Χ. Δ. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 563/2014, 31/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:40 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού και Μ. Παντελή, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 563/2014 Μεταξύ: Χ. Δ. Αιτήτρια -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ου η αίτηση -------- Ημερομηνία: 31η Αυγούστου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Β. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο»), (α) Συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού, (β) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (γ) Νόμιμο τόκο, (δ) Έξοδα συν Φ.Π.Α. Με βάση τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω: Η Αιτήτρια προσελήφθη στην υπηρεσία της εταιρείας Skepi Systems Limited («η Εταιρεία») στις 2.4.
- Οι υπηρεσίες της τερματίστηκαν στις 30.6.2013 για λόγους πλεονασμού. Καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της κατείχε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και το υπόλοιπο 50% ο σύζυγος της, ο οποίος κατείχε και τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας. Οι τελευταίες μισθολογικές απολαβές της, ανέρχονταν στα €184,62 εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Την 1.7.2013 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού, η οποία εγκρίθηκε για ολόκληρη την περίοδο απασχόλησης της και της κατεβλήθη πληρωμή σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 2 και της Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67) ως έχει τροποποιηθεί («ο Νόμος»), για το ποσό των €1.731,
- Το Ταμείο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απασχολείτο στην Εταιρεία υπό την ιδιότητα μετόχου και όχι με σύμβαση εργασίας και/ή κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου, με αποτέλεσμα η πληρωμή που δικαιούται για την περίοδο αυτή να είναι ίση με το 1% του τελευταίου εβδομαδιαίου ημερομισθίου της επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας της, ήτοι ποσό €1.731,
- Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε πρόσθετη πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο και ως εκ τούτου ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Η Αιτήτρια επιχείρησε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει προσφέροντας τόσο τη δική της μαρτυρία όσο και τη μαρτυρία του συζύγου της, μετόχου και διευθύνοντα συμβούλου της Εταιρείας κ Φ. Χ. Το Ταμείο δεν προσκόμισε μαρτυρία. Πρόσθετα κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα πιο κάτω έγγραφα: Τεκ.1 - Αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Τεκ.2 - Ερωτηματολόγιο . Τεκ.3 - Επιστολή τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας ημερ. 30.5.
- Τεκ.4- Έγγραφο με στοιχεία της εταιρείας από το ηλεκτρονικό σύστημα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Τεκ.5 - Επιστολή του Ταμείου προς την Αιτήτρια ημερ. 16.5.
- Συμφώνα με τον κ. Φ. Χ. η Εταιρεία ασχολείται με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και την εφαρμογή κατασκευών στον κατασκευαστικό τομέα. Η Αιτήτρια ασχολείτο στην Εταιρεία ως γραφέας με καθήκοντα την τήρηση του αρχείου, τον έλεγχο των αποθεμάτων της αποθήκης, τις εισπράξεις στη βάση τιμολογίων που ο ίδιος είχε εκδώσει και τις τραπεζικές καταθέσεις. Ήταν η μόνη υπάλληλος που απασχολούσε η Εταιρεία, τελούσε κάτω από τη δική του εποπτεία και τον δικό του έλεγχο, διεκπεραίωνε την εργασία της με δικές του οδηγίες, τηρούσε συγκεκριμένο ημερήσιο ωράριο εργασίας και λάμβανε σταθερό μηνιαίο μισθό. Ο ίδιος ως το μόνο πρόσωπο στην Εταιρεία που διέθετε τα προσόντα πολιτικού μηχανικού είχε την αποκλειστική ευθύνη για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στο τομέα των κατασκευών, τη σύναψη συμφωνιών με πελάτες και γενικά τη λήψη όλων των αποφάσεων που σχετίζονταν με την πολιτική της Εταιρείας, καθώς η Αιτήτρια, που ήταν απόφοιτη γυμνασίου, δεν διέθετε τέτοια προσόντα. Σημείωσε επίσης ότι η Αιτήτρια απολύθηκε με δική του απόφαση, λόγω δραστικής μείωσης του κύκλου εργασιών της Εταιρείας, χωρίς εμφανή προοπτική ανάκαμψης. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε με σταθερότητα τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με τα καθήκοντα και τον εποπτικό έλεγχο που ασκούσε ο ίδιος στην εργασίας της Αιτήτριας. Ότι η Αιτήτρια δεν είχε εξουσιοδότηση να υπογραφεί επιταγές και ούτε ήταν σε θέση να κλείσει οποιαδήποτε συμφωνία με πελάτες αφού δεν διέθετε τα προσόντα και δεν ήταν αυτός ο ρόλος της στην Εταιρεία. Επέμενε ότι οι σημαντικές αποφάσεις που σχετίζονταν με τις δραστηριότητες της Εταιρείας λαμβάνονταν αποκλειστικά από τον ίδιο, όπως και η απόλυση της Αιτήτριας που ήταν δική του απόφαση. Καταθέτοντας η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ουσιαστικά τα όσα κατέθεσε ο προηγούμενος μάρτυρας. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπέγραψε επιταγές της Εταιρείας, ότι διεκπεραίωνε τα καθήκοντα της κατόπιν οδηγιών που λάμβανε από τον σύζυγο της, ότι το 50% του μετοχικού κεφαλαίου το κατείχε απλώς στα χαρτιά καθώς δεν είχε κανένα ρόλο στη διεύθυνση της Εταιρείας και ούτε λόγο στη λήψη των αποφάσεων για τις οποίες αποκλειστικά υπεύθυνος ήταν ο σύζυγος της. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον κ. Χ. και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με απλότητα και σταθερότητα κατέθεσαν στο Δικαστήριο ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησαν στο Δικαστήριο, τα όσα ανέφεραν βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση μεταξύ τους και παρέμειναν αναντίλεκτα. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους ως ειλικρινή και αξιόπιστη και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Η παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «προκειμένου περί εργοδοτούμενου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζόμενου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας». Με την πιο πάνω επιφύλαξη που έθεσε ο νομοθέτης στην ερμηνευτική διάταξη του όρου «εργοδοτούμενος» προσέδωσε την ιδιότητα αυτή και σε μετόχους για τους οποίους η εταιρεία καταβάλλει εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μια εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως μισθωτοί της, (α) σ' αυτούς που προσφέρουν υπηρεσίες με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και, (β) σ' αυτούς που ενεγράφησαν απλώς ως εργοδοτούμενοι για να επωφελούνται των Κοινωνικών Ωφελημάτων από το αρμόδιο τμήμα. Σε μια τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης καθιέρωσε δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού και σε μετόχους που προσφέρουν ανεξάρτητες υπηρεσίες στην εταιρεία τους, με την επιστροφή υπό τύπο πληρωμής του ποσού που είχαν συνεισφέρει στο ομώνυμο Ταμείο με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 349, η πιο πάνω νομοθετική διάταξη «καθιερώνει διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτουμένων διευθυντών των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία.». Είναι γνωστό από τη θεωρία του δίκαιου, ότι με τα νομικά πλάσματα ο νομοθέτης, για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό, καθιερώνει ορισμένη νομική κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ηθελημένα ο νόμος αλλοιώνει ή παραμορφώνει την πραγματικότητα εις τρόπο ώστε το άλλο αυτό περιστατικό να εκλαμβάνεται ως υφιστάμενο αντί αυτού που πράγματι συντρέχει. Εξ' ου και στις περιπτώσεις αυτές στο νόμο χρησιμοποιούνται συνήθως οι λέξεις «λογίζεται» ή «θεωρείται». Και στην προκείμενη περίπτωση, με βάση την πιο πάνω ερμηνευτική διάταξη του Νόμου, ο κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενος δεν παύει να θεωρείται εργοδοτούμενος και εν τέλει υπό αυτή τη ιδιότητα αποδέχθηκε το Ταμείο την Αιτήτρια για την περίοδο που αυτή ήταν μέτοχος της Εταιρείας. Επομένως, το Δικαστήριο, προτού εξετάσει τη βασιμότητα των αξιώσεων της Αιτήτριας, θα πρέπει να προσδώσει τον νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνέδεε αυτή με την Εταιρεία. Εν ολίγοις να αποφασίσει εάν υπό τις περιστάσεις που η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της δύναται να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Για μια τέτοια κατάληξη θα πρέπει κατ' αρχάς να προσδιορισθεί τελολογικά η έννοια του εργοδοτούμενου που τελεί υπό εξάρτηση σε συνάρτηση με την αντίστοιχη έννοια του κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενου όπως συναντάται στον Νόμο. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «Ο τελολογικός προσδιορισμός διευκολύνεται, αν στην έννοια του μισθωτού αντιπαραθέσουμε την αντίθετη έννοια, αυτή του ανεξάρτητου επαγγελματία, στον οποίο δεν εφαρμόζεται το εργατικό δίκαιο. Άλλωστε, γενικότερα, σκόπιμο είναι να εξετάζεται μια έννοια όχι «αυτή καθαυτή» αλλά σε συσχέτιση με την αντίθετη έννοια, από την οποία και διακρίνεται. Τα ίδια γνωρίσματα τα οποία χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως μισθωτού, χαρακτηρίζουν, αν τα δει κανείς αντίστροφα, τον ανεξάρτητο επαγγελματία. Ο ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμορφώνει ελεύθερα, με δική του ευθύνη, τη βιοποριστική του δραστηριότητα, καθορίζει ο ίδιος τους στόχους της και φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Αντίθετα, ο μισθωτός, για χρόνο ορισμένο ή αόριστο, θέτει την εργασιακή του δύναμη στη διάθεση ενός άλλου προσώπου, το οποίο τη χρησιμοποιεί για την επίτευξη των δικών του στόχων και, για το λόγο αυτό, εύλογο είναι να φέρει και τον κίνδυνο. Ο μισθωτός, κατά την διάρκεια της συμβατικής του δέσμευσης, παραιτείται προς όφελος ενός άλλου προσώπου από την επαγγελματική του ανεξαρτησία, από τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την εργασία του και να αναπτύξει μια οικονομική δραστηριότητα με δική του ευθύνη και κίνδυνο, για την πραγμάτωση σκοπών που ο ίδιος έχει καθορίσει και σύμφωνα με τις ανάγκες και την κατάσταση της αγοράς. Το γεγονός αυτό, η παραίτηση του εργαζόμενου, με τη σύναψη της σύμβασης, από την αξιοποίηση επιχειρηματικά της εργασιακής του δύναμης και η εκχώρηση της εξουσίας διάθεσης της στον αντισυμβαλλόμενο, δικαιολογεί την ειδική προστασία που του παρέχει το εργατικό δίκαιο, όπως, επίσης, εξηγεί γιατί με την προστασία αυτή επιβαρύνεται σε μεγάλο βαθμό ο εργοδότης.» Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου (και δη η ύπαρξη εξηρτημένης σχέσης εργασίας) αποτελεί πραγματικό ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται επί του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η κατά-βολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου. Το γεγονός ότι ο Αιτητής κατέβαλλε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενος και πληρωνόταν μισθό επί τη βάσει κοινής απόφασης με τον συνδιευθύνοντα του, δεν ήταν αρκετό για τη θεμελίωση σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, επειδή κανείς δεν μπορούσε να ασκήσει επάνω του έλεγχο, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Το άλλο δικαστικό προηγούμενο είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, που μνημονεύει και υιοθετεί την υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433. Σχετική είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκρι-μένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Το Ανώτατο Δικαστήριο στις δυο πιο πάνω αποφάσεις του, Prousi και Tsapaco, υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου και πάλι τονίζεται το στοιχείο του ελέγχου από τον εργοδότη της εργασίας του εργοδοτούμενου: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Χρήσιμη είναι επίσης η αναφορά στο σύγγραμμα του Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)p.77, para. 4.9: "The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties as a person in business in his own account (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision, such as the degree to which the person is free from detailed control by another as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η προσέγγιση που υιοθετείται πλέον από τα Δικαστήρια, θέτει το ερώτημα εάν ο εργαζόμενος στην πραγματικότητα εκτελεί την εργασία του ως πρόσωπον σε επιχείρηση για λογαριασμό δικό του, μάλλον παρά για λογαριασμό (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) κάποιου ανώτερου του. Διάφοροι παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αυτή την απόφαση όπως π.χ. ο βαθμός του λεπτομερούς ελέγχου που ασκείται από άλλον όσον αφορά τις ώρες εργασίας του, ή τις μεθόδους εργασίας του, εάν έχει επενδύσει οποιονδήποτε κεφάλαιο στην επιχείρηση που εργάζεται, ή φέρει κάποιο από τους οικονομικούς κινδύνους κέρδους και ζημιάς της επιχείρησης.» Στην Αγγλική υπόθεση Neufeld v. Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform [2009] 2 All ER 790, το Δικαστήριο καλείτο να αποφασίσει εάν και κατά πόσο μεταξύ της εταιρείας και του διευθυντή / μετόχου της, που είχε τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου, μπορούσε να συναχθεί σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου. Προβαίνοντας το Δικαστήριο σε εντελεχή αναφορά επί προηγούμενων αποφάσεων, σημείωσε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «[80] Δεν υπάρχει λόγος εάν κάποιος που είναι μέτοχος και διευθυντής μιας εταιρείας να μην μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας βάσει σχετικής σύμβασης εργασίας. Δεν υπάρχει επίσης λόγος, εάν κάποιος, του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο δίνει έλεγχο επί της εταιρείας - ακόμα και απόλυτο έλεγχο -, να μην μπορεί να είναι και υπάλληλος. Εν ολίγοις, ένα πρόσωπο του οποίου το οικονομικό συμφέρον στην εταιρεία και στις επιχειρήσεις που αυτή ασκεί, είναι τέτοιο ούτως ώστε πρακτικά να θεωρείται ως 'ιδιοκτήτης' της εταιρείας, μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας. [81] Εάν ένας τέτοιος μέτοχος/διευθυντής είναι ή όχι υπάλληλος της εταιρείας είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ίσως στη θεωρία να προκύπτουν δύο ζητήματα [.] Το πρώτο, το οποίο λογικά μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταρκτικό, είναι κατά πόσο η σύμβαση είναι γνήσια ή ψεύτικη. Το δεύτερο είναι κατά πόσο η σύμβαση, υποθέτοντας ότι είναι γνήσια, αποτελεί σύμβαση εργασίας (μπορεί, για παράδειγμα, να συνιστά σύμβαση παροχής υπηρεσιών). [.] [85] Κατά την εξέταση εάν μια έγκυρη σύμβαση εργασίας βρίσκεται σε ισχύ, το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει έμφαση στις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας σύμβασης και να διαπιστώσει εάν η εν λόγω σύμβαση πληροί αυτές τις προϋποθέσεις [.] [86] Αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο επί θεμάτων τα οποία τυπικά έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα εάν μια σύμβαση αποτελεί σύμβαση εργοδότησης ή όχι. Αυτό που δεν έχουμε μελετήσει για σκοπούς του υπό αναφορά ζητήματος είναι το γεγονός ότι το υποτιθέμενο μετοχικό κεφάλαιο που ο εργοδοτούμενος κατείχε στην εταιρεία του έδιδε επ' αυτής, ακόμη και απόλυτο έλεγχο. Το γεγονός ελέγχου της εταιρείας προφανώς θα αποτελεί μέρος του σκηνικού έναντι του οποίου θα γίνει η εξέταση για το τι έγινε σύμφωνα με την υποτιθέμενη γραπτή ή προφορική σύμβαση εργασίας η οποία διεκδικείται. Ωστόσο, αυτό συνήθως δεν θα έχει οποιαδήποτε σχετικότητα κατά την απόφανση εάν υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργοδότησης. Ούτε και το γεγονός ότι επένδυσε κεφάλαιο στην εταιρεία ή έχει λάβει δάνειο από αυτή ή έχει προσωπικά εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της ή η ευημερία της προσωπικής του επένδυσης στην εταιρεία βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με την ευημερία της εταιρείας ή έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη στην οποία λογικά ο 'ιδιοκτήτης' μιας επιχείρησης συνήθως προβαίνει εκ μέρους της. Αυτά συνήθως είναι άσχετα με τη δημιουργία μιας έγκυρης σύμβασης εργοδότησης και, ως εκ τούτου, μπορούν και πρέπει να αγνοούνται. Τα πιο πάνω δεικνύουν ένα 'ιδιοκτήτη' να ενεργεί ως 'ιδιοκτήτης' γεγονός αναπόφευκτο σε μια τέτοια εταιρεία. Εν τούτοις, δεν υποδεικνύουν ότι ένας 'ιδιοκτήτης' μιας εταιρείας δεν μπορεί επίσης να είναι και εργοδοτούμενος της.» Περαιτέρω το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 p. 36 και υιοθέτησε την καθοδήγηση που δόθηκε από το EAT στην υπόθεση Clark v Clark Construction Initiatives Ltd [2008] IRLR 364, αναφορικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του υπό αναφορά ζητήματος, παρέθεσε τα ακόλουθα: «Η ακόλουθη οδηγία δόθηκε ούτως ώστε να ακολουθείται από τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις:
(1)Το βάρος απόδειξης είναι στο μέρος το οποίο αρνείται την ύπαρξη σύμβασης. Όπου κάποιο άτομο πλήρωσε φόρο εισοδήματος και κοινωνικές ασφαλίσεις, τότε, εκ πρώτης όψεως, έχει τα δικαιώματα που παρέχονται στους εργοδοτούμενους.
(2)Το απλό γεγονός ελέγχου του μετοχικού κεφαλαίου (ή ο εκ των πραγμάτων έλεγχος) από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(3)Ομοίως, το επιχειρηματικό καθεστώς από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(4)Εάν η συμπεριφορά των μερών είναι σύμφωνη με τη σύμβαση (π.χ. σε σχέση με το ωράριο και τις άδειες), αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξη εργοδότησης.
(5)Αντιθέτως, εάν η συμπεριφορά των μερών είναι ασυμβίβαστη με (ή δεν διέπεται από) τη σύμβαση, αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την μη ύπαρξη εργοδότησης.
(6)Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης αυθεντικής σύμβασης υπονομεύεται εάν δεν υπάρχει κάτι το γραπτό.
(7)Η εξασφάλιση δανείων από την εταιρεία (ή, αντίθετα, η προσωπική εγγύηση των χρεών της εταιρείας) δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστη με την εργοδότηση.
(8)Μολονότι ο έλεγχος του μετοχικού κεφαλαίου είναι πάντα σχετικός και ίσως και καθοριστικός, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν δικαιολογεί εύρημα περί μη ύπαρξης εργοδότησης. [.] «η παράγραφο
(6)πιο πάνω ίσως εκφραστικά να είναι πολύ αρνητική. Μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα, εν τούτοις εάν η συμπεριφορά των μερών καταδεικνύει την ύπαρξη αυθεντικής σύμβασης εργοδότησης, 'δεν επιθυμούμε τα Δικαστήρια να εκλαμβάνουν με τόση μεγάλη ευκολία την απουσία γραπτής συμφωνίας ούτως ώστε να δικαιολογούν απόρριψη της αξίωσης του αιτητή'» Προφανώς, από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, το Ταμείο αποδέχθηκε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της, είναι φανερό, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της ασκούσε συγκεκριμένα καθήκοντα, τηρούσε καθορισμένο ωράριο εργασίας και λάμβανε σταθερό μηνιαίο μισθό, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει από μόνη της τους όρους απασχόλησης της. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να ασκεί έλεγχο επί της Εταιρείας καθώς τα καθήκοντα της αφορούσαν γραφειακές βοηθητικές εργασίες που δεν σχετίζονταν με τις εταιρικές δραστηριότητες που ήταν η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και η εφαρμογή κατασκευών στον τομέα οικοδομών, αντικείμενο με το οποίο απασχολείτο αποκλειστικά ο σύζυγος της ο οποίος ως πολιτικός μηχανικός διέθετε τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα για τη διεκπεραίωση των βασικών εργασιών και τον εν γένει έλεγχο των δραστηριοτήτων της Εταιρείας, μη εξαιρουμένης της παροχής οδηγιών προς την Αιτήτρια για διεκπεραίωση οποιασδήποτε βοηθητικής γραφειακής εργασίας. Προκύπτει επίσης, ότι η Αιτήτρια, ως μέτοχος της Εταιρείας, δεν είχε καμία συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τις οποίες λάμβανε αποκλειστικά ο σύζυγος της, ο οποίος, εκτός από μέτοχος ήταν και ο διευθύνων σύμβουλος της Εταιρείας, γεγονός άλλωστε που προκύπτει και από τη φύση των δραστηριοτήτων της Εταιρείας για τις οποίες η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν σε θέση να λάβει οποιαδήποτε απόφαση ή να τις διεκπεραιώσει. Σε κάθε περίπτωση, αν και η Αιτήτρια κατείχε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας, δεν διεφάνη να είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στη διοίκηση ή τους επιχειρηματικούς οικονομικούς κινδύνους της Εταιρεία ή να έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για την επίτευξη ή μη ορισμένου αποτελέσματος. Επίσης από την τεθείσα μαρτυρία δεν διεφάνη να διατηρούσε η Αιτήτρια την ελευθερία να προσδιορίζει από μόνη της τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο παροχής της εργασίας της. Αντίθετα, είναι φανερό ότι υπόκειντο σε εποπτεία και έλεγχο από τον σύζυγο της, ως το άτομο με τον αποφασιστικό και καθοριστικό ρόλο στη διεύθυνση της Εταιρείας. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της στην Εταιρεία υποδηλώνουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Για τους λόγους δε που έχουμε αναπτύξει, τα χαρακτηριστικά της σχέσης αυτής δεν τα αναιρεί το γεγονός ότι η Αιτήτρια κατείχε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας καθώς δεν είχε καμία συμμετοχή ή οποιοδήποτε ουσιαστικό ή καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Σε τελικό στάδιο δεν διεφάνη έστω και αμυδρά ότι η ιδιότητα του μετόχου που έφερε η Αιτήτρια υποσκέλισαν ή υπερκάλυψαν με οποιοδήποτε τρόπο την εργασιακή σχέση που διατηρούσε με την Εταιρεία. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο άνω στοιχεία καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο αναγκαίος βαθμός προσωπικής εξάρτησης, για τον χαρακτηρισμό της Αιτήτριας ως εργοδοτούμενης, πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση, με επακόλουθο να δικαιούται πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο σύμφωνα με την Παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, που αντιστοιχεί με τις απολαβές 48,5 βδομάδων ήτοι ποσό (48,5Χ€184,62) €8.954,07. Αφαιρουμένου του ποσού των €1.731,60- που της καταβλήθηκε ως πληρωμή σύμφωνα με την Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα, το επιπλέον ποσό που η Αιτήτρια δικαιούται ανέρχεται στα €7.222,47. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €7.222,47 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €1.200 ως έξοδα πλέον νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Μ. Παντελής, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο