Ε. Τ. κ.α. ν. CYPRUS AIRWAYS EMPLOYEES PROVIDENT FUND, Αρ.Υποθέσεων:85/2014 και 86/2014, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:37 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Μακρή Χριστοφίδη και Χ. Ηρακλείδη, Μελών Αρ.Υποθέσεων:85/2014 και 86/2014 (Συνενωμένες Υποθέσεις) Μεταξύ: Ε. Τ. Ε. Δ. Αιτήτριες -και- CYPRUS AIRWAYS EMPLOYEES PROVIDENT FUND Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 12η Ιουνίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Χρ. Πεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις υπό κρίση συνενωμένες Αιτήσεις οι Αιτήτριες αξιώνουν από τους Καθ' ων η αίτηση: (α) την πληρωμή ποσού το οποίο παράνομα και άνευ νόμιμου δικαιώματος αποκόπηκε από το Ταμείο Προνοίας τους όπως έχει υπολογιστεί σύμφωνα με σχέδιο εγγύησης και ή κατοχύρωσης του Ταμείου, (β) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (γ) Νόμιμο τόκο (δ) Έξοδα και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους πανομοιότυπους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: (α) Το σεβαστό δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τις υπό κρίση Αιτήσεις, (β) Οι Αιτήτριες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητριών, ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τους όρους του Εγγράφου Εμπιστεύματος, οι Αιτήτριες δεν δικαιούνται να πληρωθούν τα αιτούμενα ποσά και ότι τα ποσά που έλαβαν ήταν τα ορθά με βάση τις ισχύουσες συμβατικές και ή άλλες διευθετήσεις. Ως εκ τούτου αιτούνται την απόρριψη των υπό κρίση αιτήσεων με έξοδα εναντίον των Αιτητριών. Κατά την ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε κατέθεσαν οι Αιτήτριες και μια ακόμη μάρτυρας ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσε ένας μάρτυρας. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης των υποθέσεων, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι το Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων των Κυπριακών Αερογραμμών, με έδρα το εγγεγραμμένο γραφείο της εν λόγω Εταιρείας. Μέλη των Καθ' ων η αίτηση μπορούσαν να καταστούν όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι των Κυπριακών Αερογραμμών που απασχολούνταν στην ημεδαπή, εξαιρουμένων των πιλότων. Οι Κυπριακές Αερογραμμές, ήταν κατά τον χρόνο καταχώρησης των υπό κρίση Αιτήσεων, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης της οποίας οι μετοχές διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Από 30.1.2015 έχουν τεθεί υπό εκούσια εκκαθάριση με τον διορισμό ως εκκαθαριστών των Α. Π. και D. D. Οι εν λόγω αποφάσεις δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 6.2.2015 (Τεκ.7). Για κάθε μέλος των Καθ' ων η αίτηση τηρούνταν δύο λογαριασμοί, ο Λογαριασμός «Α» και ο Λογαριασμός «Β». Στον Λογαριασμό «Α» κατατίθεντο οι εισφορές του μέλους ύψους 5% επί των μικτών μηνιαίων απολαβών του και στο Λογαριασμό «Β» οι εισφορές της Εταιρείας ύψους 10% επί των μεικτών μηνιαίων απολαβών του μέλους. Το μέλος με την αποχώρηση του εδικαιούτο να λάβει από τους Καθ' ων η αίτηση ολόκληρο το σε πίστη του ποσό στους εν λόγω Λογαριασμούς. Ωστόσο σε περίπτωση που το αποτέλεσμα του 15% του μέσου όρου των μισθών του μέλους για τους τελευταίους 12 μήνες επί των μηνών εισφοράς στο Ταμείο Προνοίας ήταν μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσών που ήταν κατατεθειμένα σε πίστη του μέλους στους Λογαριασμούς «Α» και «Β», τότε εδικαιούτο να λάβει το εγγυημένο από την Εταιρεία, Κατοχυρωμένο Ταμείο Προνοίας ("guaranteed by the Company"). Και οι δύο Αιτήτριες εργάζονταν στην υπηρεσία των Κυπριακών Αερογραμμών. Η Αιτήτρια στην Αίτηση 85/2014 προσλήφθηκε στις 28.3.1983 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 86/2014 στις 29.4.1985. και οι δύο κατέστησαν μέλη των Καθ' ων η αίτηση με τη μονιμοποίηση τους στη θέση αεροσυνοδού την 1.5.1986 και 1.11.1990 αντίστοιχα. Επίσης προήχθησαν στη θέση ανώτερου αεροσυνοδού την 1.1.2007. Οι υπηρεσίες τους τερματίστηκαν για λόγους πλεονασμού στις 11.8.2013 με σχετικές επιστολές πανομοιότυπου περιεχομένου ημερ. 17.6.2013 (Τεκ.2 και Τεκ.4). Κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης τους, η Αιτήτρια στην Αίτηση 85/2014 ήταν 54 ετών και η Αιτήτρια στην Αίτηση 86/2014, 48 ετών. Με την αποχώρηση τους από την Εταιρεία, τους πληρώθηκε από το Ταμείο Προνοίας το ποσό των €84.619,61 και €67.904,28 αντίστοιχα. Στις 15.7.2003 οι Κυπριακές Αερογραμμές υπό την ιδιότητα του Επιτρόπου υπέγραψαν έγγραφο εμπιστεύματος με την ονομασία «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» (Τεκ.1). Έρεισμα για την υπογραφή του εν λόγω εμπιστεύματος φαίνεται να αποτέλεσαν διάφορες συμφωνίες που υπέγραψε ο Επίτροπος με τις συντεχνίες, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού προς όφελος των μελών των Καθ' ων η αίτηση. Βάσει των εν λόγω συμφωνιών, ο Επίτροπος ανέλαβε να καταθέσει στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό το ποσό που αναλογεί στις αυξήσεις ύψους 2% σε παρεμφερή ωφελήματα των δικαιούχων μελών του Ταμείου Προνοίας μαζί με τις αυξήσεις 1.5%, σε παρεμφερή ωφελήματα που συμφωνήθηκε στα πλαίσια ανανέωσης τη Συλλογικής Σύμβασης 1994-1997, σε σχέση με τους εν λόγω δικαιούχους. Μεταξύ άλλων στο εν λόγω Εμπίστευμα προνοούνται τα ακόλουθα: 2.3 «ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ» σημαίνει τον εκάστοτε Γραμματέα του Ταμείου Προνοίας, που σήμερα είναι η κα Ε. Χρ. 2.5 «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ» σημαίνει την περίοδο που αρχίζει από την υπογραφή του παρόντος Εγγράφου και λήγει με την έγερση ενός από τα ακόλουθα γεγονότα (όποιο χρονικά επισυμβεί πρώτο): (α) ....... (β) ....... (γ) Την έκδοση δικαστικού διατάγματος από αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας για τη διάλυση του Επιτρόπου. (δ) ...... «ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ» 4.4 Υπό την αίρεση των προνοιών της παραγράφου 4.5 και, αναλόγως της εκάστοτε οικονομικής κατάστασης του Λογαριασμού Εμπιστεύματος, όπως προνοείται στις Συμφωνίες με τις Συντεχνίες και αναφέρεται στην παράγραφο 4.7 πιο κάτω, ο Επίτροπος θα καταβάλλει από την ημέρα σύστασης του παρόντος Εμπιστεύματος στους Δικαιούχους, εφ' όσον ικανοποιηθεί ότι αυτοί έχουν αφυπηρετήσει κανονικά από την Εταιρεία στην ηλικία των 60 χρόνων ή μέχρι και 5 χρόνια ενωρίτερα, ολόκληρο ή μέρος του 3% πλέον τόκους από 1.10.1980, που αφαιρείται για σκοπούς κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας κατά την αφυπηρέτηση τους ("η "Αποκοπή"). Το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει το ήμισυ της μείωσης των συνεισφορών των υπαλλήλων και της Εταιρείας στο Ταμείο Προνοίας, πλέον τόκοι από 1.10.1980, η οποία μείωση ανέρχεται συνολικά σε 6%, δηλαδή 3% η συνεισφορά του υπαλλήλου και 3% η συνεισφορά της Εταιρείας. 4.5 Ο Επίτροπος, αφού πρώτα λάβει έγγραφη πιστοποίηση από τον Προστάτη ως προς το δικαίωμα Δικαιούχου για πληρωμή καθώς και το ποσό της πληρωμής, θα προβαίνει στις ανάλογες πληρωμές προς τους Δικαιούχους από την Περιουσία του Εμπιστεύματος, προς ικανοποίηση του συμφέροντος τους όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 4.4. 4.6 Με την καταβολή της Αποκοπής στον Δικαιούχο ο Επίτροπος θα εκδίδει απόδειξη πληρωμής μαζί με έγγραφο απαλλαγής της ευθύνης του Επιτρόπου και της Τράπεζας το οποίο θα υπογράφει ο συγκεκριμένος Δικαιούχος. Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου απαλλαγής ευθύνης θα παραδίδεται στην Τράπεζα. 4.7 Σύμφωνα με τις πρόνοιες των Συμφωνιών με τις Συντεχνίες, θα διεξάγονται περιοδικά αναλογιστικές μελέτες με σκοπό την διαπίστωση της οικονομικής κατάστασης του Λογαριασμού Εμπιστεύματος και αναλόγως της εν λόγω κατάστασης θα συζητείται μεταξύ Επιτρόπου και των Συντεχνιών τρόπος κατανομής του διαθέσιμου υπολοίπου στους Δικαιούχους. Η μαρτυρία για τις Αιτήτριες Και οι δύο Αιτήτριες με τη γραπτή κατάθεση τους (Τεκ.Α και Τεκ.Β) αναφέρθηκαν ουσιαστικά στα όσα παραθέτουμε ανωτέρω ως παραδεκτά γεγονότα, σε σχέση με την περίοδο απασχόλησης τους, την ένταξη τους στους Καθ' ων η αίτηση ως και το ποσό που τους καταβλήθηκε με την αποχώρηση τους. Παρουσίασαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου κατάσταση με τίτλο «υπολογισμός του ταμείου προνοίας σύμφωνα με το σχέδιο εγγυήσεων» (Τεκ.3 και Τεκ.5 αντίστοιχα) υποστηρίζοντας η μεν Αιτήτρια στην Αίτηση 86/2014 ότι το Ταμείο Προνοίας που είχε να λαμβάνει ανερχόταν στο ποσό των €100.575,93 από το οποίο αφαιρέθηκε ποσό €32.671,65 με επακόλουθο να της καταβληθεί το εναπομείναν ποσό των €67.904,28, η δε Αιτήτρια στην Αίτηση 85/2014 ότι το ποσό που είχε να λαμβάνει ανερχόταν στις €137.666,54 από το ποίο αφαιρέθηκε ποσό €53.046,93 με επακόλουθο να της καταβληθεί το εναπομείναν ποσό των €84.619,61. Ήταν κοινή η θέση τους ότι η αφαίρεση του ποσού οφείλετο στο γεγονός ότι δεν συμπλήρωσαν το 55ο έτος της ηλικίας τους. Επίσης ότι ο λόγος που τέθηκαν εκτός υπηρεσίας πριν τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης ηλικίας αφυπηρέτησης δεν οφείλετο σε δική τους υπαιτιότητα και ότι η ενεργεία αποκοπής ήταν απαράδεκτη καθώς δεν μπορεί να παρέχονται ωφελήματα στους υπαλλήλους ανάλογα με την ηλικία τους. Η Αιτήτρια στην Αίτηση 85/2014 παρέθεσε επίσης επιστολή που απέστειλε στον Πρόεδρο των Κυπριακών Αερογραμμών, με την οποία παρακαλούσε όπως παραμείνει στην υπηρεσία για πέντε ακόμη μήνες ώστε να κλείσει την ηλικία των 55 ετών (Τεκ.6). Αντεξεταζόμενες και οι δύο ομολόγησαν ότι κατά το στάδιο της εργοδότησης τους υπήρξαν μέλη πολλών συντεχνιακών οργανώσεων. Για το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» και οι δύο έδειξαν άγνοια ισχυριζόμενες ότι το έβλεπαν για πρώτη φορά. Για τις Αιτήτριες κατέθεσε επίσης η κα Α. Μ. Χ. η οποία μέχρι το 2013 απασχολείτο στις Κυπριακές Αερογραμμές ως υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους. Ανέφερε ότι κατά την αποχώρηση της έλαβε ολόκληρο το Ταμείο Προνοίας γιατί ήταν πάνω από 55 ετών. Ότι αυτό περιήλθε σε γνώση τους με την απόλυση τους, όταν πήγαν στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας όπου έμαθαν από τους εκεί υπαλλήλους ότι όσοι ήταν πάνω από 55 ετών θα έπαιρναν κανονικά το Ταμείο Προνοίας. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της εάν γνώριζε ότι μέρος του ποσού που της κατεβλήθη αντιστοιχούσε σε έναν λογαριασμό εμπιστεύματος, ότι δηλαδή υπήρχε συμφωνία μεταξύ Εταιρείας και συντεχνιών για την καταβολή του εν λόγω ποσού, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε και δεν το είχε υπόψη της. Επίσης ότι δεν μπήκε στη διαδικασία να αμφισβητήσει το ποσό που της είχε καταβληθεί. Η μαρτυρία για τους Καθ' ων η αίτηση Ο κ. Π., μοναδικός μάρτυρας για τους Καθ' ων η αίτηση, υπήρξε από το 2001 Βοηθός Διευθυντής και ακολούθως Προϊστάμενος Ανθρωπίνου Δυναμικού και Διοίκησης των Κυπριακών Αερογραμμών μέχρι τις 31.3.2015 που τερματίστηκε η απασχόλησης του λόγω κλεισίματος της Εταιρείας. Επίσης από 31.7.2013 διατέλεσε μέλος και ακολούθως από 13.3.2014 Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής των Καθ' ων η αίτηση. Μέρος της γραπτής κατάθεσης του μάρτυρα (Τεκ.Γ), αποτέλεσε κοινή συνισταμένη και παρατίθενται ανωτέρω στα παραδεκτά και ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Αναφερθείς στον τρόπο λειτουργίας του Ταμείου Προνοίας των Καθ' ων η αίτηση και στο «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» (Τεκ.1), σημείωσε επί του τελευταίου ότι για σκοπούς υπολογισμού του 6% των συνεισφορών, που θεωρητικά αντιστοιχούσε σε κάθε δικαιούχο βάσει του εν λόγω εγγράφου, τηρούνταν λογαριασμοί για κάθε υπάλληλο/μέλος. Το 6% θεωρητικά αποτελούσε τις ισόποση συνεισφορά του μέλους και της Εταιρείας. Ωστόσο αυτό ήταν εικονικό καθώς δεν αφαιρείτο από τις μηνιαίες απολαβές του μέλους. Η Εταιρεία στο τέλος κάθε χρόνου κατέβαλλε στον λογαριασμό εμπιστεύματος 3,5% για όλα τα μέλη που κατ' επέκταση ήταν οι δικαιούχοι του ωφελήματος. Ισχυρίστηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση, το ποσό που έλαβαν οι Αιτήτριες ήταν το αποτέλεσμα του κατοχυρωμένου ποσού του Ταμείου Προνοίας. Από το ολικό ποσού του υπολογισμού αφαιρέθηκε ποσοστό 6% επί του μηνιαίου μισθού (βασικού και τιμάριθμου) από 1.10.1980 μέχρι την ημερομηνία αφυπηρέτησης ή τερματισμού της απασχόλησης πλέον τόκους, που αντιπροσωπεύει τη μείωση των συνεισφορών στο Ταμείο Προνοίας από 1.10.1980. Για υπαλλήλους οι οποίοι αφυπηρέτησαν ή οι υπηρεσίες τους τερματίζονταν κανονικά στο 60ο έτος της ηλικίας τους ή πέντε χρόνια νωρίτερα, αφαιρείτο μόνο το 3% αντί το 6%. Αυτό το ποσοστό του 3% αφαιρείτο από το Ταμείο Προνοίας και κάθε δικαιούχος υπάλληλος της Εταιρείας το λάμβανε από τον λογαριασμό Εμπιστεύματος. Εξήγησε ότι ο υπάλληλος κατά την αποχώρηση του λαμβάνει το υψηλότερο ποσό μεταξύ του Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας και των σε πίστη του συσσωρευμένων συνεισφορών στους Λογαριασμούς «Α» και «Β». Η διαφορά μεταξύ των συσσωρευμένων συνεισφορών και του Κατοχυρωμένου Ταμείου, καλύπτεται από την Εταιρεία. Αφού αναφέρθηκε στα ποσά που έλαβαν οι Αιτήτριες με την αποχώρηση τους και διευκρίνισε ότι με βάση την ηλικία τους δεν επωφελήθηκαν πληρωμής από το Εμπίστευμα, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σύμφωνα με τους όρους του Εμπιστεύματος δεν υπάρχει πλέον διορισμένος Επίτροπος, καθώς η Εταιρεία ως Επίτροπος από τις 24.12.2014 βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Η απόφαση αυτή οδήγησε στην Κυβερνητική απόφαση παροχής χαριστικής αποζημίωσης σε μόνιμους υπαλλήλους που είχαν καλύψει δεκαετή υπηρεσία στην Εταιρεία και οι οποίοι λόγω ηλικίας δεν επωφελήθηκαν πληρωμής από το Εμπίστευμα. Η χαριστική αποζημίωση ήταν μέρος του ποσού που αντιστοιχούσε στον λογαριασμό Εμπιστεύματος, δηλ. από το 6% που ήταν η συνεισφορά για κάθε υπάλληλο θα λάμβανε το 90% του 3%. Οι Αιτήτριες εθελούσια αρνήθηκαν να λάβουν αυτό το ποσό. Ισχυρίστηκε ότι με βάση τους όρους του Εγγράφου Εμπιστεύματος και του Καταστατικού των Καθ' ων η αίτηση, οι Αιτήτριες έλαβαν το ορθώς υπολογιζόμενο ποσό που δικαιούνταν. Διευκρίνισε ότι επρόκειτο για ένα επιπρόσθετο ωφέλημα, που αποτέλεσε τον καρπό διαπραγμάτευσης και ενυπόγραφης συμφωνίας μεταξύ των Κυπριακών Αερογραμμών και των συντεχνιών που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων των Αιτητριών και όχι για το κατοχυρωμένο Ταμείο Προνοίας των Αιτητριών. Ότι οι όροι του Εγγράφου Εμπιστεύματος εφαρμόστηκαν με πλήρη διαφάνεια και χωρίς καμιά διάκριση και ότι κανένας από τους υπαλλήλους που ήταν κάτω των 55 ετών δεν έλαβε το επιπρόσθετο αυτό ωφέλημα. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι το Έγγραφο Εμπιστεύματος υπογράφηκε εκ μέρους των Κυπριακών Αερογραμμών από τον τότε Γενικό Διευθυντή τους και ότι ο ίδιος κατά τον εν λόγω χρόνο κατείχε τη θέση Βοηθού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού. Ισχυρίστηκε ότι οι πρόνοιες του εμπιστεύματος είχαν γνωστοποιηθεί στο προσωπικό της Εταιρείας από τις συντεχνίες καθώς ήταν το αποτέλεσμα συμφωνίας μέσω συλλογικών συμβάσεων. Ερωτηθείς για τη φιλοσοφία που οδήγηση την Εταιρεία στην διακήρυξη του Εμπιστεύματος, ισχυρίστηκε ότι μέσα στα πλαίσια των διαφόρων σχεδίων αναδιάρθρωσης που εφάρμοζε κατά καιρούς η Εταιρεία παρείχε κίνητρα στους υπαλλήλους, κυρίως σε άτομα μεγάλης ηλικίας, να αποχωρούν από την Εταιρεία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και ως αναγνώριση της προσφοράς των υπαλλήλων που πλησίαζαν στη συνταξιοδότηση, οι συντεχνίες που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους διεκδίκησαν και διαπραγματεύτηκαν το εν λόγω ωφέλημα, ώστε οι υπάλληλοι που αποχωρούσαν από την Εταιρεία και ήταν άνω των 55 ετών, να επωφελούνται εκτός από το Ταμείο Προνοίας και το επιπρόσθετο ωφέλημα του 3% ως συνεισφορά της Εταιρείας. Αγορεύσεις Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση με τη γραπτή αγόρευση της ανέπτυξε κατ' αρχάς τις προβαλλόμενες στο δικόγραφο της προδικαστικές ενστάσεις και εισηγήθηκε ότι με βάση την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν παρέχεται στις Αιτήτριες η δυνατότητα να εγείρουν τις υπό κρίση Αιτήσεις εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, καθώς τα διεκδικούμενα ποσά προκύπτουν από το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» (Τεκ.1) που διακηρύχθηκε από τις Κυπριακές Αερογραμμές, που είναι ο Επίτροπος του εμπιστεύματος. Επίσης οι Καθ' ων η αίτηση ως νομικό πρόσωπο ευρίσκονται υπό εκκαθάριση και ως εκ τούτου οι Αιτήτριες στερούνται δυνατότατης για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον τους χωρίς την ανάλογη τροποποίηση του τίτλου. Ότι η νομική ερμηνεία του Εγγράφου Εμπιστεύματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εφαρμόστηκε ορθά στην προκείμενη περίπτωση και δεν υπάρχει υποχρέωση αιτιολόγησης των όρων μιας ιδιωτικής σύμβασης. Προβαίνοντας σε μια εκτενή αναφορά επί της νομολογίας του Δ.Ε.Ε. και των αρχών που διέπουν το θέμα της διάκρισης λόγω ηλικίας στην απασχόληση, εισηγήθηκε ότι στις υπό κρίση υποθέσεις και εάν ακόμη ήθελε κριθεί ότι υπάρχει διάκριση, αυτή αιτιολογείται αντικειμενικά εν όψει του θεμιτού στόχου και του αναγκαίου και πρόσφορου μέτρου που έχει ληφθεί προς επίτευξη αυτού του στόχου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τις Αιτήτριες, στη διαμετρικά αντίθετη γραπτή αγόρευση του, αφού αναφέρθηκε στο Κατοχυρωμένο Ταμείο Προνοίας και υιοθέτησε ουσιαστικά τα όσα ο κ. Παναγίδης παρέθεσε με τη μαρτυρία του, αναφορικά με το δικαίωμα του μέλους να λάβει το μεγαλύτερο ποσό μεταξύ των σε πίστη του συσσωρευμένων ποσών στους Λογαριασμούς «Α» και «Β» και του Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας, εισηγήθηκε ότι ο τραπεζικός λογαριασμός που ανοίχτηκε σύμφωνα με το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» ήταν προς υλοποίηση του κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας. Με αναφορά στον περί Ίσης μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμο (Ν.58(Ι)/2004) και σε σχετική νομολογία του Δ.Ε.Ε. εισηγήθηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ως όφειλαν να πράξουν, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε διάκριση λόγω ηλικίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποφασίσει ότι η διαφορετική μεταχείριση των Αιτητριών συνιστά παράβαση του Νόμου και ότι η πρόνοια του όρου 4.4. του Εμπιστεύματος (Τεκ.1) είναι άκυρη ως προς τον καθορισμό ηλικιακών κριτηρίων για την πληρωμή ολόκληρου του ποσού του Ταμείου Προνοίας στους δικαιούχους. Ανάλυση - Συμπεράσματα Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των πιο κάτω βασικών σημείων: (
- i)Εάν και κατά πόσο οι Αιτήτριες έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση (
- ii)Κατά πόσο υπήρξε διάκριση λόγω ηλικίας σε βάρος των Αιτητριών, η οποία αντιβαίνει στον εναρμονιστικό Νόμο 58(Ι)/2004 και της Οδηγίας 2000/78. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των πιο πάνω σημείων, θα πρέπει να αξιολογήσουμε τη σχετική μαρτυρία ώστε η νομική ανάλυση να τεθεί σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο. Από την κατάσταση υπολογισμού του Ταμείου Προνοίας (Τεκ.3 και Τεκ.5) που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Αιτήτριες υποστηρίζονται τα όσα ανάφεραν σε σχέση με τα αποκοπέντα / διεκδικούμενα ποσά των €53.046,93 και €32.671,65 αντίστοιχα. Τα εν λόγω ποσά, όπως προκύπτει από τις εν λόγω καταστάσεις αλλά και από την αδιάσειστη επί τούτου μαρτυρία του κ. Π., αντιπροσωπεύουν τη μείωση των συνεισφορών στο Ταμείο από 1.10.1980. Από τις εν λόγω καταστάσεις προκύπτει επίσης ότι στις Αιτήτριες καταβλήθηκε το Κατοχυρωμένο Ταμείο Προνοίας το οποίο ήταν εγγυημένο από την ίδια την Εταιρεία, καθώς το ποσό αυτό ήταν μεγαλύτερο των ποσών που ευρίσκονταν κατατεθειμένα σε πίστη τους στους λογαριασμούς «Α» και «Β». Και ενώ οι Αιτήτριες διατείνονται ότι το προσωπικό της Εταιρείας που είχε ήδη συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του, επωφελήθηκε ολόκληρου του Ταμείου Προνοίας που εδικαιούτο να λάβει με τον τερματισμό των υπηρεσιών του, εν τούτοις ο κ. Παναγίδης, ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση, συμμορφούμενοι με τις πρόνοιες του Καταστατικού τους, κατέβαλαν στις Αιτήτριες ολόκληρο το Ταμείο Προνοίας που δικαιούνταν να λάβουν με τον τερματισμό των υπηρεσιών τους και ότι τα διεκδικούμενα ποσά αφορούν αποκλειστικά το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» (Τεκ.1) του οποίου οι Αιτήτριες δεν ήταν δικαιούχες καθώς δεν είχαν συμπληρώσει κατά την αποχώρηση τους το 55ο έτος της ηλικίας τους. Με δεδομένα τα όσα αναφέρονται στο προοίμιο του Τεκμηρίου 1, η διακήρυξη του «Εμπιστεύματος Παρεμφερών Ωφελημάτων» ήταν το αποτέλεσμα διαφόρων συμφωνιών που σύναψαν οι Κυπριακές Αερογραμμές με τις συντεχνίες του υπαλληλικού προσωπικού τους. Οι Αιτήτριες, ενώ ισχυρίστηκαν ότι δεν γνώριζαν για το διακηρυχθέν εμπίστευμα, ωστόσο κατά την αντεξέταση τους ομολόγησαν ότι κατά την περίοδο απασχόλησης τους υπήρξαν μέλη πολλών συντεχνιακών οργανώσεων. Αναμένετο επομένως, υπό αυτές τις συνθήκες, ότι οι Αιτήτριες θα ενημερώνονταν για την ύπαρξη του εμπιστεύματος από τις ίδιες τις συντεχνίες των οποίων υπήρξαν μέλη και οι οποίες επιτέλεσαν καταλυτικό ρόλο στη διακήρυξη του. Εν πάση περιπτώσει όμως, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, που έχει τεθεί από κοινού ενώπιον του Δικαστηρίου, παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Το ερώτημα επομένως που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο οι Αιτήτριες δικαιούνται με βάση τους όρους του Εγγράφου Εμπιστεύματος (Τεκ.1) στην εξασφάλιση των αιτούμενων ποσών. Θέτοντας επομένως τους όρους του εν λόγω εμπιστεύματος στο επίκεντρο της μεταξύ των μερών διαφοράς, το Δικαστήριο καλείται με βάση τις νομολογιακές αρχές να προβεί σε ορθή ερμηνεία του περιεχόμενου του και να αποφανθεί εάν οι Αιτήτριες εμπίπτουν στην έννοια του «δικαιούχου» όπως αυτή συναντάται στον όρο 4.4. του εν λόγω Εμπιστεύματος, τον οποίο παραθέτουμε αυτούσιο πιο πάνω. Νομολογιακά, η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών Συμβούλων των Π.Κ. Ορεινός Λτδ κ.α ν. Φρίξου Φιλίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2013: «Κριτήριο ερμηνείας των συμβάσεων αποτελεί η διαπίστωση της έννοιας που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίμαχοι συμβατικοί όροι εξετάζονται όχι απομονωμένα αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας ως συνόλου. Η αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, αποτελεί πάντοτε χρήσιμο οδηγό. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trad. Ltd v. KEAN Λτδ (Αρ. 2)
(1998)(Δ) ΑΑΔ 2335)». Σύμφωνα με πάγια ερμηνευτική αρχή η πρόθεση των μερών εξάγεται από την γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξάγεται συνολικά. Επίσης το ερμηνευτικό έργο του δικαστηρίου θα πρέπει να περιοριστεί στους γραπτούς όρους της συμφωνίας και τα συγκείμενα τους. Δεν μπορεί να επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις. (βλ. Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630). Επομένως με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρξε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση. Εξετάζοντας τον επίμαχο όρο 4.4. υπό τον τίτλο «σκοπός του εμπιστεύματος» εντός των πλαισίων του Εγγράφου Εμπιστεύματος ως συνόλου, δεν βρίσκουμε να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή δυσκολία στην αντίληψη της σημασίας του ή να προκύπτει οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία πέραν αυτής που αποδίδεται μέσα από τη συνήθη λεξικολογική σημασία του, δηλαδή τη σημασία την οποία αυτό φέρει όταν χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη. Από το λεκτικό του προκύπτει ξεκάθαρα ότι «δικαιούχοι» στην καταβολή ολόκληρου ή μέρους του 3% του εμπιστεύματος είναι τα μέλη του Ταμείου Προνοίας που έχουν αφυπηρετήσει κανονικά από την Εταιρεία στην ηλικία των 60 ετών ή και μέχρι πέντε χρόνια νωρίτερα. Το γεγονός ότι οι Αιτήτριες απολύθηκαν για λόγους πλεονασμού και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να εργαστούν μέχρι την κανονική ηλικία αφυπηρέτησης ή μέχρι πέντε χρόνια νωρίτερα, ως η ίδιες διατείνεται, δεν καλύπτεται από το γράμμα του επίμαχου όρου 4.4. και ούτε διαφοροποιείται με οποιοδήποτε τρόπο το νόημα και η ερμηνεία του σε βαθμό που να παρέχει στις Αιτήτριες ένα τέτοιο δικαίωμα, τη στιγμή που δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που τάσσει η εν λόγω διάταξη. Εάν σε τελικό στάδιο πρόθεση των μερών ήταν να επωφελούνται όλα τα μέλη του Ταμείου του εν λόγω Εμπιστεύματος, τότε θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά. Διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος συμπερίληψης του όρου 4.4. στο Έγγραφο Εμπιστεύματος. Από το γράμμα του εν λόγο όρου, επιβεβαιώνονται επίσης τα όσα ανέφερε ο κ. Παναγίδης, ότι το καταβαλλόμενο από το εμπίστευμα ποσό που ανερχόταν στο 3% πλέον τόκους από 1.10.1980, αφαιρείτο για σκοπούς Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας κατά την αφυπηρέτηση ή τον τερματισμό της απασχόλησης των υπαλλήλων. Επίσης ότι το ποσοστό αυτό αντιπροσώπευε το ήμισυ της μείωσης των συνεισφορών των υπαλλήλων και της Εταιρείας στο Ταμείο Προνοίας πλέον τόκους από 1.10.1980, η οποία μείωση ανερχόταν συνολικά σε 6%. Είναι επομένως φανερό ότι για σκοπούς Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας υπήρξε μείωση των συνεισφορών των υπαλλήλων της Εταιρείας στο Ταμείο Προνοίας που ανερχόταν συνολικά στο ποσοστό του 6% πλέον τόκους από 1.10.1980. Με τη διακήρυξη του εν λόγω εμπιστεύματος, οι Κυπριακές Αερογραμμές υπό την ιδιότητα του Επιτρόπου, προχώρησαν στο άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού προς όφελος των «δικαιούχων» μελών του Ταμείου Προνοίας, που σύμφωνα με τον όρο 4.4. είχαν ήδη συμπληρώσει κατά τον χρόνο αφυπηρέτησης ή τερματισμού της απασχόλησης τους το 55ο έτος της ηλικίας τους. Το επωφελούμενο από τον εν λόγω λογαριασμό ποσό, που αποτελούσε ένα επιπρόσθετο ωφέλημα, πέραν του Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας που έλαβαν οι Αιτήτριες, αποτελούσε το ήμισυ του 6% των αποκοπών πλέον τόκους από 1.10.1980. Οι Αιτήτριες δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι τα διεκδικούμενα από μέρους τους ποσά δεν σχετίζονταν με το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων». Με άλλα λόγια δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να φανερώσουν ότι οι «δικαιούχοι» υπάλληλοι που είχαν αποχωρήσει μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους επωφελήθηκαν, πέραν του Εμπιστεύματος, οποιουδήποτε πρόσθετου ωφελήματος που δεν επωφελήθηκαν οι ίδιες ή ότι στην πράξη η πρακτική που ακολούθησαν οι Καθ' ων η αίτηση ήταν διαφορετική από την προβλεπόμενη στον όρο 4.4. του Εμπιστεύματος. Να σημειώσουμε ότι η κα Χ. που κατέθεσε για λογαριασμό των Αιτητριών, ενώ ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της είχε ήδη συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας της και ότι επωφελήθηκε ολόκληρου του Ταμείου Προνοίας που δικαιούταν να λάβει με την αποχώρηση της, εντούτοις ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο και δη δεν τέθηκε η σχετική κατάσταση βάσει της οποίας υπολογίστηκε το ποσό του Ταμείου Προνοίας που της είχε καταβληθεί, με επακόλουθο το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να διαπιστώσει εάν υπήρξε η παραμικρή διαφοροποίηση. Για όλα τα πάνω αποδεχόμαστε τη θέση του κ. Π., ότι δηλαδή οι Καθ' ων η αίτηση με βάση τις πρόνοιες του Καταστατικού κατέβαλαν στις Αιτήτριες ολόκληρο το ποσό που δικαιούνταν να λάβουν με τον τερματισμό των υπηρεσιών τους και ότι τα διεκδικούμενα από μέρους τους ποσά αφορούν αποκλειστικά το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» (Τεκ.1) του οποίου δεν ήταν δικαιούχες καθώς κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης τους δεν είχαν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους. (
- i)Το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητριών εναντίον των Καθ' ων η αίτηση Επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας είναι η εξέταση της προδικαστικής ένστασης που έθεσε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση και αφορά το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητριών εναντίον τους. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» (Τεκ.1) διακηρύχθηκε από τις Κυπριακές Αερογραμμές που επιτέλεσαν «Επίτροπος» του εν λόγω Εμπιστεύματος. Όπως προκύπτει από το προοίμιο του Τεκ.1, αυτό αποτέλεσε προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ των Κυπριακών Αερογραμμών και των Συντεχνιών που εκπροσωπούσαν το προσωπικό της Εταιρείας. Οι Κυπριακές Αερογραμμές προχώρησαν στο άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού, προς όφελος των «δικαιούχων» μελών των Καθ' ων η αίτηση. Προστάτης του Εμπιστεύματος ήταν ο εκάστοτε Γραμματέας του Ταμείου Προνοίας που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η Ελ. Χρ. Υπό τον σκοπό του Εμπιστεύματος σημειώνεται ότι ο Επίτροπος, αφού πρώτα λάβει έγγραφη πιστοποίηση από τον Προστάτη ως προς το δικαίωμα «δικαιούχου» για πληρωμή καθώς και το ποσό της πληρωμής, προβαίνει στις ανάλογες πληρωμές προς τους δικαιούχους από την περιουσία του εμπιστεύματος, προς ικανοποίηση των συμφέροντος τους, όπως καθορίζεται στον όρο 4.4. Με την καταβολή των ανάλογων πληρωμών στον «δικαιούχο» ο Επίτροπος εκδίδει απόδειξη πληρωμής μαζί με έγγραφο απαλλαγής της ευθύνης του ιδίου και της Τράπεζας, το οποίο υπογράφεται από τον «δικαιούχο» και αντίγραφο του οποίου παραδίδεται στην Τράπεζα. Από τα πιο πάνω, είναι προφανές ότι ο ρόλος του «Προστάτη» περιορίζετο στην γραπτή γνωστοποίηση προς τον «Επίτροπο» ποια από τα αποχωρήσαντα μέλη του Ταμείου Προνοίας είχαν κλείσει το 55ο έτος της ηλικίας τους και ποιο το ποσό που δικαιούνταν να λάβουν. Η πληρωμή ωστόσο προς τα μέλη αυτά γινόταν από την περιουσία του εμπιστεύματος και υπό την ευθύνη του «Επιτρόπου». Εξ ου και ο «Επίτροπος» εξέδιδε σχετική απόδειξη πληρωμής μαζί με έγγραφο απαλλαγής της ευθύνης του ιδίου και της Τράπεζας που υπογράφετο από το μέλος στο οποίο έγινε η πληρωμή. Στο σύγγραμμα Trusts & Equity, Richard Edwards & Nigel Stockwell, third edition, σελίδες 49-50, αναφέρονται τα ακόλουθα: Σε ελεύθερη μετάφραση: «.. Ο εργοδότης, ο οποίος συστήνει το σχέδιο, μπορεί να καθορίσει τη δομή του και σε αντίθεση με άλλα εμπιστεύματα όπου ο ρόλος του δημιουργού (settlor) τελειώνει μόλις δημιουργηθεί το εμπίστευμα, στα συνταξιοδοτικά εμπιστεύματα (pension trust), ο δημιουργός (εργοδότης) έχει συχνά συνεχή ανάμειξη. Ο δημιουργός (εργοδότης) έχει την εξουσία να αποφασίζει για το ποιοι θα είναι οι αρχικοί, ή μερικοί από τους αρχικούς εμπιστευματοδόχους (trustees) και ποιες θα είναι οι εξουσίες και τα καθήκοντα τους. Είναι σαφές ότι ο εργοδότης μπορεί να επιλέξει εμπιστευματοδόχους, τους οποίους θεωρεί «συμπαθητικούς» για τα συμφέροντα του. Επί του εμπιστεύματος μπορούν να δοθούν ευρείες εξουσίες που να επιτρέπουν στον εργοδότη να αυξάνει, να μειώνει ή να αναστέλλει τις εισφορές του. Είναι δυνατόν να υπάρχει σχετική εξουσία η οποία, ίσως με τη συγκατάθεση του εργοδότη, να επιτρέπει την τροποποίηση των ωφελημάτων που καταβάλλονται στους εργοδοτούμενους. Δια των όρων του εμπιστεύματος και μέσω διορισμένων εμπιστευματοδόχων, ο εργοδότης μπορεί να διασφαλίσει την άσκηση από τον ίδιο μεγάλου βαθμού εξουσίας και ελέγχου επί του ταμείου. Στην υπόθεση Imperial Group Pension Trust Ltd v Imperial Tobacco Ltd [1991] 2 All ER 597, εξετάστηκε το ζήτημα των καθηκόντων του εργοδότη κατά την άσκηση των εξουσιών που περιλαμβάνονταν στο συνταξιοδοτικό σχέδιο. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, η ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ εργοδότη / εργοδοτούμενου αποτελούσε σημαντικό γεγονός, καθώς κατά την άσκηση οποιωνδήποτε εξουσιών στα πλαίσια του σχεδίου, ο εργοδότης δεσμευόταν από την υποχρέωση να ενεργεί με καλή πίστη έναντι των εργοδοτουμένων του. Ο Browne-Wilkinson V-C αφού ανέφερε ότι αναμφίβολα στα παραδοσιακά εμπιστεύματα κάποιο εξωτερικό πρόσωπο υπέχει καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duty), δήλωσε ότι τα εμπιστεύματα που αφορούν συνταξιοδοτικά σχέδια διαφέρουν σε φύση και χαρακτήρα από τα παραδοσιακά καταπιστεύματα στα οποία ο δημιουργός, ως ένδειξη γενναιοδωρίας, μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία στους δικαιούχους του. Στα πλείστα παραδοσιακά εμπιστεύματα, δεν υπάρχει καμία νομική σχέση μεταξύ των μερών πέραν του εμπιστεύματος και οι δικαιούχοι δεν δίδουν οποιαδήποτε αντιπαροχή/αντάλλαγμα για τα οφέλη που τους προσφέρονται. Θεώρησε ότι τα συνταξιοδοτικά ταμεία διαφέρουν καθότι σε αυτά υπάρχει το στοιχείο της αντιπαροχής από τους δικαιούχους αφού τα ωφελήματα τους αποτελούν μέρος του ανταλλάγματος που ο εργοδοτούμενος λαμβάνει από τον εργοδότη για τις υπηρεσίες που προσφέρει. Ο εργοδότης έχει εξουσία εμπιστευτικής φύσεως υπό την πλήρη έννοια. Είναι καθήκον του εργοδότη να ενεργεί κατά τρόπο που να μην προσβάλλει την σιωπηρή/εξυπακουόμενη υποχρέωση του να ενεργεί με καλή πίστη η οποία υποχρέωση υπάρχει σε κάθε σύμβαση εργασίας. Ο εργοδότης μπορεί να ασκεί τις εξουσίες του κατά τρόπο που να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του όταν δεν έρχεται σε αντίθεση με την υποχρέωση του να ενεργεί με καλή πίστη έναντι των εργοδοτουμένων του. ...» Στο σύγγραμμα Equity & Trusts Alastair Hudson, 7η έκδοση, σελ. 353 παρ. 8, αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με τα πολλαπλά καθήκοντα του Επιτρόπου, μεταξύ των οποίων: (α) Το καθήκον να υπακούει και να συμμορφώνεται με τους όρους του εγγράφου εμπιστεύ-ματος, εκτός εάν ήθελε διαταχθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο. (β) Το καθήκον να προστατεύει τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος, συμπεριλαμ-βανομένου αυτού της διατήρησης της Περιουσίας και της διασφάλισης ότι αυτή τυγχά-νει διαχείρισης σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου εμπιστεύματος. (γ) Το καθήκον να ενεργεί με ισότητα έναντι των δικαιούχων. (δ) Το καθήκον να ενεργεί με εύλογη επιμέλεια, ως θα ενεργούσε ένας συνετός επαγγελμα-τίας για λογαριασμό προσώπου έναντι του οποίου έχει ηθική ευθύνη. (ε) Καθήκοντα αναφορικά με τα έξοδα του εμπιστεύματος. (στ) Το καθήκον για την ορθή διανομή της περιουσίας του εμπιστεύματος. Είναι φανερό με βάση τις πιο πάνω αρχές που ανέπτυξε η νομολογία, ότι ο Επίτροπος έχει κάθε υποχρέωση και καθήκον να συμμορφώνεται στους όρους του εμπιστεύματος, να ενεργεί με καλή πίστη έναντι των «δικαιούχων» του εμπιστεύματος και να επιδεικνύει την εύλογη επιμέλεια για προστασία των δικαιωμάτων των εν λόγω προσώπων. Με τον ίδιο τρόπο οι Κυπριακές Αερογραμμές υπό την ιδιότητα του Επιτρόπου έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να ενάγουν και να ενάγονται σε σχέση με οποιαδήποτε διαφορά που εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση του σκοπού του εμπιστεύματος, τη λειτουργία του και την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Αντίθετα, από τις πρόνοιες του Τεκ.1 δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ευθύνη ή υποχρέωση από τους ίδιους τους Καθ' ων η αίτηση. Για όλα τα πιο πάνω η εγειρόμενη προδικαστική ένσταση ευσταθεί και κατά συνέπεια οι αξιώσεις των Αιτητριών εναντίον των Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να επιτύχουν. Η πιο πάνω κατάληξη προδιαγράφει και την τύχη των Αιτήσεων που δεν είναι άλλη από την απόρριψη τους. Παρόλα αυτά κρίνουμε σκόπιμο να ασχοληθούμε και με το ζήτημα της δυσμενούς διάκρισης λόγω ηλικίας που θέτουν οι Αιτήτριες στους γενικούς λόγους της Αίτησης και υποστηρίζουν με την τελική αγόρευση του συνηγόρου τους. Και τούτο στην περίπτωση που η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική. (
- ii)Η αξίωση για δυσμενή διάκριση εις βάρος των Αιτητριών Η νομική διάσταση του όλου θέματος περί δυσμενούς διακρίσεως των Αιτητριών λόγω ηλικίας αποτελεί ο περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμος του 2004 (58(Ι)/2004) ως έχει τροποποιηθεί από τους Ν.50(Ι)/2007 και 86(Ι)/2009. Ο Νόμος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.3.2004 και τέθηκε σε ισχύ, με βάση το άρθρο 20 την 1η Μαΐου 2004. Σκοπός της ψήφισης του ήταν η μερική εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα με τις Οδηγίες 2000/78/ΕΚ και 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου. Ο Νόμος εισάγει αυτούσιες τις ρυθμίσεις των παραπάνω Οδηγιών, αναφερόμενος, μεταξύ άλλων, στο πεδίο εφαρμογής, στη διάκριση μεταξύ άμεσων και έμμεσων διακρίσεων, στις επιτρεπόμενες αποκλίσεις και τη δυνατότητα λήψης θετικών μέτρων. Στα προστατευόμενα στοιχεία που απαγορεύεται να αποτελούν κριτήρια διάκρισης ανήκει και η ηλικία (άρθρα 3 και 6 του Νόμου) η οποία έχει συγκεκριμενοποιηθεί με την Οδηγία 2000/78. Η απαγόρευση διάκρισης λόγω ηλικίας προβλέπεται και από το άρθρο 21 του Χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ο οποίος από 1.12.2009 έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Η ερμηνεία των εννοιών «άμεση διάκριση» και «έμμεση διάκριση» περιέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου ως ακολούθως: «άμεση διάκριση» σημαίνει τη λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση που υφίσταται ένα πρόσωπο για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3, από αυτήν που υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο. «έμμεση διάκριση» σημαίνει κάθε εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική που πρόκειται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 σε σχέση με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Ως προς τις έννοιες αυτές, της άμεσης και έμμεσης διάκρισης, οι Οδηγίες 2000/78 και 2000/43 υιοθετούν τις θέσεις και τις αρχές που είχε διαμορφώσει η νομολογία του ΔΕΚ σχετικά με τις άμεσες και έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, αφού η προβληματική είναι η ίδια. Οι θέσεις μάλιστα και οι αρχές αυτές αποτυπώθηκαν και στην Οδηγία 2002/73 με την οποία αναθεωρήθηκε η Οδηγία 76/207 για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, ώστε, ως προς τις έννοιες αυτές, να υπάρξει πλήρης ευθυγράμμιση με τις Οδηγίες 2000/78 και 2000/43. Σημειώνουμε ότι κατά την ερμηνεία των διατάξεων της εναρμονιστικής νομοθεσίας και δη του Νόμου 58(Ι)/2004, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις των Οδηγιών, ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων αυτών. Μεταξύ δε περισσοτέρων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας. Σημειώνουμε ότι το καθήκον σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας αφορά όλη την εθνική νομοθεσία και όχι μόνον τις διατάξεις που θεσπίσθηκαν ειδικά για τη συμμόρφωση προς το περιεχόμενο της Οδηγίας. Από τον ορισμό της άμεσης διάκρισης προκύπτουν τα εξής κρίσιμα στοιχεία: (α) Η διαπίστωση της άμεσης διάκρισης προϋποθέτει τη σύγκριση μ' ένα άλλο πρόσωπο σε σχέση με το οποίο, το πρόσωπο που ασκεί αξιώσεις από την παράβαση της απαγόρευσης, υφίσταται μια λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση οφειλόμενη σ' έναν από τους λόγους που δεν επιτρέπεται να αποτελέσουν κριτήρια διάκρισης. (β) Για να είναι το πρόσωπο αυτό συγκρίσιμο πρέπει να βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση με το πρόσωπο που ασκεί αξιώσεις από την παράβαση της απαγόρευσης. (γ) Το συγκρινόμενο πρόσωπο δεν απαιτείται να απασχολείται στο ίδιο χρονικό διάστημα με το πρόσωπο που υφίσταται τη διάκριση, καθόσον από τη διατύπωση του νόμου προκύπτει ότι η σύγκριση γίνεται και με ένα πρόσωπο που στο παρελθόν έτυχε ευνοϊκότερης μεταχείρισης και το οποίο βρισκόταν σε ανάλογη κατάσταση. Περαιτέρω από τη διατύπωση του Νόμου «θα υφίστατο» προκύπτει ότι η σύγκριση μπορεί να γίνει και μ' ένα υποθετικό πρόσωπο. Από τη διατύπωση του Νόμου προκύπτει ότι το πραγματικό της άμεσης διάκρισης πληρούται όταν ένα πρόσωπο, για ένα από τους λόγους που δεν επιτρέπεται να αποτελέσουν κριτήριο διάκρισης, υφίσταται μια δυσμενέστερη μεταχείριση και όχι όταν απλώς είναι εκτεθειμένος σ' έναν, λιγότερο ή περισσότερο, συγκεκριμένο κίνδυνο να υποστεί μια τέτοια μεταχείριση[1]. Για την ηλικία κομβικό σημείο στην όλη προστασία έναντι των διακρίσεων αποτελούν οι λόγοι που δικαιολογούν, κατ' εξαίρεση, διακρίσεις. Πρόκειται για αντικειμενικούς λόγους που επιτρέπουν μια διαφορετική μεταχείριση, γιατί αυτό επιβάλλουν τα συμφέροντα των συμβαλλομένων μερών ή τρίτων προσώπων. Επειδή όμως, η δικαιολόγηση μιας διάκρισης συνιστά περιορισμό του δικαιώματος του ατόμου για προστασία έναντι των διακρίσεων, θα πρέπει σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου: 8.-
(1)Η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν συνιστά διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 6, εφόσον: (α) δικαιολογείται αντικειμενικά και λογικά από ένα θεμιτό στόχο, ιδίως αναφορικά με την πολιτική στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης και (β) τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
(2)Η διαφορετική μεταχείριση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), μπορεί να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: (α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους, (β) τον καθορισμό ελάχιστων ορίων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση, (γ) τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.
(3)Δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου.
(4)Οι διατάξεις του άρθρου 6 σε σχέση με την ηλικία δεν εφαρμόζονται στις ένοπλες δυνάμεις, στο βαθμό που ο καθορισμός ορίου ηλικίας δικαιολογείται από τη φύση και τα καθήκοντα της εργασίας. Η Δικαστική προστασία και το βάρος απόδειξης προβλέπονται στο άρθρο 11 του Νόμου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του παρόντος Νόμου, δικαιούται να διεκδικεί τα δικαιώματά του ενώπιον κάθε αρμόδιου δικαστηρίου και να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για την απόδειξη της παράβασης και της πάσης φύσεως υλικής ή ηθικής ζημιάς που υπέστη λόγω αυτής: Νοείται ότι, σε κάθε δικαστική διαδικασία εκτός από ποινική, αν ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση διατάξεων του παρόντος Νόμου, στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το Δικαστήριο υποχρεώνει τον αντίδικό του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του παρόντος Νόμου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αποδεικτική διευκόλυνση που ισχύει για το θύμα της διάκρισης συνίσταται σ' ένα συνδυασμό μείωσης του μέτρου της απόδειξης και αντιστροφής του βάρους απόδειξης. Η αποδεικτική αυτή διευκόλυνση προκύπτει από τις Οδηγίας 2000/43 και 2000/78 (άρθρα 8 και 10 αντίστοιχα) και αποτυπώνεται και στις αιτιολογικές σκέψεις των δύο αυτών Οδηγιών όπου αναφέρεται ότι «όταν πιθανολογείται διακριτική μεταχείριση, οι κανόνες περί βάρους της απόδειξης πρέπει να προσαρμόζονται και, προκειμένου να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η αρχή της ίσης μεταχείρισης, το βάρος της απόδειξης πρέπει να αντιστρέφεται στον εναγόμενο, εφόσον προσάγονται αποδείξεις μιας τέτοιας διακριτικής μεταχείρισης (αιτιολογικές σκέψεις 21 και 31 αντίστοιχα)». Έτσι, το βάρος απόδειξης δεν το επωμίζεται αποκλειστικά κάποιος από τους δύο διαδίκους, αλλά κατανέμεται αναλογικά. Ο εργοδοτούμενος και φερόμενος ως θύμα της διάκρισης, οφείλει να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να πιθανολογείται η ύπαρξη διάκρισης. Εφόσον από τα στοιχεία που επικαλείται και αποδεικνύει ο εργοδοτούμενος πιθανολογείται ότι η δυσμενέστερη μεταχείριση έχει ως αιτία την ηλικία ή ένα άλλο προσωπικό στοιχείο που δεν επιτρέπεται να αποτελέσει κριτήριο διάκρισης, το βάρος απόδειξης αντιστρέφεται και οφείλει πλέον ο εργοδότης να αποδείξει, φέροντας και τον κίνδυνο του non liquet, ότι δεν συντρέχει απαγορευμένη διάκριση (απόδειξη του αντιθέτου) είτε γιατί η διαφορετική μεταχείριση στηρίχθηκε σε άλλα στοιχεία (εξειδίκευση, εμπειρία) είτε γιατί συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν τη διάκριση ώστε αυτή να καθίσταται κατ' εξαίρεση επιτρεπτή[2]. Στην Teresa Mitchell v Southern Health Board [2001] ELR 201 καθορίστηκαν τα ακόλουθα κριτήρια σε σχέση με τη μετατόπιση του βάρους της απόδειξης από τον αιτητή στον καθ' ου η αίτηση: (Ελεύθερη μετάφραση) «Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τα κύρια γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται για να εγείρει το τεκμήριο της απαγορευμένης δυσμενούς διάκρισης. Αν αυτά τα κύρια γεγονότα ικανοποιήσουν το Δικαστήριο και θεωρηθούν επαρκούς σημασίας για να εγερθεί το τεκμήριο της διάκρισης, τότε το βάρος μετατίθεται στον καθ' ου η αίτηση για να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης». Σύμφωνα με τον Ζερδελή, στο σύγγραμμα «Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας στο ευρωπαϊκό και ελληνικό δίκαιο», σελ. 162 επ., «Οι παροχές του προγράμματος, όπως και οι εισφορές που καταβάλλει ο εργοδότης στο πλαίσιο του προγράμματος, συνιστούν «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 157 παρ. 2 ΣΛΕΕ και συνεπώς εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2000/78, καθόσον αποτελούν «αμοιβή» και για τους σκοπούς του άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής (ΔΕΕ 7.2.2013 C-476/11). Πρέπει, επομένως, οι διακρίσεις με βάση την ηλικία να υπηρετούν έναν θεμιτό στόχο και για την επίτευξη του να είναι μέτρο «πρόσφορο και αναγκαίο». Εκτός από τους λόγους που προβλέπει η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 της ίδιας Οδηγίας για τη δικαιολόγηση διακρίσεων λόγω ηλικίας, ειδικά για τις διακρίσεις λόγω ηλικίας που προβλέπονται σε επαγγελματικά συστήματα ασφάλισης έρχεται προς εφαρμογή η ειδικότερη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παρ. 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζομένους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου». Δεδομένου ότι η παρ. 2 του άρθρου 6 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαίρεση από την αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ηλικίας, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (ΔΕΕ 26.9.2013 C-546/11, ΔΕΕ 7.2.2013 C-476/11). Γίνεται δεκτό ότι η ανωτέρω διάταξη έχει εφαρμογή μόνο ως προς τα επαγγελματικά συστήματα ασφάλισης που καλύπτουν τους κινδύνους του γήρατος και της αναπηρίας και μόνον αν πρόκειται για ρύθμιση που εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις που προβλέπει η παρ. 2, δηλαδή στον «καθορισμό ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας» (C-476/11). Βέβαια, μια διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 6, όπως είναι η κλιμάκωση των συνταξιοδοτικών εισφορών ανάλογα με την ηλικία, μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, υπό τον όρο ότι η διαφορετική μεταχείριση που προκύπτει από το πρόγραμμα είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη θεμιτού σκοπού, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει (C-476/11). Στην υπόθεση Bartsch το πρόγραμμα προέβλεπε τη χορήγηση συντάξεως χηρείας, έθετε όμως ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της σύνταξης ο επιζών σύζυγος να μην έχει διαφορά ηλικίας μεγαλύτερη των δεκαπέντε ετών από τον θανόντα σύζυγο (ΔΕΕ 23.9.2008 C-427/06). .................................................................................................................................................................................................................. Δεν αποκλείεται, όπως επισημαίνει στις προτάσεις της στην ίδια υπόθεση η γενική Εισαγγελέας Sharpston, η πρόβλεψη ορισμένης διαφοράς ηλικίας ως προϋπόθεση για τη χορήγηση συντάξεων χηρείας να υπηρετεί έναν θεμιτό στόχο κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της οδηγίας. Το συγκεκριμένο όμως συνταξιοδοτικό σύστημα που απέκλειε παντελώς τον επιζώντα σύζυγο από τις παροχές του προγράμματος για τον λόγο ότι είχε διαφορά ηλικίας μεγαλύτερη των δεκαπέντε ετών από τον θανόντα σύζυγο είναι προφανές ότι παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον προς επίτευξη των θεμιτών στόχων ο πλήρης αποκλεισμός δεν ήταν πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο. Για τον περιορισμό των εξόδων που βαρύνουν τα εκούσια συνταξιοδοτικά συστήματα υπήρχαν λιγότερο ακραίοι τρόποι από τον πλήρη αποκλεισμό των επιζώντων. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να χορηγείται μειωμένης κλίμακας σύνταξη ή η σύνταξη θα μπορούσε να αρχίσει να καταβάλλεται στους επιζώντες μόνον από τη συμπλήρωση ορισμένης ηλικίας. Ζητήματα συμβατότητας με την απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας θέτουν και ρήτρες των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων που απαιτούν τη συμπλήρωση ενός ελάχιστου ορίου ηλικίας για την ένταξη στο πρόγραμμα ή αποκλείουν από την ένταξη εργαζομένους, οι οποίοι κατά την έναρξη της εργασιακής σχέσης είχαν συμπληρώσει ένα ανώτατο όριο ηλικίας. Το ΔΕΕ στην υπόθεση Lesar θεώρησε πάντως ότι εθνική ρύθμιση που απαιτεί τη συμπλήρωση ελάχιστου ορίου ηλικίας, στην επίδικη υπόθεση του 18ου, τόσο για την ένταξη στο συνταξιοδοτικό σύστημα όσο και για τη χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών δικαιολογείται βάσει της παρ. 2 του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/78, θεωρώντας ως θεμιτό στόχο τον καθορισμό ενιαίας ηλικίας για την ένταξη στο σύστημα καθώς και ενιαίας ηλικίας για τη δυνατότητα χορήγησης συνταξιοδοτικών παροχών, χωρίς να προβεί σ' έναν περαιτέρω έλεγχο αναλογικότητας ως προς το συγκεκριμένο όριο ηλικίας (ΔΕΕ 16.6.2016 C-159/15). Ακόμη όμως και αν τον έλεγχο αυτό δεν τον απαιτεί το άρθρο 6 παρ. 2 της οδηγίας, τον απαιτεί το άρθρο 52 παρ. 1 του Χάρτη, ο οποίος, ως τμήμα του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, συνιστά, σε σχέση με την οδηγία ιεραρχικά υπέρτερη πηγή.» Στην υπόθεση Age Concern England C-388/07, [2009] ECR 1-1569, το Δικαστήριο δήλωσε ότι το Άρθρο 6
(1)αποτελεί πολύ συγκεκριμένη παρέκκλιση από την γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης. Ως τέτοια, η εν λόγω εξαίρεση θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, βάσει της γενικής ερμηνευτικής προσέγγισης που εφαρμόζει το Δικαστήριο στην ερμηνεία των διατάξεων των οδηγιών του 2000. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, Fuchs και Kohler, ΔΕΕ 21.7.2011 C-159/10 και 160/10, το δικαίωμα στην εργασία προστατεύεται από το Άρθρο 15
(1)του Χάρτη της EE, και οι διατάξεις του Άρθρου 6
(1)πρέπει να ερμηνευτούν βάσει αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος. Ως εκ τούτου, η διαδικασία της αντικειμενικής αιτιολόγησης που ορίζεται στο Άρθρο 6
(1)πρέπει να εφαρμοστεί κατά τρόπο σχολαστικό και απαιτητικό. Η πρώτη αναφορά σχετικά με τις Οδηγίες του 2000 που έφθασε στο ΔΕΕ ήταν η υπόθεση διάκρισης λόγω ηλικίας Mangold, C-144/04, [2005] ECR I-9981 που αφορούσε τη γερμανική νομοθεσία η οποία είχε περιορίσει τα εργασιακά δικαιώματα των μεγαλύτερης ηλικίας εργαζομένων παραχωρώντας στους εργοδότες την ελευθερία να υπογράφουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου με εργαζομένους άνω των 52 ετών. Η απόφαση όρισε ότι η απαγόρευση της διάκρισης λόγω ηλικίας όπως προβλέπεται στην Οδηγία 2000/78/ΕΚ ήταν μία άποψη της γενικής αρχής ίσης μεταχείρισης, και συνεπώς η αντικειμενική αιτιολόγηση που ορίζεται στο Άρθρο 6
(2)θα πρέπει να εφαρμόζεται με αυστηρότητα καθώς αποτελεί παρέκκλιση από την αρχή της μη-διάκρισης. Επισήμανε επίσης πως θα πρέπει να εφαρμόζεται η αντικειμενική αιτιολόγηση από τα εθνικά δικαστήρια. Το Δικαστήριο εφάρμοσε στην συνέχεια αυτό το πρότυπο σε όλες τις υποθέσεις διάκρισης λόγω ηλικίας που ακολούθησαν την υπόθεση Mangold. Όταν εξέτασε εάν η υπό εξέταση γερμανική νομοθεσία τήρησε το πρώτο σκέλος της διαδικασίας αντικειμενικής αιτιολόγησης, ήτοι εάν σκοπό είχε την επίτευξη θεμιτού στόχου, το ΔΕΕ, στη συγκεκριμένη υπόθεση, θεώρησε ότι σκοπός της νομοθεσίας ήταν «απλά να προάγει την επαγγελματική ένταξη ανέργων εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας δίδοντας στους εργοδότες κίνητρο να τους προσλάβουν έναντι νεαρότερων εργαζομένων που χαίρουν μεγαλύτερων εργασιακών δικαιωμάτων. Υποστήριξε ότι η «νομιμότητα ενός τέτοιου στόχου δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί» και συνεπώς συμπέρανε ότι στόχοι αυτού του είδους θα αποτελούν «κατά κανόνα» θεμιτό στόχο υπό το Άρθρο 6
(1). Το Δικαστήριο παραχώρησε συνεπώς στον εθνικό νομοθέτη σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τον καθορισμό των στόχων δημόσιας πολιτικής. Στρεφόμενο στη συνέχεια στο ερώτημα εάν η νομοθεσία ήταν «κατάλληλη και αναγκαία» ικανοποιώντας έτσι το δεύτερο σκέλος της διαδικασίας αντικειμενικής αιτιολόγησης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η νομοθεσία περιόριζε τα εργασιακά δικαιώματα όλων των εργαζομένων άνω των 52 ετών, ανεξαρτήτως του εργασιακού ιστορικού τους. Συμπέρανε ότι ο τρόπος με τον οποίο η ηλικία χρησιμοποιήθηκε ως το «μοναδικό κριτήριο» για τον καθορισμό της μειονεκτούσας ομάδας εργαζομένων, «ανεξάρτητα από οιονδήποτε άλλο παράγοντα σχετικό με την δομή της υπό εξέτασης αγοράς εργασίας ή της προσωπικής κατάστασης του ενδιαφερόμενου ατόμου», προχώρησε πέραν των αντικειμενικά απαιτούμενων για την επίτευξη του στόχου της επαγγελματικής ένταξης των μεγαλύτερης ηλικίας εργαζομένων. Το Δικαστήριο αποφάσισε λοιπόν ότι τα κράτη χαίρουν ευρείας διακριτικής ευχέρειας στον καθορισμό της εθνικής εργασιακής πολιτικής, αλλά η χρήση της ηλικίας ως κριτήριο πρέπει αποδεδειγμένα να είναι κατ' αναλογία και αναγκαία για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων πολιτικής. Με βάση τον Νόμο και τη νομολογία το ερώτημα που τίθεται και καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι εάν οι Αιτήτριες έχουν στοιχειοθετήσει γεγονότα από τα οποία να πιθανολογείται η παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης λόγω ηλικίας, δηλαδή γεγονότα από τα οποία να πιθανολογείται (α) ότι οι Αιτήτριες υπέστησαν δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με άλλα πρόσωπα σε ανάλογη κατάσταση, και (β) ότι η λιγότερη αυτή ευνοϊκή μεταχείριση βασίζεται στην ηλικία. Με τη διακήρυξη του «Εμπιστεύματος Παρεμφερών Ωφελημάτων», είναι προφανές ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές προχώρησαν στη δημιουργία ενός συνταξιοδοτικού προγράμματος, «δικαιούχοι» του οποίου καθίσταντο όσοι από τους υπαλλήλους της Εταιρείας είχαν αφυπηρετήσει κανονικά στην ηλικία των 60 ετών ή 5 χρόνια νωρίτερα. Το πρόγραμμα δεν καθιστούσε δικαιούχους για λήψη των εν λόγω Ωφελημάτων, υπαλλήλους που δεν είχαν κλείσει το 55ο έτος της ηλικίας τους, μολονότι σύμφωνα με το προοίμιο του Εγγράφου Εμπιστεύματος οι καταβαλλόμενες εισφορές αφορούσαν όλα τα δικαιούχα μέλη, που με βάση την ερμηνευτική διάταξη του όρου 2.
- «σημαίνει όλους τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι μέλη του Ταμείου Προνοίας ή τους νόμιμους εξουσιοδοτημένους διαχειριστές της περιουσίας τους». Από το γράμμα λοιπόν του Τεκ. 1, είναι φανερό ότι οι Αιτήτριες δεν επωφελήθηκαν πληρωμής από το εμπίστευμα γιατί δεν πληρούσαν τις προβλεπόμενες από τον όρο 4.
- προϋποθέσεις που ήταν η μη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης τους. Ως επακόλουθο, κρίνουμε ότι οι Αιτήτριες έχουν στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως γεγονότα από τα οποία πιθανολογείται η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση τους σε σύγκριση με άλλους υπαλλήλους της Εταιρείας με βάση την ηλικία. Με τη στοιχειοθέτηση πραγματικών περιστατικών από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν οι Καθ' ων η αίτηση κατάφεραν μέσα από τη μαρτυρία τους να ανατρέψουν το πιο πάνω μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δεν παραβίασαν την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά ότι η διαφορετική μεταχείριση με βάση την ηλικία δικαιολογείτο αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και ότι ήταν μέτρο πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του. Σημειώνουμε κατ' αρχήν ότι το άρθρο 2 της Οδηγίας προνοεί ότι «η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.» Είναι λοιπόν απαραίτητο για τους Καθ' ων η αίτηση όπως αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η μη καταβολή των παρεμφερών ωφελημάτων προς τις Αιτήτριες δεν ήταν αποτέλεσμα άμεσης διάκρισης λόγω ηλικίας. Σημειωτέον ότι ο λόγος διάκρισης δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τον αποκλειστικό ή κύριο λόγο της διαφορετικής μεταχείρισης. Είναι αρκετή η συνδρομή και επίδραση του στη διαμόρφωση της τελικής απόφασης. (Βλ. Negarajan v London Regional Transport [1999] 4 All ER 65 [1999] I.R.L.R 572). Ο κ. Παναγίδης αναφερόμενος κατά την αντεξέταση του στη φιλοσοφία που οδήγησε τις Κυπριακές Αερογραμμές στην διακήρυξη του Εμπιστεύματος ισχυρίστηκε ότι μέσα στα πλαίσια των διαφόρων σχεδίων αναδιάρθρωσης που εφάρμοζε κατά καιρούς η Εταιρεία παρείχε κίνητρα στους υπαλλήλους, κυρίως σε άτομα μεγάλης ηλικίας, να αποχωρούν από την υπηρεσία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και ως αναγνώριση της προσφοράς των υπαλλήλων που πλησίαζαν στη συνταξιοδότηση, οι συντεχνίες που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους διεκδίκησαν και διαπραγματεύτηκαν το εν λόγω ωφέλημα, ώστε οι υπάλληλοι που αποχωρούσαν από την Εταιρεία και ήταν άνω των 55 ετών, να επωφελούνται εκτός από το Ταμείο Προνοίας και το επιπρόσθετο ωφέλημα του 3% ως συνεισφορά της Εταιρείας. Εξετάζοντας λοιπόν τα όσα ανέφερε ο κ. Παναγίδης σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του εν λόγω εμπιστεύματος, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι δεν αποκλείεται η πρόβλεψη ορισμένης διαφοράς ηλικίας ως προϋπόθεση για τη χορηγήσει των Ωφελημάτων να υπηρετεί ένα θεμιτό στόχο κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 της Οδηγίας και του άρθρου 8 του Νόμου. Και οι φορείς όμως της συλλογικής αυτονομίας και των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων πρέπει να ενεργούν σύμφωνα με την Οδηγία. Συνεπώς τα συνταξιοδοτικά προγράμματα όπως και οι συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις δεν αρκεί να υπηρετούν ένα θεμιτό στόχο, αλλά θα πρέπει και τα μέτρα που επιλέγουν να είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εν λόγω εμπίστευμα που απέκλειε παντελώς από τη λήψη Ωφελημάτων μερίδα δικαιούχων υπαλλήλων του Ταμείου Προνοίας, για τον λόγο ότι δεν είχαν κλείσει το 55ο έτος της ηλικίας τους, είναι προφανές ότι παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας καθόσον προς επίτευξη των θεμιτών στόχων ο πλήρης αποκλεισμός δεν ήταν πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο. Για τη χορήγηση κινήτρων στους υπαλλήλους υπήρχαν λιγότεροι ακραίοι τρόποι από τον πλήρη αποκλεισμό των υπαλλήλων που δεν είχαν κλείσει το 55ο έτος της ηλικίας τους, καθώς (α) οι καταβαλλόμενες για σκοπούς λειτουργίας του εμπιστεύματος εισφορές, αφορούσαν όλα τα μέλη του Ταμείου και (β) για τη χορήγηση των εν λόγω Ωφελημάτων δεν λήφθηκε υπόψη ο χρόνος απασχόλησης που διανύθηκε πριν τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας που καθιστούσε δικαιούχο τον αποχωρήσαντα υπάλληλο. Με άλλα λόγια με βάση τους όρους του εμπιστεύματος ο χρόνος απασχόλησης του μέλους δεν αποτελούσε προϋπόθεση λήψης των Ωφελημάτων, με επακόλουθο μέλη με μακρά υπηρεσία που δεν είχαν κλείσει το 55ο έτος της ηλικίας τους να επωφελούντο κατ' αναλογία λιγότερων Ωφελημάτων από μέλη με μικρότερη υπηρεσία που είχαν ήδη συμπληρώσει με την αποχώρηση τους το καθοριζόμενο όριο ηλικίας. Για όλα τα πιο πάνω, είναι κατάληξη μας ότι οι Αιτήτριες υπέστησαν άμεση διάκριση λόγω ηλικίας κατά παράβαση των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας 2000/78 και του Ν.58(Ι)/
- Σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του Νόμου, «Το Δικαστήριο εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά και στο επιδικαζόμενο ποσό προστίθεται νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημίωσης» Στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891[3], ερμηνεύοντας το ΔΕΕ τις διατάξεις της Οδηγίας 76/207/ΕΚ τόνισε ότι για κράτη μέλη που επιλέγουν ως κύρωση για την παράβαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, η επιδικαζόμενη αποζημίωση θα πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών και λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνουμε οι Αιτήτριες θα δικαιούνταν ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστησαν, λόγω της εις βάρος τους διάκρισης, το αιτούμενα ποσά πλέον τόκους μέχρι τελικής εξόφλησης. Εν όψει όμως της πιο πάνω κατάληξης μας οι Αιτήσεις απορρίπτονται. Υπό τις περιστάσεις δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)....................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Λ. Μακρή Χριστοφίδη, Μέλος Χ. Ηρακλείδης, Μέλος ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Η θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι τα διεκδικούμενα από τις Αιτήτριες ποσά προκύπτουν από το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων» (Τεκ.1) δεν συνάδει με τα όσα ο κ. Παναγίδης ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του. Ενώ ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το ποσό που έλαβαν οι Αιτήτριες ήταν το αποτέλεσμα του κατοχυρωμένου ποσού του Ταμείου Προνοίας, το οποίο έχει υπολογιστεί με τον τρόπο που ο ίδιος εξήγησε, ωστόσο δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι από τον αναφερόμενο υπολογισμό αφαιρείται 6% στον μηνιαία μισθό (βασικό και τιμάριθμο) από την 1.10.1980 μέχρι την ημερομηνία αφυπηρέτησης ή τερματισμού της απασχόλησης πλέον τόκους, που αντιπροσωπεύει τη μείωση των συνεισφορών στο Ταμείο Προνοίας από την 1.10.
- Για υπαλλήλους οι οποίο αφυπηρετούσαν ή οι υπηρεσίες τους τερματίζονταν κανονικά στα 60 τους ή μέχρι πέντε χρόνια νωρίτερα αφαιρείτο μόνο 3% αντί 6%. Αυτό το ποσοστό του 3% αφαιρείτο από το Ταμείο Προνοίας και κάθε δικαιούχος υπάλληλος της Εταιρείας το λάμβανε από τον λογαριασμό Εμπιστεύματος. Εν ολίγοις, με βάση τη μαρτυρία του κ. Παναγίδη, σε όσους από τους υπαλλήλους δεν είχαν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους κατά τον τερματισμό της απασχόλησης τους, η αποκοπή από το Ταμείο Προνοίας ανερχόταν στο ποσοστό του 6%, ενώ για υπαλλήλους που είχαν ήδη συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους, η αποκοπή περιορίζόταν στο 3%. Αυτό το ποσοστό του 3% οι τελευταίοι το λάμβαναν από το «Εμπίστευμα Παρεμφερών Ωφελημάτων». Η μαρτυρία αυτή του κ. Παναγίδη δεν έχει αμφισβητηθεί και ούτε φαίνεται να διίσταται της ενώπιον μας πραγματικής μαρτυρίας. Ειδικότερα δεν διαπιστώνουμε να διίσταται της παραγράφου 4.
- του Τεκ.1 όπου ρητά αναφέρεται ότι το καταβαλλόμενο ποσό από τον Επίτροπο ήταν ολόκληρο ή μέρος του 3% πλέον τόκους από 1.10.1980, που αφαιρείται για σκοπούς κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας κατά την αφυπηρέτηση των δικαιούχων υπαλλήλων. Ενώ επίσης αναφέρεται σε Είναι λοιπόν φανερό ότι όσοι από τους υπαλλήλους που είχαν ήδη συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους, κατά τον τερματισμό της απασχόλησης τους, επωφελούντο τόσο το ποσοστό του 3% που τους αποκόπτετο από το Ταμείο Προνοίας και το οποίο ως δικαιούχοι του «Εμπιστεύματος Παρεμφερών Ωφελημάτων» εξασφάλιζαν από τις Κυπριακές Αερογραμμές, όσο και το επιπλέον ποσοστό του 3% το οποίο σε αντίθεση με το υπόλοιπο προσωπικό δεν τους αποκόπτετο από το Ταμείο Προνοίας. [1] Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο , σ.228 κ.α [2] Βλ. Δ. Ζερδελής, Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας στο ευρωπαϊκό και ελληνικό εργατικό δίκαιο
(2018), σελ. 179. [3] Την εν λόγω απόφαση επικαλέστηκε το Δικαστήριο στην Α. Χατζηαβραάμ ν. ΣΠΕ Μόρφου
(2011)Α.Α.Δ. όπου επιδίκασε αποζημιώσεις για διάκριση λόγω ηλικίας με βάση τον Ν.58(Ι)/2004. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο