Γ. Χ. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 906/2016, 24/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:44 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Σ. Φιλίππου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 906/2016 Μεταξύ: Γ. Χ. Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 24η Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Χρ. Χριστούδιας Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Δρυμιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης αποτέλεσε η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, να καταστήσουν την ισχύουσα σύμβαση απασχόληση του Αιτητή, σε σύμβαση αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης από 28.4.2016, επικαλούμενοι τις πρόνοιες του περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 2016 (Ν.70(Ι)/2016). Είναι η θέση του Αιτητή, ότι οι συμβάσεις εργασίας που σύναψε με τους Καθ' ων η αίτηση, αφορούσαν πλήρη και όχι μερική απασχόληση. Στη βάση αυτή αξιώνει διάφορες θεραπείες όπως δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη απόφαση είναι εσφαλμένη και ότι η απασχόληση του στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση κατέστη αορίστου διαρκείας από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών, με βάση τις πρόνοιες του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) και του προρρηθέντος Νόμου (Ν.70(Ι)/2016). Πέραν τούτων, διεκδικεί αποζημιώσεις, μισθούς, ωφελήματα και άλλες απολαβές και εισφορές για το διάστημα που παρέμεινε εκτός εργασίας, τόκους και έξοδα. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι ο Αιτητής δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία. Διατείνονται ότι η μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του σε αορίστου χρόνου έγινε στη βάση και μόνο του Ν.70(Ι)/2016, παρόλο που ενέπιπτε ως εργασία στα πλαίσια των αντικειμενικών λόγων που απαριθμούνται στο άρθρο 7
(2)(α)(β)(γ) του Ν.98(Ι)/
- Επίσης ότι απασχολείτο στη βάση μερικής απασχόλησης, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο των σχετικών συμβάσεων και το σχετικό αρχείο της Στατιστικής Υπηρεσίας. Στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσε ο Αιτητής, ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση ο Διευθυντής του Τμήματος της Στατιστικής Υπηρεσίας κ. Στ. Καραγιώργης. Προτού όμως προχωρήσουμε στην παράθεση της προσαχθείσας μαρτυρίας κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης που είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι απόφοιτος του Middlesex University, Business School, Hendon London, U.K. και κάτοχος του Bachelor in Marketing with Management. Προσλήφθηκε για πρώτη φορά στη Στατιστική Υπηρεσία το 2005 με συμβόλαιο τακτής προθεσμίας ως Βοηθός Στατιστικών Ερευνών, για εκτέλεση απογραφικών εποχιακών αναγκών, όπως ορίζονται στο ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα της υπηρεσίας. Έκτοτε έχει απασχοληθεί στη βάση συμβολαίων τακτής διάρκειας για συγκεκριμένες έρευνες, που είναι τα ακόλουθα: Ημερομηνία Πρόσληψης Ημερομηνία Τερματισμού Θέση Μισθ. Κλίμακα 20.07.2005 30.09.2005 Βοηθός Στατιστικής Α4 24.10.2005 23.12.2005 Απογραφέας Α2 09.01.2006 28.02.2006 Απογραφέας Α2 07.03.2006 13.03.2006 Απογραφέας Α2 08.09.2008 30.12.2008 Απογραφέας Α1 12.01.2009 15.04.2009 Απογραφέας Α1 19.05.2009 31.07.2009 Απογραφέας Α1 05.10.2009 30.12.2009 Απογραφέας Α1 18.01.2009 31.03.2010 Απογραφέας Α1 12.04.2010 04.05.2010 Απογραφέας Α1 05.05.2010 16.07.2010 Απογραφέας Α1 15.05.2013 31.07.2013 Β. Στατ. Ερευνών Α1 02.10.2013 04.12.2013 Β. Στατ. Ερευνών Α1 13.10.2014 22.12.2014 Β. Στατ. Ερευνών Α1 26.03.2015 03.08.2015 Β. Στατ. Ερευνών Α1 01.09.2015 20.11.2015 Β. Στατ. Ερευνών Α1 Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής πρόσληψης, ο Αιτητής προσελήφθηκε ως Εργοδοτούμενος Καθορισμένης Διάρκειας, για κάλυψη ανάγκης προσωρινής φύσεως που αφορούσε στην εκτέλεση εργασιών προσωρινής φύσεως απογραφικής εργασίας στην κατηγορία «Επιχειρήσεις». Οι βασικοί όροι απασχόλησης που εκτίθενται στο πίσω μέρος της επιστολής, διαλαμβάνουν, μεταξύ άλλων ότι, «η απασχόληση σας θα είναι προσωρινή και αφορά αποκλειστικά την κάλυψη αναγκών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της επιστολή πρόσληψης σας. Η απασχόληση μπορεί να τερματιστεί οποτεδήποτε είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, αφού δοθεί η αναγκαία προειδοποίηση που προβλέπεται στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο. Σε περίπτωση που η εργασία για την οποία προσλαμβάνεστε παύσει να υφίσταται πριν τη λήξη της παρούσας σύμβασης απασχόλησης, αυτή θα τερματίζεται αυτοδικαίως». Με επιστολή ημερ. 9.6.2016 οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι με βάση τα στοιχεία που τηρούνται σε σχέση με το σύνολο της απασχόληση του, περιλαμβανομένων και αυτών που διαβιβάστηκαν από το Γενικό Λογιστήριο, είχε συμπληρώσει την απαιτούμενη τριαντάμηνη απασχόληση ως Βοηθός Στατιστικών Ερευνών, οπόταν και η ισχύουσα σύμβαση απασχόλησης του καθίστατο αορίστου χρόνο μερικής απασχόλησης από 20.4.2016, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο Ν.70(Ι)/
- Στα τέλη του ιδίου μήνα και δη στις 28.6.2016, οι Καθ' ων η αίτηση πληροφόρησαν τον Αιτητή ότι είχε αποφασιστεί η τοποθέτηση του στην έρευνα «Διοργάνωσης Γεωργικών και Κτηνοτροφικών Εκμεταλλεύσεων» για περίοδο από 29.8.2016 μέχρι 30.12.2016 ή μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας. Ακολούθως στις 31.1.2017 του προσφέρθηκε σύμβαση απασχόλησης στην έρευνα / εργασία «Έρευνα Εργατικού Κόστους», για την περίοδο από 6.2.2017 μέχρι 31.10.2017, υπό τον όρο ότι η απασχόληση του θα ήταν προσωρινή και θα αφορούσε αποκλειστικά την κάλυψη αναγκών της προαναφερόμενης έρευνας / εργασίας. Ότι θα μπορούσε να τερματιστεί οποτεδήποτε και ότι σε περίπτωση που η εργασία για την οποία προσλαμβάνετο έπαυε να υφίσταται πριν τη λήξη της παρούσας σύμβασης, αυτή θα τερματίζετο αυτοδικαίως. Υπό τους ίδιους όρους του προ-σφέρθηκε επίσης νέα σύμβαση απασχόλησης για την περίοδο από 16.4.2018 μέχρι 13.7.2018 και 17.9.2018 μέχρι 28.12.
- Πλείστα σημεία της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτέλεσαν μέρος των παραδεκτών ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Αφορούν τις περιόδους απασχόλησης του Αιτητή και τις συνθήκες υπό τις οποίες κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Οι συνθήκες αυτές, ισχυρίστηκε ο Αιτητής, δικαιολογούσαν τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του σε σύμβαση αορίστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως, όπως έγινε και με άλλους βοηθούς στατιστικών ερευνών που εργάζονταν μαζί του υπό το ίδιο καθεστώς, καθώς οι προβλεπόμενοι όροι απασχόλησης του αναφέρονται σε υποχρεώσεις και δικαίωμα ταυτιζόμενα με αυτά των δημοσίων υπαλλήλων, όπως και το συνεχόμενο πλήρες ωράριο απασχόλησης που ακολουθούσε, που ήταν το ισχύον στη δημόσια υπηρεσία. Σημείωσε ότι με βάση τις περιοδικές συμβάσεις απασχόλησης του, διαδοχικές ή μη, απασχολείτο καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησης του με πλήρες ωράριο όπως όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, γεγονός που επιβεβαιώνουν οι κάρτες προσέλευσης και αποχώρησης του, ως και η μισθοδοσία του στη βάση της κλίμακας που ήταν τοποθετημένος. Απτή απόδειξη αποτελούν επίσης οι περίοδοι απασχόλησης του που ακολούθησαν της μετατροπής της σύμβασης του σε αορίστου χρόνου, στη διάρκεια των οποίων εργάστηκε υπό καθεστώς πλήρους και όχι μερικής απασχόλησης. Πρόσθετα αναφέρθηκε στην κατά καιρούς εργοδότηση του από κάποιες εταιρείες, σημειώνοντας ότι από τον Σεπτέμβριο 2010 μέχρι τον Απρίλιο 2013 ίδρυσε τη δική του εταιρεία εισαγωγής ειδών ένδυσης και υπόδησης, η οποία εν τέλει διαλύθηκε. Τέλος, ενώ ισχυρίστηκε ότι με τη μετατροπή της σύμβασης του σε αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, υπέστη ζημιές και ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις, εν τούτοις δήλωσε ότι δεν θα προχωρούσε σε απόδειξη τους και θα περιόριζε τις αξιώσεις του στην αναγνώριση της σύμβασης του ως αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης βάσει των προνοιών του Ν.70(Ι)/2016 και 98(Ι)/
- Κατά την αντεξέταση αποδέχθηκε ότι ενόσω διατηρούσε τη δική του επιχείρηση σκοπός του ήταν να ασχοληθεί αποκλειστικά με αυτή. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι κατά το εν λόγω διάστημα, δεν του προσφέρθηκε καμία σύμβαση απασχόλησης από τη Στατιστική Υπηρεσία. Διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι οι περισσότερες έρευνες γίνονταν εκτός του χώρου εργασίας, σημειώνοντας ότι για αρκετό διάστημα εργαζόταν εντός του χώρου εργασίας και ότι τώρα συνεχίζει να εργάζεται στο γραφείο, οπόταν και κτυπά κάρτα όπως ένας τακτικός δημόσιος υπάλληλος. Σε υποβολή ότι αποδέχθηκε τη μετατροπή της σύμβασης του σε αορίστου χρόνου μερικής απασχόληση και ότι είναι με αυτό το καθεστώς που ανέλαβε τις περαιτέρω έρευνες, ανέφερε ότι είναι η ανάγκη για εργασία που τον έκανε να συνεχίσει να εργάζεται στην Στατιστική Υπηρεσία υπό αυτές τις συνθήκες. Ο κ. Κ. αφού αναφέρθηκε στις συνθήκες απασχόλησης του Αιτητή και στη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του σε αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, σημείωσε ότι πυρήνας λειτουργίας της Στατιστικής Υπηρεσίας είναι οι ετήσια σχεδιασμένες έρευνες οι οποίες παραλλάσσονται από έτος σε έτος σύμφωνα με τις ανάγκες της Δημοκρατίας και τις υποχρεώσεις προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι αφίσταται του τρόπου λειτουργίας οιασδήποτε άλλης υπηρεσίας στη Δημοκρατία. Ότι ανάλογα με τις ετήσιες έρευνες η Υπηρεσία προσφέρει συμβόλαια ορισμένου χρόνου για τη διεκπεραίωση απογραφικού έργου συγκεκριμένων εποχιακών και έκτακτων ερευνών τακτής προθεσμίας, με ρητή αναφορά στο χρονικό σημείο έναρξης και λήξης της εργασίας όπου και συμπληρώνεται το απογραφικό έργο της κάθε έρευνας. Η κάθε έρευνα που εμπίπτει μέσα στο στατιστικό προγραμματισμό κάθε έτους, καθορίζει εκ των προτέρων τον αριθμό υποθέσεων (ερωτηματολογίων) που πρέπει να διεκπεραιωθεί εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Οι απογραφείς είναι επιφορτισμένοι μόνο με το απογραφικό μέρος της εκάστοτε έρευνας και οι υπηρεσίες τους τερματίζονται με την ολοκλήρωση της, όπως αυτό αναφέρεται και στους όρους του συμβολαίου, αφού ολοκληρώσουν τον συγκεκριμένο όγκο εργασίας που τους έχει κατανεμηθεί. Με την ολοκλήρωση του έργου και την αποδέσμευση τους, οι απογραφείς μπορούν να απασχοληθούν σε άλλη προγραμματισμένη έρευνα εφόσον δεν απορρίψουν νέες συμβάσεις ως δικαιούνται να πράξουν. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση του Αιτητή ότι δεν αποδέχθηκε τη μετατροπή της σύμβασης απασχόληση του, ισχυριζόμενος ότι στο χρόνο που ακολούθησε της μετατροπής, ο Αιτητής υπέγραψε τον προγραμματισμό των εργασιών που του προσφέρθηκαν από την υπηρεσία, όπου αναφέρεται το καθεστώς με το οποίο απασχολείται. Αντεξεταζόμενος διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι οι απογραφείς απασχολούνταν περισσότερο χρόνο απ' ότι οι άλλοι υπάλληλοι στη δημόσια υπηρεσία επικαλούμενος προσωπική του εμπειρία. Δεν διαφώνησε ότι ο Αιτητής εργαζόταν στο γραφείο του και κτυπούσε κάρτα όταν οι ανάγκες της υπηρεσίας το επέβαλλαν, σημειώνοντας ότι μερικές έρευνες διεκπεραιώνονταν μέσω τηλεφώνου και μέρος αυτών από τους απογραφείς. Όμως, δεν παύει να είναι έρευνα όπως τις άλλες που διεκπεραιώνουν περιστασιακά όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση. Δεν διαφώνησε επίσης ότι υπήρξαν και εργοδοτούμενοι που η σύμβαση τους μετατράπηκε σε αορίστου πλήρους απασχόλησης, σημειώνοντας ότι έγινε κατόπιν εισηγήσεως της ΠΑΣΥΔΥ, ως και το σχετικό πρακτικό (Τεκ.5). Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων και της μαρτυρίας που προσέφεραν οι δύο πλευρές, Αιτητής και Καθ' ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των τελικών αγορεύσεων τους. Ήταν η εισήγηση της συνηγόρου για τους Καθ' ων η αίτηση, ότι ο Ν.98(Ι)/2000 δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το υπόβαθρο υπαγωγής στο καθεστώς αορίστου χρόνου, συμβάσεων ως αυτές τις οποίες κλήθηκε να απασχοληθεί ο Αιτητής και ότι η απασχόληση του κατέστη αορίστου διαρκείας δυνάμει των προνοιών του Ν.70(Ι)/2016, όπου υπάρχει αποσόβηση των αντικειμενικών λόγων που προνοούνται στον Ν.98(Ι)/2000, ως λόγων αποτρεπτικών της μετατροπής μιας σύμβασης ορισμένου σε αορίστου χρόνου, με επακόλουθο η απασχόληση του Αιτητή να μετατραπεί σε αορίστου διαρκείας στη βάση και μόνο νομοθετικής πρόνοιας ανεξάρτητης από ευρήματα εξυπηρέτησης ή μη από τον ίδιο, πάγιων αναγκών της Δημοκρατίας. Ότι ο Αιτητής υπάγεται στο καθεστώς της μερικής απασχόλησης, καθώς κατά μέσο όρο για μια περίοδο απασχόλησης ενός έτους, οι ώρες εργασίας του ήταν λιγότερες από τις κανονικές ώρες εργασίας ενός συγκρίσιμου εργοδοτούμενου με πλήρη απασχόληση και ότι με τη μετατροπή του σε αορίστου χρόνου συνέχισε στο ίδιο καθεστώς. Έτσι η εποχιακή απασχόληση του Αιτητή κατέστη αορίστου μερικής απασχόλησης με βάση τις πρόνοιες του Ν.70(Ι)/
- Σε αντίθετη περίπτωση, θα είχαμε το παράδοξο φαινόμενο, εποχιακοί υπάλληλοι οι οποίοι ανεξαρτήτως διαδοχικών συμβάσεων συμπληρώνουν συνολική απασχόληση 30 μηνών, να καθίστανται αορίστου χρόνου πλήρους 12μηνης απασχόλησης, έστω κι αν η μέση απασχόληση τους κατ' έτος δεν θα ξεπερνούσε τους 3.6 μήνες, όπως στην περίπτωση του Αιτητή. Ο συνήγορος για τον Αιτητή με τη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι η σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή κατέστη αορίστου διαρκείας πλήρους απασχόλησης, με βάση τις πρόνοιες του εναρμονιστικού Νόμου 98(Ι)/2013 και του Νόμου 70(Ι)/2016, καθώς ελλείπουν οποιαδήποτε στοιχεία που θα της προσέδιδαν οποιοδήποτε άλλο χαρακτήρα. Επαναλαμβάνοντας τη θέση του Αιτητή επιβεβαίωσε την πρόθεση για περιορισμό των αξιώσεων του, στη αναγνώριση και μόνο ότι η σύμβαση απασχόληση του κατέστη αορίστου διαρκείας πλήρους απασχόλησης από 28.4.
- Ανάλυση και Συμπεράσματα Ο βασικός Νόμος που αναφέρεται στη μετατροπή της σύμβασης εργασίας σε αορίστου διαρκείας είναι ο Ν.98(Ι)/
- Εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής Νομοθεσίας με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του Νόμου δεν είναι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Να επισημάνουμε ότι κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου, το Δικαστήριο οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα: 101. Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό. 102. Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Στις 28.4.2016 τέθηκε σε ισχύ ο Ν.70(Ι)/2016 που αφορά τη ρύθμιση της απασχόλησης εργοδοτουμένων αορίστου και εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου στην Δημόσια Υπηρεσία. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου: «11. Η σύμβαση εργοδοτουμένου ο οποίος προσλαμβάνεται και απασχολείται δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, ο οποίος συμπληρώνει τριάντα
(30)μήνες συνολικής απασχόλησης στη δημόσια υπηρεσία, ανεξαρτήτως της διαδοχής ή μη των συμβάσεων εργασίας του, μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου: Νοείται ότι, εργοδοτούμενος με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με μερική απασχόληση, περιλαμβανομένου απασχολουμένου σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, ο οποίος μετατρέπεται σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, συνεχίζει να απασχολείται με το ίδιο καθεστώς απασχόλησης: ..» Σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του Νόμου: «
(2)Η πρόσληψη εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, επιτρέπεται- (α) για την κάλυψη αναγκών προσωρινής φύσεως, (β) για την κάλυψη πρόσθετων αναγκών ή για την κάλυψη αναγκών έναντι κενών θέσεων, (γ) για την αντικατάσταση υπαλλήλων που απουσιάζουν με μακροχρόνια άδεια απουσίας όπως ήθελε καθορισθεί στον ετήσιο προϋπολογισμό, (δ) για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια όση είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του έργου, (ε) λόγω της ακύρωσης με δικαστική απόφαση του διορισμού υπαλλήλου σε μόνιμη θέση νοουμένου ότι εξακολουθούν να υφίστανται ανάγκες για την ομαλή λειτουργία του οικείου υπουργείου, του οικείου γραφείου ή της οικείας υπηρεσίας, (στ) για την εργοδότηση υποτρόφων, οι οποίοι αποκτούν πτυχίο Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας από την Εκπαιδευτική Μονάδα του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, καθώς και αποφοίτων του Δασικού Κολλεγίου Κύπρου οι οποίοι δύναται να προσλαμβάνονται από το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας ή το Τμήμα Δασών, αντίστοιχα.» Από τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση, είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε ως απογραφέας και ακολούθως ως Βοηθός Στατιστικών Ερευνών στην Στατιστική Υπηρεσία του Κράτους δυνάμει συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, της πρώτης αρχομένης στις 20.7.2005. Στις 9.6.2016, ενώ ο Αιτητής είχε ήδη συμπληρώσει τριαντάμηνη απασχόληση, ενημερώθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι η ισχύουσα σύμβαση απασχόλησης του, καθίστατο αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης από 20.4.2016, που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.70(Ι)/2016. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης και την προσαχθείσα μαρτυρία διατείνονται ότι υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι που απέκλειαν την μετατροπή της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή σε αορίστου χρόνου επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(2)του Ν.98(Ι)/2003, επικαλούμενοι προσωρινές ανάγκες που ήθελαν προκύψει και δεν παρουσιάζονταν κάθε χρόνο. Εξετάζοντας τη θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει κατ' αρχήν να σημειώσουμε ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο τέτοιες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, ως αντικειμενικός λόγος δικαιολογητικός της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες αυξημένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 434). Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι οι συμβάσεις που οι Καθ' ων η αίτηση σύναψαν κατά καιρούς με τον Αιτητή αφορούσαν την εκτέλεση συγκεκριμένης έρευνας / εργασίας, με τη συμπλήρωση της οποίας τερματιζόταν και η απασχόληση του. Παρόλα αυτά όμως, από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και τη μαρτυρία του κ. Κ., δεν έχει διαφανή, έστω και αμυδρά, ότι οι παροδικές αυτές υπηρεσίες που ανατίθεντο στον Αιτητή δεν αποσκοπούσαν στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της Υπηρεσίας, τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να καλύψουν με την απασχόληση μεγαλύτερου του αναγκαίου αριθμού εργοδοτουμένων και τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε ο Αιτητής από τη θέση του Βοηθού Στατιστικών Ερευνών αποσκοπούσαν στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, ανεξάρτητα από τα συμβόλαια που κατά καιρούς του είχαν προσφερθεί, είναι αρκετό να καταγραφούν τα όσα ο κ. Κ. υποστήριξε με τη μαρτυρία του, ότι μετά τις 20.4.2016 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.70(Ι)/2016, η σύμβαση απασχόλησης αριθμού εργοδοτουμένων που ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τον Αιτητή, ως Βοηθοί Στατιστικών Ερευνών, κατέστη αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης. Το γεγονός ότι η μετατροπή πραγματοποιήθηκε κατόπιν συμφωνίας με την ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ. δεν αποτελεί λόγο που αντικειμενικά θα δικαιολογούσε οποιονδήποτε άλλο εύρημα πλην του ότι οι ανάγκες της Υπηρεσίας ήταν πάγιες και διαρκείς. Στην περίπτωση του Αιτητή ωστόσο, η ενημέρωση που έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι η σύμβαση απασχόλησης του κατέστη αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, δεν επέφερε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση στο κάθε-στώς εργοδότησης του. Αντίθετα, τόσο στις επιστολές πρόσληψης όσο και στους βασικούς όρους απασχόλησης, που ακολούθησαν της μετατροπής της σύμβασης απασχόλησης του σε αορίστου χρόνου, ρητά προνοείται ότι πρόκειται για προσωρινή απασχόληση που αφορά αποκλειστικά στην κάλυψη προσωρινών αναγκών. Ότι η απασχόληση του μπορεί να τερματιστεί οποτεδήποτε αφού δοθεί η προβλεπόμενη νόμιμη προειδοποίηση και ότι σε περίπτωση που η εργασία για την οποία προσελήφθη παύσει να υφίσταται πριν τη λήξη της σύμβασης απασχόλησης, αυτή θα τερματίζεται αυτοδικαίως. Εν ολίγοις, ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση με το ίδιο πρόσκαιρο καθεστώς και μετά την ενημέρωση που έλαβε ότι η σύμβαση απασχόληση του κατέστη αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, για την εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου δεν ενδιαφέρει ο χαρακτηρισμός της σχέσης αλλά τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Ο ορισμένος χρόνος αντιδιαστέλλεται προς τον αόριστο χρόνο της σχέσης εργασίας. Κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο το κύριο ποιοτικό χαρακτηριστικό της εργασίας αορίστου χρόνου έγκειται στη σταθερότητα της εργασίας (C-144/04 Mangold ημερ. 22.11.2005, C-378/07 έως C-380/07 Αγγελιδάκη (ανωτέρω), C-212/04 Αδενέλερ ημερ. 15.4.2008). Χαρακτηριστικό τού πώς γίνεται αντιληπτή η εργασία αορίστου χρόνου στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου είναι ότι στη ρήτρα 6 σημείο 1 της ίδιας της συμφωνίας - πλαισίου η θέση εργασίας αορίστου χρόνου γενικά χαρακτηρίζεται ως «μόνιμη» θέση. Αντιστρόφως, το κύριο ποιοτικό χαρακτηριστικό της εργασίας ορισμένου χρόνου, σε αντιδιαστολή και με την εργασία αορίστου χρόνου, έγκειται στην έλλειψη σταθερότητας και την «προσωρινότητα» (C-306/07 Andersen, ημερ. 18.12.2008), το «πεπερασμένο» της προστασίας της θέσης εργασίας. Το στοιχείο επομένως που, από ποιοτική σκοπιά, διακρίνει την εργασία αορίστου από την εργασία ορισμένου χρόνου έγκειται στη σταθερότητα ή μη της εργασίας. [..] Δεν ενδιαφέρει ο χαρακτηρισμός αλλά τα χαρακτηριστικά της εργασιακής σχέσης. Τούτο, προκειμένου να μην μπορεί να θιγεί - μέσω του οποιουδήποτε τυπικού χαρακτηρισμού της σχέσης - η πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου και η ομοιόμορφη εφαρμογή της στα κράτη μέλη. (βλ. και Φ.Δ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σ.87 επ.) Σε τελική ανάλυση ο χαρακτηρισμός που δόθηκε στη υφιστάμενη σύμβαση απασχόληση του Αιτητή, ως σύμβαση αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, δεν φαίνεται να του παρείχε το ποιοτικό στοιχείο της σταθερότητας που χαρακτηρίζει τη σύμβαση αορίστου χρόνου, καθότι και στο μεταγενέστερο στάδιο της μετατροπής, οι Καθ' ων η αίτηση συνέχισαν να προσφέρουν στον Αιτητή συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με τους ίδιους βασικούς όρους απασχόλησης, όπως και προηγουμένως. Επικαλούμενοι λοιπόν, οι Καθ' ων η αίτηση τις πρόνοιες του Ν.70(Ι)/2016 επέλεξαν να καλύψουν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Υπηρεσίας τους, με την προσφορά στον Αιτητή πρόσκαιρης απασχόλησης και μετά τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του σε αορίστου χρόνου, αντιβαίνοντας προφανώς στην Οδηγία και στον Εναρμονιστικό Νόμο (Ν.98(Ι)/2003), στόχος των οποίων είναι η αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης τέτοιων συμβάσεων. Με άλλα λόγια, οι Καθ' ων η αίτηση συνέχισαν να εργοδοτούν τον Αιτητή υπό καθεστώς προσωρινότητας επικαλύπτοντας τη μεταξύ τους σχέση με τον μανδύα της σύμβασης αορίστου χρόνου, αγνοώντας το επιδιωκόμενο με την Οδηγίας αποτέλεσμα και ενεργώντας κατά τρόπο που αντί να αποτρέπουν να διευκολύνουν την κατά-χρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το ερώτημα που τίθεται, ως επακόλουθο των πιο πάνω, είναι κατά πόσο με βάση τα τεθέντα ενώπιον μας στοιχεία, δικαιολογείτο η μετατροπή της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης. Η μερική απασχόληση ως μορφή εργοδότησης διέπεται από τον περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2002 (Ν.76(Ι)/2002). Ο Νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ με σκοπό την εναρμόνιση του κυπριακού δικαίου με τις Οδηγίες 97/81/ΕΚ και 98/23/ΕΚ για την υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου με την εργασία μερικής απασχόλησης. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου: «εργοδοτούμενος με μερική απασχόληση» σημαίνει τον εργοδοτούμενο δυνάμει σύμβασης εργασίας ή κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, του οποίου οι ώρες απασχόλησης, υπολογιζόμενες σε εβδομαδιαία βάση ή κατά μέσο όρο για μια περίοδο απασχόλησης ενός έτους, είναι λιγότερες από τις κανονικές ώρες εργασίας ενός συγκρίσιμου εργοδοτούμενου με πλήρη απασχόληση.» Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου, υπό τον τίτλο «Δικαίωμα εργοδοτουμένων ελεύθερης επιλογής της εργασίας μερικής απασχόλησης»: 8.—
(1)Ο εργοδότης υποχρεούται να διασφαλίζει ότι η μετάβαση του εργοδοτούμενου από την πλήρη απασχόληση στη μερική απασχόληση, ή αντίστροφα, όταν υπάρχουν κενές θέσεις στην επιχείρηση, γίνεται εθελοντικά.
(2)Η άρνηση του εργοδοτούμενου με μερική απασχόληση για μεταφορά του σε πλήρη απασχόληση, ή και αντίστροφα, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, υπό την επιφύλαξη τερματισμού των υπηρεσιών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις και πρακτική, για άλλους λόγους που μπορεί να προκύψουν από τις λειτουργικές απαιτήσεις της εν λόγω επιχείρησης. Με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, για να υπαχθεί ένας εργοδοτούμενος στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου πρέπει να εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εργοδότησης και το ωράριο εργασίας του, υπολογιζόμενο σε εβδομαδιαία βάση ή κατά μέσο όρο για μια περίοδο απασχόλησης ενός έτους, να είναι μικρότερη από το κανονικό ωράριο εργασίας ενός συγκρίσιμου εργοδοτούμενου με πλήρη απασχόληση. Η έννοια της μερικής απασχόλησης συγκεκριμενοποιείται σε σχέση με ορισμένη χρονική μονά-δα αναφοράς, που στην προκείμενη περίπτωση είναι η εβδομάδα και το έτος. Ο Νόμος αναγνωρίζει επίσης το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να μεταβαίνει εθελοντικά από καθεστώς πλήρους σε καθεστώς μερικής απασχόλησης και αντίστροφα. Επομένως η παροχή εργασίας υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, προϋποθέτει συμφωνία των μερών. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εφαρμογές Εργατικού Δικαίου» σελ.225 επ., «Στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας τα μέρη είναι ελεύθερα να καταρτίσουν σύμβαση μερικής απασχόλησης χωρίς να είναι αναγκαίο να συντρέχουν ειδικοί λόγοι ή κάποια άλλη προϋπόθεση που να δικαιολογούν την απόκλιση από τη σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Η συμφωνία μερικής απασχόλησης μπορεί να γίνει τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας όσο και κατά τη διάρκεια της και να έχει ορισμένη ή αόριστη διάρκεια» Στο σύγγραμμα της Β. Δούκα «Μερική Απασχόληση, το Εργασιακό Καθεστώς των Μερικώς Απασχολουμένων στον Ιδιωτικό Τομέα», υπό τον τίτλο «το περιεχόμενο της σύμβασης», σελ. 206 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η συμφωνία μερικής απασχόλησης έχει υποχρεωτικά διττό περιεχόμενο, το οποίο αφορά τον καθορισμό της διάρκειας του χρόνου εργασίας σε όρια μικρότερα αυτής της πλήρους και την καταβολή ανάλογα μειωμένης αμοιβής. Κατά το μέρος που συμφωνείται ο μειωμένος χρόνος εργασίας, πρέπει ειδικότερα να συμφωνούνται η περίοδος αναφοράς στην οποία αντιστοιχεί αυτός, η κατανομή του μειωμένου χρόνου στις μέρες εργασίας που περιέχει η περίοδος αναφοράς, οι ώρες, δηλαδή, της ημερήσιας εργασίας, και, εάν η παροχή συμφωνείται για ορισμένο χρόνο, το ή τα διαστήματα του ορισμένου χρόνου, η διάρκεια του/τους και ο ακριβής χρόνος έναρξης του/τους. Εάν δεν συμφωνείται η ημερήσια εργασία, αλλά επαφίεται ο καθορισμός της στον εργοδότη, τότε θα πρέπει να ελέγχεται μήπως δεν πρόκειται για συμφωνία μερικής απασχόλησης, αλλά για σύμβαση που έχει έντονο το στοιχείο της ετοιμότητας κλήσης, επειδή ο εργαζόμενος δεν γνωρίζει πότε θα χρειασθεί να παράσχει την εργασία του και εξ αυτής της αβεβαιότητας αδυνατεί να διαθέσει το χρόνο του, π.χ. καταρτίζοντας σύμβαση για δεύτερη απασχόληση, εγγραφόμενος σε σχολείο για εκπαίδευση γενική ή επαγγελματική, οργανώνοντας την οικογενειακή ή κοινωνική ζωή του κλπ. Κατά το μέρος που συμφωνείται η αμοιβή, η συμφωνία πρέπει να καλύπτει τόσο το ύψος της αμοιβής, όσο και τον τρόπο καταβολής της.» Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα υπό τον τίτλο «Η έννοια και τα είδη της μερικής απασχόλησης» σελ. 122-123, εντοπίζονται τα ακόλουθα: «Ο όρος «μερική απασχόληση» δεν προσδιορίζει κάποιο ιδιαίτερο είδος σύμβασης, αλλά προσδιορίζει τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, όταν στο πλαίσιο της παρέχεται εργασία σε χρόνο μικρότερο από τον κανονικό σε συνάρτηση με την καταβολή ανάλογα μειωμένων αποδοχών, όπως εκτενώς αναφέρεται παρακάτω. Μερική απασχόληση μπορεί να παρασχεθεί στο πλαίσιο σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αόριστου ή ορισμένου χρόνου. Ο όρος «μερική απασχόληση», όπως άλλωστε και ο όρος «πλήρης απασχόληση», δεν προσδιορίζει τη διάρκεια αυτής τούτης της σύμβασης. Η μερική απασχόληση δεν αποτελεί κριτήριο για να καθορισθεί η διάρκεια της σύμβασης και αντίστροφα, η διάρκεια της σύμβασης δεν αποτελεί κριτήριο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη μερικής απασχόλησης. Δεν προσδιορίζει, επίσης, την ευκαιριακή ή προσωρινή ή πρόσκαιρη εργασία, δηλαδή, την εργασία που παρέχεται για σύντομο σχετικά διάστημα, χωρίς πρόθεση διαρκούς απασχόλησης, είτε με μία είτε με περισσότερες αυτοτελείς συμβάσεις, είτε σε έναν είτε σε περισσότερους εργοδότες, ούτε την εποχιακή εργασία, δηλαδή, την εργασία που παρέχεται μόνο σε ορισμένη περίοδο του έτους. [....] Οι συμβάσεις προσωρινής, ευκαιριακής και εποχιακής εργασίας, μπορεί να είναι πλήρους ή μερικής απασχόλησης, αόριστης ή ορισμένης διάρκειας, αν και στην πράξη καταρτίζονται κατά κανόνα ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου [..] Η συμφωνία μερικής απασχόλησης καταρτίζεται στο πλαίσιο μιας και μόνο σύμβασης εξηρτημένης εργασίας και αποτελεί όρο της, ως ενοχικής σύμβασης, ενώ από άποψη περιεχομένου αποτελεί συμφωνία που αφορά όρο εργασίας. Η μερική απασχόληση μπορεί να καλύπτει συνολικά ή κατά ένα μέρος τη διάρκεια της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται.» Προφανώς, από τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που σύναψε ο Αιτητής με τους Καθ' ων η αίτηση, ρητώς καθορίζεται η διάρκεια του διορισμού του, η αμοιβή και οι «Βασικοί Όροι Απασχόλησης» του που διαλαμβάνουν και το κάθε-στώς εργοδότησης του ως «εργοδοτούμενος καθορισμένης διάρκειας για κάλυψη αναγκών και εκτέλεση εργασιών προσωρινής φύσεως». Πέραν τούτων καμία από τις εν λόγω συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε συμφωνία ή όρο για μερική απασχόληση. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, που θα αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για τη μετατροπή της υφιστάμενης σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, ο καθορισμός του χρόνου παροχής της εργασίας και η διάρκεια της επαφίετο στους Καθ' ων η αίτηση καθώς ο Αιτητής δεν γνώριζε πότε θα χρειαζόταν να παράσχει την εργασία του και εξ αυτής της αβεβαιότητας ίσως να αδυνατούσε να διαθέσει τον χρόνο του για εργασία, λόγω άλλων δεσμεύσεων. Περαιτέρω, ούτε η διάρκεια της σύμβασης αλλ' ούτε και ο χαρακτηρισμός της ως σύμβαση καθορισμένης διάρκειας θα μπορούσαν να αποτελέσουν κριτήριο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη μερικής απασχόλησης ελλείψει οποιωνδήποτε δηλωτικών στοιχείων που θα επιβεβαίωναν μια τέτοια συμφωνία, όπως μικρότερο ωράριο εργασίας σε σύγκριση με το κανονικό ωράριο εργασίας ενός συγκρίσιμου υπαλλήλου με πλήρη απασχόληση. Ελλείψει μάλιστα μια τέτοιας συμφωνίας, δεν επιβεβαιώνεται ούτε η εθελοντική πρόθεση του Αιτητή να ενταχθεί στο καθεστώς της μερικής απασχόλησης. Ο ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του κ. Κ., ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε τη μετατροπή της σύμβασης του υπό αυτό το καθεστώς, με την υπογραφή του προγραμματισμού των εργασιών που του προσφέρθηκαν, όπου αναφέρεται και το καθεστώς με το οποίο απασχολείτο, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από τα εν λόγω έγγραφα, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά σε μερική απασχόληση, αλλά ούτε και υποστηρίζεται από τις έγγραφες προτάσεις (Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1635). Για όλα τα πιο πάνω, οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου στη βάση των προνοιών του άρθρου 7
(2)του Ν.98(Ι)/
- Περαιτέρω δεν κατάφεραν να αποδείξουν την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας ή δηλωτικών στοιχείων που δικαιολογούσαν την απασχόληση του Αιτητή υπό καθεστώς αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι η σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή κατέστη σύμβαση αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης. Όσον αφορά τον χρόνο μετατροπής, δεν έχει υποστηριχθεί ενώπιον μας ότι θα δικαιολογείτο η μετατροπή σε χρόνο προγενέστερο της 20.4.2016, παρόλο που αποτέλεσε εισήγηση της πλευράς του Αιτητή. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει από τις 20.4.
- Υπέρ του Αιτητή επιδικάζονται €1.500 ως έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιούπη, Μέλος Σ. Φιλίππου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο