Σ. Κ. ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 231/2017, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:46 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Π. Αργυρίδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 231/2017 Μεταξύ: Σ. Κ. Αιτητής -και-
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
- ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στέφανος Σκορδής Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Θεανώ Κουμή ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η αίτηση είναι και ή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ' ων η αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση του με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης και ή να μην αλλοιώσουν οιωνδήποτε των εν λόγω όρων και να τηρούν τους εν λόγω όρους και ή να τον επαναπροσλάβουν με τους ίδιους όρους και με αναδρομική ισχύ από 28.8.
- Γ. Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της εργοδότησης και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Δ. Γενικές και ή επαυξημένες αποζημιώσεις και ή αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας. Ε. Απόφαση για οιαδήποτε άλλα δεδουλευμένα ωφελήματα και ή οιονδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού. Ζ. Έξοδα και Φ.Π.Α. Είναι η θέση του Αιτητή όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 2003 (Ν.98(Ι)/2003) ως έχει τροποποιηθεί, η σύμβαση και ή η απασχόληση του στους Καθ' ων η αίτηση έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από το έτος 2011 και ή από της συμπλήρωσης 30 μηνών συνεχούς απασχόλησης στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και ότι κανένας αντικειμενικός λόγος ή οιοσδήποτε νόμιμος και ή βάσιμος λόγος συντρέχει για τη μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Για όλα τα πιο πάνω ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του είναι παντελώς παράνομος και ή αδικαιολόγητος και ή καταχρηστικός καθότι μεταξύ άλλων αντιβαίνει των προνοιών του πιο πάνω εναρμονιστικού Νόμου και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί των εγειρόμενων ζητημάτων στην υπό κρίση Αίτηση καθότι: α) Η σχέση Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση δεν στηρίζεται σε σύμβαση απασχόλησης αλλά σε προσφορά για έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία. Ο διορισμός σε έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι διοικητική πράξη. β) Ο μη διορισμός πάνω σε έκτακτη βάση εκπαιδευτικών στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι επίσης διοικητική πράξη. γ) Ο Αιτητής θα έπρεπε να καταχωρήσει προσφυγή αμφισβητώντας τη νομιμότητα του εκτάκτου ή μόνιμου διορισμού άλλων εκπαιδευτικών αντί αυτού. (δ) Ο προσδιορισμός εάν και κατά πόσο μια σύμβαση κατέστη αορίστου διαρκείας δεν γίνεται με Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αλλά εξετάζεται στα πλαίσια ισχυρισμού για παράνομο τερματισμό απασχόλησης. (ε) Η παρούσα Αίτηση ηγέρθη εναντίον λανθασμένων προσώπων και ή ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος αφού δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση, όπως εστιάζεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι οι ανάγκες σε διδακτικές περιόδους υπολογίζονται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, με βάση τις επιλογές των μαθημάτων και τον αριθμό των τμημάτων, που προσδιορίζονται από τον αριθμό των μαθητών εκάστου σχολικού έτους. Έτσι για κάποια σχολικά έτη προκύπτουν προσωρινές ανάγκες σε διδακτικές περιόδους, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονται για να καλύψουν τις έκτακτες αυτές ανάγκες να μην είναι σταθερός για όλα τα έτη. Με βάση τους υπολογισμούς του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για το σχολικό έτος 2016-2017 δεν υπήρχαν εκπαιδευτικές ανάγκες στην ειδικότητα των Ιταλικών και ως εκ τούτου δεν προσφέρθηκε μόνιμος ή έκτακτος διορισμός σε κανένα υποψήφιο εκπαιδευτικό. Για όλα τα πιο πάνω απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή και ζητούν την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Περαιτέρω με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά γεγονότα που είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως καθηγητής Ιταλικών, αρχικά ως αντικαταστάτης από 16.9.2005 μέχρι 31.8.2010, ακολούθως με συμβάσεις ορισμένου χρόνου από 1.9.2010 μέχρι 31.8.2016 και τέλος ως αντικαταστάτης από 1.10.2016 μέχρι και 21.6.
- Η εργασιακή σχέση μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 23.6.
- Στις 31.8.2016 οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν σε ανανέωση της σύμβασης εργασίας του Αιτητή. Επίσης από το πιστοποιητικό αποδοχών του Αιτητή για το 2016, φαίνεται ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του ανέρχονταν στο ποσό των €2.640,09 πλέον 13ο μισθό. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Αιτητής και για τους Καθ' ων η αίτηση η κα Ε. Π. και ο κ. Α. Α. Ο Αιτητής στη μαρτυρία της αναφέρθηκε στην απαίτηση του για επαναπρόσληψη και καταβολή αυξημένων αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του, με την εφαρμογή του Ωρολογίου Προγράμματος αρχής γενομένης από το 2015 και αφού εργοδοτείτο για 11 συνεχόμενα χρόνια, βρέθηκε άνεργος την 1.9.
- Σημείωσε ότι κατά την σχολικό έτος 2009-2010 ολοκλήρωσε με επιτυχία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου το Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης Υποψηφίων Εκπαιδευτικών Λειτουργών (ΠΠΚ), το οποίο ήταν υποχρεωτικό και η επιτυχής παρακολούθηση του ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη μονιμοποίηση του. Πιθανή άρνηση παρακολούθησης από πλευράς του, συνεπαγόταν τη διαγραφή του από τον Κατάλογο Διοριστέων από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του 39 ετών, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 4 χρονών. Με την αλλαγή στο οικογενειακό εισόδημα, είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις οικονομικές τους υποχρεώσεις που εκτός των άλλων περιλαμβάνουν και την αποπληρωμή ενός στεγαστικού δανείου ύψους €222 που συνήφθη το 2009 από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης. Ισχυρίστηκε ότι η ολοκλήρωση του ΠΠΚ επί του πρακτέου σημαίνει μονιμοποίηση μετά από ένα με δύο χρόνια. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο αριθμός των εκπαιδευτικών λειτουργών που καλούντο να παρακολουθήσουν το ΠΠΚ δεν ήταν τυχαίος, αλλά βασιζόταν στις ανάγκες του Υπουργείου και στις προβλέψεις του για τα επόμενα χρόνια. Απέρριψε τη θέση της άλλης πλευράς ότι δεν υπήρχαν ανάγκες στην ειδικότητα του, θεωρώντας ότι ο λόγος που κλήθηκε να παρακολούθησε το ΠΠΚ ήταν ότι το Υπουργείο θεώρησε ότι τα επόμενα χρόνια θα υπήρχαν μόνιμες ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό στο κλάδο του. Η κα Π. εργάζεται στο γραφείο της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) και ασχολείται με θέματα πινάκων διοριστέων στη μέση γενική εκπαίδευση. Η μάρτυς παρουσίασε πίνακα με τις ανάγκες στην ειδικότητα φωτογραφικής τέχνης όπου φαίνεται ότι για τα σχολικές περιόδους 2016-2017 μέχρι 2019-2020, στην ειδικότητα αυτή δεν υπήρξαν ανάγκες. Αφού παραδέχθηκε τα όσα ο Αιτητής ανέφερε σε σχέση με την επιτυχή παρακολούθηση του ΠΠΚ ανέφερε ότι κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η επιτυχής συμπλήρωση του ΠΠΚ αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για διορισμό με σύμβαση διάρκειας άνω των 6 μηνών, ή για μόνιμο διορισμό και ότι η εν λόγω πρόνοια δεν ισχύει πλέον. Επίσης ότι η συμπλήρωση του ΠΠΚ δεν αποτελεί εγγύηση μονιμοποίησης εντός 1-2 ετών, ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής. Ο κ. Α. Α. είναι εκπαιδευτικός Μέσης Εκπαίδευσης κατέχων τη θέση του Βοηθού Διευθυντή με απόσπαση στο γραφείο προγραμματισμού Μέσης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας (ΥΠΠ). Αναφερόμενος στην αξίωση του Αιτητή για επαναπρόσληψη και επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων, αναφέρθηκε στην εφαρμογή των νέων ωρολογίων προγραμμάτων (ΝΩΠ) που άρχισε την σχολική χρονιά 2015-2016 και ολοκληρώθηκε σε όλες τις τάξεις τη σχολική χρονιά 2017-
- Ότι η εργοδότηση στη δημόσια εκπαίδευση γίνεται με κύριο γνώμονα τις εκπαιδευτικές ανάγκες που ποικίλουν από χρόνο σε χρόνο και με βάση προτεραιότητας που καθορίζεται στους πίνακες διοριστέων. Ότι οι ανάγκες αυτές υπολογίζονται από το Υπουργείο Παιδείας με βάση τις επιλογές των μαθημάτων και τον αριθμό των τμημάτων, ο οποίος εξαρτάται από τον αριθμό των μαθητών για κάθε σχολικό έτος. Αναφορικά με την ειδικότητα του Αιτητή ανέφερε ότι για την σχολική χρονιά 2015-2016 διορίστηκαν 2 καθηγητές Ιταλικών με σύμβαση και ότι κατά τις επόμενες σχολικές χρονιές 2016-2017, 2017-2018, 2018-2019 και 2019-2020 δεν διορίστηκε καθηγητής Ιταλικών με σύμβαση. Σημείωσε ότι σήμερα υπηρετούν 22 μόνιμοι καθηγητές Ιταλικών. Ο τελευταίος διορισμός Μόνιμου Καθηγητή των Ιταλικών έγινε την 1.9.
- Ισχυρίστηκε δε ότι δεν απαιτούνται και οι 22 καθηγητές για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών και ως εκ τούτου οι μόνιμοι καθηγητές που παραμένουν χωρίς διδακτικά καθήκοντα αναλαμβάνουν άλλα παρεμφερή καθήκοντα. Επίσης ότι για τις επόμενες σχολικές χρονιές η εκτίμηση τους είναι ότι δεν θα υπάρξει αύξηση εκπαιδευτικών αναγκών στην ειδικότητα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν εκπαιδευτικοί οι οποίοι ολοκλήρωσαν το ΠΠΚ και δεν τους προσφέρθηκε διορισμός είτε με σύμβαση είτε σε μόνιμη θέση. Ο λόγος δε που καλούνται να παρακολουθήσαν το Πρόγραμμα είναι για να είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας πιο καλά το εκπαιδευτικό έργο. Σύμφωνα με το άρθρο 5 (δ) του Νόμου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Ν.98(Ι)/2003 (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδια-γραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του εν λόγω νομοθετήματος (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Να επισημάνουμε ότι κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν να διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Είναι προφανές, από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ως καθηγητής Ιταλικών αρχικά ως αντικαταστάτης από 16.9.2005 μέχρι 31.8.2016 και ακολούθως στη βάση συμβάσεων ορισμένου χρόνου από 1.9.2010 μέχρι 31.8.
- Κατά τον χρόνο δε του τερματισμού της απασχόλησης του είχε καλύψει σχεδόν έντεκα χρόνια συνεχούς απασχόλησης. Εν όψει τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που θα δικαιολογούσε την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου, θέση την οποία οι Καθ' ων η αίτηση, όχι μόνο δεν υποστήριξαν με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας αλλά αντίθετα εγκατέλειψαν με τη αναγνωριστική δήλωση τους ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή κατέστη αορίστου διαρκείας από 23.6.2016 και δη σε χρόνο προγενέστερο του τερματισμού της απασχόλησης του που έγινε στις 31.8.
- Από τους γενικούς λόγους εμφάνισης φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή, επικαλούμενοι ως αντικειμενικούς λόγους που απέκλειαν τη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, τις προσωρινές ανάγκες που ήθελαν προκύψει και δεν παρουσιάζονται κάθε χρόνο. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο-Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»: «Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. .... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό» Εν προκειμένω, αυτό που προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των Καθ' ων η αίτηση, είναι η αβεβαιότητα τους ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της υπηρεσίας σε διδακτικό προσωπικό στην ειδικότητα του Αιτητή. Εν ολίγοις συνάπτοντας οι Καθ' ων η αίτηση με τον Αιτητή σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι έξι μηνών, επιδίωξαν ουσιαστικά να μετακυλήσουν τον «επιχειρηματικό» κίνδυνο στους ώμους του Αιτητή και τούτο γιατί δεν ήταν βέβαιοι εάν θα χρειάζονταν τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη εκάστης διαδοχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων, που οι Καθ' ων η αίτηση σύναψαν με τον Αιτητή, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση του. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί έντεκα συνεχή έτη δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε ο Αιτητής. Η θέση μάλιστα των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής στα πρώτα πέντε χρόνια της απασχόλησης του εργαζόταν ως αντικαταστάτης δεν διαφοροποιεί καθόλου τον χαρακτήρα της σύμβασης, καθότι η μακρόχρονη, συνεχής και αδιάκοπη περίοδος απασχόλησης του τείνει να καταδείξει την ανυπαρξία οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου και την ανάγκη για εξυπηρέτηση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα οι οποίες ποτέ δεν καταργήθηκαν αλλά τουναντίον αποτέλεσαν συνέχεια της απασχόλησης του με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που σύναψε τα επόμενα χρόνια. Η αβεβαιότητα που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση, όσον αφορά τη διακύμανση του αριθμού των μαθητών, αποτελεί τη συνήθη αβεβαιότητα, με την οποία συνδέεται, από τη φύση της, οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αποδοχή μιας τέτοιας τοποθέτησης θα κατέληγε στο άτοπο, να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη δικαιολόγηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συνηθισμένη αυξομείωση της πελατείας των επιχειρήσεων. Είναι επομένως φανερό ότι οι ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση ως προς την εκτέλεση της εργασίας για την οποία προσελήφθη ο Αιτητής δεν ήταν προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς και ότι οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να καλύψουν τις εν λόγω ανάγκες με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή της αντικατάστασης, στερώντας έτσι από τον Αιτητή, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική σταθερής απασχόλησης. Σε τελικό στάδιο όμως, η αναγνωριστική δήλωση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή κατέστη αορίστου διαρκείας από 23.6.2016 καταρρίπτει κάθε ισχυρισμό τους για ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσε την πρόσκαιρη απασχόληση του, ως οι ίδιοι διατείνονται με τους γενικούς λόγους εμφάνισης τους. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. Επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω επιφύλαξη: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις τονίζεται ότι στις περιπτώσεις (α) όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου (Nothmam v. London Borough of Barnet (No.2) [1980] IRLR 6) και (β) όπου το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονισθεί (Wood Group Heavy Industrial Turbines Ltd v. Crossan [1998] IRLR 680), τότε δεν θεωρείται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί και που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου το βασικό στοιχείο ότι η επαναπρόσληψη αποτελεί θεραπεία στο χώρο του αστικού δικαίου, της οποίας σκοπός δεν είναι η τιμωρία του εργοδότη αλλά ούτε η ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παρα-βιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Στην προκείμενη περίπτωση, τα γεγονότα της υπόθεσης δεν βρίσκουμε να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Τα όσα ο Αιτητής επικαλέστηκε με τη μαρτυρία του δεν φαίνεται να καλύπτουν ή να δικαιολογούν τον σκοπό για τον οποίο επιδιώκεται η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Ο Αιτητής, με τη μαρτυρία του, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν το έκδηλα παράνομο ή κακόπιστο του τερματισμού της απασχόλησης του. Σε συνάρτηση μάλιστα με το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από τον τερματισμό της απασχόλησης του και ελλείψει οποιωνδήποτε στοιχείων που έτειναν να καταρρίψουν τα όσα οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν αναφορικά με την οργάνωση και τις ανάγκες τα Υπηρεσίας σε διδακτικό προσωπικό στην ειδικότητα των Ιταλικών, δεν βρίσκουμε πρακτικά εφικτή την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, 104-105, «.Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα., η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημία την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του πίνακα». Να τονίσουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα ή το επιδικαζόμενο υπό μορφή αποζημίωσης ποσό, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο συμπεράσματα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για έντεκα συναπτά έτη και ότι για σκοπούς αποζημίωσης λάμβανε το ποσό των €660 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή ως αναφέρεται ανωτέρω, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, την ηλικία του ως και την οικογενειακή του κατάσταση, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €23.100 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 35 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου, ο Αιτητής δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων ήτοι το ποσό των €5.280 το οποίο του επιδικάζουμε. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €28.380 με νόμιμο τόκο από 23.6.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €1.800 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 23.6.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Π. Αργυρίδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο