Νικόδημου κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ, Συν. Αιτήσεις με Αρ.: 276/18, 277/18, 278/18, 279/18, 280/18, 281/18, 282/18 και 18/19, 8/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Σ. Κωνσταντίνου ) Ν. Καλαθά ) Μέλη Συν. Αιτήσεις με Αρ.: 276/18, 277/18, 278/18, 279/18, 280/18, 281/18, 282/18 και 18/19 Αρ. Αίτησης: 276/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ Νικόδημου Αιτητής και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση -------------------- Αρ. Αίτησης: 277/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ Δημάκη Αιτήτριας και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση -------------------- Αρ. Αίτησης: 278/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ Αρέστη Αιτήτριας και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση -------------------- Μεταξύ: Αρ. Αίτησης: 279/18 ΧΧΧΧΧΧ Γεωργίου Αιτητής και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση -------------------- Μεταξύ: Αρ. Αίτησης: 280/18 ΧΧΧΧΧΧ Γιαννακού Αιτητής και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση Αρ. Αίτησης: 281/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ Αντωνίου Αιτητής και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση -------------------- Αρ. Αίτησης: 282/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ Δημήτροβα Αιτήτριας και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση -------------------- Αρ. Αίτησης: 18/19 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ Παναγιώτου Αιτητής και ΤΑΜΕΙΟΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Kαθ' ων η Αίτηση -------------------- Ημερομηνία: 08/07/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κα Χ. Χατζηκωστή Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κος Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές / Αιτήτριες στις πιο πάνω συνενωμένες αιτήσεις («οι Αιτήσεις») απασχολούντο στην υπηρεσία της εταιρείας D.H. CYPROTELS PLC («η Εργοδότρια Εταιρεία») μέχρι τις 08/11/2013 ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή τους τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού. Το 2014 οι Αιτητές / Αιτήτριες καταχώρησαν ξεχωριστές αιτήσεις εργατικών διαφορών στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») με τις οποίες αξίωναν βασιζόμενοι στις πρόνοιες του όρου 14.2 της ισχύουσας, κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησής τους, Συλλογικής Σύμβασης μεταξύ του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων και των Συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ, («η Συλλογική Σύμβαση») ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας τους και τις απολαβές τους (α) ένα ποσό ως πληρωμή αντί προειδοποίησης και (β) ένα ποσό ως ειδική πρόσθετη αποζημίωση. Ο όρος 14.2 της πιο πάνω αναφερόμενης Συλλογικής Σύμβασης με τίτλο Αυξημένη Προειδοποίηση / Αποζημίωση, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "14.2.1 Σε περίπτωση εργοδοτούμενου σε ξενοδοχείο παραλιακής πόλης, κωμόπολης ή χωριού που οι υπηρεσίες του τερματίζονται με πρωτοβουλία του εργοδότη, θα εφαρμόζονται τα εξής: 14.2.2 Η προειδοποίηση είναι αυξημένη κατά 50% στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης μεταξύ της 1/7 και της 30/9. Στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης μεταξύ 1/10 και του τέλους Φεβρουαρίου δίνεται αυξημένη προειδοποίηση κατά 50% πέραν της κανονικής προειδοποίησης και επιπλέον, σε εργοδοτούμενους με τουλάχιστον 6 μήνες υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το βασικό μισθό και το τιμαριθμικό επίδομα τριών εβδομάδων. 14.2.3 .............................................................................................................. 14.2.4 ............................................................................................................." Στις 21/02/2017 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, διάταγμα εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας. Στις 05/07/2018 το Δ.Ε.Δ. εξέδωσε αποφάσεις στις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν το 2014 από τους Αιτητές / Αιτήτριες υπέρ των Αιτητών / Αιτητριών και εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας, ως ακολούθως: Πληρωμή αντί προειδοποίησης Ειδική πρόσθετη αποζημίωση Υπέρ του Αιτητή στην αίτηση με αρ.276/18 € 3.300,24 με νόμιμο τόκο €1.275,26 με νόμιμο τόκο Υπέρ της Αιτήτριας στην αίτηση με αρ.277/18 €2.839,25 με νόμιμο τόκο €1.124,19 με νόμιμο τόκο Υπέρ της Αιτήτριας στην αίτηση με αρ.278/18 €3.488,04 με νόμιμο τόκο €1.371,16 με νόμιμο τόκο Υπέρ του Αιτητή στην αίτηση με αρ.279/18 €944,41 με νόμιμο τόκο €759,90 με νόμιμο τόκο Υπέρ του Αιτητή στην αίτηση με αρ.280/18 €2.895,78 με νόμιμο τόκο €1.133,77 με νόμιμο τόκο Υπέρ του Αιτητή στην αίτηση με αρ.281/18 €1.281,43 με νόμιμο τόκο €985,95 με νόμιμο τόκο Υπέρ της Αιτήτριας στην αίτηση με αρ.282/18 €561,89 με νόμιμο τόκο €948,11 με νόμιμο τόκο Υπέρ του Αιτητή στην αίτηση με αρ.18/19 €2.628,79 με νόμιμο τόκο €1.034,47 με νόμιμο τόκο Οι Αιτητές / Αιτήτριες υπέβαλαν μέσω του δικηγόρου τους αξίωση για πληρωμή των πιο πάνω επιδικασθέντων ποσών από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») επικαλούμενοι τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος»). Το Ταμείο ενέκρινε μερικώς τις αξιώσεις των Αιτητών / Αιτητριών. Κατέβαλε σε αυτούς / αυτές τα ποσά που επιδικάστηκαν σε αυτούς / αυτές ως πληρωμή αντί προειδοποίησης πλέον νόμιμους τόκους και απέρριψε το αίτημά τους για καταβολή των ποσών που τους επιδικάστηκαν ως ειδική πρόσθετη αποζημίωση πλέον νόμιμο τόκο. Οι Αιτητές / Αιτήτριες καταχώρησαν τις παρούσες αιτήσεις με τις οποίες αξιώνουν εναντίον του Ταμείου το ποσό που τους επιδικάστηκε στις αιτήσεις που καταχώρησαν το 2014 ως ειδική πρόσθετη αποζημίωση πλέον νόμιμους τόκους ως ποσά οφειλόμενα δυνάμει του άρθρου 31
(3)του Νόμου, νόμιμους τόκους, έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης. Είναι η θέση τους ότι η περίπτωσή τους εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Το Ταμείο απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις ισχυριζόμενο ότι οι Αιτητές / Αιτήτριες δεν δικαιούνται πληρωμή από το Ταμείο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου καθότι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση δυνάμει σύμβασης εργασίας δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη των αιτήσεων εναντίον του με έξοδα υπέρ του. Η δικηγόρος των Αιτητών / Αιτητριών αγορεύοντας επικαλέστηκε το λεκτικό του άρθρου 31
(3)του Νόμου όπως αυτό ερμηνεύτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείου Δια Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 Α.Α.Δ.1020 και εισηγήθηκε ότι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση που επιδικάστηκε υπέρ των Αιτητών / Αιτητριών δεν αποτελεί αυτοτελή αξίωση που αφορά ποσά πληρωτέα εκ της εργοδότησης των Αιτητών / Αιτητριών αλλά ποσά πληρωτέα λόγω του τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών / Αιτητριών και ως εκ τούτου το Ταμείο οφείλει να καταβάλει στους Αιτητές / Αιτήτριες τη σχετική πληρωμή ως η αξίωσή τους. Ο συνήγορος του Ταμείου στην αγόρευσή του επικαλούμενος την απόφαση Χριστόδουλος Κυριάκου (πιο πάνω) υποστηρίζει ότι το Ταμείο βάσει του άρθρου 31
(3)του Νόμου υποχρεούται να καταβάλει πληρωμές για επιδικασθέντα ποσά από το Δ.Ε.Δ. τα οποία έχουν επιδικαστεί βάσει των προνοιών του Νόμου και όχι ποσά πληρωτέα στο πλαίσιο της σχέσης / συμφωνίας εργοδότη - εργοδοτουμένου. Είναι εισήγησή του ότι η καταβολή συμφωνηθείσας ειδικής αποζημίωσης εμπίπτει στο γενικότερο πλαίσιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου και ως εκ τούτου είναι εκτός της εμβέλειας του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 31
(3)του Νόμου: «Όταν κατά τον χρόνον της επιδικάσεως υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφόρων, έχει αρχίσει διαδικασία αναφορικώς προς τον εργοδότην δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ο εργοδοτούμενος προς τον οποίον εγένετο η επιδίκασις εισπράττει ολόκληρον το επιδικασθέν ποσόν εκ του Ταμείου. Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου αναφορικώς προς πάσαν επιδικασθείσαν πληρωμήν καταβλητέαν απ' ευθείας υπό του εργοδότου μεταβιβάζονται εις το Ταμείον.» Στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου (πιο πάνω), τέθηκε ως ουσιαστικό θέμα προς εξέταση η εμβέλεια του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Αναφερόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση, σημείωσε ότι, η ουσία της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης εντοπίζεται στην άποψη πως το άρθρο αυτό καλύπτει κάθε ποσό που επιδικάζεται υπέρ των εργοδοτουμένων στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί η παράγραφος
(1)του άρθρου αναφέρεται σε απόφαση επιδικάζουσα "οιονδήποτε ποσό" και οι παράγραφοι
(2)και
(3)σε "ποσό επιδικασθέν" χωρίς οποιαδήποτε διάκριση. Και εφόσον, όπως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διεκδίκηση των δεδουλευμένων μισθών και των άλλων ωφελημάτων ήταν "εργατική διαφορά" σύμφωνα με τον ορισμό του Νόμου που ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. θα έπρεπε το Ταμείο να ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε. Επιλαμβανομένου του θέματος το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Έγινε ενώπιόν μας εκτεταμένη ανάλυση του όρου, "εργατική διαφορά" και συνακόλουθα των προνοιών, ιδιαίτερα του άρθρου 12, του περι Ετησίων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου του 1967 (Νόμος 8/67 όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Νόμο 5/73) ως προς την αποκλειστική δικαιοδοσία που παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών που εκείνος ο Νόμος καθίδρυσε. Στόχος ήταν, αντίστοιχα, η επιβεβαίωση ή ανατροπή της απόφασης σε σχέση με το κατά πόσο το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είχε ή δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει τις αποφάσεις για τους δεδουλευμένους μισθούς και τα άλλα. Και στην περίπτωση όμως που θα ήταν, στο πλαίσιο διαφορετικών περιστατικών, επιτρεπτή η διερεύνηση του εύρους της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου το ζήτημα θα είχε σημασία μόνο σε μια περίπτωση. Θα είχε σημασία μόνο αν ήταν ορθή η αφετηριακή θέση πως το άρθρο 31
(3), ορθά ερμηνευόμενο, επιβάλλει στο Ταμείο υποχρέωση πληρωμής και ποσών άλλων από εκείνα που είναι δυνατό να επιδικαστούν στα πλαίσια του Νόμου 24/
- Αν αυτό δεν είναι ορθό, το κατά πόσο γενικά η αξίωση για δεδουλευμένους μισθούς και για τα άλλα ωφελήματα είναι εργατική διαφορά που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, θα ήταν ζήτημα άσχετο με την υπόθεση. Το Ταμείο δεν θα είχε υποχρέωση πληρωμής τέτοιων ποσών ούτως ή άλλως. Είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του Νόμου 24/67 ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένου. Η μελέτη των προνοιών του ως συνόλου αποκαλύπτει πως βρίσκονται έξω από το πλαίσιο των ρυθμίσεων του ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσας της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της. Έτσι, ο Νόμος καθορίζει τα περί την Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος προσδίδει στην "εργατική διαφορά" ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/
- Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος". Είναι σαφές ότι οι δεδουλευμένοι μισθοί και τα άλλα διεκδικηθέντα και επιδικασθέντα ωφελήματα δεν συνδέονται με τον τερματισμό της απασχόλησης αλλά είναι ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της. Κρίνουμε ότι η φράση "επιδικασθέν ποσό" στο Νόμου είτε γενικά στο πλαίσιο της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Αν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν διαφορετική θα αναμέναμε, ως εκ της φύσεως του θέματος που βρίσκεται έξω από όσα συνιστούν το αντικείμενο ρύθμισης από το συζητούμενο Νόμο, να διατυπωνόταν ρητά. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο το Ταμείο Πλεονασμού ως προς δεδουλευμένους μισθούς μη πληρωθέντες παρά το ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου ουδέποτε ετερματίσθη επειδή, κατά την άποψη που δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διεκδίκηση τέτοιων μισθών συνιστά εργατική διαφορά εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών..» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Με βάση τα πιο πάνω το Ταμείο οφείλει να καταβάλει πληρωμή για τα επιδικασθέντα από το Δ.Ε.Δ. ποσά τα οποία το Δ.Ε.Δ. έχει επιδικάσει στα πλαίσια του Νόμου. Με το άρθρο 30 του Νόμου προβλέπεται ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή των σχετικών κανονισμών περιλαμβανομένου, φυσικά, και όλων των παρεμπιπτόντων ή συμπληρωματικών προς αυτές τις διαφορές θεμάτων. Ο Νόμος ρυθμίζει τ' ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του από τον εργοδότη. (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής περιόδου προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτούμενου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου. (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου κατά την περίοδο της προειδοποίησης. (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε πληρωμή από το Ταμείο σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Παρατηρούμε ότι οι πρόνοιες του Νόμου αναφέρονται σε δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε περίπτωση τερματισμού της εργοδότησής του με πρωτοβουλία (μονομερή απόφαση) του εργοδότη αν η εργοδότησή του είχε διάρκεια μεγαλύτερη από 26 εβδομάδες και οι αποζημιώσεις που ζητά είναι λιγότερες από το σύνολο των απολαβών που θα έπαιρνε για δύο έτη εργασίας (Βλέπε Μέρος ΙΙ του Νόμου, Πρώτος, Δεύτερος και Τέταρτος Πίνακας του Νόμου). Δυνάμει των εν λόγω προνοιών του Νόμου το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτούμενου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Νόμος. Ο εργόδοτης έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου έγινε νόμιμα βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του Νόμου όπου καθορίζονται περιοριστικά οι νόμιμοι λόγοι απόλυσης. Απόλυση ενός εργοδοτούμενου για λόγους πλεονασμού όπως αυτοί καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 18 του Νόμου θεωρείται ως νόμιμη απόλυση (Βλέπε άρθρο 5(β) του Νόμου) και σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης δεν οφείλει να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο αλλά το Ταμείο οφείλει να καταβάλει πληρωμή στον εργοδοτούμενο όπως προβλέπεται στο μέρος IV του Νόμου. Στο μέρος IV του Νόμου περιέχονται πρόνοιες που αφορούν το πότε ένας εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, το ύψος της πληρωμής που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού, τις περιπτώσεις που ένας εργοδοτούμενος παρά του ότι απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού, την ίδρυση και τη λειτουργία του Ταμείου καθώς την εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου να εκδίδει κανονισμούς που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας και τη διοίκηση του Ταμείου. Στο εν λόγω μέρος του Νόμου βρίσκεται και το άρθρο 17 του Νόμου το οποίο προβλέπει τα πιο κάτω: «Επιφύλαξις υφισταμένων δικαιωμάτων 17. Όταν λόγω πλεονασμού, ως ούτος καθορίζεται εν τω άρθρω 18, εργοδοτούμενος δικαιούται εις οιανδήποτε άμεσον πληρωμήν λόγω πλεονασμού, χορήγημα λόγω απολύσεως, φιλοδώρημα ή οιανδήποτε άλλην πληρωμήν χορηγουμένην εν σχέσει προς την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη, είτε το δικαίωμα τούτο υφίσταται λόγω εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως είτε δι' άλλον λόγον, ο εργοδοτούμένος λαμβάνει: (α) εκ του Ταμείου το ποσόν της πληρωμής λόγω πλεονασμού το οποίον δικαιούται συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα· και (β)παρά του εργοδότου, ή εξ οιουδήποτε ταμείου ή άλλης διευθετήσεως λειτουργούσης διά λογαριασμόν του εργοδότου, το ποσόν κατά το οποίον η παρά του εργοδότου ή διά λογαριασμόν αυτού πληρωμή τυχόν υπερβαίνει το ποσόν της πληρωμής εκ του Ταμείου: Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε εισφορά γενομένη υπό του εργοδοτουμένου έναντι της πληρωμής εις την οποίαν ούτος δικαιούται παρά του εργοδότου ή εξ οιουδήποτε ταμείου ή άλλης διευθετήσεως λειτουργούσης διά λογαριασμόν του εργοδότου, ως και οιοσδήποτε τόκος επί τοιαύτης εισφοράς, δεν υπολογίζονται: Νοείται περαιτέρω ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε πληρωμή εκ ταμείου προνοίας δεν υπολογίζεται.» Στην υπόθεση Γεώργιος Κολιού ν. Γεώργιος Δ. Κουννάς και Υιός Λτδ
(1996)1Β Α.Α.Δ 1117 στη σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων υπήρχε όρος που προέβλεπε την καταβολή καθορισθείσας αποζημίωσης από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο στην περίπτωση απόλυσης του εργοδοτουμένου. Ο εφεσείοντας απολύθηκε από τους εφεσίβλητους για λόγους πλεονασμού και το Ταμείο του κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.8,909 ως πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε πλεονασμό. Στη βάση του όρου 13 της σύμβασης εργασίας του που προνοούσε τα πιο κάτω: «Όταν υπάλληλος απολύεται εκ της εργασίας του θα του δίδεται ως αποζημίωσις το 50% του συνόλου του τελευταίου του μισθού δι' έκαστον έτος υπηρεσίας π.χ. υπάλληλος με 10 έτη υπηρεσίας και με συνολικό μισθό £100.- μηνιαίως θα πρέπει να πάρει £500.- ως αποζημίωση. Όταν υπάλληλος απολύεται εκ της εργασίας του δι' αξιόποινον πράξη (κλοπή, κατάχρηση κλπ) τότε ουδεμία αποζημίωση θα του δίδεται.» ο εφεσείοντας ζήτησε από τους εφεσίβλητους όπως του καταβάλουν την εν λόγω αποζημίωση η οποία στην περίπτωσή του ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.8,603. Οι εφεσίβλητοι απέρριψαν την εν λόγω αξίωση. Ο εφεσείοντας καταχώρησε αίτηση στο Δ.Ε.Δ. αξιώνοντας το εν λόγω ποσό. Το Δ.Ε.Δ. ερμηνεύοντας τον εν λόγω όρο της σύμβασης και τον Νόμο, κατέληξε ότι οι εφεσίβλητοι δεν υποχρεούντο να καταβάλουν στον εφεσείοντα το αξιούμενο ή οποιοδήποτε ποσό. Αυτή η κατάληξη στηριζόταν στη θέση ότι με τον όρο 13 της σύμβασης εργασίας εκφραζόταν πρόθεση των μερών να καταβάλλεται αποζημίωση μόνο εφόσον ο απολυθείς δεν θα είχε δικαίωμα να λάβει από αλλού. Με δεδομένο λοιπόν ότι ο εφεσείων πληρώθηκε από το Ταμείο ποσό μεγαλύτερο από το ποσό της αποζημίωσης που προέβλεπε η σύμβαση εργασίας του, το άρθρο 17(β) του Νόμου δεν επέτρεπε την διεκδίκηση από τον εφεσείοντα της εν λόγω αποζημίωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενώ συμφώνησε με την κατάληξη του Δ.Ε.Δ. διαφώνησε μερικώς με το σκεπτικό του Δ.Ε.Δ. αναφέροντας τα πιο κάτω: «Είναι κατ' αρχήν ανάγκη να επισημάνουμε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος προβλέπεται στο Άρθρο 17(β) του Νόμου αποτελεί απτή έκφανση αυτής της δυνατότητας. Το Άρθρο 5 του νόμου δεν βρίσκεται σε αντινομία. Διαγράφει μόνο το όριο προστασίας που καλύπτει το νομοθέτημα δίχως να αγγίζει τα έξω από το νομοθέτημα προσκτηθέντα δικαιώματα. Δεν σημαίνει όμως πως ο εργοδοτούμενος απολαμβάνει απαρέγκλιτα και τα δυο χωρίς περιορισμό. Ό,τι και αν διαλαμβάνει η σύμβαση. Η πρόνοια στο Άρθρο 17 για πληρωμή από το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό, σαφώς τίθεται με την παράγραφο (β) υπό τον περιορισμό της μη παράλληλης πληρωμής από άλλη πηγή εκτός στο βαθμό που απαιτείται για συμπλήρωση του ύψους του οφελήματος το οποίο προέρχεται από αυτή. Ο εργοδοτούμενος δεν μπορεί να λάβει πληρωμή από το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό κατ' αντίθεση προς ό,τι προβλέπεται στο Άρθρο 17(β). Και έτσι η πληρωμή από το εν λόγω Ταμείο τον περιορίζει στην όποια άλλη διεκδίκηση. Γι' αυτό, η ενασχόληση με την πρόθεση των μερών προς διαπίστωση της έννοιας και κατ' ακολουθίαν της εμβέλειας του όρου 13 της σύμβασης ήταν άτοπη. Δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να επιδράσει στην έκβαση. Ωστόσο, η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το Άρθρο 17(β) του Νόμου αποκλείει τη διπλή πληρωμή ήταν ορθή. Η απόφαση στην υπόθεση Famalift Shipyard Ltd ν. Νικόλα Παυλίδη και Άλλων (ανωτέρω) δεν αποτελεί αυθεντία περί του αντιθέτου. Σε εκείνη την υπόθεση είχε τεθεί ενώπιον του Εφετείου για εξέταση μόνο η χρονική έκταση του παρασχεθέντος με τη σύμβαση δικαιώματος. Το ερώτημα ήταν κατά πόσο αυτή υπολογιζόταν "από τότε που (οι εργοδοτούμενοι) άρχισαν την απασχόλησή τους, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν αρχικά επί εβδομαδιαίας βάσης και καλυπτόταν από ξεχωριστή σύμβαση για τους εβδομαδιαίους" ή κατά πόσο υπολογιζόταν από τότε που άρχισε η απασχόλησή τους επί μηνιαίας βάσης. Η ερμηνεία του Άρθρου 17(β) του Νόμου δεν είχε απασχολήσει. Γι' αυτό, ο τρόπος με τον οποίο αντικρίστηκε εκεί το ζήτημα επιπλέον πληρωμής δεν συναρτάτο με τον λόγο της απόφασης.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Στην περίπτωση που η απόφαση του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ως παράνομη και αδικαιολόγητη το Δ.Ε.Δ. επιδικάζει αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτούμενου και εις βάρος του εργοδότη. Ο τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων από το Δ.Ε.Δ. καθορίζεται ρητά από τον Νόμο. Το Μέρος ΙΙΙ του Νόμου προβλέπει για τα θέματα που αφορούν την προειδοποίηση που πρέπει να δίνει είτε ο εργοδότης είτε ο εργοδοτούμενος στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης. Ειδικότερα στο άρθρο 9
(1)του Νόμου ορίζεται η ελάχιστη περίοδος προειδοποίησης που οφείλει ένας εργοδότης να δώσει σε ένα εργοδοτούμενο του όταν τον απολύει. Στο άρθρο 9
(3)του Νόμου προβλέπονται τ' ακόλουθα: «Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω ή των εν τω άρθρω 10 επηρεάζει το δικαίωμα του εργοδότου ή του εργοδοτουμένου εις μακροτέραν περίοδον προειδοποιήσεως εάν ούτοι δικαιούνται εις ταύτην δυνάμει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως ή δι' άλλον λόγον.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου ο εργοδοτούμενος δικαιούται όταν η απασχόλησή του τερματίζεται από τον εργοδότη σε ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης και στην περίπτωση που η συλλογική σύμβαση εργασίας που εφαρμόζεται στην απασχόλησή του προβλέπει για μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στον Νόμο περίοδο προειδοποίησης τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται στην περίοδο προειδοποίησης που προβλέπει η συλλογική σύμβαση που εφαρμόζεται στην απασχόλησή του. Περαιτέρω σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν επιτρέψει στον εργοδοτούμενο να εργαστεί την περίοδο προειδοποίησης που έπρεπε να του δώσει σύμφωνα με τον Νόμο και τη συλλογική σύμβαση τότε οφείλει να του καταβάλει πληρωμή αντί προειδοποίησης που να αντιστοιχεί στην περίοδο προειδοποίησης που δικαιούτο ο εργοδοτούμενος με βάση τον Νόμο και τη συλλογική σύμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση η Συλλογική Σύμβαση προβλέπει ότι οι Αιτητές / Αιτήτριες δικαιούνται σε περίπτωση απόλυσής τους, όταν αυτή λάβει χώρα σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους,
(1)αυξημένη περίοδο προειδοποίησης και
(2)ειδική πρόσθετη αποζημίωση από τον εργοδότη τους. Σημειώνουμε ότι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση με βάση τους όρους της Συλλογικής Σύμβασης αποτελείται από μια πληρωμή ενός ποσού το οποίο δεν είναι σε συνάρτηση με (ούτε εξαρτάται από) την περίοδο προειδοποίησης που δικαιούνται οι Αιτητές / Αιτήτριες αλλά συναρτάται και συνδέεται με τον μονομερή τερματισμό από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας της απασχόλησης των Αιτητών / Αιτητριών. Δηλαδή οι Αιτητές / Αιτήτριες είχαν δυνάμει της συμφωνίας εργασίας τους επιπρόσθετα δικαιώματα από αυτά που προβλέπει ο Νόμος (
(1)αυξημένη προειδοποίηση και
(2)πληρωμή ειδικής πρόσθετης αποζημίωσης πέραν της πληρωμής από το Ταμείο για λόγους πλεονασμού) τα οποία δικαιώματα (α) ανέκυψαν εξαιτίας του γεγονότος του τερματισμού της απασχόλησής τους, (β) επιφυλάσσονται ρητά από τις πρόνοιες του Νόμου και (γ) είναι πληρωτέα εντός του πλαισίου του Νόμου (που ορίζει το ελάχιστο όριο προστασίας) και της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. σύμφωνα με το άρθρο 30 του Νόμου. Στη βάση των πιο πάνω (δηλαδή ότι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση (όπως και η αυξημένη προειδοποίηση) αποτελεί δικαίωμα των Αιτητών / Αιτητριών το οποίο προκύπτει και τους είναι πληρωτέο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου) κρίνουμε ότι η απόφαση του Δ.Ε.Δ. στις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν το 2014 για την ειδική πρόσθετη αποζημίωση καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 31
(3)του Νόμου προβλέπει ότι το Ταμείο καλύπτει «ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό» από το Δ.Ε.Δ. νοουμένου ότι το εν λόγω ποσό (α) προκύπτει και είναι πληρωτέο δυνάμει των προνοιών του Νόμου και (β) έχει επιδικασθεί εντός της αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. που παρέχεται στο Δ.Ε.Δ. από το άρθρο 30 του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση όπως σημειώσαμε πιο πάνω οι εν λόγω προϋποθέσεις τηρούνται. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι οι Αιτητές / Αιτήτριες δικαιούνται να εισπράξουν από το Ταμείο το ποσό που τους επιδικάστηκε στις 05/07/2018 από το Δ.Ε.Δ. ως πρόσθετη ειδική αποζημίωση στις αιτήσεις που καταχώρησαν το
- Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι είμαστε της γνώμης ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δ.Ε.Δ. δεν μπορεί να εξετάσει κατά πόσον η επιδίκαση στις 05/07/2018 της ειδικής πρόσθετης αποζημίωσης στα πλαίσια των αιτήσεων του 2014 έγινε κατά παράβαση του περιορισμού που θέτει η παράγραφος (β) του άρθρου 17 του Νόμου. Εφόσον οι εν λόγω αποφάσεις του Δ.Ε.Δ. έχουν καταστεί τελεσίδικες και παραμένουν ισχυρές δεν μπορεί το Δ.Ε.Δ στα πλαίσια των υπό εξέταση Αιτήσεων να επιληφθεί αξιώσεων και θεμάτων που είτε τέθηκαν στις αιτήσεις του 2014 είτε δεν τέθηκαν και όφειλαν να είχαν τεθεί στις αιτήσεις του 2014 γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αναθεώρηση των αποφάσεων του Δ.Ε.Δ. στις αιτήσεις του 2014 από ομοβάθμιο Δικαστήριο και όχι από το Εφετείο. Παραπέμπουμε στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ζητήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασίσει αν εγκύρως εκδόθηκαν οι αποφάσεις κατά των εργοδοτών. Τέθηκε ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να επιληφθεί αξίωσης αναφορικά με ό,τι θα ονομάζαμε ως συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ξένες προς τα ειδικώς ρυθμιζόμενα από το Νόμο 24/67 και, ακόμα, ως προς το επιτρεπτό της εκδίκασης τέτοιου θέματος στην απουσία του Ταμείου, το οποίο ασφαλώς θα εκαλείτο να ικανοποιήσει τις όποιες αποφάσεις εκδίδονταν. Αντανάκλαση αυτής της πτυχής της υπόθεσης αποτελούν τα νομικά ερωτήματα 1,2,4 και
- Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εναντίον των εργοδοτών ως προς τα συζητούμενα ποσά, κατέστησαν τελεσίδικες. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχε δικαιοδοτικό περιθώριο για έλεγχο της ορθότητας ή της εγκυρότητάς τους από το ίδιο το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Αυτή την εξουσία την έχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναθεωρητικής ή της κατ' έφεση δικαιοδοσίας του. [Βλ. Papademetriou v. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101, Πανικός Σ. Σιβιτανίδης ν. Ελένης Α. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179, Χλόη Χριστοδούλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195]. Έχει λεχθεί πως στόχος του εγχειρήματος δεν είναι ο παραμερισμός των αποφάσεων που εκδόθηκαν οι οποίες και θα εξακολουθούν να υφίστανται και να δεσμεύουν τους εργοδότες αλλά η αναγνώριση της έλλειψης υποχρέωσης του Ταμείου προς ικανοποίηση τους. Η επιδιωκόμενη αναγνώριση για τέτοιο λόγο και πάλιν θα ήταν το αποτέλεσμα κρίσης ως προς το αν άλλο, ομόβαθμο, Δικαστήριο κινήθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του ή τήρησε τους δικονομικούς κανόνες ή εκείνους της φυσικής δικαιοσύνης, και δεν μπορούσε να επιτευχθεί στο πλαίσιο της αίτησης που υποβλήθηκε. Σε ό,τι αφορούσε αυτή την αίτηση, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ήταν δεσμευμένο να αποφασίσει τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα πάνω στη βάση της ύπαρξης εκδοθείσας και μη παραμερισθείσας με οποιοδήποτε τρόπο δικαστικής απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιλαμβάνεται νομικών ερωτημάτων που εγείρονται σε σχέση με θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών νοουμένου ότι η απάντηση σ' αυτά συσχετίζεται προς την επίδικη διαφορά. Δεν ήταν επιτρεπτό να συζητηθούν ή να επιλυθούν από πρωτόδικο Δικαστήριο ζητήματα απτόμενα του κύρους των αποφάσεων άλλου πρωτόδικου Δικαστηρίου που εκδόθηκαν κατά των εργοδοτών στην περατωθείσα αυτοτελή διαδικασία που προηγήθηκε. Το δικαιοδοτικό εμπόδιο διατηρείται και δε μεταβάλλεται στην κατ' έφεση διαδικασία. Η απάντηση σε ερωτήματα που δημιουργούνται από αναρμοδίως εκδοθείσα απόφαση, θα είχε μόνο ακαδημαϊκή σημασία. Τα ερωτήματα 1,2,4 και 5 δε χρειάζεται να απαντηθούν.» Κατάληξη Για σκοπούς απόφασης οι Αιτήσεις αποσυνδέονται. Εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως: Υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ.276/18 €1.275,26 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση με αρ.277/18 €1.124,19 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση με αρ.278/18 €1.371,16 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ.279/18 €759,90 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ.280/18 €1.133,77 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ.281/18 €985,95 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση με αρ.282/18 €948,11 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ.18/19 €1.034,47 με νόμιμο τόκο από 05/07/2018 Δεν επιδικάζουμε οποιαδήποτε έξοδα λόγω του πρωτότυπου του θέματος. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) .............. Σ. Κωνσταντίνου, Μέλος Ν. Καλαθάς, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο