GHEORGHE ν. ELIAS & SON TRANSPORT LTD, Αρ. Αίτησης: 879/13, 28/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Ιωάννου ) Χ. Σόλου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 879/13 Μεταξύ: XXXXXX GHEORGHE Αιτητής και ELIAS & SON TRANSPORT LTD Kαθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 28/01/20 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Χρ. Φλώρου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κλ. Καραμανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι τις 02/11/2012 ως μηχανικός φορτηγών στο γκαράζ της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο τελευταίος καθαρός εβδομαδιαίος μισθός του Aιτητή ανερχόταν σε €341,
- Περαιτέρω ο Αιτητής λάμβανε 13ο μισθό. Στον Αιτητή δόθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία οι πιο κάτω προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήρια 1 και 2): Τεκμήριο 1 «20 Σεπτεμβρίου 2011 Προς XXXXXX GHEORGHE ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 1 Σας είχαμε προειδοποιήσει με επιστολή στις 2/9/2011 ότι από τώρα και στο εξής οτιδήποτε ζημιές γίνονται θα έχετε ευθύνη εσείς οι ίδιοι. Σας αποστέλλουμε την 1η προειδοποιητική επιστολή λόγω ανευθυνότητας. Σήμερα διαπιστώσαμε ότι λείπει ένα τραπέζι με τις καρέκλες του από το γκαράζ. Σαν υπάλληλος στο γκαράζ έχετε την υποχρέωση να ελέγχετε τι γίνεται και όταν φεύγετε να κλειδώνετε. Ευχαριστώ ____________________ ____________________ XXXXX XXXXX Κυριάκου XXXXXX GHEORGHE Διευθυντής» Τεκμήριο 2 «21 Σεπτεμβρίου 2012 Προς XXXXXX GHEORGHE ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 3 Σας αποστέλλουμε την 3η προειδοποιητική επιστολή και παρακαλώ όπως την λάβετε σοβαρά υπόψη σας. Σας έχουν γίνει επανειλημμένες παρατηρήσεις και δεν συμμορφώνεστε. Παρακαλώ να είσαστε πιο προσεκτικοί και πιο συνεπής στη δουλειά σας. Ευχαριστώ We resending the third notice and please receive it seriously. We have made several comments and you didn't comply. Please you be more careful and more consistent in your work. Thank you ____________________ ____________________ XXXXX XXXXX Κυριάκου XXXXXX GHEORGHE» Οι εν λόγω δύο επιστολές είναι υπογραμμένες από τον Αιτητή. Η Εργόδοτρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή στις 02/11/2012 αμέσως χωρίς προειδοποίηση παραδίδοντας του την πιο κάτω επιστολή (Τεκμήριο 3): «2 Νοεμβρίου 2012 Προς κον XXXXXX GHEORGHE αρ. ταυτότητας XXXXXX ΑΠΟΛΥΣΗ Μετά από πολλές και επανειλημμένες προειδοποιήσεις και παρατηρήσεις, προφορικές και γραπτές, συνεχίζετε το ίδιο και για τον λόγο αυτό είμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι από σήμερα 2/11/2012 παύεται να είσαστε υπάλληλος της εταιρείας Ηλίας & Υιός Μεταφορές Λτδ. ____________________ XXXXX XXXXX Κυριάκου Διευθυντής» Στις 02/11/2012 ο Αιτητής υπέγραψε την πιο κάτω γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 4): «2 Νοεμβρίου 2012 Προς Κον XXXXXX GHEORGHE αρ. ταυτότητας XXXXXX Έλαβα σήμερα το ποσόν των €341= για μισθό ημερ. 29/10-2/11/2012 και δεν έχω οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από την Εταιρεία Ηλίας & Υιός Μεταφορές Λτδ. _____________________ κος XXXXXX GHEORGHE» Ο Αιτητής την 01/11/2013 καταχώρησε την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή του από την Εργοδότρια Εταιρεία, αναλογία 13ου μισθού, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους του εγγράφου εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται (α) ότι ο Αιτητής νόμιμα απολύθηκε καθότι ήταν ανεύθυνος και/ή δεν πειθαρχούσε στις οδηγίες και εντολές της και/ή ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις που του έγιναν και (β) ότι ο Αιτητής στις 02/11/2012 εισέπραξε από την Εργοδότρια Εταιρεία το ποσό των €341,00 για τον μισθό του για την περίοδο 29/10/2012-02/11/2012 και «ρητώς και εγγράφως εδήλωσεν και απεδέχθη ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από» αυτήν. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της. Μαρτυρία Ο XXXXXX Πετάσης («ο Η.Π.»), υπάλληλος της Εργοδότριας Εταιρείας, ήταν ο πρώτος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία. Κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο προϊστάμενος του Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής για αρκετό καιρό πριν την απόλυσή του ήταν ασυνεπής στην εργασία του και στα καθήκοντά του και δημιουργούσε συνέχεια εντάσεις και προβλήματα στον χώρο εργασίας του. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής τους τελευταίους τρεις μήνες πριν την απόλυσή του δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τα καθήκοντά του, αργούσε σχεδόν καθημερινά να προσέλθει στην εργασία του και ήταν συνεχώς με τα νεύρα χωρίς λόγο προκαλώντας αναστάτωση στον χώρο εργασίας του. Ισχυρίστηκε ότι αυτός ενημέρωνε τον Κ.Κ. ο οποίος του έλεγε ότι λυπάται τον Αιτητή και ήθελε να του δώσει και άλλες ευκαιρίες πριν τον απολύσει. Υποστήριξε ότι επειδή οι Αιτητής δεν συμμορφωνόταν με τις προφορικές επιπλήξεις, ο Κ.Κ. του έδωσε τρεις προειδοποιητικές επιστολές με την ελπίδα «να τον ταρακουνήσει» ώστε να μην αναγκαστεί να τον διώξει. Ότι ο Αιτητής δεν έδειξε να συμμορφώνεται και δεν άλλαξε στάση. Ανέφερε ότι όταν μια μέρα έτυχε να φύγει πιο νωρίς από την εργασία του και είπε στον Αιτητή να κλειδώσει την πόρτα, την επόμενη μέρα όταν πήγε δουλειά βρήκε την πόρτα του γκαράζ ανοιχτή και έλειπε ένα τραπέζι με τις καρέκλες του που είχαν στον χώρο του γκαράζ. Υποστήριξε ότι την 01/11/2012 και ενώ αυτός έλειπε με άδεια ο Αιτητής έφυγε και άφησε την πόρτα του γκαράζ ξεκλείδωτη και τη γεννήτρια «ξεκινημένη». Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο Αιτητής ήταν όλη μέρα μέσα στα νεύρα και αυτός δεν μπορούσε να του πει τίποτα. Ότι ο Αιτητής αργούσε το πρωί να προσέλθει στην εργασία του. Ότι ο Κ.Κ. έδωσε στον Αιτητή δύο προειδοποιητικές επιστολές για την πιο πάνω συμπεριφορά του πριν την τελευταία προειδοποιητική επιστολή που αφορούσε τη γεννήτρια. Διευκρίνισε ότι την μέρα που έγινε το περιστατικό με την γεννήτρια, αυτός την προηγούμενη έφυγε 30 λεπτά πιο νωρίς από την εργασία του λέγοντας στον Αιτητή να κλείσει την πόρτα και τη γεννήτρια και όταν πήγε το επόμενο πρωί στην εργασία του μαζί με τον Κ.Κ. βρήκε την πόρτα ανοιχτή και τη γεννήτρια αναμμένη. Είπε ότι ο Αιτητής μιλούσε ρουμάνικα και λίγα κυπριακά. Σημείωσε ότι δεν γνωρίζει αν ευθύνεται ο Αιτητής για την απώλεια του τραπεζιού με τις καρέκλες. Κατά την επανεξέτασή του είπε ότι δεν χρειαζόταν ο Αιτητής κλειδιά για να κλειδώσει το γκαράζ αφού το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να κλείσει την κλειδωνιά που υπήρχε στην πόρτα. Δεύτερος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ο XXXXXX Κυριάκου («ο Κ.Κ.»). Κατέθεσε ότι ο Αιτητής απολύθηκε, μεταξύ άλλων, για διάπραξη σοβαρών παραπτωμάτων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, για απρεπή διαγωγή και συμπεριφορά κατά τον χρόνο εκτέλεσης των καθηκόντων του τόσο προς τον εργοδότη του όσο και προς τους συναδέλφους του και για σοβαρή και επανειλημμένη παράβαση των κανόνων της εργασίας του. Ανέφερε ότι από τον Σεπτέμβριο του 2011 ο Αιτητής άρχισε να μην είναι καθόλου συνεπής στην εργασία του, να αργεί να προσέλθει σε αυτήν σχεδόν καθημερινά και γενικά να μην ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του. Ισχυρίστηκε ότι έγιναν αρκετές προφορικές επιπλήξεις στον Αιτητή και ότι στις 02/09/2011 δόθηκε μια επιστολή σε όλους τους υπαλλήλους του γκαράζ. Ήταν η θέση ότι όταν στις 20/09/2011 διαπιστώθηκε ότι έλειπε από το γκαράζ ένα τραπέζι με τις καρέκλες του, παραδόθηκε στον Αιτητή το Τεκμήριο 1 επειδή ο Αιτητής είχε ξεχάσει να κλειδώσει την πόρτα του γκαράζ ως είχε υποχρέωση. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής συνέχισε να είναι ασυνεπής στην εργασία του και γι' αυτόν τον λόγο η Εργοδότρια Εταιρεία του παρέδωσε το Τεκμήριο
- Είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, μεταξύ της παράδοσης στον Αιτητή του Τεκμηρίου 1 και της παράδοσης στον Αιτητή του Τεκμηρίου 2, παρέδωσε στον Αιτητή ακόμα μια προειδοποιητική επιστολή με την οποία καλούσε τον Αιτητή να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του και τα καθήκοντά του η οποία για άγνωστο λόγο δεν βρίσκεται στον φάκελο του Αιτητή. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής συνέχισε να είναι ασυνεπής στην εργασία του και να μαλλώνει με τους συναδέλφους του έχοντας άσχημη συμπεριφορά προς αυτούς και ότι έβριζε τους συναδέλφους του. Ότι την 01/11/2012 ο Αιτητής έφυγε από τον χώρο εργασίας του αφήνοντας ανοιχτές την πόρτα του γκαράζ και τη γεννήτρια. Ότι ο χώρος εργασίας τέθηκε σε κίνδυνο αφού έμεινε ανοιχτός κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι η γεννήτρια έμεινε ανοιχτή 24 ώρες καταναλώνοντας μεγάλη ποσότητα πετρελαίου και με κίνδυνο να καταστραφεί. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής όφειλε πριν φύγει να φροντίσει να κλειδώσει την πόρτα και να κλείσει την γεννήτρια γιατί ο Η. Π. ήταν με άδεια. Ότι μετά από αυτό το περιστατικό η Εργοδότρια Εταιρεία απέλυσε τον Αιτητή στις 02/11/
- Ισχυρίστηκε ότι στις 02/11/2012 ο Αιτητής πληρώθηκε όλα τα δεδουλευμένα του από την Εργοδότρια Εταιρεία και υπέγραψε το Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι την 01/11/2012 αυτός μαζί με τον Η.Π. εντόπισαν την πόρτα του γκαράζ ανοιχτή και τη γεννήτρια «ξεκινημένη». Ότι μετά από αυτό έφερε τον Αιτητή στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας και του παρέδωσε την απόλυσή του. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής μιλά πολύ καλά ελληνικά και ότι όταν πήρε τις προειδοποιητικές επιστολές ήταν στο γραφείο με κάποιο άνθρωπο που του τις διάβαζε και του τις εξηγούσε. O Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι ουδέποτε δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στην εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας και ουδέποτε εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του. Απέρριψε τη θέση του Η.Π. ότι έδειχνε αδιαφορία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και ότι αργούσε καθημερινά να προσέλθει στην εργασία του. Σχετικά με τον ισχυρισμό για το θέμα της ξεκλείδωτης πόρτας, ανέφερε ότι αυτός εργαζόταν ως μηχανικός και ότι δεν ήταν ο υπεύθυνος για το κλείσιμο του γκαράζ. Ότι αυτή την ευθύνη την είχαν ο Κ.Κ. και ο Η.Π. οι οποίοι ήταν οι μόνοι που είχαν στην κατοχή τους το κλειδί. Υποστήριξε ότι ουδέποτε του έγινε η οποιαδήποτε παρατήρηση από την Εργοδότρια Εταιρεία για τα περιστατικά που ανέφεραν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Απέρριψε τους ισχυρισμούς του Κ.Κ. που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τη γραπτή δήλωσή του και πρόσθεσε ότι ουδέποτε του έγινε η οποιαδήποτε παρατήρηση ή του λέχθηκε ότι αυτός ευθυνόταν για τα γεγονότα που ανέφερε ο Κ.Κ.. Ότι ουδέποτε του λέχθηκε ότι ευθύνεται προσωπικά για την ξεκλείδωτη πόρτα ή για την απώλεια του τραπεζιού και των καρεκλών. Ότι ουδέποτε του λέχθηκε ότι ευθύνεται προσωπικά για το κατ' ισχυρισμό γεγονός ότι η γεννήτρια έμεινε «ξεκινημένη». Ανέφερε ότι για το Τεκμήριο 1 καθώς και για τις υπόλοιπες προειδοποιητικές επιστολές που η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι του παρέδωσε, ότι ακόμα και αν τις έλαβε ως αυτοί ισχυρίζονται δεν είχε αντιληφθεί και δεν είχε κατανοήσει το περιεχόμενό τους αφού δεν διαβάζει και δεν μιλάει ελληνικά. Ότι αυτά δόθηκαν σε όλους τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας με τη διευκρίνιση ότι όποιος δεν είναι σωστός στην εργασία του θα απολυθεί. Για το Τεκμήριο 1 είπε ότι του λέχθηκε ότι έπρεπε να την υπογράψει επειδή αποτελούσε ενημέρωση για τη δουλειά και ότι όλοι οι υπάλληλοι της Εργοδότριας Εταιρείας την έλαβαν. Ότι για το Τεκμήριο 4 του είπαν ότι αποτελούσε απόδειξη πληρωμής του η οποία ήταν για το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι αν δεν υπέγραφε δεν θα τον πλήρωναν. Ότι όταν υπέγραψε ενημερώθηκε ότι η απασχόλησή του τερματίστηκε. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο Κ.Κ. δεν του ανέφερε τον λόγο που απολύθηκε και ότι στο Τεκμήριο 4 μετά την υπογραφή έβαλε ένα ερωτηματικό επειδή δεν κατάλαβε τι έγραφε το εν λόγω Τεκμήριο. Ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται να έγινε οποιοδήποτε περιστατικό την 01/11/2012 και ότι η γεννήτρια δεν μπορούσε να μείνει «ξεκινημένη» όλη νύχτα επειδή είχε πρόβλημα και έχανε λάδι και μετά από τέσσερις ώρες θα έκλεινε από μόνη της. Ότι η γεννήτρια δεν ήταν μέσα στο γκαράζ αλλά στον χώρο έξω από το γκαράζ ο οποίος χώρος δεν κλειδωνόταν. Επέμενε ότι δεν του δόθηκαν ποτέ οδηγίες να κλειδώσει το γκαράζ. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας παρατηρούμε τα πιο κάτω: (α) Τόσο ο Η.Π. όσο και ο Κ.Κ. έθεσαν ενώπιόν μας με γενικότητα και αοριστία τους ισχυρισμούς τους σε σχέση με την εργασιακή συμπεριφορά του Αιτητή (εκτός από το περιστατικό με την απώλεια του τραπεζιού με τις καρέκλες του) πριν το κατ' ισχυρισμό περιστατικό με τη γεννήτρια. Δεν μας ανέφεραν με σαφήνεια και λεπτομέρεια συγκεκριμένα γεγονότα που να στηρίζουν τις εν λόγω αναφορές τους. Ούτε μας ανάφεραν κάποια συγκεκριμένα περιστατικά. Το εν λόγω γεγονός μας δημιουργεί αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο των εν λόγω ισχυρισμών. Περαιτέρω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 λόγω της γενικότητάς του δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τις αναφορές των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο για να είναι σε θέση (α) να αποφανθεί κατά πόσο οι ισχυρισμοί ενός εργοδότη για επίδειξη αρνητικής και εχθρικής συμπεριφοράς από ένα εργοδοτούμενο ευσταθούν και (β) να κρίνει κατά πόσο αντικειμενικά δικαιολογείται η απόδοση αρνητικής και εχθρικής συμπεριφοράς σε ένα εργοδοτούμενο από τον εργοδότη του θα πρέπει να έχει ενώπιόν του όλες οι συνθήκες και τα στοιχεία που περιβάλλουν τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου. (β) Ο Η.Π. ενώ αρχικά απέδωσε στον Αιτητή την ευθύνη για την απώλεια του τραπεζιού με τις καρέκλες του από τον χώρο του γκαράζ λέγοντας ότι όταν μια μέρα έτυχε να φύγει πιο νωρίς από την εργασία του και είπε στον Αιτητή να κλειδώσει την πόρτα του γκαράζ όταν θα φύγει, την επόμενη μέρα το πρωί βρήκε την πόρτα του γκαράζ ανοιχτή και διαπίστωσε ότι το τραπέζι δεν ήταν εκεί, κατά την αντεξέτασή του διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι αυτός δεν ξέρει τι έγινε στο γκαράζ μετά που αυτός έφυγε και ότι δεν μπορεί να απαντήσει αν ο Αιτητής ευθύνεται για την απώλεια του τραπεζιού και σημείωσε ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι πήραν προειδοποιητική επιστολή σε σχέση με την απώλεια του τραπεζιού. Σε αντίθεση με την τελευταία αναφορά του Η.Π. ο Κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι δόθηκε μόνο στον Αιτητή γραπτή παρατήρηση για την απώλεια του τραπεζιού από τον χώρο του γκαράζ (Τεκμήριο 1). Επίσης ο Κ.Κ. στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι την μέρα που προηγήθηκε της μέρας που διαπιστώθηκε η απώλεια του τραπεζιού ο Αιτητής ξέχασε να κλειδώσει την πόρτα του γκαράζ ως η υποχρέωσή του και στην αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο Αιτητής την προηγούμενη μέρα είχε πει στους άλλους εργαζομένους ότι αυτός θα έμενε να διορθώσει κάτι και ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που θα έκλεινε την πόρτα του γκαράζ σε διάσταση με τις θέσεις του Η.Π. ότι ο Η.Π. έφυγε 30 λεπτά πιο νωρίς. (γ) Ενώ ο Η.Π. ανέφερε ότι στο γκαράζ εργάζονταν μόνο αυτός και ο Αιτητής, ο Κ.Κ. ανέφερε πέραν του Αιτητή εργάζονταν ακόμα δύο άτομα στο γκαράζ και ο ένας από αυτά τα δύο άτομα ήταν ο Η.Π. (δ) Ενώ τόσο ο Η.Π. όσο και ο Κ.Κ. ρητά και θετικά αναφέρουν στις γραπτές δηλώσεις τους ότι την 01/11/2012 ο Η.Π. ήταν με άδεια και ο Αιτητής φεύγοντας από την εργασία του όφειλε να κλειδώσει την πόρτα του γκαράζ και να κλείσει τη γεννήτρια, κατά την αντεξέτασή τους είπαν ότι ο Η.Π. εκείνη τη μέρα δεν έλειπε από την εργασία του με άδεια αλλά έφυγε λίγο πιο νωρίς και ότι δεν θυμούνταν την ημερομηνία που έγινε το περιστατικό. Ο Η.Π. είπε ότι το περιστατικό έγινε μέσα στην εβδομάδα και η απόλυση του Αιτητή την Κυριακή. Ο Κ.Κ. είπε ότι νομίζει ότι το περιστατικό έγινε στις 31/10/2012, ότι για να απολυθεί ο Αιτητής στις 31/10/2012 σημαίνει ότι η γεννήτρια εργαζόταν από τις 30/10/2012 και ότι δεν θυμάται πότε απέλυσε τον Αιτητή. Σημειώνουμε ότι στην επιστολή απόλυσης δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο περιστατικό που οδήγησε την Εργοδότρια Εταιρεία να απολύσει τον Αιτητή. (ε) Ο Κ.Κ. στην αντεξέτασή του αρχικά υποστήριξε ότι όταν η Εργοδότρια Εταιρεία έδινε στον Αιτητή τα διάφορα έγγραφα που υπέγραψε και κατατέθηκαν ενώπιόν μας ως Τεκμήρια ο Αιτητής πριν υπογράψει την παραλαβή τους έφερνε μαζί του κάποιον δικό του άνθρωπο ο οποίος του διάβαζε και του εξηγούσε το περιεχόμενό τους. Είπε ότι δεν ξέρει ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος γεγονός που μας φαίνεται παράξενο. Στη συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι ήταν η κοπέλα που εργαζόταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας που εξηγούσε στον Αιτητή το περιεχόμενο των εγγράφων. Κατά την επανεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής έφερνε κάποιο δικό του άνθρωπο να του εξηγήσει τι έγραφαν τα εν λόγω έγγραφα. Σημειώνουμε ότι ενώ ο Κ.Κ. ανέφερε ότι ο Αιτητής μιλούσε πολύ καλά ελληνικά, ο Η.Π. είπε ότι ο Αιτητής μιλούσε λίγα κυπριακά. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η μαρτυρία των μαρτύρων τις Εργοδότριας Εταιρείας είχε ουσιαστικές αδυναμίες οι οποίες μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την εν λόγω μαρτυρία ως αξιόπιστη και ασφαλή βάση στην οποία μπορούμε να βασιστούμε για εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Κρίνουμε την εν λόγω μαρτυρία ως μη αξιόπιστη, μη ικανοποιητική και μη επαρκή και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που να στηρίζουν την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας. Συνακόλουθα απορρίπτουμε την μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ως αναξιόπιστη. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε κατ' αρχάς ότι οι θέσεις του ότι: (α) στο γκαράζ εργάζονταν 5 άτομα, (β) η γεννήτρια δεν μπορούσε να μείνει όλη νύχτα «ξεκινημένη» γιατί είχε κάποιο πρόβλημα, (γ) η γεννήτρια ήταν εκτός του γκαράζ, (δ) ποτέ δεν έφυγε τελευταίος από το γκαράζ και ότι ουδέποτε του δόθηκαν οδηγίες να κλειδώσει το γκαράζ και (ε) ο Κ.Κ. ήταν ο τελευταίος που έφευγε από το γκαράζ, δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέτασή τους για να τους σχολιάσουν με αποτέλεσμα να μην τους δοθεί η δυνατότητα να θέσουν τις θέσεις τους σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς ενώπιον του Δικαστηρίου. Καμία εξήγηση ή δικαιολογία δεν δόθηκε για την παράλειψη της υποβολής των εν λόγω ισχυρισμών στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Καθοδηγούμενοι από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Fredericou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, βρίσκουμε ότι το εν λόγω γεγονός εξασθενεί ουσιαστικά τη βαρύτητα των εν λόγω ισχυρισμών του Αιτητή και ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πώς γίνεται τη στιγμή που ο Αιτητής δεν αμφισβητεί την υπογραφή του στα Τεκμήρια 1 και 2 να προβάλει την πιο κάτω θέση στη γραπτή δήλωσή του: «όσον αφορά την ισχυριζόμενη επιστολή ημερομηνίας 20/09/2011, καθώς επίσης και τις υπόλοιπες προειδοποιητικές επιστολές που οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι μου παρέδωσαν, θα πρέπει να αναφέρω ότι ακόμα και αν τις έλαβα ως αυτοί ισχυρίζονται ...». Περαιτέρω οι θέσεις του ότι οι επιστολές - παρατηρήσεις δίνονταν σε όλους τους οδηγούς δεν ήταν σαφείς και ξεκάθαρες. Αρχικά είπε ότι όταν του δόθηκε το Τεκμήριο 1 του είπαν ότι έπρεπε να το υπογράψει καθότι αποτελούσε ενημέρωση για την δουλειά την οποία έλαβαν όλοι οι υπάλληλοι της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στο Τεκμήριο 2. Στη συνέχεια είπε ότι αυτή την επιστολή που του έδωσε η Εργοδότρια Εταιρεία δόθηκε σε όλους τους οδηγούς με τη διευκρίνιση ότι όποιος δεν είναι σωστός θα απολυθεί. Κατά την αντεξέτασή του ερωτώμενος από πού το ξέρει ότι όλοι οι οδηγοί είχαν πάρει επιστολή, απάντησε ότι οι οδηγοί κρατούσαν στο χέρι ένα χαρτί και έλεγαν ότι το περιεχόμενο ήταν κοινό για όλους και ότι αφορούσε την καλή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ερωτώμενος αν πήραν και οι άλλοι επιστολή για ξεκλείδωτη πόρτα του γκαράζ απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ακολούθως είπε ότι δεν γνωρίζει ποια επιστολή πήραν και οι άλλοι οδηγοί και αμέσως μετά είπε ότι θυμάται για το Τεκμήριο 1 ότι το πήραν όλοι οι υπάλληλοι της Εργοδότριας Εταιρείας. Αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία του Αιτητή μας προκάλεσε το γεγονός ότι ενώ ανέφερε ότι δεν θα υπέγραφε ένα έγγραφο χωρίς να καταλάβει τι γράφει σε αυτό και ότι θα υπέγραφε ένα έγγραφο αν του εξηγούσε κάποιος το περιεχόμενό του, αναφερόμενος στο Τεκμήριο 4
(1)στην κυρίως εξέτασή του είπε ότι το υπέγραψε γιατί του λέχθηκε από το λογιστήριο ότι είναι απόδειξη πληρωμής του μισθού του η οποία ήταν αναγκαία για το λογιστήριο και ότι αν δεν υπέγραφε δεν θα τον πλήρωναν και
(2)στην αντεξέτασή του είπε ότι επειδή δεν κατάλαβε αυτός τι υπέγραφε έβαλε δίπλα από την υπογραφή του ένα ερωτηματικό (κατά την επανεξέτασή του είπε ότι έβαλε το ερωτηματικό δίπλα από την υπογραφή του στο Τεκμήριο 4 επειδή δεν ήξερε τι υπέγραφε). Συνακόλουθα με την πιο πάνω αξιολόγηση κρίνουμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου η μαρτυρία του Αιτητή απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Αναφορικά με την αξίωση του Αιτητή για αναλογία 13ου μισθού για το 2012 παρατηρούμε ότι, παρά το ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής λάμβανε 13ο μισθό, τόσο στους γενικούς λόγους της αίτησης όσο και στη μαρτυρία του Αιτητή δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με το ποσό του 13ου μισθού που δικαιούτο ο Αιτητής και με την μη καταβολή της σχετικής αναλογίας για το 2012 στον Αιτητή. Ούτε έγινε οποιαδήποτε σχετική υποβολή στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημειώνουμε ότι από το ενώπιόν μας υλικό προκύπτει ότι ο Αιτητής πληρωνόταν εβδομαδιαίως. Δεν υπάρχει το οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιόν μας που να δηλώνει το ύψος του ποσού του 13ου μισθού που καταβαλλόταν στον Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία. Λόγω των πιο πάνω, παρά το ότι με βάση τις πρόνοιες του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 Ν.35(Ι)/2007, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Ν.35(Ι)/2007»), το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών στον εργοδοτούμενο το είχε η Εργοδότρια Εταιρεία της οποίας η μαρτυρία απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να επιδικάσουμε οποιοδήποτε ποσό στον Αιτητή ως αναλογία 13ου μισθού για το 2012 για τον λόγο ότι επειδή δεν απέδειξε το ύψος του ποσού που του οφείλεται δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε εύρημα σχετικά με το ύψος του ποσού που οφείλεται στον Αιτητή. Σε ότι αφορά την αξίωση του Αιτητή σχετικά με τον τερματισμό της απασχόλησής του σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») « .ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν των Άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτούμενου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία, θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στο έγγραφο εμφάνισής της, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχονται στον Αιτητή τα δικαιώματα αποζημίωσης και πληρωμής αντί προειδοποίησης. Προτού αποφανθούμε σχετικά με τη νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή, θα εξετάσουμε το ζήτημα του κωλύματος που θέτει η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους του εγγράφου εμφάνισής της. Η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι το Τεκμήριο 4 εμποδίζει τον Αιτητή από το να έχει οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον της. Στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Β Α.Α.Δ. 989 ετέθη θέμα για την ισχύ εγγράφων απαλλαγής που υπέγραψε ο εργοδοτούμενος. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι «τέτοια έγγραφα απαλλαγής συνιστούσαν εμπόδιο ή λόγω κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed)». Το κώλυμα εκ δηλώσεως είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει. Στη σελίδα 993 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Το λεκτικό του εγγράφου είναι σαφές και αναφέρεται σε απαλλαγή και τελεσίδικη αποδέσμευση των εφεσιβλήτων από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ή αγωγές ή δικαστικές ή άλλες διαδικασίες και διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης, που ο εφεσείων είχε ή δυνατόν να είχε σε οποιονδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της εταιρείας και λόγω ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία ή υπόθεση, μέχρι και της ημερομηνίας του εγγράφου. Θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του εφεσείοντα, σε αντίθεση με τα έγγραφα απαλλαγής που υπέγραψε στις 28.4.
- Έτσι ο εφεσείων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αφού έχει απεμπολήσει ή έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του». Βλέπε επίσης Γ. Διονά ν.
- Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
- Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, ECLI:CY:AD:2016:A250, Πολ. Έφεση 182/11 ημερ. 24/05/
- Επειδή τόσο η μαρτυρία του Αιτητή όσο και η μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη δεν είμαστε σε θέση να αποφασίσουμε κάτω από ποιες συνθήκες υπογράφηκε το Τεκμήριο
- Ο Αιτητής ήταν αυτός που είχε το βάρος να αποδείξει ότι εν λόγω έγγραφο ήταν άκυρο και ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του δεν έχει αποδείξει ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Με δεδομένη την ύπαρξη του Τεκμηρίου 4 και την υπογραφή του Αιτητή σε αυτό θα εξετάσουμε κατά πόσο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελεί κώλυμα για τον Αιτητή να προωθήσει την υπόθεσή του. Από το λεκτικό του Τεκμηρίου 4 δεν φαίνεται και δεν υποδηλώνεται η απεμπόληση ή η παραίτηση του Αιτητή από το δικαίωμά του να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησής του και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Κατά τη γνώμη μας η φράση «και δεν έχω καμία άλλη απαίτηση από την Εταιρεία Ηλίας & Υιός Μεταφορές Λτδ.» θα πρέπει να ερμηνευτεί σε συνάρτηση και κατ' αναλογία με το ποσό που καταβλήθηκε στον Αιτητή στις 02/11/2012 ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 το οποίο αφορούσε δεδουλευμένο μισθό και όχι με οποιαδήποτε άλλα ποσά που ο Αιτητής νόμιμα θα εδικαιούτο να διεκδικήσει για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησής του με βάση τον Νόμο. Η υπογραφή του Τεκμηρίου 4 δεν καταδεικνύει σαφή αποκρυστάλλωση των δικαιωμάτων του Αιτητή που έχουν εξασφαλιστεί πλήρως αναφορικά με τον τερματισμό της απασχόλησής του καθώς καμία σαφή και συγκεκριμένη αναφορά δεν γίνεται στο εν λόγω Τεκμήριο που να υποδηλώνει αναμφισβήτητα εγκατάλειψη τέτοιου δικαιώματος. (Βλέπε Κ. Γρηγορίου v.
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας,
- Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ECLI:CY:AD:2016:A251, Πολ. Έφεση 204/2011 ημερ. 24.5.2016)). Συνακόλουθα με τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δεν παραιτήθηκε του δικαιώματός του να διεκδικήσει αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης στην περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησής του κριθεί παράνομος υπογράφοντας το Τεκμήριο
- Ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν εμποδίζεται λόγω της υπογραφής του Τεκμηρίου 4 από του να διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Περαιτέρω, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι είμαστε της γνώμης ότι τα πιο πάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση της αξίωσης του Αιτητή για αναλογία 13ου μισθού καθότι στο λεκτικό του Τεκμηρίου 4 δεν εκφράζεται ρητά και απερίφραστα η πρόθεση του Αιτητή και η συγκατάθεσή του (ο Ν.35(Ι)/2007προβλέπει ότι αποκοπή από τους μισθούς του εργοδοτουμένου επιτρέπεται μόνο με τη συγκατάθεση του εργοδοτουμένου) για μη πληρωμή σε αυτόν του 13ου μισθού για το 2012 και η αποποίηση του δικαιώματός του να διεκδικήσει τη σχετική αναλογία. Κατά την άποψή μας το Τεκμήριο 4 συνιστά απλώς εξοφλητική απόδειξη για το δεδουλευμένο μισθό του Αιτητή για την εβδομάδα 29/10/2012 - 02/11/2012 και η δήλωση του Αιτητή ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από την Εργοδότρια Εταιρεία αφορά τα δεδουλευμένα ημερομίσθια του για την περίοδο 29/10/2012 - 02/11/
- Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ΄ ευλόγως ικανοποιητικό τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετού ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: ............................ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Να αναφέρουμε εδώ ότι στην υπό εξέταση περίπτωση προκύπτει από την ενώπιόν μας μαρτυρία ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Αιτητή κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης. Είναι η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι Αιτητής εκτελούσε πλημμελώς τα εργασιακά καθήκοντά του λόγω εσκεμμένης υπαιτιότητάς του, ότι επιδείκνυε ανάρμοστη διαγωγή προς τους συναδέλφους του, ότι παραβίαζε τους κανόνες εργασίας του σε σχέση με την προσέλευσή του στην εργασία του, ότι διέπραξε σοβαρά εργασιακά παραπτώματα λόγω αμέλειας και ότι δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες των προϊσταμένων του. Ως εκ τούτου η παρούσα περίπτωση θα εξεταστεί υπό το πρίσμα των προνοιών των εδαφίων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου[1]. Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 C.L.R. 103, τo Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνέχιση της σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου θα πρέπει να εξαρτάται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη σύμβαση. Είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και να μη βλάπτει με τη διαγωγή του τα νόμιμα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη του και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του. (Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ' Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562 - 563). Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη και είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο[2]. Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων[3] («within the band of reasonable responses of reasonable employer»). Στην Πολ. Έφεση 103/2012 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ.7/7/2017 σημειώθηκαν τα πιο κάτω: «Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα έχοντας το βάρος να αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης..το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ΄ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη..» Στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά αντικειμενικά κρινόμενη ήταν τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση. Στην Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι: «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Να σημειωθεί ότι μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302). Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει τις βασικές αρχές (α) ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής[4]. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτουμένου. Εντός του πλαισίου εξέτασης του δεύτερου ερωτήματος στοιχεία όπως η προηγούμενη εργασιακή διαγωγή του εργοδοτουμένου, η δικαιολογία/ εξήγηση που δίνεται για την επίδειξη της μεμπτής διαγωγής, η στάση του εργοδοτουμένου, οι πράξεις και οι παραλείψεις του εργοδότη λαμβάνονται υπόψη (π.χ. ένας εργοδότης λαμβάνοντας γνώση μιας αρνητικής συμπεριφοράς ενός εργοδοτουμένου δεν λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα ή λαμβάνει κάποια πειθαρχικά μέτρα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν τον εργοδοτούμενο να πιστέψει ότι η συμπεριφορά που επέδειξε δεν θεωρείται τόσο σοβαρή από τον εργοδότη ή ότι το θέμα είναι λήξαν, δεν μπορεί να επανέλθει και για το ίδιο παράπτωμα να επιβάλλει ένα νέο πειθαρχικό μέτρο). Σημειώνουμε ότι η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου που έλαβε χώρα στο παρελθόν δεν είναι χωρίς σημασία, αφού αυτή μπορεί σε περίπτωση απόδειξής της να αποτελέσει τη βάση για μια αρνητική πρόγνωση ή σε συνδυασμό με το γεγονός που οδήγησε στην απόλυση να καταδεικνύει συστηματική αρνητική συμπεριφορά. Σημειώνουμε ότι με βάση τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ο εργοδότης ενεργώντας εντός των πλαισίων της αρχής της λογικότητας θα πρέπει σε περιπτώσεις μη σοβαρών περιστατικών οπωσδήποτε να γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο τις παρατηρήσεις του και να του δώσει μια ευκαιρία να συμμορφωθεί. Η ύπαρξη προηγούμενων προειδοποιήσεων - παρατηρήσεων, ο αριθμός αυτών, αν αυτές ήταν δικαιολογημένες, το περιεχόμενο της κάθε παρατήρησης, οι ημερομηνίες που δόθηκαν και ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ αυτών είναι θέματα τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά την απόφανσή του κατά ποσόν ο εργοδότης λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες παρατηρήσεις ενήργησε εντός των λογικών πλαισίων αποφασίζοντας την απόλυση του εργοδοτουμένου[5]. Το γεγονός ότι οι προηγούμενες παρατηρήσεις αφορούσαν παραπτώματα διαφορετικής φύσης δεν καθιστά από μόνο του τις προηγούμενες παρατηρήσεις ως άσχετες[6]. Με βάση τα πιο πάνω όλες οι συνθήκες που περιβάλλουν την αποδιδόμενη στον εργοδοτούμενο μη αρμόζουσα συμπεριφορά και η γενική εικόνα και συμπεριφορά του εργοδοτουμένου κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στον εργοδότη αποτελούν στοιχεία τα οποία πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την κρίση του σχετικά με τη νομιμότητα και το δικαιολογημένο της απόφασης του εργοδότη να τερματίσει τις υπηρεσίες του εργοδοτουμένου. Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[7] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[8] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας το Δικαστήριο δεν ήταν δυνατό να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή. Οι εν λόγω περιστάσεις θα αποτελούσαν τη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσον η απόφαση απόλυσης του Αιτητή δικαιολογείτο εντός του πλαισίου του Νόμου και της Νομολογίας. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία η οποία είχε στους ώμους της το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός δεν ήταν παράνομος απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση του Αιτητή, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ένας λογικός εργοδότης εύλογα θα κατέληγε ότι ο Αιτητής διέπραξε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα και/ή ότι επέδειξε σοβαρή κακή εργασιακή διαγωγή που δικαιολογεί την άμεση απόλυσή του. Είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση του Αιτητή εντός των πλαισίων του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Το γεγονός της αναξιοπιστίας του Αιτητή δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της απόλυσης του Αιτητή ήταν στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[9] και Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ. 3/7/2014[10]. Συνακόλουθα ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης σύμφωνα με τον Νόμο. Αποζημιώσεις - Πληρωμή αντί προειδοποίησης Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου: "ημερομίσθιον" περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1979, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμών· Ο όρος «ημερομίσθιο» περιλαμβάνει και τις εισφορές του εργοδοτουμένου στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων αφού είναι χρηματική αντιμισθία που δίνεται στον εργοδοτούμενο λόγω της απασχόλησής του και ως εκ τούτου οι μηνιαίες απολαβές ενός εργοδοτουμένου για σκοπούς του Νόμου είναι οι ακαθάριστες απολαβές του και όχι οι καθαρές απολαβές του. Στην παρούσα περίπτωση δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με τις ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή. Ως εκ τούτου θα λάβουμε υπόψη μας το ποσό των καθαρών εβδομαδιαίων απολαβών του. Περαιτέρω λόγω του ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε το ποσό του 13ου μισθού που λάμβανε, ο 13ος μισθός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό των τελευταίων απολαβών του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία του Αιτητή ως αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του Αιτητή σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) το γεγονός ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή (€341,00), (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας του Αιτητή (3 έτη) και (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε αξιόπιστη, σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με την ηλικία του Αιτητή, τη σταδιοδρομία του και τις επιπτώσεις που είχε η επίδικη απόλυση του Αιτητή στην επαγγελματική και προσωπική ζωή του, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 6 εβδομάδων ήτοι €2.046,00 (ήτοι 6 Χ €341,00). Περαιτέρω ο Αιτητής σύμφωνα με το άρθρο 9(δ) του Νόμου δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με τις απολαβές 5 εβδομάδων, ήτοι ποσό €1.705,00 (ήτοι 5 Χ €341,00). Κατάληξη Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €3.751,00 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζουμε υπέρ του Αιτητή και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας ως δικηγορικά έξοδα το ποσό των €1.700,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €20 πραγματικά έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) .............. Χ. Ιωάννου, Μέλος Χ. Σόλου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση λόγω παραπτώματος/ Αξίωση για αναλογία 13ου μισθούς/ Κώλυμα λόγω υπογραφής δήλωσης). [1] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010 στη σελ. 121 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "Where someone fails to come up to standard through his or her own carelessness, negligence or idleness, this is not incapability but misconduct". [2] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603 παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 R.L.R. 91: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". [3] Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 318 στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden
(2001)1 All ER. 550, ανέφερε τ' ακόλουθα: «.. μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση.Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω:«In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence.Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances." Και σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ΄ αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.» [4] Οι βάσεις των εν λόγω κατηγοριών σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής είναι τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που εξυπακούονται δυνάμει του κοινοδικαίου που διέπει τις συμβάσεις εργασίας όπως το καθήκον της τιμιότητας, το καθήκον της συμμόρφωσης με νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη, το καθήκον της επίδειξης επιμέλειας κατά την εκτέλεση της εργασίας, το καθήκον της πίστης κ.λ.π. Εσκεμμένη παραβίαση οποιουδήποτε από τους πιο πάνω εξυπακουόμενους όρους συνιστά παραβίαση ενός από τους βασικούς όρους της σύμβασης εργασίας. [5] Auguste Noel Ltd v Curtis [1990] ICR 604. [6] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στις σελ. 324- 325 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "Rarely will previous warnings be irrelevant when an employer is considering dismissal... In deciding the fairness of such a dismissal, tribunals will take into account the previous warnings issued, even if such warnings related to different kinds of conduct from that for which the employer is ultimately dismissed." [7] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L. PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [8] Βλέπε επίσης Δημήτρης Φωτιάδης v Alpha Bank Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2001. [9] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». [10] «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επιδίκασε αποζημιώσεις. Από τη στιγμή που έκρινε ότι οι Εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι ο τερματισμός έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου, τότε ο Εφεσίβλητος δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου σε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου δεν αξιολογήθηκε θετικά, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μας το δικαίωμα του Εφεσίβλητου σε αποζημιώσεις, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος δεν ήταν στους ώμους του, αλλά στους ώμους των Εφεσειόντων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο