C. H. Δ. ν. GOETHE - ZENTRUM (NICOSIA) κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 463/2014, 21/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Ν. Γρηγορίου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 463/2014 Μεταξύ: C. H. Δ. Αιτήτρια -και-
- GOETHE - ZENTRUM (NICOSIA)
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: Καμία εμφάνιση Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Β. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση 1 (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της και διαζευκτικά από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού, αυξημένες αποζημιώσεις, οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν καταχώρησε εμφάνιση. Είναι η θέση του Ταμείου, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι η Αιτήτρια απασχολείτο στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από τις 15.4.2001 μέχρι τις 30.6.2012, ως υπεύθυνη τμήματος γλώσσας. Αρνείται ότι η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε στις 9.12.2011 και την καλεί σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της. Η Αιτήτρια στις 21.3.2012 υπέβαλε αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού η οποία απορρίφθηκε στις 3.10.2013 γιατί σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Ταμείου, η απασχόληση της δεν τερματίστηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 31.12.2011 και ότι συνέχισε να απασχολείται μέχρι τις 30.6.
- Με βάση τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων και μεταξύ άλλων τη διδασκαλία της γερμανικής γλώσσας. Η Αιτήτρια, γερμανικής καταγωγής και μόνιμη κάτοικος Κύπρου, προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία την 1.4.2001 και εργάστηκε στην υπηρεσία της ως υπεύθυνη τμήματος γλώσσας και ή διευθύνουσα σύμβουλος μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης της, η οποία αμφισβητείται. Στις 21.3.2012 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Η αίτηση της απορρίφθηκε με σχετική επιστολή ημερ. 3.10.2013 (Τεκ.3) για τον προβαλλόμενο λόγο ότι «η απασχόληση της δεν τερματίστηκε και ότι συνέχισε να εργάζεται στον ίδιο εργοδότη». Οι τελευταίες απολαβές της Αιτήτριας πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της ανέρχονταν στο ποσό των €871,17 εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού. Για σκοπούς του Ταμείου, το ανώτατο ποσό πληρωμής με βάση τις ασφαλιστέες αποδοχές ανερχόταν στα €683,52 εβδομαδιαίως. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειτο να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται. Στην προκείμενη ωστόσο περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία δεν καταχώρησε εμφάνιση και η Αιτήτρια με την προσωπική της μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ουσιαστικά εγκατέλειψε τις εναντίον της αξιώσεις, αναλαμβάνοντας η ίδια να αποδείξει τις συνθήκες πλεονασμού που επικαλείται με τους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πέραν της προφορικής μαρτυρίας, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν ως Τεκμήρια συνολικά έντεκα
(11)έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, στις 9.12.2011 ενημερώθηκε γραπτώς από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι από τις 31.12.2011 θα τερμάτιζε τις δραστηριότητες της και ως εκ τούτου δεν θα χρειαζόταν πλέον τις υπηρεσίες της μετά την εν λόγω ημερομηνία καθώς το Γερμανικό Κράτος αποφάσισε όπως επαναλειτουργήσει στην Κύπρο το Goethe - Institut (στο εξής «το Ινστιτούτο»). Προς επιβεβαίωση της θέσεως της παρουσίασε τη σχετική επιστολή απόλυσης (Τεκ.1) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε: Dear Mrs H. - D., I Herewith have to inform you that the German government has decided to re-open the Goethe - Institut in Cyprus. Please, be advised that the Goethe Zentrum Nicosia will not be able to function as a parallel German institution, it therefore will legally end its activities on 31.12.
- For this reason, the Goethe - Zentrum Nicosia will not need your services any longer after the afore-said date. With best wishes for the future, U. W. - S. Chair Board of Directors Goethe - Zentrum Nicosia Ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά και δη από 1.1.2012 εργοδοτήθηκε στο Ινστιτούτο, που αποτελεί αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, σε αντίθεση με την Εργοδότρια Εταιρεία που ήταν κυπριακή εταιρεία. Το Ινστιτούτο αποτελεί οργάνωση παγκόσμιας φήμης με σκοπό την προώθηση της γερμανικής κουλτούρας και γλώσσας. Λειτούργησε στην Κύπρο από το 1961 μέχρι το 1999 οπότε και σταμάτησε τις δραστηριότητες του. Με την παύση των δραστηριοτήτων του μια ομάδα υπαλλήλων αποφάσισαν να ιδρύσουν την Εργοδότρια Εταιρεία η οποία ουσιαστικά δραστηριοποιείτο επί του ιδίου σκοπού, ήτοι την προώθηση της γερμανικής κουλτούρας και γλώσσας στην Κύπρο. Οι δύο οντότητες, όπως ανέφερε, διαφοροποιούνταν καθώς το Ινστιτούτο αποτελεί επίσημο ίδρυμα του Γερμανικού Κράτους, που ελέγχεται με πολλούς τρόπους από το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο συμβάλλει στη χρηματοδότηση του, σε αντίθεση με την Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία για τη λειτουργία της χρηματοδοτείτο κυρίως από γερμανούς επιχειρηματίες, πλοιοκτήτες κ.α. που ήταν πρόθυμοι να συμβάλουν. Για τη διοίκηση των εν λόγω νομικών προσώπων, σημείωσε ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία, όπως προκύπτει και από τα σχετικά αποτελέσματα της ιστοσελίδας του Εφόρου Εταιρειών (Τεκ.4 και 5), διευθυντές και διευθύνοντες σύμβουλοι ήταν η ίδια και κάποια κα Ute Woermann - Στυλιανού, ενώ στο Ινστιτούτο ήταν κάποιος κ. B. L., ο οποίος διορίστηκε από το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Το εν λόγω Υπουργείο έχει την πολιτική να εργοδοτεί διάφορους διευθυντές τους οποίους ανά πενταετία, μεταθέτει από το Ινστιτούτο μια χώρας στο αντίστοιχο άλλης χώρας. Με την παύση των δραστηριοτήτων της Εργοδότριας Εταιρείας, το Ινστιτούτο δεν προσέλαβε όλο το εκεί απασχολούμενο προσωπικό, πλην της ιδίας και κάποιας Έλενας Πέτρου, των οποίων η πρόσληψη δεν έγινε αυτόματα αλλά με την προσφορά συμβάσεων τις οποίες μπορούσαν να αποδεχθούν ή να μην αποδεχθούν. Επίσης τον Ιανουάριο και Μάρτιο 2012 προσελήφθησαν δύο νέοι υπάλληλοι στη θέση διαχειριστή κτηρίου/οικονόμου και προϊστάμενου διοίκησης αντίστοιχα. Η Αιτήτρια αναφέρθηκε και σε διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων των εν λόγω νομικών προσώπων, σημειώνοντας ότι το πολιτιστικό τμήμα του Ινστιτούτου πραγματοποιεί εκδηλώσεις σε τακτική βάση σε αντίθεση με την Εργοδότρια Εταιρεία της οποίας οι εκδηλώσεις ήταν περιστασιακές. Επίσης διαθέτει ένα συγκεκριμένο ενδοδίκτυο που χρησιμοποιείται από τα Ινστιτούτα όλων των χωρών για τη μεταξύ τους επικοινωνία, την παροχή πληροφοριών σε σχέση με όλες τις δραστηριότητες και κανονισμούς τους, κάτι που δεν υπήρχε στην Εργοδότρια Εταιρεία, καθώς δεν ανήκε στο παγκόσμιο δίκτυο των Ινστιτούτων. Μέρος των δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου είναι επίσης η ενημέρωση, μέσω του ενδοδικτύου, για τις διάφορες πολιτικές που θέλει να εφαρμόσει το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών και για τον τρόπο προώθησης τους μέσω της διοργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων, κάτι που δεν ίσχυε για την Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία δεν είχε καμία υποχρέωση να ακολουθεί τέτοια πολιτική. Αναφορικά με τα καθήκοντα της, ισχυρίστηκε ότι στο Ινστιτούτο ήταν πολύ διαφορετικά απ' ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία, καθώς με το πρώτο υπέγραψε γραπτή σύμβαση εργασίας (Τεκ.6), ενώ στη δεύτερη η πρόσληψη της έγινε προφορικά. Επίσης ότι το Ινστιτούτο δεν έλαβε υπόψη τα χρόνια υπηρεσίας της και ότι της πρόσφερε μισθό πολύ χαμηλότερο απ' ότι λάμβανε στην Εργοδότρια Εταιρεία, αυξάνοντας μάλιστα τις εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης της από 33 σε
- Επίσης ενώ στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ουσιαστικά το αφεντικό του εαυτού της και μπορούσε να αναλαμβάνει πρωτοβουλία για όλα τα θέματα που ενέπιπταν στον τομέα του τμήματος γλώσσας, στο Ινστιτούτο όφειλε να λαμβάνει άδεια και να λογοδοτεί επί όλων των θεμάτων, τα οποία έχριζαν της έγκρισης του τοπικού διευθυντή. Περαιτέρω, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων της θα έπρεπε να μάθει και να χρησιμοποιεί όλα τα τυποποιημένα συστήματα πληροφορικής που χρησιμοποιεί το Ινστιτούτο. Πρόκειται για τυποποιημένα συστήματα που χρησιμοποιούνται απ' όλα τα Ινστιτούτα παγκοσμίως και που δεν χρησιμοποιούσε η Εργοδότρια Εταιρεία. Επίσης επιφορτίστηκε με επιπλέον καθήκοντα τα οποία στην Εργοδότρια Εταιρεία εκτελούσε σε μεγάλο βαθμό η γραμματέας. Επικαλούμενη τις εξηγήσεις που έλαβε από τον τοπικό διευθυντή του Ινστιτούτου κ. D. μετά την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, ισχυρίστηκε ότι ενώ το Ινστιτούτο άρχισε τις δραστηριότητες του την 1.1.2012, εν τούτοις λόγω του ότι χρειάστηκε περισσότερος χρόνος για να εγγραφεί ως αλλοδαπή εταιρεία και να δηλωθεί ως εργοδότης στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποφασίστηκε, σε συνεργασία με τη διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας, όπως η τελευταία συνέχιζε να εμφανίζεται στα αρχεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδότης, μέχρι να επιτευχθεί η απαιτούμενη εγγραφή. Στην πραγματικότητα όμως, όλα τα ποσά που οφείλονταν στην ίδια ως μισθοί και εισφορές στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν καταβλήθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία αλλά από το Ινστιτούτο, με επιταγές που υπέγραφε ο διευθυντής του κ. L. Για να επιβεβαιώσει τη θέση της, παρέθεσε σχετική δήλωση της πρώην προϊσταμένης διοίκησης του Ινστιτούτου κας H. (Τεκ.9). Ισχυρίστηκε ότι η εγγραφή του Ινστιτούτου στα αρχεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επιτεύχθηκε τελικά το καλοκαίρι 2012 και ότι από τον Ιούλιο του ιδίου χρόνου άρχισε να φαίνεται στα αρχεία του αρμόδιου Υπουργείου ως εργοδότης της. Αντεξεταζόμενη, επανέλαβε την αρχική της θέση, ισχυριζόμενη ότι από 1.1.2012 ο μισθός του προσωπικού καταβαλλόταν σε μετρητά από το Ινστιτούτο, όπως και οι εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων που πληρώνονταν με επιταγές που υπέγραφε ο διευθυντής του κ. L. Και επειδή η εγγραφή του εν λόγω ιδρύματος διήρκεσε περισσότερο απ' ότι αναμενόταν, η ίδια ως διευθύνουσα σύμβουλος της Εργοδότριας Εταιρεία συγκατατέθηκε όπως οι εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τόσο της ιδίας όσο και της άλλης υπαλλήλου, συνεχίζουν να καταβάλλονται επ' ονόματι της Εργοδότριας Εταιρείας, γεγονός που διήρκεσε για περίοδο έξι μηνών, όποτε και ενεγράφη στα μητρώα ως εργοδότης το Ινστιτούτο. Ενώ για τους δύο νέους υπαλλήλους επέμενε ότι προσελήφθηκαν από το Ινστιτούτο κατά τους μήνες Ιανουάριο και Μάρτιο 2012, σε υποβολή ότι με βάση τα μητρώα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων εργάζονταν και οι δύο στην Εργοδότρια Εταιρεία, η Αιτήτριας αρκέστηκε να πει ότι παρουσιαζόταν το ίδιο πρόβλημα για όλους τους υπαλλήλους. Επέμενε ότι η απασχόληση της τερματίστηκε στις 31.12.2011, γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από την επιστολή απόλυσης όσο και από το νέο συμβόλαιο εργασίας που υπέγραψε τον Φεβρουάριο 2012 με το Ινστιτούτο. Περαιτέρω, σε υποβολή ότι οι δύο Εταιρείες είχαν σχέση μεταξύ τους, καθώς με την επιστολή απόλυσης η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε το προσωπικό της για την επαναλειτουργία του Ινστιτούτου, το οποίο συνέχισε να δραστηριοποιείται στην ίδια διεύθυνση με την Εργοδότρια Εταιρεία, η Αιτήτρια επέμεινε στην αρχική της θέση, ότι οι δύο Εταιρείες δεν είχαν καμία σχέση. Επέμενε επίσης ότι υπήρχε και ουσιαστική διαφοροποίηση στο μισθό και στα καθήκοντα της, καθώς στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν διευθύντρια και μπορούσε να αποφασίσει από μόνη της, ενώ στο Ινστιτούτο ήταν απλώς υπεύθυνη του τμήματος γλωσσών υπό την επίβλεψη του διευθυντή στον οποία θα έπρεπε να δίνει λόγο. Τέλος, ερωτηθείσα εάν είχε οποιαδήποτε απόδειξη που να επιβεβαιώνει τη θέση της, ότι για την περίοδο από 1.1.2012 μέχρι 30.6.2012, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις πληρώνονταν από το Ινστιτούτο και όχι από την Εργοδότρια Εταιρεία, η Αιτήτρια επικαλέστηκε τη βεβαίωση της κας M. H. (Τεκ.9). Ανάλυση Έχουμε παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την Αιτήτρια να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία της, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι η Αιτήτρια κατέθεσε στο Δικαστήριο την πραγματικότητα και μόνο. Τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση μεταξύ τους και παρέμειναν αναντίλεκτα. Οι σχετικές υποβολές της πλευράς του Ταμείου προς την Αιτήτρια παρέμειναν μετέωρες. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από το Ταμείο για να θεμελιώσει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του. Συγκεκριμένα:- Η θέση του Ταμείου, όπως προκύπτει από την αντεξέταση της Αιτήτριας, περιορίζεται ουσιαστικά στον ισχυρισμό ότι η τελευταία συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρεία μέχρι τις 30.6.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση της. Έρεισμα της θέσεως του, αποτέλεσε το γεγονός ότι η Αιτήτρια συνέχισε να δηλώνεται στα αρχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενη της Εργοδότρια Εταιρείας μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Παρόλα αυτά όμως, το Ταμείο σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε την γνησιότητα της επιστολής απόλυσης (Τεκ.1), αλλά ούτε και τα υπόλοιπα έγγραφα που η Αιτήτρια παρέθεσε ως Τεκμήρια για να ενισχύσει τη θέση της, όπως, τη σύμβαση εργασίας που υπέγραψε με το Ινστιτούτο (Τεκ.6) και τη δήλωση της προϊσταμένης διοίκησης του Ινστιτούτου κας H. (Τεκ.9), με την οποία επιβεβαιώνει ότι, για σκοπούς εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η Αιτήτρια ήταν καταχωρημένη στο λογιστικό σύστημα του Ινστιτούτου από 1.1.
- Επίσης σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε η θέση της Αιτήτριας, ότι από την 1.7.2012 δηλωνόταν στα αρχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενη του Ινστιτούτο. Εν ολίγοις με όσα υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια φαίνεται ότι το Ταμείο σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε το γεγονός της απόλυσης της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία. Αυτό που ισχυρίζεται με βάση τα αρχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι ότι η Αιτήτρια απολύθηκε στις 30.6.2012 και όχι στις 31.12.2011 ως αναφέρεται στην επιστολή απόλυσης. Η θέση της Αιτήτριας ωστόσο, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της έγινε στις 31.12.2011 με την επιστολή απόλυσης (Τεκ.1) ενισχύεται και από το γεγονός ότι στις 21.3.2012 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Διαφορετικά, δεν βρίσκουμε λόγο γιατί η Αιτήτρια να προβεί σε ένα τέτοιο διάβημα εάν όντως συνέχισε να απασχολείται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 30.6.2012 που ισχυρίζεται το Ταμείο ότι τερματίστηκε η απασχόληση της. Άλλωστε, με βάση τους προβαλλόμενους λόγους απόλυσης που επικαλείται η Αιτήτρια και τους οποίους το Ταμείο δεν αμφισβητεί, κάλλιστα θα μπορούσε να αναμένει και να αιτηθεί πληρωμής από το Ομώνυμο Ταμείο με την επέλευση του χρόνου που το ίδιο επικαλείται. Περαιτέρω η θέση του Ταμείου, ότι οι δύο Εταιρείες είχαν σχέση μεταξύ τους, καθώς με την επιστολή απόλυσης η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε το προσωπικό της για την επαναλειτουργία του Ινστιτούτου, το οποίο συνέχισε να δραστηριοποιείται στην ίδια διεύθυνση με την Εργοδότρια Εταιρεία, δεν προβάλλεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης του Ταμείου και ούτε υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Όπως είναι καλά γνωστό, η δίκη στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών διεξάγεται με βάση το εξεταστικό σύστημα, το οποίο παρέχει ευρεία ευχέρεια στο Δικαστήριο για τη διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς. Το σύστημα αυτό, όμως, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθανασίου ν. Reana Manufacturing and Trading Ltd κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1635: «. Δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. (Βλέπε: Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά.
(1993)3 Α.Α.Δ. 598). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκτείνεται σε άλλα μη προκύπτοντα θέματα, ιδιαίτερα, όπως στην παρούσα υπόθεση, όταν στο θέμα, το οποίο εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπήρχε ρητή παραδοχή απ' όλους τους διαδίκους στη δικογραφία. Καταλήγουμε κατά συνέπεια ότι οι λόγοι έφεσης 1 και 2 ευσταθούν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αποφασίζοντας το θέμα το οποίο όχι μόνο δεν προέκυπτε από τη δικογραφία αλλά και υπήρχε ρητή παραδοχή στα δικόγραφα όλων των διαδίκων.» Στην υπόθεση Πούρικκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα» Μπορεί, επομένως, ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστή-ριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της επίδικης διαφοράς, όμως τούτο δεν μπορεί να γίνει χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια (Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννούλας Χρίστου, Πολ. Εφ. 148/2012, ημερ.7.7.2017), ECLI:CY:AD:2017:A250 και χωρίς τον λεπτομερή προσδιορισμό των λόγων για τους οποίους το Ταμείο αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας που εξαιτείται η Αιτήτρια. Εν πάση περιπτώσει, από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Αιτήτριας, φαίνεται ότι για την εργοδότηση της στο Ινστιτούτο υπέγραψε γραπτή σύμβαση εργασίας, η οποία προέβλεπε χαμηλότερες απολαβές και περισσότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας απ' ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία. Επίσης ενώ η Αιτήτρια ήταν ένα από τα διευθυντικά στελέχη της Εργοδότριας Εταιρείας, στο Ινστιτούτο βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του τοπικού διευθυντή στον οποίον λογοδοτούσε. Συνεπώς με όσα η ίδια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο νέος εργοδότης δεν φαίνεται να ανανέωσε τη υφιστάμενη σύμβασης απασχόλησης της που είχε με την Εργοδότρια Εταιρεία, ώστε να χρήζουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 20(β) του Νόμου, στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμή λόγω πλεονασμού, «(β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της σύμβασης απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότη, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνει την υφιστάμενη σύμβασιν απασχολήσεως». Νομολογιακά, μια τέτοια ανανέωση, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται εντός των πλαισίων της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, που προνοεί τα ακόλουθα: ″Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη″. Με άλλα λόγια «αλλαγή εργοδότη» για τους σκοπούς του άρθρου 20(β) λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο «ως έχει», κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, καθώς δεν υπήρξε ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης της Αιτήτριας. Περαιτέρω δεν χρήζουν εφαρμογής ούτε και οι προστατευτικές διατάξεις της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000, «Περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων», αφού δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευση δυνάμει των προνοιών του εν λόγω εναρμονιστικού Νόμου [άρθρο 3
(1)]. Άλλωστε το Ινστιτούτο αποτελεί επίσημο ίδρυμα του Γερμανικού Κράτους, με διεθνή απήχηση, που ελέγχεται με πολλούς τρόπους από το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο συμβάλλει και στη χρηματοδότηση του. Άρχισε να δραστηριοποιείται στην Κύπρο, βάσει ενός συγκεκριμένου προγράμματος και σκοπού, ανεξάρτητα από την ύπαρξη της Εργοδότριας Εταιρείας, η οποία εν τέλει με τη δραστηριοποίηση του Ινστιτούτου έπαυσε να διεξάγει οποιαδήποτε επιχείρηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(α) του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του τερματίστηκε: (α) Διότι ο εργοδότης έπαυσε ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) ...................................... (γ) ...................................... Από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει είναι φανερό ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολούσε την Αιτήτρια με τη λειτουργία του Ινστιτούτου. Η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε στις 31.12.2012 και αμέσως μετά εργοδοτήθηκε από το Ινστιτούτο υπογράφοντας σχετική σύμβαση εργασίας (Τεκ.6). Στις 21.3.2012 αποτάθηκε στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Το αίτημα της απορρίφθηκε γιατί από τα αρχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων φαίνεται ότι συνέχιζε να είναι εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 30.6.2012. Επί τούτου η Αιτήτρια έδωσε τις δικές της εξηγήσεις, τις οποίες, σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδεχόμαστε ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εν πάση περιπτώσει, δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού με βάση τις πρόνοιες του Νόμου παρέχεται στον εργοδοτούμενο όταν ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία τον απασχολεί ή προτίθεται να παύσει να διεξάγει την εν λόγω επιχείρηση. Στην προκείμενη περίπτωση τα γεγονότα της υπόθεσης τείνουν να καταδείξουν ότι εν τέλει η Εργοδότρια Εταιρεία έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχόλησε την Αιτήτρια, έστω και να θεωρηθεί ότι η απασχόληση της τερματίστηκε στις 30.6.2012 ως αποτείνεται το Ταμείο. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι ο τερματισμός της απασχόληση της Αιτήτριας έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(α) του Νόμου, με επακόλουθο η Αιτήτρια να δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο. Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου, όταν η απασχόληση εργοδοτούμενου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστο 104 βδομάδες τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα. Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου η πληρωμή που η Αιτήτρια δικαιούται λόγω πλεονασμού, αντιστοιχεί με τις απολαβές 26 βδομάδων ήτοι ποσό (26Χ€683,52) €17.771,52. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, για το ποσό των €17.771,52 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της και εναντίον το Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €1200 ως έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον νόμιμο πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Η Αίτηση εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα (υπ).................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Ν. Γρηγορίου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο