Κ. Σ. ν. G4S SECURE SOLUTIONS (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 67/2014, 21/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:26 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Α. Παναγή, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 67/2014 Μεταξύ: Κ. Σ. Αιτητής -και-
- G4S SECURE SOLUTIONS (CYPRUS) LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Ρ. Παπαδοπούλου με κ. Θ. Αγγελίδη Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κα Κ. Γεωργιάδη Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Β. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση 1 (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και διαζευκτικά από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού, πρόσθετες αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας, οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και ή εύλογη υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγος εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή μετά που η εταιρεία British American Tobacco (BAT) σταμάτησε να δέχεται υπηρεσίες φύλαξης στην αποθήκη της στο Δάλι, καθώς δεν διέθετε θέση εργασίας σε άλλο έργο για τοποθέτηση τον Αιτητή. Επίσης ότι τα έργα φύλαξης που αναλαμβάνει ως και οι προσλήψεις φυλάκων είναι τακτής προθεσμίας, όσο και η ισχύς του συμβολαίου με τον συγκεκριμένο πελάτη. Είναι η θέση του Ταμείου ότι απέρριψε το αίτημα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού γιατί, σύμφωνα με τα τεθέντα ενώπιον του στοιχεία, ο τερματισμός της απασχόλησης του δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρουσίαζε μείωση του όγκου και ή του κύκλου εργασιών της κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού. Απόλυσε το Αιτητή με τον ισχυρισμό της μείωσης του κύκλου ή όγκου εργασιών της ενώ στον ουσιώδη χρόνο προέβη σε προσλήψεις νέων εργοδοτουμένων στην ίδια ειδικότητα. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία ο υπάλληλος της κ. Κ. Κ., ενώ ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με τη δική του προσωπική μαρτυρία. Το Ταμείο δεν προσέφερε μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο να καταγραφούν τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στις 12.12.2005 και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως φύλακας σε κτίρια πελατών της Εργοδότριας Εταιρείας. Συγκεκριμένα από τις 17.12.2005 μέχρι 30.9.2009 προσέφερε υπηρεσίες φύλακα στην Τράπεζα Πειραιώς, από 1.10.2008 μέχρι 5.1.2012 στην FBME Card Services και από 9.1.2012 μέχρι 30.4.2013 στην British American Tobacco (B.A.T.). Η τελευταία με επιστολή της ημερ. 15.4.2013 (Τεκ.1), ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία ότι θα προχωρούσε σε κλείσιμο της αποθήκης που διατηρούσε στη βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου και σε τερματισμό των υπηρεσιών φύλαξης από 30.4.
- Ως εκ τούτου, στις 19.4.2013 η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του με ημερομηνία 17.4.2013 (Τεκ.2), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο: Αγαπητέ Κύριε, Θέμα: Τερματισμός Υπηρεσίας - Τερματισμός Έργου τακτής προθεσμίας Με την παρούσα επιστολή ενημερώνεστε και γραπτά για τον τερματισμό στο συμβόλαιο τακτής προθεσμίας παροχής υπηρεσιών στο οποίο απασχολείστο. Οι υπηρεσίες σας τερματίζονται καθότι ο πελάτης μας στου οποίου το έργο απασχολείστο μας ενημέρωσε 15.4.2013 ότι προβαίνει σε τερματισμό της συγκεκριμένης φύλαξης και δεν υπάρχει άλλη θέση εργασίας διαθέσιμη στην οποία μπορείτε να συνεχίσετε να εργάζεστε. Ως εκ τούτου όπως έχετε ήδη προφορικά ενημερωθεί από τον προϊστάμενο σας κ. Κ. Κ. τελευταία ημέρα εργασίας σας θα είναι η 30.4.
- Η Εταιρεία μας σε ένδειξη εκτίμησης των υπηρεσιών σας και παρόλο που δεν έχει ευθύνη για τον τερματισμό των υπηρεσιών σας σε περίπτωση που υπάρξει οποιαδήποτε θέση εργασίας όπου είναι δυνατό σε άλλο έκτακτο έργο θα σας ενημερώσει άμεσα. Εάν και εφόσον υπάρξει κενή θέση εργασίας θα ενημερωθείτε και για τους όρους απασχόλησης που θα ισχύουν στο έργο που θα σας προταθεί να απασχοληθείτε. Με τη λήξη της συνεργασίας σας παρακαλούμε όπως διευθετήσετε την επιστροφή οποιουδήποτε εξοπλισμού της Εταιρείας έχετε στην κατοχή σας. Ταυτόχρονα, θα δοθούν οδηγίες προς το αρμόδιο τμήμα δια εξόφληση των ποσών που σας οφείλονται εάν και εφόσον σας οφείλονται. Σας ευχαριστούμε για τη συνεισφορά σας στη G4S και σας ευχόμαστε ότι καλύτερο για τη συνέχεια. Με εκτίμηση για G4S Secure Solutions (Cyprus) Ltd Χ. Λ. Υπεύθυνη Ανθρώπινου Δυναμικού Η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από 12.12.2005 μέχρι 12.6.
- Επίσης οι τελευταίες απολαβές του ήταν αυτές που αναφέρει το Ταμείο. Ανέρχονταν στα €223,60 εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Σύμφωνα με τον κ. Κ., μετά την ενημέρωση που έλαβαν από την British American Tobacco ότι θα σταματούσε να δέχεται τις υπηρεσίες φύλαξης που της προσέφερε η Εργοδότρια Εταιρεία, στην αποθήκη που διατηρούσε στη βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου, προχώρησαν στον τερματισμό της απασχόληση του Αιτητή, καθώς δεν υπήρχε άλλη θέση εργασίας να απασχοληθεί. Ισχυρίζεται ότι τα έργα φύλαξης που αναλαμβάνει η Εργοδότρια Εταιρεία είναι τακτής προθεσμίας, ως επίσης και οι προσλήψεις φυλάκων που γίνονται για τακτή προθεσμία και δη για χρονική περίοδο όσο η ισχύς του συμβολαίου με τον συγκεκριμένο πελάτη. Παραθέτοντας την αίτηση εργοδότησης που υπέβαλε ο Αιτητής στις 9.12.2005 (Τεκ.4) ισχυρίζεται ότι αυτός έπασχε από σοβαρή μορφή δισκοπάθειας και μετατόπιση σπονδύλου που δεν του επέτρεπε να εργαστεί σε όλα τα έργα που αναλάμβανε η Εργοδότρια Εταιρεία αλλά μόνο σε όσα διέθεταν γραφείο για να κάθεται. Επίσης ότι μετά την απόλυση του Αιτητή, του πρότειναν να εργαστεί σε άλλα έργα τα οποία απέρριψε λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε και με τη δικαιολογία ότι επιθυμούσε να εργάζεται μόνο μέρα για να αφιερώνει περισσότερη ώρα στο παιδί του. Κατά την αντεξέταση του, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν υπήρχε γραπτή συμφωνία εργοδότησης του Αιτητή, επαναλαμβάνοντας ότι όλες οι προσλήψεις στην Εταιρεία γίνονται για τακτή προθεσμία και για τις ανάγκες συγκεκριμένου έργου ή άλλου ανάλογου έργου εάν αυτό εξέλειπε. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής προσελήφθη για αόριστη χρονική περίοδο και όχι για τις ανάγκες συγκεκριμένου έργου, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Επίσης, ενώ επέμενε ότι κατά την ημέρα απόλυσης του Αιτητή, όπως και σε μεταγενέστερο στάδιο, του προτάθηκε όπως εργαστεί σε συγκεκριμένο έργο, εν τούτοις δεν έδωσε οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις. Ο Αιτητής με τη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως φύλακας, με προφορική συμφωνία αορίστου χρόνου. Ότι από της προσλήψεως του εκτελούσε δεόντως τα καθήκοντα του σε κτίρια πελατών, σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες και εντολές που λάμβανε από τους διευθυντές και υπεύθυνους της Εργοδότριας Εταιρείας. Σε αντίθεση με τον κ. Κ., ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ουδέποτε του πρότεινε να εργαστεί σε άλλο έργο φύλαξης, μολονότι κατά τον χρόνο απόλυσης του υπήρχαν θέσεις εργασίας που μπορούσε να εργαστεί ή απασχοληθεί. Παραδέχεται ότι πάσχει από μορφή δισκοπάθεια που δεν του επιτρέπει να στέκεται συνεχόμενα για πολλές ώρες και να σηκώνει βαριά αντικείμενα, γεγονός που ουδέποτε επηρέασε την επίδοση του στην εργασία και γενικότερα την εργασία του. Διατείνεται επίσης ότι οι επιπτώσεις και συνέπειες λόγω του τερματισμού της απασχόλησης του ήταν τεράστιες, τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του, καθώς λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο κατά την περίοδο τερματισμού της απασχόλησης του, αλλά και της ηλικίας του, 46 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, δεν κατάφερε να εξεύρει νέα εργασία μέχρι τον Νοέμβριο 2017, που προσλήφθηκε και πάλι ως φύλακας στην C.K.C. Security Services Ltd. Κατά την αντεξέταση του απέρριψε τους ισχυρισμούς του κ. Κ. ότι με την παράδοση της επιστολής απόλυσης ή και σε μεταγενέστερο στάδιο του προτάθηκε η απασχόληση σε άλλο έργο, ισχυριζόμενος ότι του ειπώθηκε απλώς ότι θα τον ειδοποιούσαν για νέα εργασία. Ανάλυση - Συμπεράσματα Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον κ. Κ. Κ. όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Με την επιστολή απόλυσης (Τεκ.2) και τους γενικούς λόγους εμφάνισης, η Εργοδότρια Εταιρεία προβάλλει ως λόγο για την απόλυση του Αιτητή τον τερματισμό του συμβολαίου τακτής προθεσμίας, δυνάμει του οποίου ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του. Τον ίδιο λόγο επαναλαμβάνει τόσο στο έντυπο που υπέβαλε στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για καταβολή επιδόματος ανεργίας στον Αιτητή, όσο και στο ερωτηματολόγιο που κοινοποίησε στο Ταμείο, μετά που ο Αιτητής αιτήθηκε πληρωμής λόγω πλεονασμού (Τεκ.3). Είναι λοιπόν φανερό ότι η Εργοδότρια Εταιρεία σε καμία περίπτωση δεν επικαλέστηκε τον πλεονασμό ως λόγο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Το σημείο επομένως που τίθεται προς εξέταση και που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης συνδέεται άμεσα με το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή. Εάν, δηλαδή, η απασχόληση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν για τακτή ή ακαθόριστη περίοδο. Σύμφωνα με το άρθρο 5 (δ) του Νόμου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Ν.98(Ι)/2003 (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του εναρμονιστικού αυτού Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003 (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003, οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:
- Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
- Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Η διάκριση της σύμβασης εργασίας σε ορισμένου και αόριστου χρόνου αποκτά, στο χώρο του εργατικού δικαίου, ιδιαίτερη σημασία. Εάν τα μέρη δεν έχουν θέσει (ρητά ή σιωπηρά) στη σύμβαση χρονικό περιορισμό, εάν, δηλαδή, ο εργοδοτούμενος έχει προσληφθεί για αόριστο χρόνο, ο τερματισμός της απασχόλησης του υπόκειται στους περιορισμούς και διατυπώσεις του άρθρου 5 του Νόμου, οι οποίοι δεν ισχύουν όταν ο εργοδοτούμενος προσλαμβάνεται για ορισμένο χρόνο (άρθρο 5(δ) του Νόμου), οπότε η απασχόληση τερματίζεται αυτοδικαίως κατά τη λήξη της σύμβασης ή με την πάροδο της συμφωνηθείσης περιόδου απασχόλησης. Τα μέρη μιας διαρκούς σύμβασης είναι καταρχήν ελεύθερα να συμφωνήσουν τη διάρκεια της σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Οι δύο αυτές μορφές σύμβασης αποτελούν ισότιμους τύπους της σύμβασης εργασίας και η επιλογή τους ανήκει στη βούληση των μερών. Όμως στο χώρο του εργατικού δικαίου η συμβατική ελευθερία περιορίζεται. Τον κανόνα εδώ αποτελεί η σύμβαση αορίστου χρόνου. Η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου επιτρέπεται μόνον όταν για την ορισμένη διάρκεια της συντρέχει ένας ιδιαίτερος λόγος, που δικαιολογεί αντικειμενικά τη χρονικά περιορισμένη απασχόληση του εργοδοτούμενου. Στο χώρο του εργατικού δικαίου η σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία είναι η συνηθέστερη στις συναλλαγές μορφή σύμβασης εργασίας, αποτελεί τον κανόνα και η σύμβαση ορισμένου χρόνου την εξαίρεση, που ως τέτοια χρήζει ιδιαίτερης δικαιολόγησης. Στη διατύπωση αυτή στηρίζεται και ο ερμηνευτικός κανόνας ότι η σύμβαση εργασίας «εν αμφιβολία» θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»: «. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο κ. Κ., ως ο μοναδικός μάρτυρας για την Εργοδότριας Εταιρεία, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε επαρκή και ή συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για περιορισμένη χρονική διάρκεια. Ειδικότερα, ο μάρτυρας, δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες περιστάσεις και δεν παρέθεσε οποιαδήποτε επαρκή απτά στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν τη συνδρομή ιδιαίτερου λόγου που δικαιολογούσε αντικειμενικά τη χρονικά περιορισμένη απασχόληση του Αιτητή ή και των άλλων εργοδοτουμένων φυλάκων που η Εργοδότρια Εταιρεία απασχολούσε στα διάφορα αναληφθέντα έργα φύλαξης (φύση εργασίας, λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης κ.α.). Επίσης ούτε και κατά την πρόσληψη του Αιτητή του γνωστοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, είτε γραπτά είτε προφορικά, ότι η απασχόληση του θα ήταν για περιορισμένο χρόνο. Ο κ. Κ. δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας εργασίας μεταξύ Αιτητή και Εργοδότριας Εταιρείας, ως η ίδια διατείνεται στην επιστολή απόλυσης. Περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν διέθετε θέση εργασίας σε άλλο έργο με βάση τα προσόντα του Αιτητή ή ότι του προτάθηκε, μετά την απόλυση του, νέα θέση εργασίας την οποία αρνήθηκε για δικούς του λόγους να αποδεχθεί, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αλλά ούτε και να επιβεβαιώνεται από οποιαδήποτε απτή μαρτυρία. Η εκ των υστέρων, άλλωστε, απόφαση ενός εργοδότη να καλέσει τον εργοδοτούμενο να επιστρέψει στην εργασία του μετά που τερμάτισε την απασχόληση του, δεν μπορεί από μόνη της να αναβιώσει τη μεταξύ τους σχέση χωρίς τη συγκατάθεση και σύμφωνο γνώμη του εργοδοτούμενου (Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 703, Tanner ν. Kean Ltd
(1978)IRLR 110). Ως επακόλουθο όλα τα πιο πάνω τείνουν να καταδείξουν και να επιβεβαιώσουν τη θέση του Αιτητή, ότι η απασχόληση του από την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν για αόριστο χρόνο και ότι ουδέποτε του προτάθηκε, είτε πριν είτε μετά την απόλυση του να εργαστεί σε νέα έργα που αναλάμβανε η Εργοδότρια εταιρεία. Κρίνουμε, επομένως, ότι ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί οκτώ χρόνια ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του σε διάφορα έργα, χωρίς ποτέ να παρουσιαστεί η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσελήφθη. Η αβεβαιότητα της Εργοδότριας Εταιρείας ως προς τον αριθμό των έργων που θα αναλάμβανε, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλήσει τον «επιχειρηματικό» κίνδυνο, που η ίδια έφερε ως εργοδότης, στους ώμους του Αιτητή και τούτο γιατί δεν ήταν βέβαιη εάν θα χρειαζόταν τις υπηρεσίες του από κάποιο διάστημα και μετά. Η αποδοχή μιας τέτοιας τοποθέτησης θα κατέληγε στο άτοπο, να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την δικαιολόγηση συμβάσεων τακτής προθεσμίας ή διαδοχικών συμβάσεων τέτοιας φύσης, η συνηθισμένη αυξομείωση της πελατείας των επιχειρήσεων γενικότερα. Κρίνουμε επομένως, ότι οι ανάγκες της Εργοδότριας Εταιρείας, ως προς την εκτέλεση της εργασίας για την οποία προσελήφθη ο Αιτητής, δεν ήταν προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, καταχρηστικώς και αντίθετα με τις προστατευτικές διατάξεις του Ν.98(Ι)/2003, επέλεξε να προσδώσει στην σχέση εργασίας της με τον Αιτητή, χαρακτήρα ορισμένου χρόνου, ενώ με βάση τα πιο πάνω, η ενδεδειγμένη μορφή σύμβασης για την απασχόληση του Αιτητή ήταν η σύμβαση αορίστου διαρκείας. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ένα από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Νόμου με αποτέλεσμα η απασχόληση του Αιτητή να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. Υπολογισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Εκτός από τα όσα προνοούνται στις παραγράφους 2 και 3 του Πίνακα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό που θα επιδικάσει. Για τον υπολογισμό όμως του εν λόγω ποσού, δέον να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή ως εκτίθενται ανωτέρω, τις απολαβές του που υπολογίζονται στα €223,60 εβδομαδιαίως, τη διάρκεια της απασχόλησης του (οκτώ συναπτά έτη), την ηλικία του (46 ετών κατά την απόλυση του), την οικογενειακή του κατάσταση ως και το γεγονός ότι μετά την απόλυση του παρέμεινε άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €4.583,80 που αντιστοιχεί με απολαβές 20½ βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το ποσό των €4.583,80 πλέον νόμιμο τόκο από 5.2.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας δικηγορικά έξοδα €1.600 πλέον νόμιμο τόκο πλέον ΦΠΑ. Η Αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ).................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Α. Παναγή, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο