← Κύπρος

Μ. Χ. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΣ) ΛΤΔ (ΝΕΟ), Αρ. Υπόθεσης: 297/2018, 11/11/2020

Μ. Χ. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΣ) ΛΤΔ (ΝΕΟ), Αρ. Υπόθεσης: 297/2018, 11/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Λ. Γεωργιάδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 297/2018 Μεταξύ: Αιτητής -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΣ) ΛΤΔ (ΝΕΟ) Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 11η Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Κωνσταντίνος Πόλεος και κα Κατερίνα Λούτσιου Για Καθ' ων η αίτηση: κα Ηρώ Κυπριανού για Στέλιος Στυλιανίδης & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη σύμφωνο γνώμη του Αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των πιο κάτω προδικαστικών εντάσεων που εγείρονται από τους Καθ' ων η αίτηση στους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφανίσεως και έχουν ως ακολούθως: Α. Η επίδικη αξίωση και ή οποιαδήποτε αξίωση του Αιτητή έχει παραγραφεί. Β. Οι θεραπείες που αιτείται ο Αιτητής είναι ασαφείς και ή αόριστες και ή εκτός της αρμοδιότητας και ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Γ. Ουδέν αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει εναντίον τους, καθότι πρόκειται για το νέο Ταμείο Προνοίας της Τράπεζας το οποίο ιδρύθηκε περί το έτος 2014, ήτοι δύο χρόνια μετά την απόλυση του Αιτητή και ή ο Αιτητής, ουδεμία συνεισφορά και ή συμμετοχή είχε σε αυτό. Δ. Υπάρχει δεδικασμένο καθότι ο Αιτητής στην Αίτηση Εργατικών Διαφορών αρ.8/2018 απέσυρε ανεπιφύλακτα όλες τις σχετικές με την παρούσα Αίτηση αξιώσεις του. Όπως είναι νομολογημένο, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα

(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση του Αιτητή εκτίθενται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ως ακολούθως: Ο Αιτητής εργαζόταν ως κλητήρας Υπηρεσιών Διοίκησης προς όφελος και ή για λογαριασμό των Καθ' ων η αίτηση. Απασχολήθηκε στην υπηρεσία τους για χρονικό διάστημα πέραν των 12 ετών και συγκεκριμένα από τις 9.11.1999 μέχρι τις 28.5.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του. Ειδικότερα, μετά από ακρόαση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση, στις 30.4.2012 αποφασίστηκε όπως επιβληθεί στον Αιτητή η ποινή της απόλυσης. Οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν στον Αιτητή όλες τις πληρωμές που του αναλογούσαν, πλην των εισφορών στο Ταμείο Προνοίας. Με τον τερματισμό της απασχόλησης του έλαβε από το Ταμείο Προνοίας μόνο το σε πίστη του ποσό από τον Λογαριασμό Α και μέχρι σήμερα δεν του κατεβλήθη το σε πίστη του ποσό στον Λογαριασμό Β, το οποίο διεκδικεί με την υπό κρίσιν Αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση, διαζευκτικά και άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων, παραδέχονται ότι ο Αιτητής από τις 9.11.1999 και μέχρι τις 28.5.2012, ημέρα τερματισμού της απασχόλησης του, ήταν εργοδοτούμενος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Κύπρου Λτδ, με καθήκοντα κλητήρα Υπηρεσιών Διοίκησης. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου προχώρησε στον τερματισμό της απασχόλησης του αφού προηγήθηκε η προβλεπόμενη στον Οργανισμό Υπηρεσίας της Τράπεζας, πειθαρχική διαδικασία και ο Αιτητής κλήθηκε ενώπιον των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου κατά ή περί τις 30.4.2012, όπου του δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί. Ισχυρίζονται ότι οι οποιεσδήποτε αξιώσεις του Αιτητή θα έπρεπε να είναι εναντίον του Ταμείου το οποίο υφίστατο κατά τον χρόνο της απόλυσης του και το οποίο έφερε την ονομασία «Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ» και το οποίο έχει διαλυθεί. Σε κάθε περίπτωση δε, είναι ασύνδετο με τους Καθ' ων η αίτηση. i. Παραγραφή Προς υποστήριξη των προδικαστικών ενστάσεων, η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση αφού αναφέρθηκε στο άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου (Ν.8/67) και σε σχετική Νομολογία του Δικαστηρίου, εισηγήθηκε ότι η απαίτηση του Αιτητή έχει παραγραφεί καθώς έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα των 12 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή. Η πλευρά του Αιτητή στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση της, με αναφορά στο άρθρο 22 του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου του 1981 (Ν.44/81) και στο άρθρο 31 του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012 (Ν. 208(Ι)/2012), εισηγήθηκε ότι καμία αξίωση του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση δεν έχει παραγραφεί, καθώς δεν υπάρχει Κανονισμός που εξεδόθη με βάση τις διατάξεις των προρρηθέντων Νόμων, ο οποίος να προνοεί παραγραφή απαίτησης από Ταμείο Προνοίας, αλλά ούτε και στο Καταστατικό του εκάστοτε Ταμείου Προνοίας της Εθνικής Τράπεζας υπάρχει πρόνοια για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος. Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις και τη νομολογία που οι δύο πλευρές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου. Έχουμε επίσης εξετάσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των δυο πλευρών, με αποκλειστική πηγή αναζήτησης τις έγγραφες προτάσεις, από τις οποίες προκύπτουν ως κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 28.5.2012. Του τερματισμού της απασχόλησης του προηγήθηκε πειθαρχική διαδικασία όπου ο Αιτητής στις 30.4.2012 κλήθηκε ενώπιον των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου. Η προδικαστική ένσταση της παραγραφής που θέτουν οι Καθ' ων η αίτηση έχει ως νομικό έρεισμα το άρθρο 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560, άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στα δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1R.S.C.C. 10, 13). Με τον τροποποιητικό Ν.169(Ι)/02 ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του Νόμου, οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Στον Halsbury's Laws of England, 4th Edition, 2000 Reissue, vol. 16
(2), para 629 κάτω από τον τίτλο
(2)PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα: 685. Time limits for presenting complaints. ..................................................................................................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer's disciplinary procedure; .......................................... .......................................... n.11.......................................... In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings." Ελεύθερη μετάφραση: «Διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίων Εργατικών Δικαστηρίων (ι) Χρονικά όρια 685. Χρονικά όρια για παρουσίαση παραπόνου................................................ ...............................................................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)αναμένοντας το αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων ποινικών διαδικασιών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι καλός λόγος [επέκτασης του χρόνου] όπως δεν είναι καλός λόγος η καθυστέρηση καταχώρησης μιας απαίτησης επειδή χρησιμοποιείται μια εσωτερική διαδικασία ή ένα εσωτερικό δικαίωμα έφεσης βάση της πειθαρχικής διαδικασίας του εργοδότη. Σημ.11. ..................................................................................................................Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να λάβει συμβουλή να καταχωρήσει εναρκτήρια αίτηση αλλά να ζητά όπως αυτή αναβάλλεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εσωτερική διαδικασία.» Όπως εντοπίζεται στο Bower on Employment Law, sixth edition, p.286: "(
  1. f)The courts have generally rejected attempts to extend the effective date of termination to cover periods during which an appeal is being heard under an internal disciplinary procedure. In J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109, this refusal was notwithstanding that the internal disciplinary procedure provided for 'suspension without pay' pending appeal. Brightman LJ stated that: 'If an employee is dismissed . on terms that he then ceases to have the right to work under the contract of employment and that the employer ceases likewise to be under an obligation to pay the employee, the contract is at an end' (approved by the House of Lords in West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). The same result was reached in Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, even though in that case the employee was paid for a 10-month period while his appeal was pending. The principle does not depend on any express term being included in the particular contract (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) instead resting on the policy reason of the uncertainty of any other course, and the desirability that speed be of the essence in enforcing employment rights." Ελεύθερη μετάφραση: «(
  2. f)Τα δικαστήρια έχουν σε γενικές γραμμές απορρίψει προσπάθειες για επέκταση της ουσιαστικής ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης ούτως ώστε να καλυφθούν περίοδοι κατά τις οποίες γίνεται η ακρόασης μιας έφεσης βάσει μιας εσωτερικής πειθαρχικής διαδικασίας. Στην υπόθεση J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109 υπήρξε τέτοια άρνηση παρόλο που στην εσωτερική πειθαρχική διαδικασία προβλεπόταν 'διαθεσιμότητα χωρίς πληρωμή' εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Όπως ανέφερε ο Brightman LJ «εάν ένας εργοδοτούμενος απολυθεί ... με όρους ότι δεν έχει το δικαίωμα να εργαστεί με βάση τη σύμβαση απασχόλησης και ο εργοδότης με τον ίδιο τρόπο παύει να έχει υποχρέωση πληρωμής του εργοδοτούμενου, η σύμβαση έχει φθάσει σε ένα τέλος (αυτό επικυρώθηκε και από τη Βουλή των Λόρδων στη West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το δικαστήριο και στην Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v. Nambiar [1981] IRLR 196, παρότι σ' αυτή ο εργοδοτούμενος συνέχισε να πληρώνεται για μια περίοδο 10 μηνών ενόσω η έφεση του εκκρεμούσε. Αυτή η αρχή δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ρητό όρο που συμπεριλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) αλλά αντιθέτως βασίζεται σε λόγο δημοσίας πολιτικής λόγω της αβεβαιότητας οποιασδήποτε άλλης πορείας και της επιθυμίας όπως η ταχύτητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιβολή των εργατικών δικαιωμάτων.» Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 151 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις του Εφεσείοντα: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική Σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Όπως έχει επισημανθεί, με την παρούσα Αίτηση o Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση την καταβολή του Ταμείου Προνοίας του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι με τον τερματισμό της απασχόλησης του που έγινε στις 28.5.2012, έλαβε από το Ταμείο Προνοίας το σε πίστη του ποσό από τον Λογαριασμό Α και ότι μέχρι σήμερα δεν του καταβλήθηκε το αντίστοιχο ποσό από τον Λογαριασμό Β που είναι οι εισφορές του εργοδότη. Έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 κρίνουμε ότι το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή ανέκυψε με τον τερματισμό της απασχόλησης του και την πληρωμή του ποσού που ευρίσκετο σε πίστη του στο Λογαριασμό Α, καθώς με την καταβολή του εν λόγω ποσού οι Καθ' ων η αίτηση κατέστησαν φανερή την πρόθεση τους να μην του καταβάλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό. Παρόλα αυτά, ο Αιτητής προχώρησε για πρώτη φορά στη λήψη δικαστικών μέτρων με την καταχώρηση της υπό κρίσιν Αίτησης και δη 6½ και πλέον έτη μετά που ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του. Η πλευρά του Αιτητή αποβλέποντας στην αποδυνάμωση της θέσης των Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε το Δικαστήριο στον άρθρο 22 του Ν.44/1981 που έχει ως ακόλουθα: «Κανονισμοί θέλουσι καθορίσει τας προϋποθέσεις υφ' ας η αξίωση μέλους ταμέιου προνοίας προς λήψιν του εις πίστιν του ποσού παραγράφεται, ως καιτον τρόπον διαθέσεως του ποσού, το οποίον ελλείψει του παρόντος άρθρου, θα κατεβάλλετο εις το μέλος.» Παρέπεμψε επίσης στο αντίστοιχο άρθρο 31 του Ν.208(Ι)/2012 το οποίο επίσης παραθέτουμε: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 29, Κανονισμοί καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παραγράφεται η αξίωση μέλους Ταμείου Προνοίας ή των δικαιούχων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, προς λήψη του εις πίστη του μέλους ποσού παροχής, ως και τον τρόπο διάθεσης του ποσού το οποίο, ελλείψει του παρόντος άρθρου, θα καταβαλλόταν στο μέλος ή στους εν λόγω δικαιούχους.» Η εισήγηση της πλευράς του Αιτητή ότι δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα τέτοιοι κανονισμοί που να προνοούν ότι μια τέτοια απαίτηση έχει παραγραφεί και συνεπώς πως καμία αξίωση του Αιτητή δεν έχει παραγραφεί, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Κατ' αρχάς το άρθρο 12(10Α) αφορά οποιαδήποτε αίτηση που καταχωρείται στο παρόν Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη φύση των αξιώσεων του προσφεύγοντος. Πρόσθετα και οι προβλεπόμενοι κανονισμοί να είχαν εκδοθεί δεν φαίνεται να συνδέονται με το δικαίωμα μέλους του Ταμείου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου. Επίσης ένας τέτοιος κανονισμός σε καμία περίπτωση θα υπερίσχυε του προρρηθέντος Νόμου. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η αίτηση ευσταθεί και συνεπώς το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έχει παραγραφεί. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μας που κρίνει την όλη υπόθεση δεν κρίνουμε σκόπιμο να προχωρήσουμε στην εξέταση των υπολοίπων προδικαστικών ενστάσεων. Κατ' ακολουθία η όλη διαδικασία αναστέλλεται, με €1.200 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Λ. Γεωργιάδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.