← Κύπρος

Σ. Δ. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 900/2016, 21/2/2020

Σ. Δ. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 900/2016, 21/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:28 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Κ. Κυριάκου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 900/2016 Μεταξύ: Σ. Δ. Αιτητή -και-

  1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ
  3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Ο κ. Χρ. Θ. Χριστάκης Για τους Καθ' ων η αίτηση: Η κα Θ. Κουμή ΑΠΟΦΑΣΗ Η απασχόληση του Αιτητή ως έκτακτου δεσμοφύλακα στις Κεντρικές Φυλακές τερματίστηκε στις 22.4.2016 στη βάση ανάρμοστης συμπεριφοράς που συνιστούσε κακή διαγωγή. Είναι η θέση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και ή αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του. Στη βάση αυτή αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Επαναπρόσληψη του με αναδρομική ισχύ στη θέση που υπηρετούσε προ του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του, σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του Νόμου 24/1967. Β. Καταβολή όλων των δικαιωμάτων του συμπεριλαμβανομένου μισθών, ωφελημάτων και άλλων απολαβών και εισφορών για το διάστημα που παρέμεινε εκτός εργασίας. Γ. Καταβολή όλων των ωφελημάτων που δικαιούνται οι μόνιμοι υπάλληλοι του δημοσίου. Δ. Αποζημιώσεις για παράνομο και ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του. Ε. Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου. ΣΤ. Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία, το Δικαστήριο θεωρεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ζ. Νόμιμο τόκο. Η. Έξοδα και ΦΠΑ Ο Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: (α) Τα ζητήματα και ή διαφορές και ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από τον Αιτητή στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών αλλά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (νυν του Διοικητικού Δικαστηρίου) στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (β) Τα ζητήματα και ή διαφορές και ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από τον Αιτητή στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν εμπίπτουν στις διαφορές η διάγνωση και ή η απόφαση επί των οποίων εμπίπτει, με βάση τις πρόνοιες του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/1967), στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. (γ) Η παρούσα Αίτηση ηγέρθη εναντίον λανθασμένων προσώπων και ή ο τίτλος της παρούσας Αίτησης είναι λανθασμένος αφού δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960) Αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις, ισχυριζόμενοι ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος καθότι στις 6.2.2016 μέλη τα Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών («ΥΚΑΝ») ανέκοψαν και ερεύνησαν το όχημα που οδηγούσε ο Αιτητής ένστολος ενώ επρόκειτο να αναλάβει καθήκον στις Κεντρικές Φυλακές. Κατά την έρευνα που έγινε στο όχημα του, εντοπίστηκε ξηρή φυτική ύλη όμοια με κάνναβη βάρους 1,5 γραμμαρίων και συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Εντοπίστηκαν επίσης κρυμμένα στις κάλτσες του 84 χάπια χωρίς διακριτικά τα οποία κατασχέθηκαν για περαιτέρω εξετάσεις. Αφού τέθηκε σε διαθεσιμότητα για περίοδο τριών μηνών, ακολούθως διαπιστώθηκε από το Κυβερνητικό Χημείο του Κράτους ότι η ξηρή φυτική ύλη ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, ενώ στα 84 χάπια δεν ανιχνεύτηκε ναρκωτική ή αναβολική ουσία. Υπό αυτά τα δεδομένα, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Φυλακών, αφού έδωσε στον Αιτητή το δικαίωμα ακρόασης, στις 22.4.2016 ασκώντας τις εξουσίες που της παρέχει ο Κανονισμός 4
(2)των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 19/2000) αποφάσισε με αιτιολογημένη γραπτή απόφαση της, τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία. Αμφότεροι συνήγοροι συμφώνησαν στην κατάθεση παραδεκτών γεγονότων στη βάση των οποίων ανέπτυξαν τα επιχειρήματα τους με την παράθεση γραπτών αγορεύσεων. Τα παραδεκτά γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως:
  1. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως έκτακτος δεσμοφύλακας στο Τμήμα Φυλακών την 01.10.
  2. Για την πρόσληψη του υπεγράφη σχετική συμφωνία εργασίας, με βάση τον περί Διαδικασίας Πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμο (Ν.108(Ι)/1995), ως έχει τροποποιηθεί.
  3. Έκτοτε και μέχρι τις 31.03.2011 ο Αιτητής υπηρετούσε στο Τμήμα Φυλακών, συνεχόμενα και αδιάλειπτα, υπό το καθεστώς του εκτάκτου υπαλλήλου, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και ή ανανεώσεων της σύμβασης εργασίας του.
  4. Με επιστολή της τότε Αναπληρώτριας Διευθύντριας Τμήματος Φυλακών ημερ. 31.03.2011, ο Αιτητής από τις 03.04.2011 κατέστη και/ή ανα-γνωρίσθηκε ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, (Ν.98(Ι)/2003).
  5. Στις 28.02.2014 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Ν. 22(Ι)/
  6. Το άρθρο 4 του εν λόγω νομοθετήματος, προβλέπει ότι οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου εντάσσονται από της ενάρξεως ισχύος του, σε ευρύτερες εναλλάξιμες κατηγορίες με βάση το μισθοδοτικό τους επίπεδο. Στη βάση των προνοιών του υπό αναφορά Νόμου, στις 23.04.2014 το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού απέστειλε επιστολή στον Αιτητή με την οποία τον πληροφόρησε ότι εντάχθηκε στην κατηγορία «Εργοδοτούμενου Αορίστου Χρόνου Κλίμακα Α2, Α5 και Α7» και ότι οι όροι απασχόλησης του είναι αυτοί που ισχύουν για τους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου.
  7. Στις 06.02.2016 και ώρα 02:00, ενώ ο Αιτητής μετέβαινε στην εργασία του με το όχημα του, ανεκόπη για έλεγχο από μέλη της Υπηρεσίας Κατά-πολέμησης Ναρκωτικών («ΥΚΑΝ»). Μετά από έλεγχο ανευρέθη εντός του οχήματος του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ., και στις κάλτσες του 84 χάπια τα οποία ωστόσο δεν περιείχαν οποιουδήποτε είδους απαγορευμένη ουσία. Ο Αιτητής συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα.
  8. Στις 08.02.2016 η ΥΚΑΝ απέστειλε εμπιστευτική επιστολή προς την Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Φυλακών και την ενημέρωνε ότι διερευνά ποινική υπόθεση που αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου εναντίον του Αιτητή.
  9. Στις 08.02.2016, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Φυλακών απέστειλε επιστολή στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως και εισηγείτο όπως ο Αιτητής τεθεί σε διαθεσιμότητα από τις 08.02.2016 και για περίοδο 3 μηνών.
  10. Στις 08.02.2016, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως απέστειλε επιστολή στον Αιτητή και τον ενημέρωνε για την απόφαση του να τον θέσει σε διαθεσιμότητα κατ' επίκληση του άρθρου 85
(1)και (Β) του Ν. 1/90, από τις 08.02.2016 και για περίοδο 3 μηνών. Παράλληλα τον ενημέρωνε ότι δικαιούται να υποβάλει γραπτή ένσταση για την απόφαση της διαθεσιμότητας του, μέχρι τις 12.02.2016. 9. Στις 08.02.2016, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Φυλακών απέστειλε ειδοποίηση προς τον Αιτητή σύμφωνα με τον Κανονισμό 4
(2)των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 19/2000), καλώντας τον σε ακρόαση στις 12.02.2016, προτού λάβει την απόφαση να ασκήσει τα δικαιώματα που της παρέχει ο πιο πάνω Κανονισμός.
  1. Στις 12.02.2016 ο Αιτητής παρουσιάσθηκε ενώπιον της Αναπληρώτριας Διευθύντριας Φυλακών με το δικηγόρο του, ο οποίος ζήτησε εύλογη αναβολή ώστε να του δοθεί επαρκής χρόνος για να μπορέσει να προετοιμαστεί δεόντως. Η Διευθύντρια όρισε εκ νέου την υπόθεση για ακρόαση στις 15.02.
  2. Κατά την εν λόγω ημερομηνία διεξαγωγής της ακρόασης ο Αιτητής ήταν παρών, εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο του.
  3. Στο μεταξύ, στις 11.02.2016, ο Αιτητής υπέβαλε ένσταση, η οποία απερρίφθη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στις 13.02.
  4. Στις 04.03.2016, ο Αρχηγός Αστυνομίας, με επιστολή που απέστειλε στην Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Φυλακών, την ενημέρωνε ότι στις 09.02.2016 τα κατασχεθέντα τεκμήρια στάλθηκαν στο Κυβερνητικό Χημείο του Κράτους για να διαπιστωθεί κατά πόσο περιέχετο σε αυτά οποιαδήποτε ναρκωτική - αναβολική ουσία και το είδος της. Στις 24.02.2016 μετά από σχετική ανάλυση των κατασχεθέντων τεκμηρίων, διαπιστώθηκε ότι η ξηρή φυτική ύλη ήταν κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Όσον αφορά τα 84 χάπια δεν ανιχνεύτηκε ναρκωτική ή αναβολική ουσία.
  5. Στις 16.03.2016, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Φυλακών, με επιστολή που απέστειλε στο δικηγόρο του Αιτητή, τον ενημέρωνε για το αποτέλεσμα του Κυβερνητικού Χημείου του Κράτους όσον αφορά τα κατασχεθέντα τεκμήρια και του παρείχε το δικαίωμα ακρόασης για να εκθέσει τις δικές του απόψεις, προτού λάβει την απόφαση να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα που της παρέχει ο Κανονισμός 4
(2). Η ακρόαση διεξήχθη στις 29.03.
  1. Στις 20.04.2016 η Διευθύντρια Φυλακών, με επιστολή που απέστειλε προς το Δικηγόρο του Αιτητή, τον καλούσε να παρουσιαστεί στο Τμήμα Φυλακών στις 22.04.2016 για να ακούσει την απόφαση.
  2. Στις 22.04.2016, η Διευθύντρια εξέδωσε την απόφαση της με την οποία απέρριψε τις θέσεις του Αιτητή, έκρινε ότι η συμπεριφορά του συνιστούσε κακή διαγωγή εντός της έννοιας του Κανονισμού 4
(2)της Κ.Δ.Π. 19/2000 και αποφάσισε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του με ισχύ από 22.04.
  1. Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €1.282,08 μηνιαίως, που υπολογίζονται στα €320,52 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.
  2. Στις 16.10.2016 καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή η ποινική υπόθεση με αρ. 19005/2016, με την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β δηλαδή 1,3083 γραμμάρια κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Ο Αιτητής παραδέχθηκε ενοχή και στις 14.3.2017 του επιβλήθηκε ποινή προστίμου ύψους €
  3. Κανένας από τους διαδίκους δεν άσκησε έφεση εναντίον της εν λόγω ποινής. Ανάλυση Αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση, που αφορά τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, να επαναλάβουμε ότι σύμφωνα με τα κοινώς δηλωθέντα ως παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως έκτακτος δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές την 1.10.2008, δυνάμει γραπτής σύμβασης εργασίας. Στην πορεία και δη στις 31.3.2011, η εν λόγω σύμβαση μετατράπηκε σε αορίστου διαρκείας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, (Ν.98(Ι)/2003). Στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 49, η αιτήτρια προσλήφθηκε ως έκτακτη διοικητικός λειτουργός, με σύμβαση. Η σύμβαση της τερματίστηκε επειδή στη θέση που υπηρετούσε διορίστηκε μόνιμος και αμφισβήτησε το κύρος της απόφασης. Στο πλαίσιο της συζήτησης τα επιχειρήματα αφορούσαν ιδίως στον προρρηθέντα Ν.98(Ι)/2003 που θεσπίστηκε προς εναρμόνιση προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, ημερομηνίας 28.6.1999. Η Πλήρης Ολομέλεια, υπό το δεδομένο πως «η οδηγία προφανώς, εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα» ζήτησε τις απόψεις των μερών αναφορικά με το κατά πόσο το θέμα εντάσσεται στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή εκείνη του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Στο τέλος η απάντηση ήταν πως το ζήτημα ήταν ιδιωτικού δικαίου, εκτός της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος. Το καταληκτικό απόσπασμα της απόφασης έχει ως ακολούθως: «Ο Ν. 98
(1)του 2003, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζει στο άρθρο 10 ως αρμόδιο δικαστήριο «προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου», το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Και βεβαίως ο τερματισμός των υπηρεσιών συμβασιούχου εμπίπτει στην έννοια «διαφοράς αστικής φύσεως». Ο καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου στο Νόμο έγινε σύμφωνα με το Άρθρο 5 στη Ρήτρα 8 της Οδηγίας, όπου αναφέρεται: «Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των διαφορών και καταγγελιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας γίνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές σε εθνικό επίπεδο.» Ο Νόμος και η οδηγία εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αορίστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η θεραπεία που δίδεται από το δικαστήριο, σε περίπτωση παρανομίας εκ μέρους του εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δώσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ακυρωτική και ασκείται μόνο στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Επομένως, οι συμβασιούχοι αορίστου διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να την επικαλεστούν. Με το Νόμο και τη σχετική Οδηγία όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στο Νόμο. Έχουμε τη γνώμη πως οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα καθορίζονται από τη σύμβαση τους και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός των υπηρεσιών τους ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και τη σχετική Οδηγία, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματος μας, Ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν. 127
(1)/06, έχει αυξημένη ισχύ και έναντι των προνοιών του Συντάγματος. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στο θέμα. Η προσφυγή απορρίπτεται. Ενόψει όμως του γεγονότος πως συζητήθηκαν ενώπιον μας σοβαρά και πρωτότυπα νομικά ζητήματα δεν γίνεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.» Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε και έτυχε εφαρμογής και στις μεταγενέστερης υποθέσεις Χρ. Βενιζέλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Φυλακών, Αναθ. Έφεση Αρ.67/2010, 21.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:C360 και Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Φυλακών, μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κ. Ψαρά, Πολιτική Έφεση Αρ. 197/2011, 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A75, των οποίων τα γεγονότα είναι πολύ παρόμοια με τα γεγονότα της παρούσας. Στην υπόθεση Βενιζέλος (ανωτέρω) ο Αιτητής εργαζόταν ως έκτακτος δεσμοφύλακας και απελύθη στη βάση ανάρμοστης συμπεριφορά ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του. Επί της προδικαστικής εντάσεως που ήγειρε η πλευρά της Δημοκρατίας, αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πλειοψηφία) υιοθετώντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα: «. Θα ήταν, κρίνουμε, ανορθόδοξο ενώ θεωρήθηκε και περιγράφηκε η επίδικη σχέση έκτακτης εργοδότησης του συγκεκριμένου δεσμοφύλακα από τη Δημοκρατία ως ιδιωτικού δικαίου, να αποκόπτουμε αυτή την ενιαία σχέση ανάλογα με το θέμα και να τη χαρακτηρίζαμε άλλως πως και δη ως δημοσίου δικαίου, αναφορικά με τον τερματισμό της. Κρίνουμε ότι η θέση που προώθησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα αντιμάχεται την όλη φιλοσοφία και προσέγγιση της υπόθεσης Αβραάμ. Ακριβώς στην Αβραάμ η εφεσείουσα προσέβαλε την απόφαση τερματισμού της εργασίας της ως έκτακτου διοικητικού λειτουργού. Και εκεί - όπως εδώ - έγινε επίκληση της θέσης ότι ο τερματισμός ήταν παράνομος γιατί συντελέστηκε κατ' επίκληση ενός νόμου, ο οποίος δεν αφορούσε τους συμβασιούχους με συντρέχουσα αναφορά από την πλευρά της εφεσείουσας - όπως και στην παρούσα - στις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου. Και στην Αβραάμ - όπως εν προκειμένω - ο κ. Αγγελίδης εισηγήθηκε πως με την προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση του διοικητικού οργάνου με την οποία τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της εφεσείουσας, θέμα που ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και άρα παραμένει κινούμενο εντός της εμβέλειας του αρθ.146 του Συντάγματος. Το ίδιο ζήτημα - με όλο το σεβασμό - εγείρεται και εδώ, αφού εκείνο που στην ουσία προσβάλλεται είναι η απόφαση των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την υπηρεσία του εφεσείοντα, στη βάση ανάρμοστης συμπεριφοράς αφού έτσι κρίθηκε με βάση τον πιο πάνω σχετικό νόμο. Παρά την προσπάθεια που καταβάλαμε και τη μελέτη των επιχειρημάτων και των υποθέσεων στις οποίες ο κ.Αγγελίδης μας παρέπεμψε, δεν βρίσκουμε οποιονδήποτε περιθώριο διαφοροποίησης με την Αβραάμ. Ακριβώς στην Αβραάμ, το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλήρη ολομέλεια, αφού άκουσε παρεμφερή επιχειρήματα, χαρακτήρισε την τέτοια εργοδότηση και τον τερματισμό της, ως πράξη αναγόμενη στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Χρήσιμο να παραθέσουμε μέρος του σκεπτικού της πλήρους Ολομέλειας. ................................................................ Η πιο πάνω προσέγγιση και απόλυτη είναι και καθοριστική στην αντιμετώπιση και της παρούσας έφεσης. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία ότι εν προκειμένω για τη λύση της εργασιακής σχέσης δια του τερματισμού της χρησιμοποιήθηκε και η διαδικασία του περί Φυλακών Νόμου και των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών του 2000. Δεν αλλοιώνεται ο πυρήνας ούτε της σχέσης του εφεσείοντα με τους εφεσίβλητους ούτε βέβαια η φύση του τερματισμού της σχέσης. Θα ήταν αντινομικό να θεωρηθεί η αφετηρία και η εξέλιξη της σχέσης αυτής ως ιδιωτικού δικαίου και το τέλος της δια του τερματισμού ως δημοσίου δικαίου, όπως εισηγείται ο κ.Αγγελίδης. Η όλη λοιπόν αντίληψη που προώθησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα αντιμάχεται ευθέως την Αβραάμ και οι εισηγήσεις του δεν είναι βάσιμες. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι ο αδελφός μας Δικαστής που επιλήφθηκε της προσφυγής με την εκκαλούμενη απόφαση αποφάσισε στις σωστές παραμέτρους και ορθά θεώρησε ότι δεν υπήρχε πεδίο διαφοροποίησης από την Αβραάμ. ....» Και στην προκείμενη περίπτωση οι όροι υπηρεσίας του Αιτητή, ως έκτακτου - συμβασιούχου στον δημόσιο τομέα καθορίζονταν από τη σύμβαση εργασίας του και τις σχετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός της απασχόλησης του ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου. Καθοριστικό επομένως στοιχείο για την ένταξη του, ως εκτάκτου υπαλλήλου, εντός του πλαισίου των εναρμονιστικών διατάξεων του Ν.98(Ι)/2003 είναι το καθεστώς απασχόλησης του και όχι ο τρόπος με τον οποίο απολύθηκε. Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι το παρόν Δικαστήριο είναι το κατ' εξοχήν αρμόδιο για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. Αναφορικά με την τρίτη προδικαστική ένσταση που αφορά την κατ' ισχυρισμό έγερση της Αίτησης εναντίον λανθασμένων προσώπων υιοθετώντας τα όσα το Δικαστήριο ανέφερε στην Κ. Ψαρά (ανωτέρω), σημειώσουμε ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, «δια» του Γενικού Εισαγγελέα, προς ικανοποίηση της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960). Το πιο πάνω άρθρο προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο ενάγεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Η χρήση δε, στην προκειμένη περίπτωση, του επιρρήματος «δια», στον τίτλο της Αίτησης, υποδηλοί, ακριβώς, αυτό, δηλαδή την έγερση αγωγής «εναντίον» του Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως, διαπιστώνεται ότι υπήρξε συμμόρφωση με το εν λόγω άρθρο. Επίσης, επισημαίνεται ότι η προσθήκη των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 είναι, υπό το φως των ανωτέρω, άνευ οποιασδήποτε σημασίας. Για όλα τα πιο πάνω η ένσταση απορρίπτεται. Ο κ. Χριστάκης, στην αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι ο Καν. 4
(2)των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 19/2000), βάσει του οποίου τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, δεν αφορά και δεν μπορεί να αφορά τους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου, καθώς σε αντίθεση με τους έκτακτους δεσμοφύλακες, η απασχόληση τους, σύμφωνα με τον περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμο του 1995 (Ν.108(Ι)/1995), δεν τερματίζεται όπως των εργοδοτουμένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου, γιατί με βάση τον νόμο οι συμβασιούχοι αορίστου διαρκείας, αποκτούν δικαιώματα που δεν είχαν προηγουμένως και συνεπώς δεν είναι ούτε και λογικό να εξακολουθούν να υπόκεινται στις διατάξεις του Καν.4
(2). Είναι η θέση του ότι ο Καν.4
(2)στον οποίο στηρίχθηκε η ακολουθητέα διαδικασία και ή επί του οποίου στήριξε η Διευθύντρια Φυλακών την απόφαση της να απολύσει τον Αιτητή, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση του. Κατ' επέκταση εισηγείται ότι η Διευθύντρια Φυλακών στερείτο δικαιοδοσίας να τον «δικάσει» σύμφωνα με τον Καν.4
(2)και εξουσίας να τον απολύσει. Προς ενίσχυση της θέσης του σημειώνει ότι στην περίπτωση του νόμιμου προσωπικού των Φυλακών η Διευθύντρια με βάση τον Καν.59 της Κ.Δ.Π.19/2000 στερείται εξουσίας και ή της δυνατότητας να επιβάλει την ποινή της άμεσης απόλυσης. Είναι η τελική του εισήγηση ότι συνεπεία των πιο πάνω η απόλυση του Αιτητή είναι παράνομη γιατί στηρίχθηκε πεπλανημένα στον Καν.4
(2)ο οποίος δεν τυγχάνει εφαρμογής. Επίσης ότι η απόφαση απόλυσης λήφθηκε από την Διευθύντρια Φυλακών η οποία δεν διέθετε μια τέτοια εξουσία. Περαιτέρω ότι οι έκτακτοι δεσμοφύλακες δεν είναι όμοιοι με τους δεσμοφύλακες αορίστου χρόνου και επομένως δεν δικαιολογείται η ίδια μεταχείριση τους με την εφαρμογή του Καν.4
(2). Πρόκειται για μια νέα κατηγορία υπαλλήλων που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα του Ν.98(Ι)/2003. Η εισήγηση της πλευράς του Αιτητή, αντέτεινε η κα Κουμή, ότι υπάρχει σαφέστατη διάκριση μεταξύ εκτάκτων εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου και εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου, με τους τελευταίους να συνιστούν μια νέα κατηγορία υπάλληλων που δημιουργήθηκε με τον Ν.98(Ι)/2003, δεν ισχύει. Το γεγονός ότι η σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή κατέστη αορίστου διαρκείας ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα αναφορικά με τη φύση και το δεσμό απασχόλησης του. Ο Αιτητής εξακολούθησε να είναι έκτακτος υπάλληλος αορίστου χρόνου σε αντιδιαστολή με τους μόνιμους υπαλλήλους οι οποίοι διορίζονται από τη δημόσια υπηρεσίας και για τους οποίους εφαρμόζονται οι περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμοι. Καταλήγει ότι υπό το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή ο Καν.4
(2)τυγχάνει πλήρους εφαρμογής και υπό τα δεδομένα της υπόθεσης οι Καθ' ων η αίτηση τήρησαν τη σωστή διαδικασία. Σύμφωνα με τον Καν.3 των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π.19/2000), στις Φυλακές υπηρετούν: (α) Δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι κατέχουν δημόσια θέση και σε αυτούς περιλαμβάνονται, εκτός από τον Διευθυντή, οι κατέχοντες θέση Λειτουργού Φυλακών, Αρχιεπιθεωρητή, Επιθεωρητή, Αρχιδεσμοφύλακα, Δεσμοφύλακα περιλαμβανομένου του Υποδεκανέα Εκπαιδευτή ή οιασδήποτε άλλης δημόσιας θέσης που αντικαθιστά ή τροποποιεί τις εν λόγω θέσεις, (β) Έκτακτοι Δεσμοφύλακες οι οποίοι έχουν προσληφθεί δυνάμει του περί Φυλακών Νόμου. Σύμφωνα με τον Καν.4
(2)των εν λόγω Κανονισμών: «Έκτακτος δεσμοφύλακας ο οποίος παραμελεί ή αρνείται ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν μπορεί να εκτελεί οποιαδήποτε από τα καθήκοντά του ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή ανωτέρου του ή δεν τηρεί την αναγκαία εχεμύθεια ή με οποιοδήποτε τρόπο επιδεικνύει κακή διαγωγή απολύεται αμέσως και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση από το Διευθυντή, αφού προηγουμένως του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί.» Σύμφωνα με τον Καν. 6
(1), οι Δημόσιοι Υπάλληλοι που αποτελούν μέλη του προσωπικού των Φυλακών, απολαμβάνουν όλα τα ωφελήματα και έχουν όλα τα θεμελιώδη καθήκοντα, υποχρεώσεις και δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων που καθορίζονται στους περί Δημοσίας Υπηρεσίας και Φυλακών Νόμους και των εκδιδομένων δυνάμει αυτών Κανονισμών. Σύμφωνα με τον Καν.6
(2), τα υπόλοιπα μέλη του προσωπικού μεταξύ των οποίων και οι Έκτακτοι Δεσμοφύλακες, βρίσκονται κάτω από τη διεύθυνση, τον έλεγχο και την εποπτεία του Διευθυντή και έχουν καθήκον, μεταξύ άλλων, να συμμορφώνονται προς τις οδηγίες και διαταγές του Διευθυντή που αφορούν την υπηρεσία και τη συμπεριφορά των μελών του προσωπικού, την ομαλή λειτουργία των Φυλακών και τη διατήρηση συνθηκών ασφαλείας, πειθαρχίας και τάξης μέσα στις Φυλακές. Στους εν λόγω Κανονισμούς προβλέπεται επίσης η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου των μελών του προσωπικού Φυλακών που ασκείται κατά κανόνα από τον Διευθυντή. Στον Καν.58 παρατίθενται τα πειθαρχικά παραπτώματα που μπορούν να εκδικαστούν συνοπτικά από τον Διευθυντή και στον Καν.59 οι ποινές που δύναται να επιβάλει. Σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στον Καν.4
(2)όπου ρητά παρέχεται στο Διευθυντή Φυλακών το δικαίωμα να απολύει αμέσως Έκτακτο Δεσμοφύλακα που επιδεικνύει κακή διαγωγή, για τα μέλη του προσωπικού που κατέχουν δημόσια θέση, δεν του παρέχεται τέτοιο δικαίωμα. Μέσα από το γράμμα του πιο πάνω νομοθετήματος προκύπτει καθαρά η διάκριση μεταξύ των μελών του προσωπικού που κατέχουν δημόσια θέση και των εκτάκτων δεσμοφυλάκων ανεξαρτήτως εάν χαρακτηρίζονται αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Σχετική, άλλωστε, είναι η απόφαση στην υπόθεση Χρίστος Παναγίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 132/2009 ημερ. 19.7.2012, όπου το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο ο εφεσείων στην υπόθεση εκείνη, ως έκτακτος υπάλληλος ορισμένου χρόνου που στη συνέχεια είχε καταστεί αορίστου χρόνου, εξομοιωνόταν αναφορικά με τα συνταξιοδοτικά και άλλα ωφελήματα με αυτά των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, που κατείχαν αντίστοιχη θέση. Χρήσιμο, πιστεύουμε, είναι να παραθέσουμε μέρος του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης. «.... Με γνώμονα τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που είχε συναφθεί στις 18 Μαρτίου 1999, η βελτίωση της ποιότητας εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης, όπως επίσης και η καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής της κατάχρησης που προκαλείτο από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου, ήταν στο επίκεντρο της Συμφωνίας. Η Συμφωνία αυτή ενσωματώθηκε στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28ης Ιουνίου 1999, και συγκεκριμένα στο άρθρο 1 τονίστηκε ότι η Οδηγία αυτή αποσκοπούσε στην υλοποίηση της πιο πάνω Συμφωνίας Πλαισίου, ημερ. 18 Μαρτίου,
  1. Πέραν από το σκοπό της Συμφωνίας που περιγράψαμε πιο πάνω, το πεδίο εφαρμογής της, όπως ορίζεται από την ρήτρα 2, είναι «όλοι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας». Στη ρήτρα 2 γίνεται αναφορά στον ορισμό του «εργαζόμενου ορισμένου χρόνου» και επίσης «αντίστοιχου εργαζόμενου αορίστου χρόνου». Με τη ρήτρα 4 επιδιώκεται η αποφυγή οποιασδήποτε διάκρισης και στην παράγραφο 1 αναφέρεται: «
  2. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.» Η κυπριακή πολιτεία με σκοπό την εναρμόνιση με την Οδηγία 1999/70ΕΚ, προχώρησε στη θέσπιση του Νόμου 98(Ι)/
  3. Ουσιαστικώς, επαναλαμβάνονται οι πρόνοιες της Συμφωνίας Πλαισίου και με το άρθρο 3 του Νόμου, προσδιορίζεται με σαφήνεια ότι:
  4. Σκοπός του παρόντος νόμου είναι - (α) Η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της αρχής της μη διάκρισης. και (β) Η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.» Στο άρθρο 4 προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας που αφορά: «όλους τους εργαζόμενους με εργασία ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση .....» και περαιτέρω, με το άρθρο 5, καθιερώνεται η αρχή της μη διάκρισης μεταξύ εργαζομένου ορισμένου χρόνου, με αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου. Σημειώνουμε επί του προκειμένου ότι στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, παρέχεται η δυνατότητα διαφοροποίησης των όρων και συνθηκών απασχόλησης των δύο κατηγοριών εργαζομένων, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, «εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους». Όπως έχουμε αναφέρει, ο εφεσείων καταχώρισε την αίτηση του ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ισχυριζόμενος ότι είχε υποστεί δυσμενή διάκριση, κατά παράβαση του άρθρου 5 του Νόμου 98(Ι)/2003 και επίσης ότι ο εργοδότης του, στην προκείμενη περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία, είχε επίσης παραβεί το άρθρο 8 του Νόμου, αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό παράλειψη ενημέρωσης του εφεσείοντα για την προκήρυξη μονίμων θέσεων Λειτουργού Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. .............. Το ζητούμενο, είναι, κατά πόσο ο Νόμος 98(Ι)/2003 έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, πάντοτε με το δεδομένο ότι ο εφεσείων κατά την περίοδο της καταχώρησης της αρχικής του αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ήταν έκτακτος υπάλληλος αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου. Η διαφοροποίηση έγινε με βάση εγκύκλιο του Τμήματος Προσωπικού στις 5 Φεβρουαρίου
  5. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη απόφαση ότι ο Νόμος 98
(1)/2003 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Στην όλη δομή της υπόθεσης αυτής, υπάρχει, μια κατά τη γνώμη μας, θεμελιακή διαφορά. Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου και ο τρόπος διορισμού του, όπως επίσης και η ανέλιξη του, ρυθμίζονται, κατά αποκλειστικότητα, από τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, (Ν.1/90). Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου, όπως αναφέραμε πιο πάνω, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξισωθεί με τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο ορισμένου χρόνου ή και ακόμη τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο αορίστου χρόνου, όπως προσδιορίστηκε με το Νόμο 98(Ι)/
  1. Ο σκοπός της θέσπισης του εν λόγω νόμου, ήταν η προστασία των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου. Επιδιώχθηκε η άρση της δυσμενούς διάκρισης που, ενδεχομένως, θα υφίστατο ο υπάλληλος ορισμένου χρόνου με την κατάργηση των διαδοχικών συμβάσεων έναντι των υπαλλήλων αορίστου χρόνου. .....» Από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης είναι φανερή η θεμελιακή διαφοροποίηση και η μη εξίσωση του μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου με τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο ορισμένου ή ακόμη τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο αορίστου χρόνου, όπως προσδιορίζεται στον Ν.98(Ι)/
  2. Το ζητούμενο, ωστόσο είναι, εάν και κατά πόσο υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ υπαλλήλου ορισμένου χρόνου σε σχέση με τον αντίστοιχο υπάλληλο αορίστου χρόνου. Με το άρθρο 5
(1)του εναρμονιστικού αυτού Νόμου, καθιερώνεται η αρχή της μη διάκρισης όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης του εργοδοτούμενου με εργασία ορισμένου χρόνου, ο οποίος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου, μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Συνεπώς, η έμφαση δέον να δοθεί στη λέξη «συμβασιούχος» παρά στο «έκτακτος» διότι είναι η σύμβαση και ο τρόπος που συντελείται που τους διαφοροποιεί από τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους και προσδίδει ομοιότητα στις συνθήκες απασχόλησης των συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμένου και αορίστου χρόνου. Η νομολογία, άλλωστε, κατατάσσει τις δύο αυτές κατηγορίες συμβασιούχων υπαλλήλων, στην έννοια των «εκτάκτων υπαλλήλων» σε αντιδιαστολή με τους μόνιμους δημόσιους υπάλληλους, είτε συνεχίζουν να εργάζονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, είτε έχουν καταστεί αορίστου χρόνου. Στην προκείμενη περίπτωση, η διαφοροποίηση, με βάση τον Καν. 6
(1)
(2)της Κ.Δ.Π. 19/2000, σε μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους που αποτελούν μέλη του προσωπικού των Φυλακών και σε έκτακτους δεσμοφύλακες, που περιλαμβάνει τόσο τους ορισμένου όσο και τους αορίστου χρόνου, θέτει τους τελευταίους κάτω από τη διεύθυνση, τον έλεγχο και την εποπτεία του Διευθυντή Φυλακών, στον οποίο παρέχεται και η εξουσία απόλυσης τους με βάση τις πρόνοιες του Καν.4
(2). Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε αποφασίσει, η κρινόμενη περίπτωση δεν εμπίπτει στον τομέα του δημοσίου αλλά του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς, το ζητούμενο δεν ήταν να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στο νόμο και στους κανονισμούς πειθαρχική διαδικασία, που ισχύει στην περίπτωση μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου, για τεκμηρίωση ή όχι πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο ενδεχομένως θα αποτελούσε το υπόβαθρο και προϋπόθεση για απόλυση του Αιτητή, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να δώσει τη δική του εκδοχή στο τι προέκυψε εναντίον του ως αποτέλεσμα της προηγηθείσης έρευνας. Η μόνη υποχρέωση που είχαν οι Καθ' ων η αίτηση έναντι του Αιτητή ήταν να διερευνήσουν τις εναντίον του καταγγελίες μέσα σε εύλογο χρόνο ακολουθώντας μια λογική διαδικασία και, πριν καταλήξουν στην απόφαση απόλυσης του, να του δώσουν την ευκαιρία να προβάλει τη δική του θέση. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Την υποχρέωση αυτή οι Καθ' ων η αίτηση την εκπλήρωσαν στο ακέραιο και συνεπώς η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή εάν η απόφαση για απόλυση του Αιτητή ήταν ή όχι δικαιολογημένη. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) ........................................ (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Είναι προφανές ότι η πρόνοια του Καν. 4
(2)της Κ.Δ.Π.19/2000 παρέχει τη δυνατότητα άμεσης απόλυσης έκτακτου δεσμοφύλακα από τον Διευθυντή Φυλακών, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση, αν με οποιοδήποτε τρόπο επιδεικνύει κακή διαγωγή. Τι συνιστά κατά περίπτωση κακή διαγωγή αποτελεί ζήτημα πραγματικό και επαφίεται στο Διευθυντή να αποφασίσει. Χρήσιμη προς τούτο καθοδήγηση παρέχει ο Καν. 14 που καθορίζει τις αρχές συμπεριφοράς του προσωπικού φυλακών. Στον Καν. 58 προβλέπονται τα πειθαρχικά παραπτώματα που μπορούν να εκδικαστούν με συνοπτική διαδικασία από τον ίδιο τον Διευθυντή. Οφείλουμε ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι η οποιαδήποτε λεκτική διαφορά στο κείμενο του άρθρου 5 του Νόμου και της Κ.Δ.Π. 19/2000 δεν καθιερώνει διαφορετικά κριτήρια ως προς τους λόγους απόλυσης ενός εργοδοτούμενου. Αντίθετα, σε κάθε περίπτωση, η οποιαδήποτε αμφιβολία θα έθετε σε υπέρτερο βαθμό τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου. Συνεπώς και στις δύο περιπτώσεις το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η διαγωγή του εργοδοτούμενου είναι τέτοια ώστε κρινόμενη αντικειμενικά, να δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του από τον εργοδότη (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ψαρά (ανωτέρω). Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, ECLI:CY:AD:2014:A410, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52 τονίστηκε ότι η σημασία της πειθαρχίας και σωστής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτουμένων είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης. Συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Το ερώτημα δε, μπορεί να τεθεί ως εξής: Αν γνώριζε ο εργοδότης ότι αυτή θα ήταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, θα συμφωνούσε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του; Επαναλαμβάνουμε, ότι έρεισμα για την απόλυση του Αιτητή, αποτέλεσε το γεγονός ότι στις 06.02.2016 και ώρα 2:00, ενώ μετέβαινε στην εργασία του, ανεκόπη από μέλη του ΥΚΑΝ και μετά από έλεγχο εντοπίστηκε στο όχημα του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ. και στις κάλτσες του 84 χάπια τα οποία ωστόσο δεν περιείχαν οποιαδήποτε απαγορευμένη ουσία. Ο Αιτητής συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Μετά από σχετική ανάλυση των κατασχεθέντων τεκμηρίων από το Κυβερνητικό Χημείο του Κράτους, διαπιστώθηκε ότι η ξηρή ύλη ήταν κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και ότι στα 84 χάπια δεν ανιχνεύτηκε ναρκωτική ή αναβολική ουσία. Επρόκειτο για ποινικά κολάσιμη πράξη που συνέβη εν ώρα που ο Αιτητής βρισκόταν εκτός υπηρεσίας. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα "Smith and Wood's Industrial Law", 6th Edition, p. 411: (Ελεύθερη Μετάφραση) «Στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος ευρίσκεται εκτός υπηρεσίας και προβαίνει στη διάπραξη μιας ποινικά κολάσιμης πράξης (π.χ. κλοπή, αδικήματα σεξουαλικής παρενόχλησης και αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά) ο εργοδότης οφείλει να μην προχωρήσει στον τερματισμό της απασχόλησης του προτού αυτός κριθεί ένοχος. Και τότε μόνο θα δικαιολογείται μια τέτοια απόλυση εφόσον η φύση του αδικήματος σε συνάρτηση με το είδος της εργασίας και τις πιθανές επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει σε πελάτες και σε συναδέλφους του, δημιουργούν βάσιμες επιφυλάξεις ως προς την καταλληλότητα του να παρέχει τη συμφωνηθείσα εργασία. (βλ. Nottinghamshire County Council v. Bowly [1978] IRLR 252, Norfolk County Council v. Bernard [1979] IRLR 220, Moore C & A Modes [1981] IRLR 71, Mathewson v. RB Wilson Dental Laboratory Ltd [1988] IRLR 512). Έτσι, στην παράγραφο 15(c) του Κώδικα Πρακτικής (Code of Practice), αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ποινικά αδικήματα εκτός εργασίας. Αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτόματοι λόγοι απόλυσης έστω κι αν το διαπραχθέν αδίκημα συνδέεται με τα καθήκοντα του ατόμου ως εργοδοτούμενου. Κρίσιμα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι, κατά πόσο το αδίκημα καθιστά τον εργοδοτούμενο ακατάλληλο για το είδος της εργασίας που του έχει ανατεθεί ή μη αποδεκτό από τους άλλους εργοδοτούμενους. Οι εργοδοτούμενοι δεν πρέπει να απολύονται αποκλειστικά και μόνο επειδή εκκρεμεί μία καταδίκη εναντίον τους ή επειδή ευρίσκονται υπό κράτηση και απουσιάζουν από την εργασία τους». «Συμπεριφορά σημαίνει πράξεις τέτοιας φύσεως, είτε αυτές έγιναν εντός ή εκτός υπηρεσίας και επηρεάζουν κατά κάποιο τρόπο τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου» (Thomson v. Alloa Motor Co [1983] IRLR 403). Επίσης στο σύγγραμμα "Selwyn' s Law of Employment", 20th Edition, υπό τον τίτλο «Συμπεριφορά εκτός εργασίας (Conduct Outside the Employment)» διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι πράξεις του εργοδοτούμενου που λαμβάνουν χώρα εκτός υπηρεσίας σχετίζονται με τον εργοδότη. Η απάντηση εξαρτάται από σειρά παραγόντων, περιλαμβανομένης της φύσης της εργασίας, της θέσης που κατέχει ο εργοδοτούμενος, της φύσης του περιστατικού και των επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει στον εργοδότη, στους πελάτες, στους συναδέλφους του κτλ. Εάν μπορεί να λεχθεί ότι η συμπεριφορά θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην επιχείρηση του εργοδότη, τότε η απόλυση μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη. Για παράδειγμα, η συμπεριφορά μπορεί να αφορά ποινικό αδίκημα άσχετο με την εργοδότηση. Στην Pay v. Lancashire Probation Service [2004] ICR 187, ο εργοδοτούμενος απολύθηκε από την εργασία του ως δικαστικός επιμελητής (probation officer) όταν ανακαλύφθηκε ότι στον ελεύθερο του χρόνο εκτελούσε παραστάσεις σε διάφορα κλάμπς και ότι ενεργούσε ως διευθυντής εταιρείας που ασχολείτο με την πώληση βοτάνων και σαδομαζοχιστικών προϊόντων. Θεωρήθηκε ότι η απόλυση ήταν δίκαια, γιατί οι ενέργειες του ήταν ασυμβίβαστες με τη θέση που κατείχε και ότι υπήρχε πιθανός κίνδυνος να πληγεί η φήμη του εργοδότη εάν οι συγκεκριμένες ενέργειες γίνονταν δημοσίως γνωστές.» Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγηση που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης κλπ. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198. Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η έκδοση σ.185). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του, κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ικανού να επηρεάσει δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου και/ή το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στη μεταξύ τους σχέση και/ή να δημιουργήσει βάσιμες επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία του Αιτητή ή την καταλληλότητα του να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία ή να εκτελεί δεόντως τα καθήκοντα του από τη θέση που κατείχε ως δεσμοφύλακας. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Αναμφίβολα ο Αιτητής ως δεσμοφύλακας υπηρετούσε σε ένα νευραλγικό τομέα που έχει να κάνει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και την τάξη εντός των Φυλακών. Απαιτείται, επομένως, η από μέρους των εκεί εργοδοτουμένων πρέπουσα συμπεριφορά και πειθαρχία, καλή συνεργασία και αποφυγή πράξεων ή παραλείψεων ασυμβίβαστων με το λειτούργημα που επιτελούν. Όμως, όσο λεπτοί και ευαίσθητοι ενδέχεται να είναι οι παράγοντες που πραγματώνουν τις ανάγκες της Υπηρεσίας των Καθ' ων η αίτηση, από την άλλη εξίσου σημαντικά και προστατευόμενα είναι και τα συμφέροντα των εκεί εργοδοτουμένων. Από τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή στηριζόμενοι αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι στις 06.02.2016 εντόπισαν στο όχημα του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ. Προφανώς τα 84 χάπια που ανευρέθηκαν στις κάλτσες του Αιτητή δεν περιείχαν οποιαδήποτε ναρκωτική ή αναβολική ουσία ή οποιαδήποτε άλλη ουσία που τα καθιστούσε απαγορευμένα. Το μόνο επομένως στοιχείο που οδήγησε τους Καθ' ων η αίτηση στην απόφαση για απόλυση του, ήταν η ανευρεθείσα εντός του οχήματος του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ. για την οποία παραδέχθηκε ενοχή σε ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εκ των υστέρων εναντίον του και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που τείνει να καταδείξει ότι ο Αιτητής κατείχε τη συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης με προφανή σκοπό να την εισαγάγει στις Φυλακές ή αν στο παρελθόν επιδίωξε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια ή υπήρχαν πληροφορίες ή εύλογες υποψίες ότι προέβαινε ή θα προέβαινε σε μια τέτοια ενέργεια. Κρίνουμε επομένως, ότι επρόκειτο για μία αξιόποινη πράξη που εκδήλωσε ο Αιτητής εκτός υπηρεσίας και που δεν στρεφόταν κατά των εργοδοτών του. Από τα ενώπιον μας στοιχεία δεν φαίνεται ότι η μεμονωμένη αυτή πράξη του Αιτητή θα μπορούσε να δημιουργήσει, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, σοβαρές αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα του να παρέχει τα καθήκοντα του ως δεσμοφύλακας ή ότι η εν λόγω πράξη θα μπορούσε να επιφέρει αρνητικά επακόλουθα στους Καθ' ων η αίτηση ή στις σχέσεις του Αιτητή με τους συναδέλφους του και γενικότερα να επηρέαζε δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη και ότι παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. Επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω επιφύλαξη: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέ-χουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις τονίζεται ότι στις περιπτώσεις (α) όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου (Nothmam v. London Borough of Barnet (No.2) [1980] IRLR 6) και (β) όπου το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονισθεί (Wood Group Heavy Industrial Turbines Ltd v. Crossan [1998] IRLR 680), τότε δεν θεωρείται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν και που οδήγησαν στον τερματισμό απασχόλησης. Το βασικό στοιχείο που θα πρέπει να έχουν κατά νου τα Δικαστήρια είναι ότι η επαναπρόσληψη είναι θεραπεία στο αστικό δίκαιο, που δεν έχει σαν σκοπό ούτε την τιμωρία του εργοδότη ούτε την ηθική ικανοποίηση του εργοδοτούμενου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτούμενου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και είναι τότε που το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα γεγονότα και συμπεράσματα στα οποία έχουμε καταλήξει, κατά την άποψη μας οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Έχοντας υπόψη τον σκοπό που επιδιώκεται με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, την έλλειψη στοιχείων αναφορικά με την εργασιακή κατάσταση ή οργάνωση που υπάρχει σήμερα στους Καθ' ων η αίτηση και του γεγονότος ότι η απόλυση του Αιτητή δεν μπορεί να θεωρηθεί έκδηλα παράνομη και ή κακόπιστη καθώς για την απόλυση του οι Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν μια δέουσα διαδικασία και στηρίχθηκαν σε συγκεκριμένη ποινικά κολάσιμη πράξη στην οποία υπέπεσε και για την οποία εκ των υστέρων είχε κατηγορηθεί και κριθεί ένοχος από το ποινικό Δικαστήριο, δεν θεωρούμε πρακτικά εφικτό να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για οκτώ σχεδόν συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €320,52 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την ηλικία του (δεν έγινε αναφορά), την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του, που επίσης δεν έγινε αναφορά, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €5.769,36 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου, ο Αιτητή δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι το ποσό των €2564,16. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €8.333,52 με νόμιμο τόκο από 21.10.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 21.10.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιούπη, Μέλος Κ. Κυριάκου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.