδης έννοια για την εφαρμογή της Οδηγίας. Ως τέτοια, «.θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.»[2] Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου: «Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες ανεξάρτητα εάν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα ή όχι: Νοείται ότι η διοικητική αναδιοργάνωση δημοσίων διοικητικών αρχών ή η μεταβίβαση διοικητικών καθηκόντων μεταξύ δημοσίων διοικητικών αρχών δε θεωρούνται ως μεταβίβαση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου» Από τον ορισμό αυτό προκύπτουν τα εξής δύο κρίσιμα για την εφαρμογή της Οδηγίας και του Νόμου στοιχεία: (α) Η μεταβιβαζόμενη μονάδα, θα πρέπει ήδη πριν από τη μεταβίβαση να συνιστά «οικονομική οντότητα» κατά την έννοια της Οδηγίας και του Νόμου. (β) ως προς την οικονομική αυτή οντότητα θα πρέπει να λάβει χώρα μεταβίβαση, η οποία προϋποθέτει αλλαγή του φορέα της και διατήρηση της ταυτότητας της. Τόσο από την Οδηγία και τον Νόμο όσο και από την πάγια νομολογία του ΔΕΕ προκύπτει ότι δύο είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια μονάδα ως «οικονομική οντότητα», ώστε σε περίπτωση μεταβίβασης να τύχουν εφαρμογής οι σχετικές για την προστασία των εργαζομένων διατάξεις: α) να πρόκειται για ένα σύνολο οργανωμένων πόρων (ανθρώπινο δυναμικό, υλικά και/ή άυλα στοιχεία) και β) με το οργανωμένο αυτό σύνολα να επιδιώκεται ορισμένος οικονομικός σκοπός. Το Δικαστήριο διευκρινίζοντας την έννοια της οικονομικής οντότητας έχει δεχθεί ότι η οικονομική οντότητα δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την ασκούμενη απ' αυτή δραστηριότητα και επομένως η μεταβίβαση δραστηριότητας αυτή και μόνη δεν συνιστά μεταβίβαση μονάδας (οντότητας). Η ταυτότητα της προκύπτει επίσης από άλλα στοιχεία, όπως το προσωπικό της, η στελέχωση της, η οργάνωση των εργασιών της, οι μέθοδοι λειτουργίας ή ακόμα, ενδεχομένως, τα μέσα εκμετάλλευσης που διαθέτει[3]. Τα χαρακτηριστικά αυτά όλα ή κάποια απ' αυτά, έχουν αποφασιστική σημασία, προσδίδουν τη φυσιογνωμία στην επιχείρηση και είναι κρίσιμα για τη διατήρηση της ταυτότητας της. Έχει επίσης δεχθεί ότι σε ορισμένους τομείς, η δραστηριότητα των οποίων στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ακόμη και ένα σύνολο εργαζομένων, εφόσον διαθέτει επαρκή αυτό-τέλεια, μπορεί, παρά την απουσία σημαντικών ενσώματων ή άυλων περιουσιακών στοιχείων, να αντιστοιχεί σε οικονομική οντότητα κατά την έννοια της Οδηγίας[4]. Ως προς την έννοια του όρου «οικονομική δραστηριότητα» που χρησιμοποιεί η Οδηγία και ο Νόμος, θα πρέπει να διευκρινιστεί, ότι καλύπτει κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά. Μια δραστηριότητα δεν χάνει τον οικονομικό χαρακτήρα της και επομένως η μονάδα που την ασκεί δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των προστατευτικών για τους εργαζόμενους ρυθμίσεων από το γεγονός και μόνο ότι ασκείται με μη κερδοσκοπικό σκοπό ή προς το δημόσιο συμφέρον. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν εφαρμογή σε κάθε επιχείρηση που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα του αν επιδιώκει ή όχι κερδοσκοπικό σκοπό. Αποφασιστικό δηλαδή στοιχείο είναι ο οικονομικός χαρακτήρας μιας δραστηριότητας, ο οποίος συντρέχει σε κάθε περίπτωση που ένα σύνολο οικονομικών πόρων έχει οργανωθεί και αξιοποιείται από το φορέα τους για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού. Ο χαρακτηρισμός της δραστηριότητας και της μονάδας που την ασκεί ως οικονομικής δεν προϋποθέτει δραστηριότητα στο τομέα της «οικονομίας» ούτε την πρόθεση επίτευξης κέρδους[5]. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ[6] για να θεωρηθεί ότι συντρέχει «μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης» κατά την έννοια της Οδηγίας και του Νόμου, θα πρέπει η μεταβιβαζόμενη οντότητα να διατηρεί την ταυτότητα της και υπό τον νέο φορέα της. Όπως επισημαίνει το ΔΕΚ[7], η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον σκοπό της Οδηγίας, στόχος της οποίας είναι η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης οικονομικής οντότητας, μιας οντότητας δηλαδή η οποία, ανεξάρτητα από τη μεταβολή του προσώπου που τη διευθύνει και ελέγχει, διατηρεί την ταυτότητα της κατά και αμέσως μετά το πέρας της μεταβίβασης. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Με τη διατήρηση της ταυτότητας της, σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Οι βασικότερες ενδείξεις που καθορίζουν, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, το αν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης είναι: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ), (β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (σήμα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.α.), (γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματία, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, (στ) η διάρκεια της τυχόν διακοπής των δραστηριοτήτων της. Τα στοιχεία αυτά, δεν πρέπει να εκτιμώνται μεμονωμένα. Η βαρύτητα των διαφόρων στοιχείων που πρέπει ο εθνικός δικαστής να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει αν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την οποία πρόκειται και από τις εφαρμοζόμενες μεθόδους παραγωγής και εργασίας[8]. Όπως επισημαίνει το ΔΕΚ: «η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκτίμηση ενός μόνον παράγοντα[9], ακόμη και αν πρόκειται για παράγοντα με βαρύνουσα σημασία για την εκτίμηση αν συντρέχει η όχι μεταβίβαση επιχείρησης». Σύμφωνα με το ΔΕΚ[10], για τη διατήρηση της ταυτότητας, δεν είναι απαραίτητο τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν και υπό τον νέο επιχειρηματία τη συγκεκριμένη οργανωτική δομή που είχαν πριν την μεταβίβαση. Η διατήρηση της ίδιας ακριβώς οργανωτικής δομής των προσωπικών και περιουσιακών στοιχείων είναι μεν μια ένδειξη για τη διατήρηση της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης μονάδας όχι όμως καθοριστικό στοιχείο. Διαφορετικά η απόφαση του νέου εργοδότη να διαλύσει το τμήμα της επιχείρησης ή εγκατάστασης και να το ενσωματώσει στην υφιστάμενη δομή της δικής του επιχείρησης θα αρκούσε για να αποκλείσει την εφαρμογή της Οδηγίας στο τμήμα αυτό, με συνέπεια να στερηθούν οι οικείοι εργαζόμενοι την προστασία που παρέχει η Οδηγία κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό της. Εφόσον ο υφιστάμενος δεσμός, από άποψη λειτουργίας και επιδιωκόμενου σκοπού, διατηρεί μεταξύ των διαφόρων μεταβιβαζόμενων συντελεστών και μετά τη μεταβίβαση, ο οποίος και επιτρέπει στον νέο επιχειρηματία να χρησιμοποιεί τους συντελεστές αυτούς, έστω και συντεταγμένους σε μια διαφορετική οργανωτική δομή, για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, η διατήρηση της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης μονάδας δεν αναιρείται από το γεγονός και μόνο ότι η μεταβιβαζόμενη μονάδα χάνει την οργανωτική της αυτονομία και οι συντελεστές που τη συνθέτουν εντάσσονται από τον νέο φορέα σε μια διαφορετική οργανωτική δομή. Εφόσον η οικονομική οντότητα ορίζεται ως «σύνολο οργανωμένων πόρων» και στους ουσιώδεις πόρους ανήκει και το εργατικό δυναμικό, η εκούσια ανάληψη ενός σημαντικού μέρους του προσωπικού αξιολογείται ως μία σοβαρή ένδειξη υπέρ της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης μονάδας. Έτσι στις εμπορικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών σημαντικότερο ρόλο παίζουν άυλα στοιχεία, όπως η τεχνογνωσία, η επωνυμία, η οποία συνοδεύεται από τη φήμη της επιχειρήσεως, το good will και κυρίως η σταθερή πελατεία. Σε απόφαση του το ΔΕΚ έκρινε ότι «καθόσον σε ορισμένους τομείς στους οποίος η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μία και μόνη δραστηριότητα μπορεί να αντιστοιχεί σε οικονομική μονάδα, μία τέτοια μονάδα μπορεί αν διατηρεί την ταυτότητα της και πέραν της μεταβιβάσεως της, όταν ο νέος επικεφαλής της επιχειρήσεως δεν αρκείται στη συνέχιση της εν λόγω δραστηριότητας, αλλά αναπροσλαμβάνει επίσης σημαντικό τμήμα, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού στο οποίο ο προκάτοχος του ανέθετε ειδικά το έργο αυτό.»[11] Σε άλλη απόφαση το ΔΕΚ απεφάνθη ότι: «.η ταυτότητα μιας οικονομικής μονάδας . η οποία στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, δεν διατηρείται αν σημαντικό τμήμα του προσωπικού δεν αναπροσλαμβάνεται από τον φερόμενο εκδοχέα»[12] Επίσης όσον αφορά την ομοιότητα της ασκούμενης δραστηριότητας πριν και μετά τη μεταβίβαση το Δικαστήριο, στην περίπτωση ενός δήμου ο οποίος είχε αρχικά αναθέσει τον καθαρισμό των εγκαταστάσεων του σε ιδιωτική επιχείρηση και στη συνέχεια κατήγγειλε τη σύμβαση που τον συνέδεε με αυτήν την ιδιωτική επιχείρηση και ανέλαβε ο ίδιος τη δραστηριότητα του καθαρισμού, προσλαμβάνοντας νέο προσωπικό, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός ότι οι ασκούμενες από την ιδιωτική επιχείρηση και από τον δήμο δραστηριότητες είναι παρόμοιες, ή μάλλον ταυτόσημες, δεν δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι διατηρείται η ταυτότητα μιας οικονομικής μονάδας». Και αυτό γιατί «μια οικονομική μονάδα δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη δραστηριότητα την οποία ασκεί. Η ταυτότητα της προκύπτει από διάφορα άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους στοιχεία, όπως το προσωπικό της, η στελέχωση της, η οργάνωση των εργασιών της, οι μέθοδοι λειτουργίας ή και, ενδεχομένως τα μέσα λειτουργίας της»[13]. Με τις αλλαγές που επέφερε η Οδηγία 98/50/ΕΚ και τις οποίες ο κύπριος νομοθέτης μετέφερε αυτούσιες στο εσωτερικό δίκαιο με τη ψήφιση του εναρμονιστικού Ν.104(Ι)/2000 (άρθρο 1 παρ.3), η Οδηγία εφαρμόζεται και σε δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες. Κατά τη μεταβίβαση όμως αρμοδιοτήτων στα πλαίσια μιας αναδιοργάνωσης διοικητικών αρχών ή κατά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από μια δημόσια αρχή σε μια άλλη, δεν πρόκειται για μεταβίβαση κατά την έννοια της Οδηγίας (άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. γ). Των εν λόγω αλλαγών προηγήθηκε η απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Telecom Italia SpA όπου το Δικαστήριο καλείτο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα (α) αν η μεταβίβαση κάποιας δραστηριότητας, την οποία εκμεταλλεύεται δημόσιος οργανισμός της κρατικής διοίκησης σε εταιρεία ιδιωτικού δικαίου, της οποίας το κεφάλαιο κατέχει το δημόσιο συνιστά μεταβίβαση κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ και (β) αν τα δικαιώματα οικονομικής φύσεως του εργαζόμενου, π.χ. οφέλη που είχε αποκτήσει αυτός (προϋπηρεσία) διατηρούνται (μεταβιβάζονται) και έναντι του μεταβιβάζοντος (άρθρο 1 παρ.3 της Οδηγίας). Ως προς το πρώτο σκέλος το ΔΕΚ με την απόφαση του 14.9.2000[14], ερμηνεύοντας το άρθρο αυτό δέχθηκε ότι «αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση, κατά την οποία μια μονάδα, η οποία εξασφαλίζει την εκμετάλλευση υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού και την οποία διαχειρίζεται δημόσιος οργανισμός ενταγμένος στην κρατική διοίκηση, αποτελεί το αντικείμενο, κατόπιν αποφάσεων των δημοσίων αρχών, μεταβίβασης εξ επαχθούς αιτίας, υπό τη μορφή διοικητικής παραχώρησης, σε εταιρεία ιδιωτικού δικαίου που έχει συσταθεί από άλλο δημόσιο οργανισμό, ο οποίος κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της. Πρέπει πάντως τα πρόσωπα τα οποία αφορά η μεταβίβαση αυτή να προστατεύονται αρχικά ως εργαζόμενοι από την εθνική εργατική νομοθεσία». Ως προς το δεύτερο σκέλος με την ίδια απόφαση του δέχθηκε ότι «αυτό έχει την έννοια ότι, με τον υπολογισμό των δικαιωμάτων οικονομικής φύσης που συνδέονται, όσο αφορά τον μεταβιβάζοντα, με την προϋπηρεσία των εργαζομένων, όπως η αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσης ή οι μισθολογικές αυξήσεις, εκείνος στον οποίο έγινε η μεταβίβαση, οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των ετών υπηρεσίας που συμπληρώθηκαν τόσο στην υπηρεσία του όσο και στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος από το προσωπικό που υπήχθη σ' αυτόν συνεπεία της μεταβίβασης, στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή απέρρεε από την εργασιακή σχέση που συνέδεε το προσωπικό αυτό με τον μεταβιβάζοντα και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν στο πλαίσιο της σχέσης αυτής. Πάντως η Οδηγία δεν απαγορεύει στον προς ον η μεταβίβαση να τροποποιήσει τους όρους της εν λόγω εργασιακής σχέσης, στο μέτρο που το εθνικό δίκαιο επιτρέπει την τροποποίηση αυτή, εκτός τις περιπτώσεις μεταβίβασης επιχείρησης»[15]. ii. Ο Νόμος 33(Ι)/2015. Στις 20.3.2015 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας ο περί της Μεταφοράς των Αρμοδιοτήτων και Λειτουργιών του Ιδρύματος Ενέργειας Νόμος (Ν.33(Ι)2015). Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, οι αρμοδιότητες και λειτουργίες, οι οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ασκούνται από το Ίδρυμα, μεταφέρονται στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού («το Υπουργείο»). Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου, σαράντα τρεις
(43)εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου που απασχολούνται στο Ίδρυμα μεταφέρονται στο Υπουργείο, στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού. Δε-κατέσσερις
(14)εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου με τίτλο Λειτουργός Ενέργειας και Δεκατρείς
(13)εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου με τον τίτλο Τεχνικός μεταφέρονται στο Υπουργείο. Νοείται ότι οι εν λόγω εργοδοτούμενοι πληρούν τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα που προβλέπονται στο Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης του Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών και στο Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης του Επιθεωρητή Εμπορίου και Βιομηχανίας αντίστοιχα, για σκοπούς κάλυψης αναγκών του ίδιου μισθολογικού επιπέδου. Τηρουμένων των πιο πάνω, ως ημερομηνία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στη δημόσια υπηρεσία, κάθε εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου που μεταφέρεται στο Υπουργείο, στο Γενικό Λογιστήριο ή στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, θεωρείται η ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δηλαδή η 20.3.2015. Η απασχόληση δε κάθε εργοδοτούμενου κρίνεται σύμφωνα με την προηγούμενη απασχόληση του στο Ίδρυμα. Ανάλυση Προφανώς, από τα παραδεκτά γεγονότα και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, το Ίδρυμα αποτελούσε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο, μέσω των δραστηριοτήτων του και βάσει του καταστατικού του (Τεκ.1), απέβλεπε στη επίτευξη συγκεκριμένων επιδιωκόμενων σκοπών. Στις 20.3.2015, δυνάμει των προνοιών του Ν.33(Ι)/2015, οι αρμοδιότητες και λειτουργίες του Ιδρύματος μεταβιβάστηκαν στο Υπουργείο. Στο Υπουργείο μεταφέρθηκαν και οι 27 από τους 43 εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου του Ιδρύματος. Καθοδηγούμενοι τόσο από την Οδηγία και τον Εναρμονιστικό Νόμο όσο και από τη διαμορφωμένη νομολογία του ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ) κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση το Ίδρυμα αποτελούσε μια άρτια οργανωμένη ανεξάρτητη επιχείρηση για τη λειτουργία της οποίας δεν απαιτούνταν σημαντικά ενσώματα ή άυλα περιουσιακά στοιχεία και συνεπώς η κρίση για τη διατήρηση της ταυτότητας της δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μεταβίβαση τέτοιων στοιχείων. Εξ άλλου μέσα από τον Ν.33(Ι)/2015 δεν γίνεται αναφορά στη μεταβίβαση τέτοιων στοιχείων ως απαραίτητων ή αναγκαίων για την συνέχιση των αναληφθέντων αρμοδιοτήτων και λειτουργιών από το Υπουργείο, αλλά ούτε και από το ίδιο το καταστατικό προσδιορίζεται η ύπαρξη τέτοιων σημαντικών περιουσιακών στοιχείων. Κρίνουμε επίσης ότι οι δραστηριότητες του Ιδρύματος στηρίζονταν κυρίως στο εργατικό δυναμικό του και ως εκ τούτου η ανάληψη από το Υπουργείο ενός σημαντικού μέρους του προσωπικού, αποτελεί, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στοιχείο με ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης. Βέβαια, το ΔΕΚ απαιτεί ο νέος επιχειρηματίας να αναλάβει ένα σημαντικό μέρος του προσωπικού όχι μόνο από άποψη αριθμού (ποσοτικό στοιχείο) αλλά και από άποψη δεξιοτήτων (ποιοτικό στοιχείο). Στην προκείμενη περίπτωση είναι φανερό ότι η δια νόμου μεταφορά των εργοδοτουμένων του Ιδρύματος στο Υπουργείο υπήρξε σημαντική τόσο από άποψη αριθμού όσο και από άποψη δεξιοτήτων, καθώς οι Λειτουργοί Ενέργειας και οι Τεχνικοί που μεταφέρθηκαν αποκλειστικά στο Υπουργείο, αποτελούσαν το εξειδικευμένο προσωπικό με τις ειδικές γνώσεις που απαιτούνταν για την επίτευξη των σκοπών του Ιδρύματος, μέσω της ανάληψης των οποίων αναλήφθηκε συγχρόνως η τεχνογνωσία και το good will. Εν ολίγοις η επίτευξη των σκοπών του Ιδρύματος στηριζόταν κυρίως στο εξειδικευμένο προσωπικό του και έτσι με την ανάληψη του προσωπικού αυτού, το Υπουργείο δεν δημιούργησε αλλά ανέλαβε μια ήδη υφιστάμενη οργανωμένη εργασία. Συνεπώς η διατήρηση του οργανωτικού δεσμού που συνδέει το σύνολο των προσωπικών στοιχείων που απαρτίζουν μαζί με τις αρμοδιότητες και τις λειτουργίες που ασκούνταν από το Ίδρυμα τη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση, είναι αυτό που επέτρεψε στο Υπουργείο την αξιοποίηση και εκμετάλλευση τους για τη συνέχιση της ίδιας ή όμοιας δραστηριότητας, ανεξαρτήτως εάν το Υπουργείο διατήρησε την οργάνωση εργασίας του Ιδρύματος ή συνέταξε τα στοιχεία αυτά σε μια διαφορετική οργανωτική δομή ή μετέβαλε μερικώς τον σκοπό της. Πρόσθετα, η περίπτωση των Αιτητών καλύπτεται από το άρθρο 3
(3)της Οδηγίας και του Νόμου και δεν εμπίπτει στην επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου καθώς δεν πρόκειται για διοικητική αναδιοργάνωση δημοσίων διοικητικών αρχών ή μεταβίβαση διοικητικών καθηκόντων μεταξύ δημοσίων διοικητικών αρχών, αλλά για μεταβίβαση από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο. Οι δε Αιτητές ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προ-στατεύονταν και συνεχίζουν να προστατεύονται από την εσωτερική εργατική νομοθεσία. Σε τελική ανάλυση, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει εντός των πλαισίων των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/
  1. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση, έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης του Ιδρύματος στο Υπουργείο κατά την έννοια των διατάξεων της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000, δεδομένου ότι το Υπουργείο ανέλαβε τις αρμοδιότητες και λειτουργίες που ασκούνταν από το Ίδρυμα μαζί με ένα σημαντικό μέρος του προσωπικού όχι μόνο από άποψη αριθμού αλλά και από άποψη δεξιοτήτων, χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης και κατά τρόπο ώστε τα επί μέρους μεταβιβασθέντα στοιχεία της εν λόγω επιχείρησης να διατηρήσουν την οργανική τους ενότητα αλλά και την ικανότητα τους να πραγματοποιήσουν τον ίδιο βασικά σκοπό και από τον νέο φορέα, το Υπουργείο. Λαμβάνοντας υπόψη τον επιδιωκόμενο με την Οδηγία και τον Νόμο 104(Ι)/2000 σκοπό, που αποβλέπει στη διασφάλιση της συνέχισης των εργασιακών σχέσεων των εργοδοτουμένων και υπό τον νέον φορέα της επιχείρησης, καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση, με τη δια νόμου μεταβίβαση της επιχείρησης του Ιδρύματος στο Υπουργείο, λανθασμένα δεν συνυπολόγισαν και ή δεν προσμέτρησαν την απασχόληση των Αιτητών στο Ίδρυμα στη σημερινή τους υπηρεσία και προς όφελος τους, στη θέση που μεταφέρθηκαν και κατέχουν στο Υπουργείο. Πρόκειται για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους στο Ίδρυμα που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τον υπολογισμό δικαιωμάτων οικονομικής φύσης όπως η αποζημίωση σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης, οι μισθολογικές αυξήσεις, η ανέλιξη τους, κ.α. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος Διεθνείς Συμβάσεις, Συνθήκες ή Συμφωνίες που συνομολογούνται μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με την επικύρωση τους σε νόμο και τη δημοσίευση τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου και υπερισχύουν σε περίπτωση σύγκρουσης τους. Και στην προκείμενη περίπτωση η Οδηγία και ο Εναρμονιστικός Ν. 104(Ι)/2000 υπερισχύουν του Ν.33(Ι)/2015 Εν κατακλείδι οι Αιτήσεις πετυχαίνουν. Εκδίδεται απόφαση και ή διάταγμα ως η παράγραφος (Α) των αξιώσεων των Αιτητών. Επιδικάζονται επίσης €500 έξοδα υπέρ εκάστου Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Χρ. Παπαϊωάννου, Μέλος Α. Καταλάνου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ΔΕE 12.2.2009 C-466/07 [2] Το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τον ορισμό της «οικονομικής μονάδας» για την οποία γίνεται στην απόφαση C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 και την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς. [3] C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259, C-127/96, ΔΕΚ 2.12.1999 C-234/98, C-463/09 σ.41 C-172/99 Oy LiiKenne [2001] ECR I-745, [4] C-108/10 Scattolon 6.9.2011 [5] ΔΕΚ 26.9.2000 C-175/
  2. Στην υπόθεση C-29/91 Stichting [1992] ECR 3189, η οποία αφορούσε ένα Ίδρυμα με κύρια δραστηριότητα την παροχή αρωγής σε τοξικομανείς, το ΔΕΚ έκρινε έμμεσα ότι για να μπορεί μια μονάδα να θεωρηθεί επιχείρηση, κατά την έννοια της Οδηγίας, δεν απαιτείται η ύπαρξη κερδοσκοπικού σκοπού, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων. Με μεταγενέστερη απόφαση του (C-382/92 ECR [1994] I-2435) το ΔΕΚ επιβεβαίωσε τη θέση του αυτή. Στην απόφαση εκείνη το ΔΕΚ παρατήρησε μάλιστα ότι και στο δίκαιο του ανταγωνισμού, η ύπαρξη ή η απουσία κερδοσκοπικού σκοπού, δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο, για τον προσδιορισμό της έννοιας της επιχείρησης. [6] C-24/85 Spijkers [1986] ECR
  3. C-29/91 Stichting [1992] ECR
  4. C-392/92 Schmidt [1994] ECR I-
  5. [7] C-51/00 Tempo Service Industries [2002] ECR I-
  6. [8] C-287/86 Ny Molle Kro
(1987), 5479. C-13/95 Suzen
(1997), 1275. C-172/99 Oy LiiKenne (25.1.2001). C-51/00 Temco Service Industries
(2002), 969 [9] C-392/92 Schmidt [1994] ECR I-1326. [10] ΔΕΚ 12.2.2009 C-466/07 (Klarenberg) [11] ΔΕΚ 29.7.2010 C-151/2009 [12] ΔΕΚ 20.1.2011 C-463/2009 CLECE SA v Maria Soccoro martin Valor και Ayuntamiento de Cobisa [13] ΔΕΚ 20.1.2011 C-463/2009, CLECE SA v Maria Soccoro martin Valor και Ayuntamiento de Cobisa [14] C-343/1998 [2000] ECR I-920 Renato Collino, Liisella Chiappero v. Telecom Italia SpA. [15] Για τη Μεταβίβαση Επιχείρησης παραπέμπουμε στα ακόλουθα συγγράμματα από τα οποία λάβαμε καθοδήγηση: Δ. Ζερδελής, «Εργατικό Δίκαιο», Κ. Γαζετάς, «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Έννομες Συνέπειες για τις Εργασιακές Σχέσεις, Δικαστική Προστασία», Αμ. Λεβέντη «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Συλλογικές Σχέσεις Εργασίας» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.