Σ. Ζ. ν. ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 890/2014, 30/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:38 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Λ. Γεωργιάδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 890/2014 Μεταξύ: Σ. Ζ. Αιτήτρια -και- ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Ιουνίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Α. Γεωργίου για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Κορφιώτης με κα. Σ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διατηρούσε ιδιωτικό νοσοκομείο στη Λευκωσία. Η Αιτήτρια προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 1.5.1993 ως νοσηλεύτρια. Η απασχόληση της τερματίστηκε στις 13.10.2014 με σχετική επιστολή την οποία παραθέτουμε: «Θέμα: Τερματισμός εργοδότησης Με την παρούσα επιστολή σας πληροφορώ ότι άμεσα τερματίζεται η απασχόληση σας στο Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο από τη θέση της νοσηλεύτριας αποστείρωσης λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων σας. Σημειώστε ότι όλα τα δικαιώματα σας θα σας παραχωρηθούν άμεσα από το λογιστήριο συμπεριλαμβανομένου και ενός μηνός προειδοποίηση.» Ο τελευταίος ακαθάριστος μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν στα €1.703,05. Επιπλέον λάμβανε και 13ο μισθό. Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα τερμάτισε την απασχόληση της με ισχυριζόμενο λόγο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της δίδοντας της ένα μήνα πληρωμή αντί προειδοποίησης και όχι τη νόμιμη προειδοποίηση που καθορίζει ο Νόμος. Στη βάση αυτή αξιώνει από την Εργοδότρια Εταιρεία: (α) Υπόλοιπο πληρωμής αντί προειδοποίησης, (β) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (γ) Αυξημένες αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και απώλεια καριέρας, (δ) Οποιονδήποτε άλλο ωφέλημα δικαιούται βάσει νόμου, σύμβασης, πρακτικής, εθίμου ή άλλως, (ε) Οποιανδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει, (στ) Νόμιμο τόκο, (ζ) Έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους εμφάνισης απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζόμενη ότι στις 13.10.2014, αφού η Αιτήτρια είχε παραδεχθεί τη διάπραξη πράξης ή παράλειψης, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την υγεία και ασφάλεια νοσηλευόμενων, ο διευθυντής, της ανέφερε ότι απολύεται και θα της καταβάλλονταν όλα τα δεδουλευμένα δικαιώματα της καθώς και χαριστική πληρωμή ενός μηνός αντί προειδοποίησης. Η ίδια αποδέχθηκε το δικαιολογημένο της απόφασης και ή δήλωσε στον διευθυντή ότι προτιμά να αποχωρήσει οικειοθελώς προκειμένου η παράλειψη της να μην γνωστοποιηθεί και ή εμποδίσει και ή περιορίσει τη δυνατότητα απασχόλησης της σε άλλο νοσηλευτήριο. Άνευ βλάβης και ή διαζευκτικά προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η Αιτήτρια δεν αποχώρησε οικειοθελώς, ισχυρίζεται ότι δικαιολογημένα και ή νόμιμα έχει απολύσει άμεσα την Αιτήτρια, της οποίας η πράξη και ή παράλειψη που σχετιζόταν με την αποστείρωση χειρουργικών εργαλείων, μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την υγεία και ασφάλεια νοσηλευόμενων στο νοσοκομείο. Ισχυρίζεται τέλος, ότι η Αιτήτρια και στο παρελθόν, παρά τις κατ' επανάληψη προφορικές και ή γραπτές υποδείξεις των προϊσταμένων της, επέδειξε συμπεριφορά και ή διέπραξε πράξεις ή παραλείψεις που δεν έπρεπε. Να σημειώσουμε ότι με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η Εργοδότρια Εταιρεία παρουσίασε πρώτη την υπόθεση της, εγκαταλείποντας με τον τρόπο αυτό τον δικογραφημένο ισχυρισμό της ότι η Αιτήτρια οικειοθελώς εγκατέλειψε την εργασίας της. Ισχυρισμός που εναπόθετε στην Αιτήτρια να αποδείξει ότι απολύθηκε με μονομερή απόφαση των Εργοδοτών της και ότι δεν εγκατέλειψε από μόνη της την απασχόληση της. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία δύο μάρτυρες ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε την υπόθεση της με την προσωπική της και μόνο μαρτυρία. Ενώπιον μας υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν η κα Α. Κ., εργοδοτούμενη στο νοσοκομείο από τον Σεπτέμβριο 2002 και τα τελευταία χρόνια προϊστάμενη χειρουργείου. Σύμφωνα με τη μάρτυρα στις 13.10.2014, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της, ελέγχοντας τα εργαλεία και τον ιματισμό που είχαν αποσταλεί στο χειρουργείο από το τμήμα αποστείρωσης ως έτοιμα για χρήση, διαπίστωσε ότι δεν είχαν αποστειρωθεί. Τόσο ο ιματισμός (επίδεσμοι και γάζες), όσο και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται σε μια χειρουργική επέμβαση, παραδίδονται αμέσως μετά την επέμβαση στο τμήμα αποστείρωσης χειρουργικών εργαλείων προκειμένου να καθαριστούν και να αποστειρωθούν. Στη συνέχεια σφραγίζονται σε ειδικό σελοφάν και τοποθετούνται σε ειδικό κλίβανο ο οποίος τα αποστειρώνει. Τα ειδικά σελοφάν φέρουν την ημερομηνία και μονογραφή του νοσηλευτή που τα καθάρισε και αποστείρωσε. Τη συγκεκριμένη μέρα, ιματισμός από επιδέσμους, γάζες και πράσινα, παρόλο που είχαν τοποθετηθεί στα ειδικά σελοφάν, ήταν εμφανές ότι δεν είχαν αποστειρωθεί στο κλίβανο, αφού η σχετική ένδειξη δεν έφερε το χρώμα που επιβεβαίωνε την αποστείρωση. Αμέσως ενημέρωσε την προϊσταμένη γενικού θαλάμου κα Φ. Σ. και μαζί πήγαν στο τμήμα αποστείρωσης όπου συνάντησαν την Αιτήτρια, η οποία παραδέχθηκε ότι παρέλειψε να αποστειρώσει τον ιματισμό που της είχαν υποδείξει, δικαιολογώντας την παράλειψη της σε αβλεψία και απολογούμενη γι' αυτό. Αφού της αναφέρθηκε από την προϊσταμένη της ότι θα ανέφερε το συμβάν στον διευθυντή κ. Ν. Σ., στη συνέχεια ο διευθυντής κάλεσε τη μάρτυρα στο γραφείο του, όπου στην παρουσία της προϊσταμένης η Αιτήτρια παραδέχθηκε ότι ήταν παράλειψη της ιδίας, απολογούμενη για ότι είχε συμβεί. Ο διευθυντής της ανέφερε ότι η παράλειψη της δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα από την απόλυση και της παρέδωσε κάποια επιστολή. Η Αιτήτρια του ζήτησε να μην προχωρήσει στην απόλυση της, γιατί η ίδια θα έδινε την παραίτηση της και ο διευθυντής της ανέφερε ότι θα αποδεχόταν το αίτημα της εάν το έδιδε γραπτώς. Συγκεκριμένα, ότι θα ανακαλούσε /αγνοούσε την απόλυση της, εάν του παρέδιδε γραπτώς παραίτηση και σε τέτοια περίπτωση της είπε, ότι θα λάμβανε, εκτός από τα δεδουλευμένα, άδειες, αναλογία 13ου μισθού και χαριστική πληρωμή ποσού ίσου με απολαβές ενός μηνός. Διατείνεται η μάρτυς ότι, εάν η ίδια δεν είχε αντιληφθεί την παράλειψη της Αιτήτριας, είναι αυτονόητο ότι η χρησιμοποίηση μη αποστειρωμένου ιματισμού, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία των ασθενών. Σε συμπληρωματικές ερωτήσεις που δέχθηκε από τον συνήγορο της Εργοδότριας Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι αμέσως μετά που διαπίστωσε το γεγονός πήγε στην Αιτήτρια γιατί εκείνη τη μέρα ήταν η βάρδια της. Επίσης ότι ο μη αποστειρωθείς ιματισμός έφερε ολοκάθαρα τον γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή της Αιτήτριας, κάτι που παραδέχθηκε και η ίδια όταν τα κατέβασαν στο χώρο της αποστείρωσης. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ως προϊσταμένη χειρουργείου, ελέγχει μεταξύ άλλων όλο το υλικό που έρχεται από το τμήμα αποστείρωσης και ότι σε έλεγχο ρουτίνας που γίνεται επί καθημερινής βάσης στο χώρο του χειρουργείου, στις 13.10.2014, ημέρα Δευτέρα, ανακάλυψαν ότι πακέτα που ήρθαν από το τμήμα αποστείρωσης δεν είχαν αποστειρωθεί. Ότι την Κυριακή το τμήμα αποστείρωσης είναι κλειστό και αν υπάρχει χειρουργείο τα σετ εργαλείων και ο ιματισμός είναι ήδη αποστειρωμένα από την προηγούμενη ή 2-3 μέρες πριν. Για τα σελοφάν ανέφερε ότι είναι ειδικά πακέτα αποστείρωσης τα οποία φέρουν σήμανση χρώματος ροζ, το οποίο με τον κλιβανισμό γίνεται καφέ προς μαύρο. Ενώ της υπεβλήθη ότι με τον κλιβανισμό είναι εμφανές εάν κάτι έχει αποστειρωθεί ή όχι και έτσι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, διαφώνησε λέγοντας ότι το φορτίο που έρχεται από το τμήμα θα πρέπει να είναι 100% αποστειρωμένο για να χρησιμοποιηθεί, γιατί στην περίπτωση που η ίδια δεν έδινε τόση πολλή σημασία στον έλεγχο και γινόταν χρήση, οι κίνδυνοι για τους ασθενείς ήταν εμφανείς. Ενώ επανέλαβε τη θέση της ότι όχι μόνο το σακούλι αλλά και οι γάζες και οι επίδεσμοι έφεραν την υπογραφή της Αιτήτρια, η οποία παραδέχθηκε στην παρουσία της διευθύνουσας νοσηλευτικών υπηρεσιών, όταν της πήραν τα πράγματα στο τμήμα αποστείρωσης, ερωτηθείσα αν η ετικέτα αυτή υπάρχει ή καταστράφηκε, ισχυρίστηκε ότι μετά από πέντε χρόνια ήταν αδύνατο να κρατήσουν ολόκληρο φορτίο με 10 σετ εργαλείων που καθημερινώς χρησιμοποιούν, για να τα προσκομίσουν στο Δικαστήριο. Επίσης από τη στιγμή που υπήρξε παραδοχή της Αιτήτριας μπροστά στη διευθύνουσα νοσηλευτικών υπηρεσιών και στον διευθυντή, ότι ήταν δικός της ο γραφικός χαρακτήρας, δεν θεώρησε ότι έπρεπε να βγάλει φωτογραφία την ετικέτα. Σε υποβολή ότι η Αιτήτρια ουδέποτε υπέγραψε το συγκεκριμένο πακέτο, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν μόνο το πακέτο, αλλά αρκετά πακέτα, πακετάκια, γάζες και πράσινα και ότι η Αιτήτρια παραδέχθηκε προφορικά τόσο στο τμήμα αποστείρωσης όσο και στο γραφείο του διευθυντή. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος γιατί και η ίδια έλεγχε αν ήταν αποστειρωμένο το υλικό, ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται να έρχεται μη αποστειρωμένο υλικό από το τμήμα αποστείρωσης. Ανέφερε επίσης ότι η Αιτήτρια πέρασε απ' όλα τα τμήματα του νοσοκομείου, από τις πρώτες βοήθειες, παθολογικό/χειρουργικό που εκείνη την περίοδο ήταν μεικτό, από την εντατική, από την ενδοσκόπηση για να τοποθετηθεί τον τελευταίο ένα χρόνο στο τμήμα αποστείρωσης μαζί με μια άλλη κοπέλα που ήταν τους τελευταίους τρείς μήνες υπό δοκιμασία. Δεύτερος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ο κ. Α. Κ., ο οποίος από το 2018 εργάζεται στο νοσοκομείο ως λειτουργός με διοικητικά καθήκοντα. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια σε διάφορες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της, προέβη σε ενέργειες ή παραλείψεις που δεν ήταν συμβατές με τους κανόνες που έπρεπε να τηρεί κατά την επιτέλεση των καθηκόντων της, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί η διεύθυνση να την παρατηρήσει, είτε γραπτά είτε προφορικά, είτε να της αλλάξει καθήκοντα. Καταθέτοντας στο Δικαστήριο διάφορα έγγραφα, ανέφερε ότι τα εντόπισε στον φάκελο της Αιτήτριας που διατηρείται στα αρχεία του νοσοκομείου. Παρουσίασε επίσης δείγμα του σελοφάν, σημειώνοντας ότι υπάρχουν ιδίου τύπου φάκελοι σε διάφορα μεγέθη, όπου τοποθετούνται τα αντικείμενα για αποστείρωση σημειώνοντας ότι ο νοσηλευτής που προβαίνει σ' αυτή τη διαδικασία θα πρέπει να ελέγχει το χρώμα εάν έχει αλλάξει και μετά να υπογράφει και να θέτει την ημερομηνία αποστείρωσης στο φάκελο. Διευκρίνισε ότι στον φάκελο δεν υπάρχει ειδικός χώρος που πρέπει να υπογράψει και ότι τις πλείστες φορές οι νοσοκόμοι υπογράφουν δίπλα από το σημείο που αλλάζει το χρώμα. Επίσης ότι ο διευθυντής δεν βρίσκεται πλέον στην υπηρεσία του νοσοκομείου. Αναφέρθηκε τέλος, σε πληρωμή που έγινε στην Αιτήτρια τις επόμενες μέρες από την απόλυση της, όπου της καταβλήθηκαν όλα τα δεδουλευμένα και άλλα δικαιώματα ως και χαριστική πληρωμή ενός μηνός αντί προειδοποίησης ήτοι το συνολικό ποσό των €4.843,
- Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ως λειτουργός είναι υπεύθυνος για τις εισπράξεις, τη διοίκηση του προσωπικού και τη σωστή λειτουργία του νοσοκομείου. Παραδέχτηκε ότι η γνώση του για την παρούσα υπόθεση προκύπτει αποκλειστικά από τα έγγραφα που εντόπισε και κατάθεσε στο Δικαστήριο και ότι στα αρχεία του νοσοκομείου δεν εντόπισε άλλες επιστολές πλην αυτών που έχει καταθέσει. Ενώ συμφώνησε ότι ο λόγος της απόλυσης ήταν διαφορετικός από ότι η προειδοποιητική επιστολή ημερ. 1.2.2013 (Τεκ.2Β), ισχυρίστηκε ωστόσο ότι ένας νοσοκόμος μπορεί να κινηθεί σε όλα τα πόστα που έχουν να κάνουν με τη νοσηλεία ενός ασθενή, τα εργαλεία ή οτιδήποτε. Σε υποβολή ότι κατά τη διαδικασία που ακολούθησε πριν την απόλυση δεν δόθηκε στην Αιτήτρια το δικαίωμα να ακουστεί, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Η Αιτήτρια με τη γραπτή κατάθεση της ισχυρίστηκε ότι τη Δευτέρα 13.10.2014, πριν καν ξεκινήσει την εργασία της, κλήθηκε στο γραφείο του Διευθυντή ο οποίος της ανέφερε ότι δεν είχε αποστειρώσει υλικά για το χειρουργείο και χωρίς να της δοθεί το δικαίωμα ακρόασης και προβολής της δικής της εκδοχής, μονομερώς τερμάτισε την απασχόληση της, προβάλλοντας ως λόγο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και δίδοντας της ένα μήνα πληρωμή αντί προειδοποίησης. Ότι η ίδια δεν γνώριζε για το αναφερόμενο περιστατικό που οδήγησε στην απόλυση της, καθώς την προηγούμενη μέρα δεν εργαζόταν. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ουδέποτε εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα της και ουδέποτε έστειλε σε χειρουργείο υλικά που δεν αποστειρώθηκαν δεόντως. Αντίθετα ενόσω ήταν υπεύθυνη της αποστείρωσης οι μολύνσεις στα χειρουργεία είχαν μειωθεί σημαντικά. Στην αποστείρωση είχε μόνο μια βοηθό η οποία δεν ήταν νοσοκόμα που είχε εκπαιδευτεί στο τομέα αυτό. Επίσης ότι στο στάδιο πριν την εγχείρηση υπάρχει έλεγχος για την καταλληλότητα των υλικών από την υπεύθυνη του χειρουργείου και τους ιατρούς και γι' αυτό δεν ήταν δυνατό να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά σε ασθενή. Σημείωσε ότι στις 13.10.2014 ο διευθυντής την παρότρυνε να παραιτηθεί και όταν η ίδια αρνήθηκε προχώρησε αμέσως στην απόλυση της. Μια βδομάδα μετά, στις 20.10.2014, απέστειλε επιστολή μέσω των δικηγόρων της στην Εργοδότρια Εταιρεία απαιτώντας όλα τα δικαιώματα της. Η Εταιρεία, σε απαντητική επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 29.10.2014, ανέφερε ότι ήταν η ίδια που εξέφρασε την επιθυμία να παραιτηθεί. Ακολούθησε νέα επιστολή του δικηγόρου της με την οποία επανέλαβε τη θέση για παράνομη απόλυση. Διατείνεται ότι πριν την απόλυση της είχε σημαντική θέση ως νοσηλεύτρια και ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της ήταν πάντα συνεπής και αφοσιωμένη στο έργο της. Επίσης, λόγω προχωρημένης ηλικίας, στάθηκε αδύνατο να εξεύρει νέα εργασία. Κατά την αντεξέταση της συμφώνησε ότι η κα Κ. ήταν υπεύθυνη χειρουργείου και η ίδια, κατά τον τελευταίο χρόνο πριν την απόλυση της, υπεύθυνη στο τμήμα αποστείρωσης χειρουργικών εργαλείων και ιματισμού μαζί με μια άλλη υπάλληλο που ήταν βοηθός της. Ότι το εν λόγω τμήμα λειτουργεί σε ξεχωριστό χώρο απ' ότι τα χειρουργεία και οι θάλαμοι και ότι ασχολείται με τον καθαρισμό του ιματισμού και των εργαλείων που έχουν χρησιμοποιηθεί στη διάρκεια ενός χειρουργείου, την τοποθέτηση τους σε νάιλον σελοφάν, τα οποία ακολούθως τοποθετούνται σε κλίβανο για αποστείρωση. Ότι τα σελοφάν φέρουν ένδειξη ανοικτού χρώματος το οποίο με την αποστείρωση και την τοποθέτηση στον κλίβανο γίνεται πιο σκούρο. Επίσης στο σελοφάν αναγράφεται το όνομα του ατόμου που τα αποστείρωσε. Ενώ στην αρχή ισχυρίστηκε ότι το τμήμα αποστείρωσης εργαζόταν επί 24ώρου βάσεως, ακολούθως συμφώνησε ότι το σαββατοκύριακο πριν την απόλυση της εργαζόταν το Σάββατο μέχρι το μεσημέρι και την Κυριακή παρέμενε κλειστό. Περαιτέρω ότι στις 13.10.2014, τη φώναξε η κα Κ. και πήγε στο χειρουργείο όπου της υπόδειξε συγκεκριμένα σακούλια που είχαν μέσα αποστειρωμένο ιματισμό χωρίς να περάσουν από τον κλίβανο και η ίδια αναγνώρισε ότι πράγματι δεν ήταν αποστειρωμένα. Ισχυρίστηκε ότι της έδειξε ένα μικρό φακελάκι με πέντε γάζες. Πηγαίνοντας στο χώρο της αποστείρωσης και αφού ζήτησε από την άλλη κοπέλα που εργαζόταν μαζί της, να της πει εάν αυτή απέστειλε στο χειρουργείο τον ιματισμό, η απάντησε που πήρε ήταν αρνητική και ότι δεν γνώριζε. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ποια νοσοκόμα τα πήγε στο χειρουργείο ενόσω αυτή βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, γιατί η ίδια, όταν έβαζε τα αποστειρωμένα αντικείμενα στο ασανσέρ για να πάνε στο χειρουργείο, πάντα τα έλεγχε. Στη συνεχεία αφού κλήθηκε στο γραφείο του διευθυντή μαζί με τη συνάδελφο της, παρουσία της Α. Κ. και της Φ. Σ., παραδέχθηκε στο διευθυντή ότι τα συγκεκριμένα που της υποδείχτηκαν δεν ήταν αποστειρωμένα. Τότε ο διευθυντής της ζήτησε να δώσει την παραίτηση της. Όταν αυτή αρνήθηκε τερμάτισε την απασχόληση της. Ενώ επέμενε ότι δεν της δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσει και να πει τη θέση της, ερωτηθείσα εάν είπε στο διευθυντή ότι δεν έφταιγε η ίδια γι' αυτό το πράγμα, απάντησε ότι του είπε. Επίσης ότι ανέφερε στον διευθυντή ότι δεν είναι η ίδια που τα έστειλε πάνω και αμέσως την σταμάτησε. Ερωτηθείσα αν είπε στον διευθυντή αυτό που ισχυρίζεται ότι δεν δούλευε Κυριακή, ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής δεν την ρώτησε και ότι μόνο η Α. τη ρώτησε. Αρνήθηκε ότι είπε στο διευθυντή ότι αυτή έστειλε τα αντικείμενα στο χειρουργείο και ότι ήταν μια αβλεψία, επιμένοντας ότι δεν είπε και ούτε ζήτησε συγνώμη. Ισχυρίστηκε ότι την κα Σωτηριάδη τη συνάντησε για πρώτη φορά στο γραφείο του διευθυντή και επίμονα αρνήθηκε ότι ήταν η ίδια που ζήτησε να δώσει την παραίτηση της για να μπορέσει να δουλέψει σε άλλη κλινική. Ομολόγησε ότι με την κα Κ. δεν είχαν διαφορές και ότι δούλευαν πάντα μαζί, όπως και ο διευθυντής δεν είχε οποιαδήποτε διαφορά ή εχθρότητα μαζί της. Στη μάρτυρα υποδείχτηκε προειδοποιητική επιστολή ημερ. 1.2.2013 (Τεκ.2Β) με την οποία προειδοποιήθηκε ότι δεν εκτέλεσε το καθήκον της ως υπεύθυνη χορήγησης φαρμάκων ισχυριζόμενη ότι τα φάρμακα δεν δόθηκαν από την ίδια αλλά από άλλη νοσοκόμα. Για την επιστολή που στάλθηκε από τον νοσηλευτή Γ. Ι. προς τον διευθυντή τον Ιούνιο 2013 με αναφορά σε μη αρμόζουσα συμπεριφορά της Αιτήτριας σε ασθενή (Τεκ.3) αρνήθηκε ότι περιήλθε σε γνώση της ή της λέχθηκε οτιδήποτε. Ανάλυση Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Δεν έχομε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Κ., ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο, η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε και παρέμεινε πειστική και θετική μέχρι τέλους. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Ο κ. Α. Κ., όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την κυρίως εξέταση του, προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο από την απόλυση της Αιτήτριας. Ομολόγησε ότι ο ίδιος δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων και ότι τα όσα ανέφερε προκύπτουν από τα έγγραφα που εντόπισε στο αρχείο του νοσοκομείου και κατέθεσε στο Δικαστήριο, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να έχει άμεση γνώση και να είναι σε θέση να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου τους. Πέραν των κατατεθέντων εγγράφων, τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό εργασιακή συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την εξαγωγή ευρημάτων. Τα όσα όμως ανέφερε σε σχέση με τα σελοφάν κλιβανισμού οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση και ότι συνάδουν πλήρως με την αναφορά της κ. Κ. Αντίθετα με την κα Κ., η Αιτήτρια δεν άφησε τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της περιβάλλεται από ουσιαστικές αντιφάσεις που δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την αξιοπιστία της. Ειδικότερα, ενώ κατά την κυρίως εξέταση της, εξέφρασε πλήρη άγνοια για το περιστατικό που οδήγησε στην επίδικη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι δεν εργαζόταν την προηγούμενη μέρα που ήταν Κυριακή, ωστόσο υπό το βάρος της αντεξέτασης, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι το τμήμα αποστείρωσης εργαζόταν επί 24ώρου βάσεως, ακολούθως συμφώνησε ότι το Σάββατο πριν την απόλυση της, εργαζόταν μέχρι το μεσημέρι και ότι το απόγευμα του Σαββάτου και την Κυριακή το εν λόγω τμήμα, του οποίου η ίδια ήταν υπεύθυνη, παρέμενε κλειστό. Επίσης ενώ ισχυρίστηκε ότι στις 13.10.2013, προτού αρχίσει δουλειά κλήθηκε στο γραφείο του διευθυντή ο οποίος της ανέφερε ότι δεν αποστείρωσε υλικά για το χειρουργείο και χωρίς να της δώσει το δικαίωμα να ακουστεί και να θέσει τη δική της εκδοχή τερμάτισε την απασχόληση της, εν τούτοις κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι προτού κληθεί στο γραφείο του διευθυντή την φώναξε η κα Κ. και της υπέδειξε συγκεκριμένα σελοφάν με ιματισμό που δεν είχαν περάσει από τον κλίβανο και η ίδια ανεγνώρισε ότι πράγματι δεν ήταν αποστειρωμένα. Ομολόγησε επίσης ότι πηγαίνοντας στο γραφείο του διευθυντή, παρουσία της κας Κ. και της κας Φ. Σ., παραδέχτηκε στο διευθυντή ότι ο συγκεκριμένος ιματισμός που της είχε υποδειχθεί δεν ήταν αποστειρωμένος, ότι η ίδια δεν έφερε καμία ευθύνη γι' αυτό το πράγμα και ότι δεν ήταν αυτή που απέστειλε τον εν λόγω ιματισμό στο χειρουργείο. Περαιτέρω, αφού συμφώνησε με τα όσα οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας υποστήριξαν αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείτο για τον κλιβανισμό και την αποστείρωση του ιματισμού και των άλλων υλικών, πρόσθετα ομολόγησε ότι στα σελοφάν αναγράφετο και το όνομα του ατόμου που προέβη στην αποστείρωση. Και ενώ ανεγνώρισε ότι αυτά που της υποδείχτηκαν δεν είχαν αποστειρωθεί στον κλίβανο, εν τούτοις δεν προέβη σε καμία αναφορά για το όνομα του ατόμου που αναγραφόταν στα συγκεκριμένα σελοφάν, παρά τη θέση της κας Κ. ότι αυτά έφεραν το όνομα και την υπογραφή της Αιτήτριας. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι τα μη αποστειρωμένα υλικά που ανεγνώρισε ήταν ένα μικρό φακελάκι με πέντε γάζες, δεν συνάδει με την αντίστοιχη μαρτυρία της κας Κ., όπως επίσης δεν συνάδει ο ισχυρισμός της ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ποια νοσοκόμα τα πήγε στο χειρουργείο ενόσω αυτή βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, καθώς η κα Κ. αυτό που υποστήριξε είναι ότι την Κυριακή το τμήμα αποστείρωσης ήταν κλειστό και αν υπήρχε χειρουργείο τα σετ εργαλείων και ο ιματισμός ήταν ήδη αποστειρωμένα από την προηγούμενη ή 2-3 μέρες πριν. Παρατηρούμε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν τεθήκαν στην κα Κ. κατά την αντεξέταση της για να τους σχολιάσει. Προβλήθηκαν δια πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου με τη μαρτυρία της Αιτήτριας χωρίς να υποβληθούν στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για την εν λόγω παράλειψη, γεγονός που εξασθενεί ουσιαστικά τη βαρύτητα τους. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία της Αιτήτριας αξιολογείται ως αναξιόπιστη. Αποδεχόμαστε επομένως, ότι η μαρτυρία της κας Κ. αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου (ανωτέρω), Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Στην Potter v WJ Rich & Sons [1975] I.R.L.R. 338, ο Αιτητής, ο οποίος ήταν οδηγός νταλίκας, απολύθηκε χωρίς προειδοποίηση μετά από σοβαρό οδικό δυστύχημα το οποίο προκλήθηκε συνεπεία της δικής του κακής οδήγησης. Αποφασίστηκε, ότι η άμεση απόλυση ήταν δικαιολογημένη υπό το φως του υψηλού καθήκοντος που υπείχε ο εργοδότης έναντι στο ευρύ κοινό. Στο σύγγραμμα Smith and Wood' s Industrial Law, sixth edition, σελίδα 308, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επομένως, πολλά εξαρτώνται από το πλαίσιο και τη φύση του λόγου της απόλυσης, ώστε, για παράδειγμα, ένα σχετικά μικρό περιστατικό ανεντιμότητας να δικαιολογεί άμεση απόλυση, ιδίως εάν η εργασία του υπαλλήλου περιλαμβάνει χρηματικές συναλλαγές, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις απλής αμέλειας είναι αποδεκτή μόνο η απόλυση με προειδοποίηση και η άμεση απόλυση είναι εσφαλμένη (wrongful), εκτός κι αν υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες, όπως να τίθεται υπό απειλή η ανθρώπινη ζωή.» Στις υποσημειώσεις, που ακολουθούν στην ίδια σελίδα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Παρόλα ταύτα, έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει πρωταρχικά να εξετάζει την πράξη της αμέλειας, και όχι τις συνέπειες που αυτή επιφέρει, καθώς σε τέτοια περίπτωση η αντιμετώπιση μπορεί να είναι ιδιαίτερα σκληρή [Savage v British Steam Navigation Co Ltd
(1930)46 TLR 294]. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, p.196, η πράξη αμέλειας που επιδεικνύει ο εργοδοτούμενος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, θα πρέπει από μόνη της να χρήζει ιδιαίτερης σοβαρότητας για να δικαιολογεί απόλυση και όχι να προκαλεί απλώς ουσιαστική ζημιά. Με αναφορά στην απόφαση Day v. Diemer and Reynolds Ltd [1975] IRLR 298, επισημαίνει ότι η απόλυση εργοδοτούμενου που έδεσε ένα βιβλίο με λανθασμένη σειρά προκαλώντας σημαντική οικονομική ζημιά στον εργοδότη του, κρίθηκε παράνομη καθώς ο εργοδοτούμενος δεν ενήργησε εσκεμμένα και ήταν το μοναδικό λάθος που έκανε κατά τη μακρόχρονη και χωρίς προβλήματα υπηρεσία του. Στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, ECLI:CY:AD:2014:A410, η εφεσίβλητη προχώρησε στην αφαίρεση συγκεκριμένου εγγράφου από το γραφείο του άμεσα προϊσταμένου της, στην εξέταση του, αφού προηγουμένως το άνοιξε, και ακολούθως, και παρά το γεγονός ότι δεν την αφορούσε, στην φωτοτύπηση και κατακράτηση αντιγράφου. Το Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στην αρχές ότι οι εργασιακές σχέσεις βασίζονται στην αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου κατέληξε ότι η διαγωγή της Αιτήτριας εκθεμελίωνε κάθε πυλώνα εμπιστοσύνης και ότι είναι η ίδια η πράξη και όχι η φύση του εγγράφου που οδήγησε στον κλονισμό της εργασιακής σχέσης. Καταλήγει δε ως ακολούθως: «. Η εργασιακή σχέση είχε πληγεί ανεπανόρθωτα εξαιτίας της υπό αναφορά συμπεριφοράς της Εφεσίβλητης. Η βάση της εργασιακής σχέσης, η πίστη και η εμπιστοσύνη, δηλαδή, που την περιβάλλει, έχει συθέμελα κλονιστεί. Η προσβολή της σχέσης εμπιστοσύνης στην προκειμένη περίπτωση, δεν επηρέαζε μόνο τα συμφέροντα του εργοδότη, αλλά και αυτά τρίτων, δεδομένης της ιδιότητας του εργοδότη και του χειρισμού από δικηγορικό γραφείο υποθέσεων άλλων προσώπων. Στην παρούσα περίπτωση βρισκόμαστε ενώπιον σχέσης εργοδότησης αυξημένης πίστης και εμπιστοσύνης. Ο χειρισμός εκ μέρους του εργοδότη θεμάτων νομικής φύσης και υποθέσεων τρίτων εμπεριέχει το στοιχείο της εχεμύθειας και της εμπιστευτικότητας σε υπέρτατο βαθμό. Στοιχείο το οποίο οφείλουν να σέβονται, και με το οποίο θα πρέπει να συμβαδίζουν και οι εργοδοτούμενοι σε δικηγορικό γραφείο. Ιδίως, δε, οι γραμματείς, οι οποίες, λόγω της θέσης τους, έχουν άμεση γνώση και πρόσβαση σε διάφορα στοιχεία εμπιστευτικής φύσης.» Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου, λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η απόφαση για απόλυση θα πρέπει να βρίσκεται στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) εάν προκύψει ότι κανένας λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να προχωρήσει στην απόλυση τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη. (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α..Α.Δ. (Β) 1478, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, ECLI:CY:AD:2014:A410, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), ο Lord Denning M.R έδωσε την ακόλουθη καθοδήγηση για το εφαρμοστέο κριτήριο: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Στην Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (ανωτέρω), το Δικαστήριο υιοθέτησε τις νομικές αρχές που καθοδηγούν τα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να συνάγουν πότε η απόφαση του εργοδότη είναι εύλογη, όπως αυτές τέθηκαν στις συνεκδικασθείσες εφέσεις Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550: «... μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: "In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances". Σε μετάφραση «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ' αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη». Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμε-νης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Στην απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018 διευκρινίζεται ότι: «Με βάση τη νομολογία, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή.» Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας της και/ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Εταιρεία, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Από τα γεγονότα στα οποία έχουμε καταλήξει φαίνεται ότι στις 13.10.2014 ιματισμός από επιδέσμους, γάζες και πράσινα που είχαν τοποθετηθεί σε ειδικά σελοφάν και που έφεραν την υπογραφή της Αιτήτριας, ενώ απεστάλησαν στο χειρουργείο, ήταν εμφανές ότι δεν είχαν αποστειρωθεί στον κλίβανο, αφού η σχετική ένδειξη δεν έφερε το χρώμα που επιβεβαίωνε την αποστείρωση τους. Η κα Κ. που διαπίστωσε το γεγονός μετέβη μαζί με την προϊστάμενη γενικού θαλάμου κα Φ. Σ. στο τμήμα αποστείρωσης όπου συνάντησαν την Αιτήτρια, η οποία παραδέχθηκε ότι παρέλειψε να αποστειρώσει τον ιματισμό που της είχαν υποδείξει, δικαιολογώντας την παράλειψη της σε αβλεψία και απολογούμενη για αυτό. Ακολούθως, αφού η Αιτήτρια κλήθηκε στο γραφείο του διευθυντή κ. Ν. Σ., στην παρουσία των εν λόγω προσώπων παραδέχθηκε και πάλι ότι ήταν παράλειψη της ιδίας απολογουμένη για ότι είχε συμβεί. Ο διευθυντής της ανέφερε ότι η παράλειψη της δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα από την απόλυση της παραδίδοντας της την επιστολή απόλυσης. Η Αιτήτρια του ζήτησε να μην προχωρήσει στην απόλυση της, γιατί η ίδια θα έδινε την παραίτηση της και ο διευθυντής της ανέφερε ότι θα αποδεχόταν το αίτημα της εάν το έδιδε γραπτώς, κάτι που η Αιτήτρια δεν έπραξε ποτέ. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών, θα πρέπει να πούμε ότι η εν γένει συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν μπορεί πάρα να χαρακτηριστεί ως απαράδεκτη. Πρόκειται για βαριά αμελή συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, που επέδειξε η Αιτήτρια εν ώρα καθήκοντος, ιδιαίτερης σοβαρότητας που ήταν αδύνατο να συμβιβαστεί με την υπεύθυνη θέση που κατείχε, τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που η Εργοδότρια Εταιρεία της είχε αναθέσει, να αποστειρώνει τα χειρουργικά εργαλεία και τον ιματισμό που χρησιμοποιούντο στο χειρουργείο για χειρουργικές επεμβάσεις. Η αμελής και ασυνείδητη ενέργεια της Αιτήτριας να θέσει τα υλικά σε σελοφάν, να μην τα αποστειρώσει στον κλίβανο και να θέσει επ' αυτών το όνομα και την υπογραφή της, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την αποστείρωση τους και ακολούθως να τα θέσει στη διάθεση του χειρουργείου, ήταν αρκετό για να πλήξει ανεπανόρθωτα την εργασιακή σχέση και να κλονίσει συθέμελα την πίστη και εμπιστοσύνη μεταξύ αυτής και της Εργοδότριας Εταιρείας, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιτελούσε η τελευταία, του υψηλού καθήκοντος που υπέχει έναντι των ασθενών της και του κίνδυνου να τεθούν υπό απειλή ανθρώπινες ζωές ως επακόλουθο της συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψης της Αιτήτριας. Εάν η Αιτήτρια επεδείκνυε την πρέπουσα προσοχή και επιμέλεια, οπωσδήποτε θα απόφευγε να περιπέσει σ' ένα τόσο σοβαρό ολίσθημα. Σε σχέση με τις επιστολές που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Κ. και οι οποίες αναφέρονται σε κατ' ισχυρισμό προγενέστερη συμπεριφορά της Αιτήτριας, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι τέτοιες επιστολές δεν έχουν υποδειχθεί στην Αιτήτρια κατά την τελευταία συνάντηση που είχε με τον διευθυντή και ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επιστολή απόλυσης, γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι δεν αποτέλεσαν μέρος της απόφασης για τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας και συνεπώς ούτε και για το Δικαστήριο μπορούν να αποτελέσουν λόγο για τη λογικότητα της απόφασης του Εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι εν λόγω επιστολές από μόνες τους δεν μπορούν να δικαιολογήσουν απόλυση καθώς η Εργοδότρια Εταιρεία ποτέ δεν άσκησε το δικαίωμα της να απολύσει την Αιτήτρια εντός του κρίσιμου χρόνου, δηλαδή του χρόνου διάπραξης των κατ' ισχυρισμών παραπτωμάτων, ως προνοείται στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(2012)1 ΑΑΔ 194). Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Αιτήτρια ότι η τελευταία στερήθηκε του δικαιώματος να ακουστεί δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Είναι φανερό, από τα γεγονότα στα οποία έχουμε καταλήξει, ότι ο διευθυντής προχώρησε στην απόφαση να τερματίσει την απασχόληση της Αιτήτρια μετά που η ίδια παραδέχθηκε ότι παρέλειψε να αποστειρώσει τον ιματισμό, δικαιολογώντας την παράλειψη της σε αβλεψία και απολογούμενη για ότι είχε συμβεί. Επίσης από τα όσα και η ίδια ομολόγησε κατά την αντεξέταση της είναι φανερό ότι κατά τη συνάντηση που είχε με τον διευθυντή και πριν τη λήψη της τελικής απόφασης, της δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του θέματος και να θέσει τη δική της εκδοχή. Για όλα τα πιο πάνω δεν μπορούμε να πούμε ότι η Αιτήτρια στερήθηκε του δικαιώματος να ακουστεί. Η μόνη υποχρέωση που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία έναντι της Αιτήτριας, όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), ήταν να διερευνήσει την καταγγελία μέσα σε εύλογο χρόνο ακολουθώντας μια λογική διαδικασία και, πριν καταλήξει στην τελική της απόφαση να δώσει στην Αιτήτρια την ευκαιρία να προβάλει τη δική του θέση. Την υποχρέωση αυτή η Εργοδότριας Εταιρεία την εκπλήρωσε στο ακέραιο, με το να καλέσει την Αιτήτρια σε συνάντηση όπου παρέθεσε τη δική της εκδοχή. Εν όψει δε της παραδοχής της, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε καμία άλλη υποχρέωση για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη και ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Η Αίτηση απορρίπτεται με €2.000 έξοδα υπέρ της Εργοδότριας Εταιρεία και εναντίον της Αιτήτριας. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Λ. Γεωργιάδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο