← Κύπρος

Γ. Χ. ν. PELETICO LTD, Αρ. Υπόθεσης: 861/2013, 20/5/2020

Γ. Χ. ν. PELETICO LTD, Αρ. Υπόθεσης: 861/2013, 20/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:35 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Γ. Κασιούρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 861/2013 Μεταξύ: Γ. Χ. Αιτητής -και- PELETICO LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 20η Μαΐου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Κ. Χαραλάμπους Αίτηση για αναστολή Εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 12.7.2019 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31.1.2019 εκδόθηκε απόφαση, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, υπέρ του καθ' ου η αίτηση - Αιτητή στην κυρίως Αίτηση (στο εξής «ο Αιτητής») και εναντίον των Αιτητών - Καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») για το ποσό των €13.666,45 πλέον νόμιμο τόκο από 23.10.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Επιδικάστηκαν επίσης υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας έξοδα, που υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €2.448- με νόμιμο τόκο προς 5,5% από 23.10.2013 μέχρι 31.12.2014, προς 4% από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016, προς 3,5% από 1.1.2017 μέχρι 31.12.2018 και προς 2% από 1.1.2019 πλέον ΦΠΑ. Στις 13.3.2019 καταχωρήθηκε Έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Με την παρούσα αίτηση η Εργοδότρια Εταιρεία εξαιτείται την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφαση ημερ. 31.1.2019 μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της Έφεσης με αρ. 85/2019 που καταχωρήθηκε εναντίον της Πρωτόδικης απόφασης και ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.35 Θ. 18-19, Δ.40 Θ.7(β), 11 Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1,2,8,9 Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1967, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Ν. Κ., Οικονομικού διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας. Δηλώνει ότι η καταχωρηθείσα Έφεση συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά επιτυχίας και ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και καταβολής του επιδικασθέντος ποσού στον Αιτητή θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να ανακτηθεί εάν η Έφεση επιτύχει. Επίσης η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικείμενου καθώς η Εργοδότρια Εταιρεία δεν θα έχει οποιοδήποτε άλλο διάβημα για να επανακτήσει το επιδικασθέν ποσό ολοκληρωτικά και με τον τρόπο που το κατέβαλε. Επίσης εξ όσων γνωρίζουν και πιστεύουν, ο Αιτητής δεν μπορεί αν κριθεί ως φερέγγυο άτομο και ότι σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης και επιτυχίας της Έφεσης, το ποσό πολύ πιθανόν να αποξενωθεί. Ότι η οικονομική επιφάνεια της Εργοδότριας Εταιρείας είναι δεδομένη και είναι σε θέση να αποδεχθεί οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου που να εξασφαλίζει τα δικαιώματα του Αιτητή σε περίπτωση που η Έφεση ήθελε απορριφθεί. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, Δ.18, ΘΘ. 1-9, Δ.35 Κ.18, Δ.48 ΘΘ1-4, 8, 9 και 12, Δ.21Θ.3, Δ.26, Δ.39, Δ.40, Δ.64, ΘΘ.1 και 2, ως τροποποιήθηκαν από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ. 3376 στις 23/12/99, στο άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 (Ν.8/1967) και στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 και επί των Γενικών Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης όπως παρουσιάζονται στη σχετική ειδοποίηση είναι σε γενικές γραμμές οι ακόλουθοι:

  1. Το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  2. Δεν αποδεικνύονται, ούτε συντρέχουν ικανοποιητικοί και/ή επαρκείς λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης το οποίο φύσει αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό της διαδικασίας ασκούμενο με φειδώ.
  3. Το ισοζύγιο της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, αφού η έκδοση του πλήττει ευθέως και/ή αμέσως τα δικαιώματα του Αιτητή ώστε να στερείται άνευ βάσιμου λόγου τους καρπούς της επιτυχίας του ως η έκδοση απόφασης υπέρ αυτού. Τυχόν έγκριση της αίτησης και/ή η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποστερήσει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, από τον Αιτητή από του να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του ως εκ της προς όφελος του έκδοσης της απόφασης και/ή θα απολήγει στην υποβάθμιση του κύρους των Δικαστικών αποφάσεων και/ή θα επιφέρει βλάβη στα έννομα συμφέροντα αυτού.
  4. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν συντρέχουν υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας εξαιρετικές και/ή ιδιάζουσες και/ή πολύ ειδικές περιστάσεις (special grounds) που να δικαιολογούν τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αρχή της εκτελεστότητας δικαστικής απόφασης και/ή την κατ' εξαίρεση χορήγηση αναστολής εκτέλεσης.
  5. Η ασκηθείσα, υπό της Εργοδότριας Εταιρείας Έφεση δεν εμφανίζει πιθανότητες επιτυχίας και δεν είναι εύλογη και/ή δίκαιη η επιτυχία της αίτησης της.
  6. Δεν αποδεικνύεται και είναι αβάσιμος και ανυπόστατος ο ισχυρισμός της Εργοδότρια Εταιρείας ότι ο Αιτητής είναι αφερέγγυο άτομο και ότι αυτό θα δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις οι οποίες θα είναι δυσμενείς για αυτούς.
  7. Η οικονομική επιφάνεια της Εργοδότριας Εταιρείας δεν είναι δεδομένη και δεν αποδεικνύεται συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητικό και/ή βάσιμο λόγο για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης.
  8. Η Εργοδότρια Εταιρεία υποβάλλει την παρούσα με μοναδικό σκοπό την αποφυγή και/ή καθυστέρηση της ανάληψης των εξ αποφάσεως ευθυνών και/ή υποχρεώσεων της προς τον Αιτητή. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Αιτητή, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Θεωρεί με βάση τη συμβουλή των δικηγόρων του αβάσιμη και ανυπόστατη την καταχωρηθείσα Έφεση. Αρνείται και απορρίπτει πλήρως και στην ολότητα τους νομικούς και πραγματικούς λόγους που ο κ. Ν. Κ. προβάλλει στην ένορκη δήλωση του για σκοπούς έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ισχυριζόμενος εισέτι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είναι σε θέση και δεν δύνανται ενόρκως να δηλώνει ότι γνωρίζει για την οικονομική του κατάσταση και ότι δεν είναι φερέγγυο άτομο ειδικά όταν δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία και αποδείξεις περί τούτου. Θεωρεί τον εν λόγω ισχυρισμό της ανυπόστατο και αβάσιμο και δηλώνει ότι η πεποίθηση της από μόνη της σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο, και πόσο μάλλον προϋπόθεση, για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η οικονομική επιφάνεια της Εργοδότριας Εταιρείας δεν είναι δεδομένη και δεν αποδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξασφάλιση και/ή εγγύηση ως προς την μελλοντική δυνατότητα της για πληρωμή της εξ αποφάσεως οφειλής της σε περίπτωση απόρριψης της Έφεσης. Καταλήγει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πλήξει ευθέως τα δικαιώματα του. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12

(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το υπό εξέταση θέμα, της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί με τον Κ.17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Συνεπώς ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής ρύθμισης στους Κανονισμούς η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως θα πρέπει να στηριχθεί στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης προβλέπεται στη Δ.35 Κ.18 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. Kαι σε μετάφραση: «
  2. Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη. Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως, συνοψίζονται στην Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1978 ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Στην Παναγιώτα Νεοφύτου v. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «Η άσκηση Έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση.. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικής απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσιδίκου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον Ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Με βάση την ισχύουσα νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν αναστέλλει την απόφαση εκτός εάν (α) η εκτέλεση της απόφασης θα καταστήσει την Έφεση άνευ ουσίας (nugatory) ή (β) η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που καταδεικνύει ότι σε περίπτωση καταβολής των ποσών της απόφασης δεν υπάρχει καμία λογική πιθανότητα να επανακτηθούν σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης "there is no reasonable probability of getting them back if the Appeal succeeds" ("Annual Practice" 1957, p.1279). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1 διατυπώ-νονται τα εξής: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστανται οι προϋποθέ­σεις για την προεξόφληση του αποτελέσματος της.» Επίσης στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι. ν. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας θετικός αλλά οριακής σημασίας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης» (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dozami Marine Ltd κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Περαιτέρω, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, όπου το αντικείμενο της αναστολής αφορά την υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού στον επιτυχόντα ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), η αναστολή της διαδικασίας δίνεται όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό, οπότε αν η έφεση επιτύχει τότε θα παραμείνει άνευ αντικειμένου εάν στο μεταξύ έχει καταβληθεί το ποσό και ο ενάγων είναι είτε κάτοικος εξωτερικού, είτε αφερέγγυος ή υπάρχει ένδειξη με την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό στον εναγόμενο (Βλ. Μ. Δημητρούδης ν. Α.Ν. Λουγκρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Εφ' όσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1978). Αφού μελετήσαμε την αίτηση και την ένσταση και διεξήλθαμε όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις του Οικονομικού Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας και του Αιτητή σε συνάρτηση με τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων τις οποίες λάβαμε υπόψη, καταλήγουμε στα ακόλουθα: Στην προκείμενη περίπτωση το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Κ., αφορά αφενός τις κατ' ισχυρισμό βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας της Έφεσης και αφετέρου την κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητα του Αιτητή και ή την αδυναμία του να επιστρέψει τα επιδικασθέντα ποσά σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης. Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αφερεγγυότητας του Αιτητή και ή της αδυναμίας του να επιστρέψει τα επιδικασθέντα ποσά σε περίπτωση καταβολής τους, ο μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας, πλην της γενικού και αόριστου ισχυρισμού του, ότι ο Αιτητής δεν μπορεί να κριθεί φερέγγυο άτομο και ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης θα είναι δύσκολο να ανακτηθεί το επιδικασθέν ποσό, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία ή αποδείξεις που να στηρίζουν τη θέση του και δεν έδωσε με την ένορκη δήλωση του οποιεσδήποτε ενδείξεις σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Αιτητή. Από την άλλη ο Αιτητής αμφισβητεί τη θέση της άλλης πλευράς περί αφερεγγυότητας του και ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είναι σε θέση και δεν δύναται ενόρκως να δηλώνει ότι γνωρίζει για την οικονομική του κατάσταση και ότι δεν είναι φερέγγυο άτομο ειδικά όταν δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία και αποδείξεις περί τούτου. Θεωρεί τον εν λόγω ισχυρισμό της ανυπόστατο και αβάσιμο και δηλώνει ότι η πεποίθηση της από μόνη της σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο, και πόσο μάλλον προϋπόθεση, για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Σημειώνουμε ότι και οι δυο πλευρές δεν προέβησαν σε αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων με επακόλουθο η Εργοδότρια Εταιρεία να μην μπορέσει να δώσει υπόσταση στα όσα ο κ. Καλογήρου επικαλέστηκε σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Αιτητή. Εν όψει τούτου η πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης ως μη αποφασιστικός και δεσπόζων παράγων δεν μπορεί να στερήσει τον Αιτητή από τους καρπούς της επιτυχίας του. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)........................................................ Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Γ. Κασιούρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.