Δ. Α. - Α. ν. PREMIER SHUKUROGLOU CYPRUS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 870/2014, 12/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:25 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Γ. Κωνσταντίνου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 870/2014 Μεταξύ: Δ. Α. - Α. Αιτήτρια -και-
- PREMIER SHUKUROGLOU CYPRUS LIMITED
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 12η Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Α. Πετουφάς με κα Μ. Πετουφά Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Ζ. Νικολάου Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Β. Αντωνίου Αίτηση για αναστολή Εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 12.9.2019 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 28.2.2019 εκδόθηκε απόφαση, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, υπέρ της καθ' ης η αίτηση - Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση (στο εξής «η Αιτήτρια») και εναντίον των Αιτητών - Καθ' ων η αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») για το ποσό των €23.406,57 πλέον νόμιμο τόκο από 19.11.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Επιδικάστηκε επίσης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας το ποσό των €1.600 ως δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο πλέον ΦΠΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου, ποσό €21.930,48 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στην Αιτήτρια από την Εργοδότρια Εταιρεία, το δε υπόλοιπο ποσό των €1.476,09 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 3½ εβδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα της καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Στις 10.4.2019 καταχωρήθηκε Έφεση εναντίον των πιο πάνω απόφαση. Με την παρούσα αίτηση η Εργοδότρια Εταιρεία εξαιτείται την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφαση ημερ. 28.2.2019 μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της Έφεσης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.35 Θ. 18-19, Δ.40 Θ.7(β), 11 Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1,2,8,9 Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1967, στους Δικονομικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Γ. Σ., διευθύνοντα συμβούλου της Εργοδότριας Εταιρείας. Δηλώνει ότι η καταχωρηθείσα Έφεση συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά επιτυχίας και ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και καταβολής των επιδικασθέντων ποσών στην Αιτήτρια, θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να ανακτηθούν εάν η Έφεση επιτύχει και ως εκ τούτου η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και θα στερηθεί της αποτελεσματικό-τητας της. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν δύναται να κριθεί ως φερέγγυο άτομο και ότι σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης και επιτυχίας της Έφεσης, το ποσό πολύ πιθανόν να αποξενωθεί. Ότι η οικονομική επιφάνεια της Εργοδότριας Εταιρείας είναι δεδομένη και είναι σε θέση να αποδεχθεί οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου που να εξασφαλίζει τα δικαιώματα της Αιτήτριας σε περίπτωση που η Έφεση απορριφθεί. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της Αιτήτριας η οποία βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρον 32 και 47, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.40 Θ.1, 7(β), 10, 11 και Δ.48 Θ. 1,4,8,9, Δ.64, στους Δικονομικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και τις Αρχές της Επιείκειας. Οι λόγοι ένστασης όπως παρουσιάζονται στη σχετική ειδοποίηση είναι σε γενικές γραμμές οι ακόλουθοι:
- Η Αίτησις της Αιτήτριας είναι νόμω και ουσία αβάσιμος.
- Η Αίτηση της Αιτήτριας δεν έχει καταχωρηθεί εγκαίρως και ως εκ τούτου η Αιτήτρια παρεμποδίζεται στην καταχώρηση μίας τέτοιας αίτησης γι' αναστολή της εκδοθείσας Απόφασης.
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε κατά ή μετά την καταχώρηση του εντάλματος κατασχέσεως κινητών εναντίον της Αιτήτριας.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και έγινε με μόνον σκοπό να παρεμποδισθεί η Αιτήτρια στην είσπραξη του εξ αποφάσεως οφειλομένου προς αυτήν ποσού για αποζημιώσεις ή/και ειδικών ζημιών που υπέστη λόγω της παράνομης απόλυσης της ως εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την 26.8.
- Η Αίτησις εγένετο κατά κατάχρηση της διαδικασίας και χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις διά αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Θεωρεί με βάση τη συμβουλή των δικηγόρων της αβάσιμη και ανυπόστατη την καταχωρηθείσα Έφεση. Αρνείται και απορρίπτει ως εξωπραγματικό τον ισχυρισμό του κ. Σ. σε σχέση με την οικονομική της ευχέρεια να επιστρέψει το επιδικασθέν ποσό, σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης και ισχυρίζεται ότι είναι σε θέση, τόσο με τα δικά της οικονομικά μέσα, όσο και με τα δική της κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία να εγγυηθεί την επιστροφή του ποσού, εάν της καταβληθεί και ήθελε διαταχθεί από το Εφετείο η επιστροφή του. Σημειώνει ότι σύμφωνα με την κειμένη Νομοθεσία, ως εργαζομένη με τον τερματισμό της απασχόλησης της εδικαιούτο αποζημίωση από την Εργοδότρια Εταιρεία ή πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο εάν κρινόταν πλεονάζουσα. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση κι αν ακόμη η πρωτόδικη απόφαση ανατραπεί τότε θα δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο και η Εργοδότρια Εταιρεία θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει το οποιοδήποτε ποσό ήθελε καταβάλει στην ίδια από την εν λόγω πληρωμή. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το υπό εξέταση θέμα, της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί με τον Κ.17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Συνεπώς ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής ρύθμισης στους Κανονισμούς η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως θα πρέπει να στηριχθεί στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης προβλέπεται στη Δ.35 Κ.18 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
- An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. Kαι σε μετάφραση: «
- Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη. Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως, συνοψίζονται στην Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1978 ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Στην Παναγιώτα Νεοφύτου v. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «Η άσκηση Έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση.. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικής απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσιδίκου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον Ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Με βάση την ισχύουσα νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν αναστέλλει την απόφαση εκτός εάν (α) η εκτέλεση της απόφασης θα καταστήσει την Έφεση άνευ ουσίας (nugatory) ή (β) η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που καταδεικνύει ότι σε περίπτωση καταβολής των ποσών της απόφασης δεν υπάρχει καμία λογική πιθανότητα να επανακτηθούν σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης "there is no reasonable probability of getting them back if the Appeal succeeds" ("Annual Practice" 1957, p.1279). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1 διατυπώνονται τα εξής: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για την προεξόφληση του αποτελέσματος της.» Περαιτέρω, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, όπου το αντικείμενο της αναστολής αφορά την υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού στον επιτυχόντα ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), η αναστολή της διαδικασίας δίνεται όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό, οπότε αν η έφεση επιτύχει τότε θα παραμείνει άνευ αντικειμένου εάν στο μεταξύ έχει καταβληθεί το ποσό και ο ενάγων είναι είτε κάτοικος εξωτερικού, είτε αφερέγγυος ή υπάρχει ένδειξη με την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό στον εναγόμενο (Βλ. Μ. Δημητρούδης ν. Α.Ν. Λουγκρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Αφού μελετήσαμε την αίτηση και την ένσταση και διεξήλθαμε όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις του διευθύνοντα συμβούλου της Εργοδότριας Εταιρείας και της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων τις οποίες λάβαμε υπόψη, καταλήγουμε στα ακόλουθα: Στην προκείμενη περίπτωση το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Σουκιούρογλου, αφορά αφενός τις κατ' ισχυρισμό βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας της Έφεσης και αφετέρου την κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητα της Αιτήτριας και ή την αδυναμία της να επιστρέψει τα επιδικασθέντα ποσά σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης. Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αφερεγγυότητας της Αιτήτριας και ή της αδυναμίας της να επιστρέψει τα επιδικασθέντα ποσά σε περίπτωση καταβολής τους, ο μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας, πλην της γενικού και αόριστου ισχυρισμού του, ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να κριθεί ως φερέγγυο άτομο και ότι θα είναι δύσκολο σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης να ανακτηθούν τα ποσά, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να στηρίζει τη θέση του. Σε αντίθεση με τη θέση αυτή, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι σε θέση τόσο με τα δικά της οικονομικά μέσα όσο και με τη δική της κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία να εγγυηθεί την επιστροφή του επιδικασθέντος ποσού σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Σημειώνουμε ότι και οι δυο πλευρές δεν προέβησαν σε αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Ωστόσο όπως υποστήριξε η Αιτήτρια, σε κάθε περίπτωση που η πρωτόδικη απόφαση ήθελε ανατραπεί και θεωρηθεί ότι δικαιολογείτο η απόλυση της για λόγους πλεονασμού, τότε, θα δικαιούται να εξασφαλίσει το ανάλογο ποσό από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και να το διαθέσει ως εγγύηση για επιστροφή του ποσού της απόφασης. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με βάση την απόφαση Νεοφύτου (ανωτέρω), με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στην Αιτήτρια, η τελευταία διατάσσεται όπως υπογράψει ενώπιον του Πρωτοκολλητή εγγύηση ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, θα διαθέσει το ποσό που θα εξασφαλίσει από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού για επιστροφή του εξ αποφάσεως ποσού που θα επωφεληθεί από την εκτέλεση της απόφασης. (υπ)........................................................ Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Γ. Κωνσταντίνου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο