Α. Ζ. ν. ΦΙΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 683/2013, 15/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:23 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 683/2013 Μεταξύ: Α. Ζ. Αιτήτρια -και- ΦΙΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 15η Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ε. Προδρόμου και κα Χρ. Μιχαήλ Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Χριστοδούλου Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Β. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση της, όταν με την προσκόμιση σχετικού πιστοποιητικού τους γνωστοποιήθηκε η εγκυμοσύνη της. Έτσι με την Αίτηση της αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις ακόλουθες θεραπείες: (α) αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, (β) πληρωμή αντί προειδοποίησης, (γ) αποζημιώσεις για παράβαση του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου, (δ) αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας, (ε) αυξημένες και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, (στ) οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (ζ) νόμιμο τόκο, (η) έξοδα και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι στις 5.3.2013 ο διευθυντής τους κ. Φ. Χ. κάλεσε την Αιτήτρια στο γραφείο του και την ενημέρωσε προφορικώς ότι λόγω της κακής κατάστασης του κατασκευαστικού τομέα, ο κύκλος εργασιών της Εταιρείας μειώθηκε αισθητά και ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την απασχόληση της. Περαιτέρω ενώ παραδέχονται ότι στις 20.3.2013 η Αιτήτρια προσκόμισε στον διευθυντή τους πιστοποιητικό εγκυμοσύνης με ημερ. 15.3.2013 και ότι στις 26.3.2013 κοινοποίησαν στην Αιτήτρια επιστολή ημερ. 21.3.2013, εν τούτοις ισχυρίζονται ότι ο πραγματικός λόγος απόλυσης της δεν ήταν η εγκυμοσύνη, ως η ίδια διατείνεται, αλλά η μείωση του κύκλου εργασιών της Εταιρείας. Επίσης ότι δεν γνώριζαν οτιδήποτε περί εγκυμοσύνης της Αιτήτρια, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκαν για πρώτη φορά με την προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού. Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, που εμφανίζεται ως αναγκαίος διάδικος, αναφέρει στους γενικούς λόγους εμφάνισης του, ότι η Αιτήτρια απασχολείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία από 1.12.2009 μέχρι 12.4.2013 που τερματίστηκε η απασχόληση της. Στις 11.7.2013 υπέβαλε αίτηση για λήψη επιδόματος μητρότητας, το οποίο της καταβαλλόταν από 30.9.2013. Ότι ο τελευταίος μισθός της ανεχόταν στα €303,46-, δεν λάμβανε 13ο μισθό και δεν υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλούνται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση ο διευθυντής τους κ. Φ. Χ. και ο Πολιτικός Μηχανικός κ. Γ. Χ., ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε την υπόθεση της με τη δική της και μόνο προσωπική μαρτυρία. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού αναφερθούμε στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα 'ταν χρήσιμο για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών. Η Αιτήτρια είναι απόφοιτος του τμήματος αρχιτεκτόνων μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.11.2009 στη θέση του αρχιτέκτονα μηχανικού, με βασικά καθήκοντα την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων, την επίβλεψη των υπό ανέγερση οικοδομών, την σύνταξη όρων κατασκευής κτιρίων, την ανάλυση και αξιολόγηση προσφορών, την έκδοση πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης κ.α. Στις 20.3.2013 η Αιτήτρια παρουσίασε στον διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση κ. Φ. Χ. πιστοποιητικό ημερ. 15.3.2013 (Τεκ.7), που απεστάλη μέσω τηλεομοιότυπου στα γραφεία της Εταιρείας από το «Ιατρικό Κέντρο Μητέρα & Παιδί» και το οποίο επιβεβαίωνε την εγκυμοσύνη της με πιθανή ημερομηνία τοκετού την 16.10.2013. Στις 26.3.2013 οι Καθ' ων η αίτηση κοινοποίησαν στην Αιτήτρια επιστολή ημερ. 21.3.2013 (Τεκ.1), με θέμα: «τερματισμός των υπηρεσιών σας λόγω πλεονασμού στη θέση που κατέχετε ως αρχιτέκτονας». Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής παραθέτουμε αυτούσιο: «Κυρία, Σε συνέχεια της προφορικής προειδοποίησης που σας δώσαμε, στις 5 Μαρτίου 2013, λόγω πλεονασμού από την θέση του Αρχιτέκτονα, θα θέλαμε να επιβεβαιώσουμε και γραπτώς την προειδοποίηση αυτή. Όπως σας αναφέραμε προφορικά λόγω της κακής κατάστασης του κατασκευαστικού τομέα, του μειωμένου κύκλου εργασιών αλλά και της οικονομικής στενότητας της εταιρείας, είναι αδύνατο να συνεχίσει την εργοδότηση σας. Θα θέλαμε επίσης να σας αναφέρουμε ότι στις 5 Μαρτίου 2013 όταν σας δόθηκε η προφορική προειδοποίηση, η εταιρεία δεν γνώριζε, αλλά ούτε της αναφέρατε ότι ήσασταν έγκυος. Συνεπώς η εκ των υστέρων προσκόμιση βεβαίωσης, από τον Ιατρό σας κον Π. στις 20/03/2013, για την εγκυμοσύνη σας, δεν μπορεί να αλλάξει την απόφαση της εταιρείας αλλά ούτε και έχει οποιαδήποτε σχέση με την απόφαση αυτή. Δικαιούστε 4 εβδομάδες προειδοποίηση η οποία συντρέχει από τις 5 Μαρτίου 2013 που ενημερωθήκατε προφορικά. Η εργοδότηση σας τερματίζεται άμεσα. Ότι υπόλοιπο προειδοποίησης δεν θα εργαστείτε θα το πληρωθείτε μαζί με τα άλλα ωφελήματα που δικαιούστε. Είμαστε στην διάθεση σας για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις. Με εκτίμηση Φ. Χ. Αρχιτέκτονας» Η αντίδραση της Αιτήτριας εκδηλώθηκε δύο μέρες μετά με επιστολή της ημερ. 28.3.2013 (Τεκ.8), με την οποία δεν αποδεχόταν τον τερματισμό των υπηρεσιών της. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής επίσης παραθέτουμε αυτούσιο: «Κύριε Χ., Σε συνέχεια της γραπτής σας επιστολής ημερομηνίας 21/03/2013, η οποία μου κοινοποιήθηκε στις 26/03/2013, όπως σας έχω ήδη ενημερώσει για την εγκυμοσύνη μου με πιστοποιητικό γιατρού που στάλθηκε από τον ιατρό μου, κ. Π., μέσω τηλεομοιότυπου στο γραφείο σας στις 15/03/2013 και σας κοινοποιήθηκε στις 20/03/2013 σας αναφέρω ότι σύμφωνα με τον Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμο του 1997 δεν μπορείτε να τερματίσετε τις υπηρεσίες μου, ούτε λόγω πλεονασμού. Ως εκ τούτου, οφείλεται να ανακαλέσετε τον τερματισμό των υπηρεσιών μου λόγω πλεονασμού. Επιπρόσθετα, βάσει του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου του 1997, σας ενημερώνω ότι δεν μπορείτε να ζητήσετε τερματισμό των υπηρεσιών μου για τρεις μήνες έπειτα από την λήξη της άδειας μητρότητας μου. Στην επιστολή σας αναφέρεστε σε τέσσερις
(4)εβδομάδες προειδοποίηση, το οποίο δεν συνάδει με την συνεχόμενη περίοδο εργασίας μου στην εταιρεία σας και θα έπρεπε να αναφέρεστε σε πέντε
(5)εβδομάδες προειδοποίηση που θα ίσχυε από την ημερομηνία της γραπτής κοινοποίησης σας στο άτομο μου, αλλά σε κάθε περίπτωση η πιο πάνω προειδοποίηση δεν μπορεί να ισχύσει σύμφωνα με τον Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμο του
- Σας επισυνάπτω ξανά το πιστοποιητικό εγκυμοσύνης που σας έχει ήδη γνωστοποιηθεί. Με εκτίμηση, Α. Ζ., Αρχιτέκτονας Μηχανικός» Με νέα επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.2), οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν την Αιτήτρια ότι το περιεχόμενο της επιστολής της δεν γινόταν αποδεκτό με παραπομπή στην επιστολή τους ημερ. 21.3.2013 (Τεκ.1). Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν στα €1315 μηνιαίως, που υπολογίζονται στα €328,75 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειώσουμε ότι η Αιτήτρια καθ' όλη την περίοδο της απασχόλησης της, ήτοι από της προσλήψεως της και μέχρι της κοινοποιήσεως της επιστολής απόλυσης, ήταν συνεπής έναντι των υποχρεώσεων της, πρόθυμη και ευσυνείδητη στην εκτέλεση των καθηκόντων της, επιδεικνύοντας άριστη διαγωγή. Μαρτυρία Η κυρίως εξέταση του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση κ. Φ. Χ. περιέχεται σε γραπτή του κατάθεση (Τεκ. Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνουν οι Καθ' ων η αίτηση στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Πιο συγκριμένα, αρνείται ως αβάσιμα τα όσα επικαλείται η Αιτήτρια ισχυριζόμενος ότι στις 5.3.2013 κάλεσε την Αιτήτρια στο γραφείο του και την ενημέρωσε προφορικά ότι λόγω της κακής κατάστασης στον κατά-σκευαστικό τομέα, ο κύκλος εργασιών και τα εισοδήματα των Καθ' ων η αίτηση μειώθηκαν αισθητά και ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την απασχόληση της δίδοντας της τη νενομισμένη προειδοποίηση. Τότε η Αιτήτρια του ανέφερε ότι οι καλοί δεν χάνονται κι ο ίδιος της απάντησε ότι δεν την απολύει γιατί δεν είναι καλή στη δουλειά της αλλά λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών και οικονομικής στενότητας της Εταιρείας. Απορρίπτει τη θέση της Αιτήτριας ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία τέθηκε θέμα αλλαγής των όρων απασχόλησης και μείωσης του μισθού της, επιμένοντας ότι η θέση τους ήταν ξεκάθαρη και δεν ήταν άλλη από την απόλυση της. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι τις αμέσως επόμενες δύο μέρες ενημέρωσε για το γεγονός και τρίτο πρόσωπο. Για την εγκυμοσύνη της Αιτήτριας ενώ ανέφερε ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά στις 20.3.2013 με την προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού, ακολούθως ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία η Αιτήτρια τον ρώτησε αν ισχύουν τα όσα της ανέφερε περί απολύσεως της και αφού της ανέφερε ότι όντως ισχύουν τότε του είπε ότι έχει να του ανακοινώσει ένα ευχάριστο νέο ότι είναι έγκυος και ένα δυσάρεστο ότι δεν μπορεί να την απολύσει παρουσιάζοντας του το σχετικό πιστοποιητικό. Για την ανέγερση του νέου Δημοτικού Μεγάρου Πάφου κατέθεσε επιστολή ημερ. 4.3.2013 ισχυριζόμενος ότι από το περιεχόμενο της φαίνεται ότι μέχρι 7.3.2013 υπήρχε αναστολή εργασιών στο εργοτάξιο (Τεκ.3). Επίσης ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία δόθηκε οδηγία εργοταξίου στον εργολάβο ότι αίρεται η πρόσβαση της Αιτήτριας λόγω απόλυσης (Τεκ.4), δικαίωμα που της είχε δοθεί με σχετικές επιστολή ημερ. 8.2.2102 (Τεκ.5). Τέλος ισχυρίζεται ότι κάλεσε την Αιτήτρια για να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των €2.235- με επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας (Τεκ.6) και ότι αυτή αρνήθηκε να την παραλάβει απαιτώντας μόνο την καταβολή του μισθού για τον μήνα Μάρτιο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 5.3.2013 πήγε στο γραφείο της Αιτήτριας και συζήτησαν την απόλυση της λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην Εταιρεία και ότι της δόθηκε προφορικά η προειδοποίηση που δικαιούτο με βάση τον Νόμο. Ερωτηθείς γιατί δεν ετοίμασε την επιστολή απόλυση στις 5.3.2013 ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι της την παράδωσε στις 21.3.
- Ερωτηθείς επίσης γιατί διέκοψε την προειδοποίηση της και της έδωσε άμεσο τερματισμό, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη στάση της Αιτήτριας και συγκεκριμένα ότι πήγε στο γραφείο του απειλητικά και έβλεπε ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος συνεργασίας. Σε υποβολή ότι αυτό που άλλαξε ήταν η εγκυμοσύνη της, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε προειδοποίηση που δόθηκε στην Αιτήτρια 15 μέρες προηγουμένως οπότε και δεν γνώριζε για την εγκυμοσύνη. Σε νέα υποβολή ότι αυτό που συζήτησαν προηγουμένως δεν ήταν η απόλυση της αλλά η αλλαγή των όρων εργασίας της, ο μάρτυρας διαφώνησε, όπως επίσης διαφώνησε με τη θέση της Αιτήτρια ότι λέγοντας «οι καλοί δεν χάνονται» εννοούσε την Εταιρεία και όχι τον εαυτό της. Για το Δημοτικό Μέγαρο Πάφου ενώ συμφώνησε ότι τον Μάρτιο 2013 ως αρχιτέκτονες ασχολούνταν με το έργο, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι με την εξέλιξη του έργου άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια διακοπής του και έμειναν στα υπόγεια. Ότι το έργο ήταν με ποσοστά, ότι πληρώνονταν ανάλογα με τη σταδιακή αποπεράτωση και ότι κατά το εν λόγω διάστημα ήταν μείον €12.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ημερολόγιο εργοταξίου συμπληρώθηκε από τον ίδιο την ημερομηνία που αναγράφει και συνυπογράφηκε από τον υπεργολάβο. Τέλος επανέλαβε τη θέση του ότι το ποσό των €2.235 που αναγράφεται στην επιταγή (Τεκ.6) δεν παραλήφθηκε από την Αιτήτρια και ότι μέχρι σήμερα της οφείλεται. O κ. Γ. Χ., κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής του έργου ανέγερσης του Δημοτικού Μεγάρου Πάφου, διορισθείς από την Κοινοπραξία A. Aristotelous Construction Ltd & Lakis Georgiou Construction Ltd J.V. Αναγνωρίζοντας το Τεκ.4 ως μέρος του ημερολογίου εργοταξίου που τηρείτο κατά την ανέγερση του προρρηθέντος έργου, σημείωσε ότι μέχρι την προτελευταία παράγραφο είναι όλα γραμμένα από τον ίδιο και ότι η επιφύλαξη υπό τον τίτλο «άλλες πληροφορίες» αναγράφηκε στην παρουσία του από τον κ. Φ. Χ., που ήταν εκ μέρους της μελετητικής ομάδας ο συντονιστής και επιβλέπων του έργου. Σε ερώτηση εάν μετά την εν λόγω επιφύλαξη είδε ξανά την Αιτήτρια στο έργο, ανέφερε επί λέξει ότι δεν υπήρχε το περιθώριο μετά, καθώς ξεκίνησε μια διαδικασία τερματισμού των εργασιών του Δημοτικού Μεγάρου, το οποίο ολοκληρώθηκε ουσιαστικά και τερματίστηκε γύρω στον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο
- Μετά το περιστατικό δούλεψαν ένα με δύο μήνες και σταμάτησαν τις εργασίες. Ότι το έργο παραμένει ημιτελές και η υπόθεση ευρίσκεται στα δικαστήρια καθώς δεν έχει πληρωθεί η εκτελεσθείσα εργασία και ούτε υπήρξε επιστροφή κρατήσεων. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι η διακοπή του έργου και η μη καταβολή πληρωμών έγινε τον Σεπτέμβριο 2013, οπότε τερματίστηκε και η δουλειά του ιδίου. Για το ημερολόγιο εργοταξίου (Τεκ.4) ανέφερε ότι αποτελεί ένα σημαντικό έγγραφο το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπληρωνόταν από τον ίδιο και τελούσε υπό τη φύλαξη του. Αφού αναγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκ.4 και αυτή του επιβλέποντος μηχανικού, ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο είναι τριπλότυπο, αποτελείται δηλαδή από τρία ίδια φύλλα διαφορετικού χρώματος - άσπρο, πράσινο και ροζ - τα οποία μια φορά τον μήνα αποστέλλονται με courier για να υπογραφούν από τη μελετητική ομάδα. Επιστρέφονται πίσω αφού αφαιρεθεί το ένα από τρία φύλλα που παραμένει στην μελετητική ομάδα. Σε υποβολή ότι μέχρι να πάει για υπογραφεί μπορεί να προκύψει κάποια επέμβαση επί του εγγράφου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Εφόσον αποστέλλονται στο κάθε γραφείο εκτός Πάφου, που μόνο εκεί μπορεί να πειραχθεί και πάντα για τις περιπτώσεις που δεν είναι παρών ο επιβλέπων του έργου. Επίσης ενώ ανέφερε ότι ο τίτλος και η ημερομηνία προκαθορίζονται στο ημερολόγιο και ότι θα μπορούσε να ήταν τυπωμένα και από το τυπογραφείο, σε υποβολή ότι σε ανύποπτο χρόνο μπορεί να συμπληρώθηκε και το κάτω μέρος του Τεκ.4, ισχυρίστηκε ότι αυτό συμπληρώθηκε στην παρουσία τους και έκανε εντύπωση τόσο στον ίδιο όσο και στον συνάδελφο του πολιτικό μηχανικό Σ. Λ., που βρισκόταν στο γραφείο του, γιατί πρώτη φορά τους συνέβαινε να αρθεί η είσοδος σε εργοτάξιο. Σε νέα υποβολή ότι το συγκεκριμένο σημείο συμπληρώθηκε μετά τις 20.3.2013, ο μάρτυρας διαφώνησε εμμένοντας στη θέση του. Για την Αιτήτρια ανέφερε ότι ερχόταν στο εργοτάξιο μαζί με τον κ. Χ. και ότι την είδε 2-3 φορές. Η Αιτήτρια με την γραπτή κατάθεση της (Τεκ.Β), επαναλαμβάνει με τη σειρά της τα όσα διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Αρνείται τα όσα επικαλούνται οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση και ισχυρίζεται ότι στις 5.3.2013 στα πλαίσια συζήτησης που είχε με τον κ. Φ. Χ., της εξέφρασε τις ανησυχίες του για την πορεία της Εταιρείας και το ενδεχόμενο να βρεθεί σε δυσμενή οικονομική κατάσταση. Λόγω των καλών σχέσεων που είχε μαζί του μέχρι τότε, του είπε να μην ανησυχεί για την πορεία της Εταιρείας γιατί οι κάλοι δεν χάνονται, εκφράζοντας επίσης την πρόθεση της να δεχθεί μείωση των απολαβών της με αντίστοιχη μείωση των ωρών εργασίας της. Στις 15.3.2013, έπειτα από επίσκεψη στο γυναικολόγο της, διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος. Το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκ.7) στάλθηκε αυθημερόν με τηλεομοιότυπο στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση και λόγω απουσίας του κ. Χ. του δόθηκε στις 20.3.
- Με την παραλαβή του πιστοποιητικού η ίδια του ανέφερε ότι λόγω της εγκυμοσύνης δεν μπορούσε κανονικά να της αλλάξει τους όρους εργασίας και ότι η ίδια είχε τη διάθεση να δεχθεί μείωση του μισθού και των ωρών εργασίας ως είχαν συζητήσει στις 5.3.
- Η απάντηση του ήταν ότι ήθελε να ερευνήσει κατά πόσο εδικαιούτο να την απολύσει. Ήταν η πρώτη φορά που έγινε λόγος για απόλυση και η ίδια συνέχισε να πηγαίνει κανονικά στο γραφείο μέχρι τις 26.3.
- Στις 22.3.2013, προσπαθώντας να εξηγήσει στον κ. Χ. ότι δεν δικαιούταν να την απολύσει και ότι είχε όλη την καλή διάθεση να συμβιβαστεί με νέους όρους εργασίας, αυτός δεν συζητούσε και ανέφερε ως λύση τη δικαστική οδό. Αφού της δόθηκε η επιστολή απόλυσης και ο κ. Χ. αρνείτο να ανακαλέσει την απόφαση του, στις 3.4.2013 απέστειλε επιστολή στον Επίτροπο Διοίκησης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ζητώντας την παρέμβαση του (Τεκ.9). Επίσης στις 20.6.2013 κοινοποίησε επιστολή στον κ. Χ. μέσω των δικηγόρων της, ζητώντας να της καταβληθούν όλα όσα εδικαιούτο λόγω της απόλυσης της (Τεκ.12). Είναι η θέση της ότι ο πραγματικός λόγος που οδήγησε στον τερματισμό των υπηρεσιών της είναι η εγκυμοσύνη και ότι ο ισχυρισμός περί πλεονασμού ήταν προσχηματικός, καθώς η Εταιρεία πέραν από τις συνήθεις δραστηριότητες μικρής εμβέλειας σχεδιασμού και κατασκευής, ανέλαβε με δημόσια σύμβαση, σε συνεργασία με άλλο αρχιτεκτονικό γραφείο, την ανέγερση του νέου Δημοτικού Μεγάρου Πάφου, έργο το οποίο βρισκόταν σε εξέλιξη κατά την περίοδο τερματισμού της απασχόλησης της. Το έργο κοστολογείτο στα €10.000.000 με αντίστοιχες απολαβές του κόστους για τους μελετητές του έργου. Η Αιτήτρια αναφέρθηκε επίσης στις συνεχείς προσπάθειες που κατέβαλε για εξεύρεση νέας εργασίας, αποτεινόμενη σε διάφορα γραφεία της ειδικότητας της [Τεκ.15
(1)- 15
(11)], κάτι που δεν κατέστη δυνατό παραμένοντας άνεργη μέχρι τις 12.3.2017, όποτε και εργοδοτήθηκε ως μισθωτή μερικής απασχόλησης στο Ινστιτούτο Κύπρου (Cyl) με συμβόλαιο ενός έτους και με μηνιαίες απολαβές €314,75 μικτά (Τεκ.17). Ακολούθως στις 19.6.2017 υπέγραψε σύμβαση με το Υπουργείο Εμπορίου Ενέργειας Βιομηχανίας και Τουρισμού η οποία αφορούσε την αγορά υπηρεσιών για περίοδο ενός έτους. Το συνολικό ποσό που έλαβε ως αμοιβή από την εν λόγω εργασία ανερχόταν στα €1.154,45 για δε ολόκληρο το 2017 στο συνολικό ποσό των €3.040- (Τεκ.18). Ισχυρίζεται επίσης ότι ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες απολύθηκε, της είχαν προκαλέσει μεγάλη ψυχολογική πίεση, αγωνία και θλίψη. Κατ' αρχάς για την αντιμετώπιση που έτυχε απλά και μόνο γιατί ήταν έγκυος και επιπλέον λόγω της σκληρής στάσης που αντιμετώπισε από ένα εργοδότη με τον οποίο μέχρι τότε είχε πολύ καλές σχέσεις και ο οποίος εντελώς ξαφνικά μόλις έμαθε για την εγκυμοσύνη της άλλαξε στάση απέναντι της. Τη στάση αυτή διατήρησε και μετά την απόλυση της, τη στιγμή που η ίδια κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να κρατήσει τη δουλειά της. Όλα αυτά τα αισθήματα τα βίωσε σε μία πολύ ευαίσθητη περίοδο, την περίοδο της εγκυμοσύνης. Πρόσθετα ισχυρίζεται ότι με τον τερματισμό της απασχόλησης της, της οφείλετο ο μισθός για τον μήνα Μάρτιο 2013 ήτοι ποσό €1.127, αναλογία ετήσιας άδειας €319, αναλογία 13ου μισθού €329 και προειδοποίηση, τα οποία δεν της έχουν καταβληθεί. Σημείωσε ότι ο λόγος που δεν δέχθηκε την επιταγή ήταν γιατί το ποσό που αναγράφεται δεν αντιστοιχούσε στην προειδοποίηση και στα άλλα ποσά που της οφείλονταν. Επίσης ότι μετά τη γέννηση της κόρη της έλαβε ως επίδομα μητρότητας το συνολικό ποσό των €3.909,60 για την περίοδο από 30.9.2013 μέχρι 2.2.2014 (Τεκ.19). Κατά δε τον ουσιώδη χρόνο ήταν 30 ετών. Αντεξεταζόμενη διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς για τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ αυτής και του κ. Χαραλαμπίδη κατά την συνάντηση που είχαν στις 5.3.2013 ισχυριζόμενη ότι μέχρι τη στιγμή που δεν είχε γνωστοποιηθεί στον τελευταίο η εγκυμοσύνη της, καμία αναφορά για απόλυση δεν είχε γίνει. Ότι κατά την εν λόγω συνάντηση είχαν εκφραστεί μόνον οι ανησυχίες του για την οικονομική εξέλιξη της Εταιρείας, ότι πάντα οι συζητήσεις ήταν σε φιλικό πλαίσιο όπως συνέβαινε καθημερινά και ότι από τη στιγμή που ενημερώθηκε μέσω του φαξ για την εγκυμοσύνη της, άλλαξε η στάση του και ισχυριζόταν απόλυση. Στις προσπάθειες που κατέβαλε η ίδια στο μετέπειτα διάστημα, για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, η στάση του κ. Χ. ήταν κατηγορηματική. Η κατηγορηματική αυτή στάση, καθώς ισχυρίστηκε, ήταν φυσικό να την επηρεάσει ψυχικά, γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε εκδηλώσει τέτοια στάση απέναντι της, λόγω των σχέσεων που είχαν στα τόσα χρόνια συνεργασίας. Διαφωνώντας με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με το Τεκ.4 ισχυρίστηκε ότι το σχόλιο αποκλεισμού της από το εργοτάξιο δεν αναγράφηκε στις 7.3.2013, ως ισχυρίζεται ο κ. Χ., αλλά σε μεταγενέστερη στάδιο. Γιατί αν όντως είχε αναγραφεί κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο κ. Χ. θα μπορούσε να το επικαλεστεί και να το αναφέρει από τότε στην ίδια για να υποστηρίξει τη θέση του. Ενώ συμφώνησε με όσα ανέφερε ο κ. Χ. για τη φύλαξη του ημερολογίου, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι με βάση την εμπειρία που είχε και από τον ίδιο τον κ. Χ., όσες φορές ήταν μαζί του στις επιβλέψεις, στο ημερολόγιο εργοταξίου μπορούσες οποιαδήποτε στιγμή να συμπληρώσεις πληροφορίες χωρίς να μπορεί κανένας να πιστοποιήσει αν γράφτηκαν πριν ή μετά και είθισται πολλές φορές οι μηχανικοί να συμπληρώνουν εκ των υστέρων το ημερολόγιο γιατί δεν είναι κάθε μέρα στο εργοτάξιο. Επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για την ακριβή οικονομική κατάσταση της Εταιρείας, καθώς οι μόνες πληροφορίες που είχε ήταν αυτά που της έλεγε ο κ. Χ., αναφορικά με τα έργα που υπήρχαν στην Εταιρεία. Το τι εισπράξεις ή όφειλες είχε η Εταιρεία δεν μπορούσε να γνωρίζει. Ανάλυση Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου 24/67, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων και συνεπώς δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο, όταν η απασχόληση του ετερματίσθη: (α)......................................................................................................................................... (β)......................................................................................................................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων, (ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων, (iii) καταργήσεις τμημάτων, (iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών, (v) ελλείψεων παραγγελιών ή πρώτων υλών, (vi) σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως Οι Καθ' ων η αίτηση τόσο με την επιστολή ημερ. 21.3.2013 (Τεκ.1) όσο και με τους γενικούς λόγους εμφάνισης προβάλλουν ως λόγο απόλυσης της Αιτήτριας, τη μείωση του κύκλου εργασιών και την οικονομική στενότητα που αντιμετώπιζαν. Σύμφωνα με την επικρατούσα νομολογία, για να διαπιστωθεί η πραγματική μείωση του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πριν την απόλυση. Το Δικαστήριο στηριζόμενο πάντοτε επί αντικειμενικών κριτηρίων, πρέπει να διαπιστώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης εάν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε βαθμό που λογικά να κρίνεται δικαιολογημένη η απόλυση λόγω πλεονασμού. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1Α.Α.Δ. 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεχτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρησης. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και η σημασία που ενέχει ο όρος "όγκος εργασίας" στο πλαίσιο του Άρθρου 18 (γ) (vii) του Ν. 24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο εργοδότης είναι σε θέση να παρουσιάσει αξιόπιστα στοιχεία που αποδεικνύουν περιορισμό του όγκου εργασίας της επιχείρησης. Οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωσης του κύκλου εργασιών του, ώστε να δικαιολογούν κρίση ότι υφίσταται πλεονασμός. Δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε μπορεί να περιοριστεί νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχομένως να τεκμηρίωνε πλεονασμό και η οποία να μπορεί να εξετάζεται από το Δικαστήριο (βλ. Σ. Α. Χρύσανθου κ.α ν. Petros Pitsillis (Glass Market) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 383). Αν δεν υπήρξε μαρτυρία που βασικά θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων, δεν παρίσταται ανάγκη εξέτασης του κατά πόσο η απόλυση της εφεσίβλητης οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις των εφεσειόντων (βλ. Murray v. Foyle Meats Ltd [1993] 3 All E.R. 769). H ζημιά μιας επιχείρησης, και μάλιστα η λογιστική, μπορεί να οφείλεται σε πληθώρα λόγων άσχετων με τον όγκο εργασίας της, ενώ αν ο όγκος εργασίας (που δεν ορίζεται στον Νόμο) είναι συνάρτηση πολλών παραμέτρων, η αξία των εργασιών που διεξήχθησαν συνιστά ορθή, αν όχι την ορθότερη, ένδειξη περί ελάττωσης ή περιορισμού αυτού (βλ. Κώστας Τρύφωνος ν. Takis Vashiotis Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1953). Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Χατζηχριστοφή ν. Πιερή Γεωργίου κ.α
(2002)1Β Α.Α.Δ. 873, όταν ο Νόμος αναφέρεται σε «περιορισμό του όγκου εργασίας» σαφώς εννοεί περιορισμό ή μείωση του όγκου εργασίας του συγκεκριμένου εργοδότη, δηλαδή της επιχείρησης και όχι μείωση του όγκου εργασίας του εργοδοτούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν τίθεται η παραμικρή αμφιβολία ότι κατά το ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας ευρίσκετο σε εξέλιξη το έργο του Δημοτικού Μεγάρου Πάφου το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση είχαν κερδίσει μέσα από πανευρωπαϊκό διαγωνισμό σε συνεργασία με άλλο αρχιτεκτονικό γραφείο. Ο κ. Χ. στην προσπάθεια του να καταδείξει περιορισμό του όγκου εργασιών των Καθ' ων η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι μέχρι τις 7.3.2013 υπήρξε αναστολή εργασιών στο εργοτάξιο του εν λόγω έργου. Για να υποστηρίξει τη θέση του παρέθεσε επιστολή ημερ. 4.3.2013 που κοινοποίησε ο ίδιος προς την Κοινοπραξία A. Aristotelous Construction Ltd & Georgiou Construction Ltd (Τεκ.3). Από το περιεχόμενο ωστόσο της εν λόγω επιστολής δεν φαίνεται να υποστηρίζεται τέτοιος ισχυρισμός. Αντίθετα αυτό που προκύπτει είναι ότι το έργο εισερχόταν σε μια πιο εντατική φάση. Δεν υποστηρίζεται επίσης ούτε από τη μαρτυρία του κ. Χ. ο oποίος, κατά την αντεξέταση του, παραδέχθηκε ότι η διακοπή του έργου και η παύση πληρωμών έγινε τον Σεπτέμβριο 2013, οπότε τερματίστηκε και η απασχόληση του ιδίου. Εν ολίγοις κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας το συγκεκριμένο έργο όχι μόνο δεν διακόπηκε αλλά εισερχόταν σε μια πιο εντατική φάση. Περαιτέρω κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων, όπως οικονομικές καταστάσεις ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που θα παρείχαν στο Δικαστήριο την ευχέρεια να προβεί στις απαιτούμενες συγκρίσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Η γενική και αόριστη αναφορά του κ. Χ. σε μείωση του κύκλου και όγκου εργασιών των Καθ' ων η αίτηση, χωρίς την παράθεση οποιονδήποτε απτών στοιχείων που θα δικαιολογούσαν κρίση ότι υφίσταται πλεονασμού, καθιστά αδύνατη για το Δικαστήριο την τεκμηρίωση οποιασδήποτε λογικής κατάληξης σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο σε συνάρτηση με τα προηγούμενα έτη. Σε αντιπαράθεση με την ατεκμηρίωτη θέση των Καθ' ων η αίτηση ευρίσκονται και τα όσα επικαλέστηκε η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της και επί των οποίων δεν έχει αντεξεταστεί. Συγκεκριμένα ότι οι Καθ' ων η αίτηση, ανέλαβαν εκτός από τις συνήθεις δραστηριότητες μικρής εμβέλειας, σχεδιασμού και κατασκευής, την ανέγερση του νέου Δημοτικού Μεγάρου Πάφου, έργο το οποίο βρισκόταν σε εξέλιξη κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της και το οποίο κοστολογείτο στα €10.000.000 με αντίστοιχες απολαβές του κόστους για τους μελετητές του έργου. Η θέση, επίσης, που προέβαλε ο κ. Χ. κατά την αντεξέταση του, ότι κατά τον Μάρτιο του 2013 οι λογαριασμοί των Καθ' ων η αίτηση παρουσίαζαν μείωση €10.000 με €12.000, πέραν του ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί με την προσκόμιση οποιωνδήποτε συγκεκριμένων πειστικών στοιχείων, εν τούτοις μια τέτοια μείωση σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της ένδειξη ή απόδειξη της μείωσης του όγκου εργασιών των Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία σε περιπτώσεις πλεονασμού το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον συνήθη κύκλο εργασιών του εργοδότη και όχι τα κέρδη ή τη ζημία του, που μπορεί να οφείλονται σε πολλούς παράγοντας άσχετους με τον όγκο εργασιών Βλ. Κώστας Τρύφωνος (ανωτέρω). Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν στη βάση του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου, οποιεσδήποτε συνθήκες πλεονασμού που θα δικαιολογούσαν την απόλυση της Αιτήτριας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)(ε) και (στ) του Νόμου 24/67, εγκυμοσύνη, μητρότητα ή λήψη γονικής άδειας ουδέποτε συνιστούν βάσιμους λόγους για τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενης. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(α) του περί της Προστασίας της Μητρότητας Νόμου (Ν.100(Ι)/1997), εργοδοτούμενη η οποία ενημερώνει γραπτώς τον εργοδότη της ότι βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, προστατεύεται από την απόλυση για περίοδο εκτεινόμενη από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας. Κατά την περίοδο αυτή ο εργοδότης απαγορεύεται να δίδει (
- i)προειδοποίηση για τερματισμό απασχόλησης ή προειδοποίηση που να λήγει κατά την υπό αναφορά περίοδο, (
- ii)να τερματίζει απασχόληση, ή (iii) να προβαίνει σε ενέργειες με στόχο την οριστική αντικατάσταση της εργοδοτούμενης. Ο εργοδότης δύναται να ζητήσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, την παρουσίαση ιατρικού πιστοποιητικού στο οποίο να αναγράφεται η ημερομηνία του αναμενόμενου τοκετού της εργοδοτούμενης. Τερματισμός απασχόλησης ή προειδοποίηση για τερματισμό απασχόλησης εργοδοτούμενης ανακαλείται υποχρεωτικά, ακόμα κι αν ο εργοδότης δεν γνώριζε ότι η εργοδοτούμενη βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, εφόσον η εργοδοτούμενη γνωστοποιήσει σ' αυτόν την εγκυμοσύνη της με πιστοποιητικό εγγεγραμμένου ιατρού εντός πέντε εργασίμων ημερών από την ημέρα που έλαβε γνώση για την απόλυση ή την πρόθεση απόλυσης. Σύμφωνα με το άρθρο 4Β του περί την Προστασίας της Μητρότητας Νόμου, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται ο τερματισμός της απασχόλησης εγκύου, αποκλειστικά και μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) για σοβαρό παράπτωμα ή συμπεριφορά της εργοδοτούμενης που δικαιολογεί τη ρήξη της εργασιακής σχέσης, (β) αν η επιχείρηση έπαυσε να λειτουργεί. (γ) αν η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένης διάρκειας και έχει λήξει εκτός και αν η μη ανανέωση της σύμβασης αυτής συνδέεται με την κατάσταση εγκυμοσύνης, τον τοκετό, τη γαλουχία ή την αδεία μητρότητας της εργοδοτούμενης. Σύμφωνα με το άρθρο 9Α
(1)του πιο πάνω Νόμου: «Σε περίπτωση παραβάσεως του Νόμου, δεν έχουν εφαρμογή διατάξεις που θέτουν, ως προϋπόθεση της ευθύνης του παραβάτη ή/και του δικαιώματος για αποζημίωση ή άλλη θεραπεία, ένα ελάχιστο διάστημα απασχολήσεως ή ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας του εργοδοτούμενου, ούτε διατάξεις που θέτουν ανώτατο όριο αποζημιώσεως.» Το άρθρο 4
(5)του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου (Ν.205(Ι)/2002) ως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει ότι τυχόν λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου και απαγορεύεται. Το άρθρο 5 του ιδίου Νόμου ορίζει επίσης ότι η λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση προσώπου, λόγω φύλου δεν επιδέχεται δικαιολόγησης. Η διάκριση λόγω φύλου - στην οποία περιλαμβάνεται και η διάκριση λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας - είναι πάντα άμεση και δεν επιδέχεται δικαιολόγησης. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1), η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών εφαρμόζεται και ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις απολύσεως από οποιεσδήποτε θέσεις εργασίας. Με το άρθρο 11
(1)του ίδιου Νόμου, προνοείται ότι οι διατάξεις του προρρηθέντος άρθρου 9 εφαρμόζονται και σε περίπτωση οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης εργοδοτούμενης η οποία βρίσκεται σε κατά-σταση εγκυμοσύνης, τοκετού, γαλουχίας, μητρότητας ή ασθένειας οφειλόμενης σε εγκυμοσύνη ή τοκετό. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου προβλέπει ότι δυσμενής μεταχείριση εργοδοτούμενης που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης τεκμαίρεται ότι οφείλεται μέχρι αποδείξεως του εναντίον στην κατάσταση της εγκυμοσύνης. Με τη διάταξη αυτή υιοθετείται ο κανόνας της μερικής αντιστροφής του βάρους απόδειξης με τη μεταφορά του από την παραπονούμενη στον εργοδότη. Να σημειώσουμε ότι ο Ν. 205(Ι)/2002 ψηφίστηκε προκειμένου να εναρμονιστεί η κυπριακή νομοθεσία με το Κοινοτικό Δίκαιο, και, συγκεκριμένα με την οδηγία 76/207/ΕΚ η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από την Οδηγία 2006/54/ΕΚ. Γι' αυτό και το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του εναρμονιστικού Νόμου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις της Οδηγίας. Μεταξύ περισσοτέρων ερμηνειών θα πρέπει να ακολουθείται η πλησιέστερη στο πνεύμα και τον σκοπό της Οδηγίας. Για πρώτη φορά η Οδηγία 2002/73, η οποία συμπλήρωσε και τροποποίησε την Οδηγία 76/207 προέβλεψε ότι η τυχόν λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου. Όμως το ΔΕΚ και πριν την έκδοση της νέας Οδηγίας, ερμηνεύοντας την Οδηγία 76/207 ενόψει του σκοπού και των στόχων που επιδιώκει, δέχθηκε ότι ο εργοδότης παραβιάζει άμεσα την αρχή της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων στην πρόσβαση σε απασχόληση που κατοχυρώνεται από τα άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας 76/207/ΕΚ, όταν αρνείται να συνάψει σύμβαση με μια υποψήφια, την οποία θεωρεί κατάλληλη για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας, επειδή θέλει να αποφύγει τις δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες που απορρέουν από κρατικές ρυθμίσεις για την προστασία της εγκύου εργαζόμενης (ΔΕΚ 8.11.1990 (Dekker) Συλλογή Νομολογία 1990, 3941). Και η απόλυση εργαζόμενης λόγω της εγκυμοσύνης της ή για λόγους που ανάγονται στην κατάσταση αυτή συνιστά, με βάση τη νομολογία του ΔΕΕ, άμεση δυσμενή διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, όπως ακριβώς και η άρνηση πρόσληψης εγκύου (ΔΕΚ 8.11.1990 (Hertz), Συλλογή Νομολογίας 1990, 3979 και ΔΕΚ 14.7.1994 (Webb) Συλλογή Νομολογίας 1994, 3585). Βέβαια, στην περίπτωση αυτή δεν παραβιάζεται η ισότητα στην πρόσβαση σε απασχόληση αλλά η ισότητα «όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας, περιλαμβανομένων των απολύσεων» (άρθρο 3 παρ.1 Οδηγίας 76/2007). (Προοίμιο 23 Οδηγίας 2006/54/ΕΚ ημερ. 5.7.2006, C-177 Dekker, Συλλογή 1990, σ. Ι-3941 και C-421/92 Habermann - Belteemann, Συλλογή 1994, σ. Ι-1657). Η Οδηγία 92/85/ΕΚ (άρθρο 10) απαγορεύει τόσο την απόλυση όσο και τη λήψη προπαρασκευαστικών για την απόλυση μέτρων λόγω εγκυμοσύνης καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της άδειας μητρότητας, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάσταση και επιτρέπονται από την εθνική νομοθεσία. Το ΔΕΕ, υιοθετώντας μια ευρεία ερμηνεία του άρθρου 2(α) χάριν προστασίας της εργοδοτούμενης, δέχεται ότι τα προβλεπόμενα από την Οδηγία δικαιώματα και η προστασία από την απόλυση βάσει του άρθρου 10 της Οδηγίας εφαρμόζεται ακόμα και στην περίπτωση που ο εργοδότης, χωρίς να έχει πληροφορηθεί την εγκυμοσύνη από την ίδια την εργοδοτούμενη, λαμβάνει έστω και άτυπα γνώση για το γεγονός αυτό (C-232/09 Dita Danosa, Συλλογή 2004, σκέψη 55). Από τις πιο πάνω διατάξεις είναι φανερός ο συνδυασμός του Ν. 205(Ι)/2002 με τον περί της Προστασίας της Μητρότητας Νόμο. Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, η απόλυση εργαζόμενης λόγω εγκυμοσύνης συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, που δεν επιδέχεται καμία δικαιολόγηση και είναι παράνομη, εκτός κι αν εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 4Β του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου. Όταν η απόλυση κρίνεται ότι έγινε κατά παράβαση των εν λόγω προστατευτικών διατάξεων, τότε η εργαζόμενη δικαιούται σε αποζημιώσεις δυνάμει του Νόμου (24/1967) και του Ν.205(Ι)/2002 ανεξάρτητα από την περίοδο απασχόλησης της. Η Αιτήτρια τόσο με τους γενικούς λόγους της Αίτησης όσο και με την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία συνδέει την απόλυση της με την εγκυμοσύνη της. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της αμέσως μετά την παρουσίαση ιατρικού πιστοποιητικού που βεβαίωνε την εγκυμοσύνη της. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων όπως προβάλλεται μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι στις 20.3.2013 η Αιτήτρια παρουσίασε στον κ. Χ. ιατρικό πιστοποιητικό που απεστάλη στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση μέσω τηλεομοιότυπου από το «Ιατρικό Κέντρο Μητέρα & Παιδί» και το οποίο πιστοποιούσε την κατάσταση εγκυμοσύνης στην οποία βρισκόταν η Αιτήτρια με πιθανή ημερομηνία τοκετού την 16.10.2013. Οι Καθ' ων η αίτηση έξι μέρες μετά και δη στις 26.3.2013 παρέδωσαν στην Αιτήτρια την επιστολή ημερ. 21.3.2013 (Τεκ.1) με την οποία τερμάτιζαν άμεσα την απασχόληση της. Με την εν λόγω επιστολή, ισχυρίζονταν ότι στις 5.3.2013 δόθηκε στην Αιτήτρια προφορική προειδοποίηση τερματισμού των υπηρεσιών της και ότι η εκ των υστέρων προσκόμιση ιατρικής βεβαίωσης για την εγκυμοσύνη της δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφαση τους, αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτή. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η μαρτυρία του κ. Χ. Η Αιτήτρια με τη διαμετρικά αντίθετη μαρτυρία της ισχυρίζεται ότι πριν την προσκόμιση του ιατρικού πιστοποιητικού, οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε έκαναν λόγο για τερματισμό της απασχόλησης της και ότι στις 5.3.2013 στα πλαίσια συζήτησης που είχε με τον κ. Φ. Χ. της εξέφρασε τις ανησυχίες του για την πορεία της Εταιρείας και το ενδεχόμενο να βρεθεί σε δυσμενή οικονομική κατάσταση. Επίσης λόγω των καλών σχέσεων που είχε μαζί του μέχρι τότε, η ίδια του εξέφρασε μεταξύ άλλων την πρόθεση της να δεχθεί μείωση των απολαβών της με αντίστοιχη μείωση των ωρών εργασίας της. Το θεμελιώδες επομένως ζήτημα που τίθεται προς εξέταση, με βάση την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν την Αιτήτρια για τον τερματισμό της απασχόλησης της. Εν ολίγοις, κατά πόσο το γεγονός της απόλυσης έλαβε χώρα πριν ή μετά που οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση για την κατάσταση εγκυμοσύνης της Αιτήτριας. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον το Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν στο στάδιο των αγορεύσεων. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια, σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσαν οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση. Κι αυτό όχι ως απόρροια της υποκειμενικής και μόνο εικόνας που σχηματίσαμε για τους τρεις μάρτυρες αλλά και για τους πιο κάτω λόγους. Ο κ. Χ., ενώ ισχυρίστηκε, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι στις 5.3.2013 κάλεσε την Αιτήτρια στο γραφείο του και της ανέφερε πως ήταν αδύνατο να συνεχίσει η εργοδότηση της και ότι της έδωσε τη νενομισμένη προειδοποίηση, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι πήγε ο ίδιος στο γραφείο της Αιτήτριας και συζήτησαν το θέμα της απόλυσης της, λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην Εταιρεία και ότι της έδωσε τη νενομισμένη προειδοποίηση προφορικά. Ακολούθως, ερωτηθείς γιατί στις 5.3.2013 δεν δόθηκε γραπτώς η απόλυση στην Αιτήτρια, ο μάρτυρας χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση αρκέστηκε να πει ότι παρέδωσε την επιστολή στην Αιτήτρια στις 21.3.2013 και ότι στις 5.3.2013 της το ανέφερε προφορικά. Όταν μάλιστα του ζητήθηκε ο λόγος γιατί με την επιστολή ημερ. 21.3.2013 (Τεκ.1) δόθηκε άμεσος τερματισμός στην Αιτήτρια, ο μάρτυρας επικαλέστηκε τη στάση της, λέγοντας ότι πήγε με απειλητικό τρόπο στο γραφείο του και ότι δεν έβλεπε πλέον λόγο συνεργασίας. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι στα βασικά της σημεία αυτοαναιρείται από τα όσα ο ίδιος ανεγνώρισε σε προγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του, λέγοντας ότι με την Αιτήτρια είχαν μια πάρα πολύ καλή συνεργασία. Περαιτέρω δεν βρίσκουν έρεισμα ούτε και στα όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι διημείφθησαν μεταξύ αυτού και της Αιτήτριας στις 20.3.2013, όταν του παρέδωσε το πιστοποιητικό εγκυμοσύνης. Εν ολίγοις, από τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, το μόνο ουσιαστικό στοιχείο που φαίνεται να προέκυψε στις 20.3.2013 ήταν η ενημέρωση που έλαβε για την εγκυμοσύνη της Αιτήτριας και τίποτε άλλο. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι με την επιστολή ημερ. 21.3.2013 οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν άμεσα την απασχόληση της Αιτήτρια μετά που έλαβαν γνώση για την κατάσταση εγκυμοσύνης στην οποία βρισκόταν και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Η απόφαση ωστόσο των Καθ' ων η αίτηση να τερματίσουν άμεσα την απασχόληση της Αιτήτριας ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση και με τη θέση του μάρτυρα ότι τερμάτισε τις υπηρεσίες της στις 5.3.2013, δίδοντας της τη νενομισμένη προειδοποίηση. Γιατί, αν τελικά τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, τότε δεν βρίσκουμε λόγο γιατί να επανέλθει με την επιστολή ημερ. 21.3.2013 (Τεκ.1) και να τερματίσει άμεσα την απασχόληση της, τη στιγμή που το μόνο ουσιαστικό γεγονός που είχε προκύψει στις 20.3.2013 ήταν η ενημέρωση που έλαβε για την εγκυμοσύνη της. Για να επιβεβαιώσει ωστόσο τη θέση του, ότι δηλαδή προέβη σε απόλυση της Αιτήτριας στις 5.3.2013, παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου απόκομμα από το ημερολόγιο εργοταξίου ημερ. 7.3.2013 (Τεκ.4), όπου ρητά αναγράφεται ότι λόγω τερματισμού των υπηρεσιών της Αιτήτριας αίρεται η πρόσβαση της στο εργοτάξιο. Αναφορικά με το εν λόγω έγγραφο οφείλουμε κατ' αρχάς να παρατηρήσουμε ότι αποτελεί ένα εσωτερικό σημείωμα για το οποίο, με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδέποτε η Αιτήτρια έλαβε γνώση. Ο κ. Χ. ενώ με τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο τελούσε υπό τη φύλαξη του και ότι η επιφύλαξη υπό τον τίτλο «άλλες πληροφορίες» αναγράφηκε στην παρουσία του από τον κ. Φ. Χ., που ήταν εκ μέρους της μελετητικής ομάδας ο συντονιστής και επιβλέπων του έργου, αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι μια φορά τον μήνα το εν λόγω έγγραφο αποστέλλεται με courier για να υπογραφεί από τη μελετητική ομάδα και ότι επιστρέφεται πίσω αφού αφαιρεθεί το ένα από τα τρία φύλλα που παραμένει στη μελετητική ομάδα. Με αυτά τα δεδομένα, είμεθα της γνώμης, ότι το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο στοιχείο απόδειξης του ισχυρισμού των Καθ' ων η αίτηση, ότι απέλυσαν την Αιτήτρια στις 5.3.2013, καθώς με την αποστολή του στη μελετητική ομάδα, της οποίας ο κ. Χ. ήταν συντονιστής και επιβλέπων του έργου, η συγκεκριμένη επιφύλαξη εύκολα θα μπορούσε να τεθεί εκ των υστέρων. Περαιτέρω ο κ. Χ. ως υπεύθυνος φύλαξης του ημερολογίου, πιστεύουμε ότι από τη θέση που κατείχε, είχε κάθε λόγο να επιμείνει στη θέση του, υποστηρίζοντας για ευνόητους λόγους τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι το ημερολόγιο συμπληρώθηκε κατά την αναγραφόμενη ημερομηνία. Από την άλλη πλευρά, η Αιτήτρια με την ανάλογη μαρτυρία, θέτει ουσιαστικές αμφιβολίες ως προς το χρόνο αναγραφής της συγκεκριμένης επιφύλαξης και επιβεβαιώνει με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της, χωρίς να προκύψει η παραμικρή ουσιαστική αμφισβήτηση, ότι ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε της υποδείχθηκε ένα τέτοιο έγγραφο και ουδέποτε περιήλθαν σε γνώση της τα όσα αναγράφονται, τα οποία λογικά ο κ. Χ. θα μπορούσε να επικαλεστεί και να φέρει από τότε σε γνώση της για να υποστηρίξει τη θέση του. Χωρίς επίσης να προκύψει η παραμικρή ουσιαστική αμφισβήτηση, σημείωσε, ότι όσες φορές ήταν με τον κ. Χ. στις επιβλέψεις, στο ημερολόγιο εργοταξίου μπορούσες οποιαδήποτε στιγμή να συμπληρώσεις πληροφορίες χωρίς να μπορεί κανένας να πιστοποιήσει εάν γράφτηκαν πριν ή μετά, και είθισται πολλές φορές οι μηχανικοί να συμπληρώνουν εκ των υστέρων το ημερολόγιο γιατί δεν βρίσκονται καθημερινά στο εργοτάξιο. Περαιτέρω δεν διέλαθαν της προσοχής του Δικαστηρίου τα όσα ο κ. Χ. προέβαλε με τη μαρτυρία του, ότι οι οποιεσδήποτε επιβλέψεις πραγματοποιούσε η Αιτήτρια αναφορικά με την ανέγερση οικοδομών γίνονταν πάντα στην παρουσία του. Και διερωτόμαστε, αφ' ης στιγμής τα πράγματα είχαν όπως ο ίδιος διατείνεται, τότε προς τι η άρση πρόσβασης της Αιτήτριας στο εργοτάξιο και η εν λόγω σημείωση στο ημερολόγιο εργοταξίου; Και γιατί δεν ενημερώθηκε η Αιτήτρια γι' αυτή την ενέργεια που την αφορούσε άμεσα, τη στιγμή που συνέχιζε να βρίσκεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση και να ασκεί τα καθήκοντα της μέχρι τις 26.3.2013 που η απασχόληση της τερματίστηκε άμεσα; Το λογικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η εν λόγω σημείωση να αποτέλεσε εκ των υστερών σκέψη και να μην συμπληρώθηκε κατά την αναγραφόμενη ημερομηνία. Τέλος να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 9
(5)του Νόμου, η προειδοποίηση (notice) που δίδεται από εργοδότη σε εργοδοτούμενο πρέπει να είναι έγγραφη και τούτο για να μπορεί να υπολογιστεί ο χρόνος του συνόλου της απασχόλησης και συνάμα η γνησιότητα του επικαλούμενου λόγου απόλυσης. Όπως δε, έχει αποφασιστεί σε παλαιότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου, η προειδοποίηση (notice) τερματισμού θα πρέπει να καθορίζει την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία η απασχόληση θα τερματιστεί ή να περιέχει γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί η ημερομηνία αυτή. Δεν είναι αρκετό για τον εργοδότη να ανακοινώσει ότι σε μια μελλοντική ημερομηνία σκοπεύει να τερματίσει την απασχόληση - κάτι τέτοιο θα ήταν προειδοποίηση (warning) για απόλυση. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η μαρτυρία της Αιτήτριας αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως επακόλουθο καταλήγουμε ότι ο Καθ' ων η αίτηση, κατά παράβαση των απαγορευτικών διατάξεων του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας ενόσω αυτή βρισκόταν στον 2ο μήνα της εγκυμοσύνης της, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τους Καθ' ων η αίτηση στις 20.3.2013 με την προσκόμιση σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκ.7) που επιβεβαίωνε το εν λόγω γεγονός. Στηριζόμενοι στον Νόμο και τη νομολογία, καταλήγουμε ότι η απόλυση της Αιτήτριας ενόσω βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου εντός των πλαισίων της Οδηγίας και του Ν.205(Ι)/2002, αφού οι Καθ' ων η αίτηση εφάρμοσαν τον ίδιο κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις, καθώς δεν έλαβαν υπόψη τον παράγοντα της εγκυμοσύνης της Αιτήτριας, ο οποίος έθετε την τελευταία σε ιδιάζουσα κατάσταση που επέβαλλε την παροχή ειδικής προστασίας με βάση τον περί της Προστασίας της Μητρότητας Νόμο και διαφοροποιούσε την κατάσταση της από μια μη έγκυο εργοδοτούμενη. Επιδεικνύοντας οι Καθ' ων η αίτηση λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση προς την Αιτήτρια προχώρησαν στην απόφαση για απόλυση της, αγνοώντας την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, κατά παράβαση των προστατευτικών διατάξεων. Όπως επισημαίνει το Δ.Ε.Ε. στην απόφαση Gillespie v. Northern Health and Social Services Boards, ημερ. 13.2.1996, η δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις ή στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε όμοιες καταστάσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 205(Ι)/2002, η δυσμενής μεταχείριση της Αιτήτριας τεκμαίρεται ότι οφείλεται στην εγκυμοσύνη της. Με την απόρριψη της μαρτυρίας των Καθ' ων η αίτηση αυτοί απέτυχαν να αντικρούσουν: (α) το νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η απόλυση της Αιτήτριας δεν οφείλετο σε λόγο που συνδέεται με την εγκυμοσύνη της, και (β) το μαχητό τεκμήριο ότι η απόλυση της ήταν παράνομη. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η απόλυση της Αιτήτριας συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, που δεν επιδέχεται καμία δικαιολόγηση, και είναι παράνομη με επακόλουθο να δικαιούται στην επιδίκαση αποζημιώσεων με βάση τον Νόμο (Ν.24/67) και τον Ν. 205(Ι)/2002. Υπολογισμός αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 24/67, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ. 98, 105): «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημία η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα., η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημία την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του πίνακα». Σύμφωνα με το άρθρο 15
(3)του Ν.205(Ι)/2002: «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως». Στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891[1], ερμηνεύοντας το ΔΕΕ τις διατάξεις της Οδηγίας 76/207/ΕΚ τόνισε ότι για κράτη μέλη που επιλέγουν ως κύρωση για την παράβαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, η επιδικαζόμενη αποζημίωση θα πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αιτήτρια κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της βρισκόταν στον 2ο μήνα της εγκυμοσύνης της. Λαμβάνοντας υπόψη τις απαγορευτικές διατάξεις του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου και δη το γεγονός ότι δεν παρείχετο στους Καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα να απολύσουν την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλούνται για περίοδο μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας, κρίνουμε ότι η θετική ζημία που υπέστη η Αιτήτρια ως αποτέλεσμα της παραβάσεως των πιο πάνω νομοθετημάτων θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και ολόκληρα τα πόσα που απώλεσε, λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της, μέχρι και τρεις μήνες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν άμεση και ότι δεν της καταβλήθηκε η νενομισμένη πληρωμή αντί προειδοποίησης των πέντε βδομάδων που εδικαιούτο σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας της και που κάλυπταν ημερομίσθια από 26.3.2013 που της δόθηκε η επιστολή απόλυσης (Τεκ.1) μέχρι και 30.4.2013. Ακολούθως η Αιτήτρια από 1.5.2013 μέχρι 2.2.2014, που έληξε η άδεια μητρότητας, απώλεσε ημερομίσθια 40 βδομάδων που υπολογίζονται στο ποσό των €13.150. Εν των μεταξύ για την περίοδο από 30.9.2013 μέχρι 2.2.2014 επωφελήθηκε επιδόματος μητρότητας συνολικού ποσού €3.909,60. Μετά το πέρας της άδειας μητρότητας για περίοδο τριών μηνών, που οι Καθ' ων η αίτηση δεν δικαιούνταν να την απολύσουν, απώλεσε ημερομίσθια 12 βδομάδων που υπολογίζονται στο ποσό των €3.945. Απώλεσε επίσης αναλογία 13ου μισθού για το 2013 και 2014 ήτοι το ποσό των €1.237,50. Εν ολίγοις η ζημιά που η Αιτήτρια υπέστη από τον τερματισμό της απασχόλησης της υπολογίζεται στο ποσό των €14.422,40. Από τα στοιχεία επίσης που παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια και τα οποία παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, επιβεβαιώνονται οι όλες προσπάθειες που κατέβαλε από την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης της για εξεύρεση νέας εργασίας. Συγκεκριμένα παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου έντεκα συνολικά επιστολές που απέστειλε σε διάφορα γραφεία της ειδικότητας της από τις 14.9.2014 μέχρι και τις 16.7.2017, εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον της για εργοδότηση [Τεκ.15
(1)- 15
(11)]. Μέχρι τις 12.3.2017 παρέμεινε άνεργη, όποτε και εργοδοτήθηκε ως μισθωτή μερικής απασχόλησης στο Ινστιτούτο Κύπρου (Cyl) με συμβόλαιο ενός έτους και με μηνιαίες απολαβές €314,75 μικτά, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το συμβόλαιο εργοδότησης (Τεκ.16) και τις αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας (Τεκ.17). Ακολούθως στις 19.6.2017 υπέγραψε σύμβαση με το Υπουργείο Εμπορίου Ενέργειας Βιομηχανίας και Τουρισμού η οποία αφορούσε την αγορά υπηρεσιών για περίοδο ενός έτους. Το συνολικό ποσό που φαίνεται να έλαβε ως αμοιβή από την εν λόγω εργασία ανερχόταν στα €1.154,45 για δε ολόκληρο το 2017, με βάση την κατάσταση του ασφαλιστικού λογαριασμού της για το εν λόγω έτος στο συνολικό ποσό των €3.040- (Τεκ.18). Είναι επομένως φανερό ότι η Αιτήτρια από της απολύσεως προέβη σε όλες τις εύλογες ενέργειες που απαιτούντο για μετριασμό της ζημίας που υπέστη λόγω απώλειας της εργασίας της. Η Αιτήτριας δεν παρέλειψε επίσης να αναφερθεί σε μεγάλη ψυχολογική πίεση, αγωνία και θλίψη που της προκάλεσε ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόλησης της και ενόσω βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Νομολογιακά, η έννοια της ηθικής βλάβης (injured feelings) καλύπτει αισθήματα αναστάτωσης, ανησυχία, άγχος, φόβο, λύπη, δυστυχία, κατάθλιψη, ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη. Το αντικείμενο της αποζημίωσης είναι η βλάβη στα αισθήματα του θύματος. Οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να είναι πολύ χαμηλές για να γίνει σαφές ότι οι δυσμενείς διακρίσεις δεν είναι αποδεκτές. Από τα στοιχεία επίσης που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι παρα-δεκτά η περίοδος απασχόληση της Αιτήτριας που ανερχόταν σε τρία και πλέον σύναπτα έτη, οι μισθολογικές απολαβές της που υπολογίζονται στα €328,75 εβδομαδιαίως και η ηλικία της, 30 ετών κατά τον χρόνο της απόλυσης της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, όπως τις παραθέτουμε ανωτέρω, τα ημερομίσθια της, τη διάρκεια της απασχόλησης της, την ηλικία της, τις άκαρπες προσπάθειες που κατέβαλε για εξεύρεση νέας εργασίας και τη ζημιά που υπέστη λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της, την άμεση δυσμενή διάκριση που υπέστη λόγω φύλου κατά παράβαση των προστατευτικών διατάξεων του Ν.205(Ι)/2002 σε συνάρτηση με τις απαγορευτικές διατάξεις του περί της Προστασίας της Μητρότητας Νόμου σε περίοδο που απαγορευόταν ο τερματισμός της απασχόλησης της, με σκοπό την προστασία της ψυχικής υγείας της εγκύου και του εμβρύου που κυοφορούσε, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να της επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €14.793,75 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 52 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9 του Νόμου, η Αιτήτρια δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 5 βδομάδων, ήτοι ποσό €1.643,75. Κατά παραδοχή του μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση κ. Χ. στην Αιτήτρια οφείλεται επίσης αναλογία μισθού για τον μήνα Μάρτιο 2013 ήτοι ποσό €1.127, αναλογία ετήσιας άδειας για το 2013 ήτοι ποσό €319 και αναλογία 13ου μισθού για το εν λόγω έτος ήτοι ποσό €329. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €18.212,50 με νόμιμο τόκο από 20.8.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση δικηγορικά έξοδα €3.000 με νόμιμο τόκο από 20.8.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Το Ταμείο απαλλάσσεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Την εν λόγω απόφαση επικαλέστηκε το Δικαστήριο στην Α. Χατζηαβραάμ ν. ΣΠΕ Μόρφου
(2011)Α.Α.Δ. όπου επιδίκασε αποζημιώσεις για διάκριση λόγω ηλικίας με βάση τον Ν.58(Ι)/2004. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο