Καρυκίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως του κατά Νόμου Εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αίτησης: 734/14, 18/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2020:7 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Δ. Αναστασίου ) Ν. Καλαθά ) Μελών Αρ. Αίτησης: 734/14 Μεταξύ: XXXXXX Καρυκίδη Αιτητή και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως του κατά Νόμου Εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 18/09/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Χατζηκωστή Χρ. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Γεωργίου Χρ. Α Π Ο Φ Α Σ Η H Eπαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού αποδέχεται αιτήσεις για απασχόληση αριθμού ναυαγοσωστών που θα αποτελούν την Ομάδα Διασώσεως Λουoμένων στην Επαρχία Λεμεσού για την καλοκαιρινή περίοδο σε εποχική βάση βάσει σχετικής ανακοίνωσης που δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο. Στις σχετικές ανακοινώσεις αναφέρεται ότι απαιτούμενο προσόν για την πρόσληψη εποχικών ναυαγοσωστών είναι η κατοχή διπλώματος ναυαγοσώστη (μετάλλιο αξίας και άνω). Τα διπλώματα ναυαγοσωστικής τα εκδίδει η Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής (η οποία είναι το αρμόδιο όργανο που καθορίζει ποια πρόσωπα κατέχουν τα προσόντα ενός επαγγελματία ναυαγοσώστη) μετά από επιτυχία των ναυαγοσωστών σε σχετικές εξετάσεις τις οποίες διενεργεί η εν λόγω Ομοσπονδία. Τα εν λόγω διπλώματα ισχύουν για δύο χρόνια (Τεκμήριο 12) και για ανανεωθούν (για δύο χρόνια πάλι) οι ναυαγοσώστες πρέπει να περάσουν με επιτυχία εκ νέου τις εξετάσεις της εν λόγω Ομοσπονδίας. Ακολουθώντας την πιο πάνω διαδικασία η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού αποδέχτηκε αίτηση του Αιτητή να εργαστεί ως ναυαγοσώστης για πρώτη φορά στις 17/06/
- Ακολούθως απασχόλησε τον Αιτητή με βάση την πιο πάνω διαδικασία και δυνάμει συμβάσεων εργασίας εποχιακής απασχόλησης μέχρι τις 30/11/
- Πιο συγκεκριμένα, o Αιτητής, σύμφωνα με το αρχείο που τηρείται στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, απασχολήθηκε στην υπηρεσία της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού ως εποχικός ναυαγοσώστης - μέλος της Ομάδας Διασώσεως Λουομένων στην Επαρχία Λεμεσού τις πιο κάτω περιόδους (Τεκμήριο 5): 17/06/2000-30/09/2000 01/06/2001-31/10/2001 04/06/2002-31/10/2002 01/05/2003-31/10/2003 01/05/2004-31/10/2004 02/05/2005-31/10/2005 01/05/2006-31/10/2006 01/05/2007-31/10/2007 01/05/2008-31/10/2008 13/04/2009-30/11/2009 01/04/2010-30/11/2010 01/04/2011-30/11/2011 01/04/2012-30/11/2012 01/04/2013-30/11/2013 Ο Αιτητής κατείχε το Δίπλωμα «Ασημένιο Μετάλλιο» το οποίο εκδόθηκε από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής στις 16/09/2010 (Τεκμήριο 3). Στο εν λόγω δίπλωμα αναγράφεται ότι το δίπλωμα έχει ισχύ για τρία χρόνια αλλά η εν λόγω εκτύπωση έχει διαγραφεί χειρόγραφα και στη θέση της υπάρχει μια χειρόγραφη σημείωση ότι το δίπλωμα έχει ισχύ για δύο χρόνια. Στις 28/02/2013 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού για να προσληφθεί ως ναυαγοσώστης (Τεκμήριο 2) στην οποία ανέγραψε ότι είναι κάτοχος του 4ου Ορειχάλκινου Διπλώματος ναυαγοσωστικής και επισύναψε πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου, ιατρική βεβαίωση και άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους. Δεν επισύναψε οποιοδήποτε δίπλωμα ναυαγοσωστικής. Ο Αιτητής το 2013 απασχολήθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ως εποχικός ναυαγοσώστης από τις 06/04/2013 μέχρι τις 30/11/2013 (Τεκμήριο 16). Τον Ιανουάριο του 2014 η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού δημοσίευσε ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο στην οποία ανέφερε ότι γίνονται δεκτές αιτήσεις για απασχόληση αριθμού ναυαγοσωστών για την περίοδο 01/04/2014-30/11/2014 (Τεκμήρια 4 και 13). Στην εν λόγω ανακοίνωση αναφέρονταν τα πιο κάτω: « ........................
- ........................
- Απαιτούμενα Προσόντα Δίπλωμα ναυαγοσώστη (μετάλλιο αξίας και άνω), Δίπλωμα Πρώτων Βοηθειών, Δίπλωμα χρήσης αυτόματου εξωτερικού απιδινωτή. Πείρα σχετική με τα καθήκοντα του ναυαγοσώστη και η κατοχή άδειας Χειριστή ταχύπλοου σκάφους θα αποτελούν πλεονέκτημα.
- Οι αιτήσεις θα πρέπει να αποσταλούν στον Έπαρχο Λεμεσού, πριν την 1ην Μαρτίου,
- Έντυπα Αιτήσεων και πληροφορίες, μπορεί να ληφθούν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού (Αρ. Τηλεφώνου 25-806418).
- Οι αιτήσεις να συνοδεύονται απαραίτητα από «Πιστοποιητικό Υγείας» και «Πιστοποιητικό Καλού Χαρακτήρα» από την Αστυνομία.» Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στις 17/02/2014 (Τεκμήριο 14) να προσληφθεί ως ναυαγοσώστης. Στην εν λόγω αίτηση σημείωσε ότι είναι κάτοχος του 4ου Διπλώματος ναυαγοσωστικής και επισύναψε πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου, ιατρική βεβαίωση και άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους. Δεν επισύναψε οποιοδήποτε δίπλωμα ναυαγοσωστικής. Στις 05/03/2014 η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού απέστειλε φαξ στην Παγκύπρια Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής με το οποίο ζητούσε όπως επιβεβαιωθούν τα στοιχεία του Αιτητή (Τεκμήριο 15). Στις 24/03/2014 η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού απέστειλε επιστολή στον Αιτητή (στην οποία επισύναπτε επιστολή της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ναυαγοσωστικής ημερ. 05/03/2014 προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στην οποία αναφερόταν ότι το δίπλωμα ναυαγοσώστη του Αιτητή έληξε και δεν είναι σε ισχύ) με την οποία τον πληροφορούσε ότι η πρόσληψή του δεν ήταν δυνατή για τον λόγο ότι το δίπλωμα της ναυαγοσωστικής που κατέχει έχει λήξει και δεν έχει αποταθεί στην Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής για ανανέωσή του (Τεκμήριο 6). Οι δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν επιστολή στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στις 25/04/2014 (Τεκμήριο 7) με την οποία ζητούσαν όπως η απασχόληση του Αιτητή ως ναυαγοσώστη συνεχιστεί καθότι ο Αιτητής: «(α) υπό τις περιστάσεις που εργαζόταν είχε καταστεί εργοδοτούμενος με σύμβαση απασχόλησης αορίστου χρόνου, (β) στις 03/04/2013 «έτυχε των απαιτούμενων εξετάσεων από την Αρμόδια Αρχή», και «κατέβαλε τα αντίστοιχα τέλη για την ανανέωση του διπλώματος ναυαγοσωστικής», και (γ) από τον Απρίλιο 2013 συνέχισε την απασχόλησή του ως ναυαγοσώστης με υπόδειξη της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ναυαγοσωστικής αφού η ανανέωση από αυτήν του εν λόγω διπλώματος ήταν πλέον θέμα τυπικής διαδικασίας.» Η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού απάντησε στους δικηγόρους του Αιτητή με επιστολή της ημερ. 12/05/2014 (Τεκμήριο 8) στην οποία σημείωναν ότι επειδή
(1)ο Αιτητής δεν προσκόμισε μαζί με την αίτησή του για πρόσληψη ως ναυαγοσώστης οποιοδήποτε δίπλωμα ναυαγοσωστικής και
(2)η Παγκύπρια Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής ενημέρωσε την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ότι το δίπλωμα του Αιτητή δεν είναι πλέον σε ισχύ, ο Αιτητής δεν πληρούσε την απαραίτητη προϋπόθεση για πρόσληψη ναυαγοσώστη σε σχέση με την κατοχή «Διπλώματος Ναυαγοσώστη» και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να προσληφθεί. Ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε το 2014 από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ως ναυαγοσώστης. Οι μηνιαίες απολαβές του Αιτητή κατά την περίοδο που εργαζόταν ως ναυαγοσώστης στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού δεν ήταν σταθερές και περαιτέρω ο Αιτητής δικαιούτο 13ο μισθό (Βλ. Τεκμήριο 1 - αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών του Αιτητή που εκδόθηκαν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη 2000-2013). Στις 07/10/2017 η Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους του Αιτητή (Τεκμήριο 11) στην οποία αναφερόταν ότι το 2013 μετά από αίτηση του Επαρχιακού Ναυαγοσωστικού Ομίλου Λεμεσού ο Αιτητής το 2013 εξετάστηκε και πέτυχε για τις απαιτήσεις του Ορειχάλκινου Μεταλλίου και ότι το 2013 ο Αιτητής κατείχε το εν λόγω μετάλλιο το οποίο ήταν σε ισχύ. Από το 2015 μέχρι και σήμερα ο Αιτητής απασχολείται ως ναυαγοσώστης στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Τα πιο πάνω συνιστούν κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές. Ο Αιτητής στις 10/09/2014 καταχώρησε την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς με την οποία αξιώνει από τον Καθ' ου η Αίτηση πληρωμή αντί προειδοποίησης, αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του, νόμιμους τόκους, δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Στους γενικούς λόγους της αίτησής του αναφέρει ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάστηκε στην υπηρεσία της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού από το 2000 μέχρι το 2013 τον κατέστησαν εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου τον Απρίλιο του 2014 δεν θα προσλαμβανόταν εκ νέου αλλά θα συνέχιζε την απασχόλησή του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τον Απρίλιο του 2013 εξετάστηκε από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής και κατέβαλε τα απαραίτητα τέλη για ανανέωση του διπλώματός του πράττοντας με αυτό τον τρόπο όλα τα δέοντα για τη συνέχιση της απασχόλησής του. Είναι η θέση του ότι τον Απρίλιο του 2014 η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού τερμάτισε παράνομα και χωρίς λόγο την απασχόλησή του. Ο Καθ' ου η Αίτηση με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου καθότι απασχολείται για εποχικές και προσωρινές ανάγκες, ότι η απασχόληση του Αιτητή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι η περίοδος που εργάστηκε το 2013 και ότι το 2014 ο Αιτητής δεν μπορούσε να προσληφθεί καθότι δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα για την απασχόλησή του. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Ν.24/67 και είναι οι πιο κάτω: «(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλομένη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης. (β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV. (γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου· (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή· (ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Ο Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 ως έχει τροποποιηθεί (Ν.98(Ι)/2003)εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ («η Οδηγία») η οποία Οδηγία αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18/3/2009 από τους Ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους («η Συμφωνία Πλαισίου»). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις της Οδηγίας ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας[1]. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003 (όπως ήταν το λεκτικό του κατά τον ουσιώδη χρόνο): «7.
(1)Όπου: (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως· (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν: (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας, δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και Εθελοντών Υπαξιωματικών.
(3)...............................» Σκοπός της Συμφωνίας Πλαισίου είναι (α) η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και (β) η καθιέρωση ενός πλαισίου για να διασφαλιστεί η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (βλέπε ρήτρα 1 της Συμφωνίας Πλαισίου). Για την αποτροπή της καταχρηστικής χρήσης των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου η ρήτρα 5
(1)της Συμφωνίας Πλαισίου επιβάλει στα κράτη μέλη να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα (
- i)να καθορίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων εργασίας, (
- ii)να καθορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (iii) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων εργασίας. Η ρήτρα 5
(2)της Συμφωνίας Πλαισίου προνοεί ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (α) θεωρούνται διαδοχικές και (β) χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Στην υπόθεση C-212/04 Αδενέλερ ημερ. 4/6/2006 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δ.Ε.Ε.») ανέφερε ότι οι πιο πάνω διατάξεις της Συμφωνίας Πλαισίου παρέχουν στα κράτη μέλη περιθώρια εκτίμησης σε σχέση με την επίτευξη του σκοπού υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη εγγυώνται το αποτέλεσμα που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Αποφασίζοντας ότι δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία δικαιολογείται μόνον από το γεγονός ότι προβλέπεται σε γενική νομοθετική ή κανονιστική διάταξη κράτους μέλους σημείωσε ότι η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» κατά την εν λόγω ρήτρα της Συμφωνίας Πλαισίου απαιτεί να δικαιολογείται η χρήση αυτού του ειδικού τύπου σχέσεων εργασίας, όπως προβλέπεται στην εθνική ρύθμιση, από την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων που άπτονται, μεταξύ άλλων, της σχετικής δραστηριότητας και των συνθηκών άσκησής της[2]. Περαιτέρω αφού διευκρίνισε ότι: «Ναι μεν η παραπομπή αυτή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των συγκεκριμένων κανόνων εφαρμογής των όρων «διαδοχικές» και «αορίστου χρόνου» κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου εξηγείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα αυτό, πλην όμως πρέπει να υπομνησθεί ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται έτσι στα κράτη μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου.... Ειδικότερα, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως δεν πρέπει να ασκείται από τις εθνικές αρχές κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε κατάσταση δυνάμενη να δώσει λαβή σε καταχρήσεις και να παρακωλύσει έτσι την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.» τόνισε ότι η έννοια τωv «διαδοχικών συμβάσεων» είναι καθοριστική για τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής των εθνικών διατάξεων που θέτουν σε εφαρμογή τη Συμφωνία Πλαισίου και αποφάσισε ότι εθνική ρύθμιση, η οποία θεωρεί ότι μόνον οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων δεν μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρούνται «διαδοχικές», δεν είναι συμβατή με τη Συμφωνία Πλαισίου γιατί υπάρχει κίνδυνος υπονόμευσης της προστασίας που παρέχεται στους εργοδοτούμενους με τη Συμφωνία Πλαισίου[3]. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Δ.Ε.Ε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07 Αγγελιδάκη ημερ. 23/4/2009 στην οποία το Δ.Ε.Ε. διευκρίνισε ότι η έννοια των αντικειμενικών λόγων νοείται ότι: «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους.» και σημείωσε ότι μια εθνική διάταξη που επιτρέπει γενικά και αφηρημένα μέσω κανόνα προβλεπόμενου σε νόμο ή κανονιστική πράξη τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι συμβατή με τις απαιτήσεις, την πρακτική αποτελεσματικότητα και τον σκοπό της Συμφωνίας Πλαισίου καθότι επειδή είναι αμιγώς τυπικής φύσεως και δεν δικαιολογεί ειδικώς τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων που οφείλονται στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες άσκησής της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρηστικής χρησιμοποίησης αυτών των συμβάσεων. Τόνισε ότι οι αρχές του κράτους μέλους οφείλουν να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση της ρήτρας 5
(1)της Συμφωνίας Πλαισίου εξακριβώνοντας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι η εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που προορίζονται να καλύπτουν προσωρινές ανάγκες δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Εξετάζοντας κατά πόσον εθνική ρύθμιση η οποία αναγνωρίζει ως «διαδοχικές» μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών
(3)μηνών είναι σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πλαισίου έκρινε ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν είναι, καθ' εαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική και δεν αντιβαίνει κατ΄ αρχήν στη ρήτρα 5
(1)καθότι το χρονικό αυτό διάστημα μπορεί κατά κανόνα να θεωρηθεί ως επαρκές για τη διακοπή κάθε υφιστάμενης σχέσης εργασίας, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται διαδοχική οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας υπογραφεί ενδεχομένως αργότερα αλλά σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της Συμφωνίας Πλαισίου και επομένως καλούνται να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων τον αριθμό των διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα, ημερ. 15/9/2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
- Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη.
- Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ΄ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ΄ ολοκληρία.
- Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ΄ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μια διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Στην απόφαση του Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση C-586/10 B. KücüK, ημερ. 26/1/2012 τονίστηκε ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν να μεριμνούν ώστε η εφαρμογή των αντικειμενικών λόγων, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικείας δραστηριότητας και των όρων άσκησής της, να είναι σύμφωνη προς τις επιταγές της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου και να διασφαλίσουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση των προνοιών των ρητρών της Συμφωνίας Πλαισίου «επαληθεύοντας συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών» και όχι για να καλύψει μόνιμες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Περαιτέρω σημείωσε ότι: «Κατά την εφαρμογή της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτου.» Το Δ.Ε.Ε., αφού σημείωσε ότι παρόλο που η εκτίμηση του αντικειμενικού λόγου αφορά την ανανέωση της τελευταίας από τις συναφθείσες συμβάσεις εργασίας, η ύπαρξη, ο αριθμός και η διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας αυτού του είδους που έχουν συναφθεί με τον ίδιο εργοδότη στο παρελθόν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εξετάσεως και ότι εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους να εξετάσουν στην κάθε περίπτωση όλες τις προκείμενες περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη (α) μεταξύ άλλων τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας προκειμένου να αποκλείσουν το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες, και (β) όλες τις περιστάσεις που αφορούσαν την ανανέωση των επίδικων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας εφόσον από τις εν λόγω περιστάσεις μπορεί να προκύψουν ενδείξεις κατάχρησης, αποφάνθηκε ότι κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η ανανέωση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο, οι αρχές των κρατών μελών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, οφείλουν να λάβουν υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, περιλαμβανομένου του αριθμού και της συνολικής διάρκειας των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί στο παρελθόν με τον ίδιο εργοδότη[4]. Δυνάμει του άρθρου 7 του Ν.98(Ι)/2003 εργοδοτούμενος που απασχολήθηκε σε εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε για πρώτη φορά είτε κατόπιν ανανέωσης της αρχικής σύμβασης για συνολική περίοδο τριάντα
(30)μηνών ή περισσότερο ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση εργασίας του θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Δηλαδή εισάγεται με το πιο πάνω άρθρο νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση από ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου και το οποίο μπορεί να ανατραπεί από τον εργοδότη αν αποδείξει ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι μη μετατροπής. Το εδάφιο
(2)του άρθρου αυτού παραθέτει ενδεικτικά τέτοιους λόγους. Στον Ν.98(Ι)/2003 δεν περιέχεται οποιοσδήποτε ορισμός της έννοιας των «διαδοχικών συμβάσεων» αλλά γίνεται αναφορά σε απασχόληση είτε μετά από ανανέωση σύμβασης ορισμένου χρόνου είτε άλλως πως και σε απασχόληση ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου γεγονός που δεικνύει ότι η ενδιάμεση διακοπή που μεσολαβεί από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν καθίσταται καταλυτική για τον συνολικό υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εκτός αν η διακοπή ήταν τέτοια φύσης και ουσίας που να εμποδίζει (α) τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου να θεωρηθούν ως διαδοχικές και συνακόλουθα (β) την πρόσθεση των περιόδων απασχόλησης για σκοπούς συνολικής περιόδου απασχόλησης. Όπως έχει νομολογηθεί το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.24/67 είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων («within the band of reasonable responses of reasonable employer») [5]. Κατά την άσκηση του δικαιώματος του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[6]. (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[7] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67 προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Το άρθρο 5 του Ν.24/67 προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Ν.24/67, «..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από τον εργοδότη. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Ν.24/
- Ενόψει του ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στην ίδια θέση με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για συνολική περίοδο πραγματικής απασχόλησης μεγαλύτερης των 30 μηνών, η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση έχει το βάρος να αποδείξει ότι η μη πρόσληψη του Αιτητή ως ναυαγοσώστη τον Απρίλιο του 2014, είτε δεν συνιστούσε τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή στη βάση του ότι ο Αιτητής το 2014 δεν ήταν εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου σύμφωνα με τον Ν.98(Ι)/2003 είτε συνιστούσε νόμιμο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή σύμφωνα με τον Ν.24/67, με συνέπεια να μην παρέχονται στον Αιτητή τα δικαιώματα της αποζημίωσης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Καθ' ου η Αίτηση κατέθεσε ο κ. XXXXX Αντωνίου, Προϊστάμενος Ναυαγοσωστών της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού από το
- Ο Αιτητής υποστήριξε το αίτημά του μόνο με τη δική του μαρτυρία. Μαρτυρία Ο XXXXX Αντωνίου κατέθεσε ότι η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού με επιστολή της ημερομηνίας 05/03/2014 προς την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής (Τεκμήριο 15) ζήτησε επιβεβαίωση των στοιχείων του Αιτητή επειδή ο Αιτητής παρέλειψε να επισυνάψει δίπλωμα ναυαγοσωστικής στην αίτηση που υπέβαλε το 2014 για πρόσληψή του ως εποχικός ναυαγοσώστης. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτή η αίτηση του Αιτητή για πρόσληψη το 2014 ήταν η μη προσκόμιση από μέρους του διπλώματος ναυαγοσωστικής. Είπε ότι δεν γνωρίζει κάτω από ποιες προϋποθέσεις προσλήφθηκε ο Αιτητής το 2013 ως εποχικός ναυαγοσώστης, αν το 2013 ο Αιτητής είχε δίπλωμα ναυαγοσωστικής σε ισχύ και πότε και αν η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού το 2014 ζήτησε από τον Αιτητή να προσκομίσει δίπλωμα ναυαγοσωστικής. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει κατά ποσόν τα διπλώματα ναυαγοσωστικής βρίσκονται στον φάκελο του κάθε ναυαγοσώστη που απασχολείται από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στα γραφεία της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού. Σε υποβολή ότι η συνήθης πρακτική που ακολουθείτο ήταν οι αιτητές να μην επισυνάπτουν τα διπλώματα ναυαγοσωστικής στην αίτησή τους, απάντησε ότι το έντυπο της αίτησης υποβάλλεται μαζί με το δίπλωμα ναυαγοσωστικής. Σημείωσε όμως ότι δεν μπορεί να απαντήσει για τις διαδικασίες που ακολουθούνταν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού πριν το
- Ήταν η θέση του ότι τα διπλώματα ναυαγοσωστικής αποστέλλονται από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής στον Ναυαγοσωστικό Όμιλο Λεμεσού και δίνονται στους ναυαγοσώστες που πέτυχαν στις εξετάσεις. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αρμόδιος λειτουργός της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού πριν απορρίψει την αίτηση του Αιτητή το 2014 ρώτησε τον Αιτητή κατά πόσον υποβλήθηκε σε εξετάσεις από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής το 2013 ή το
- Ο Αιτητής καταθέτοντας ισχυρίστηκε ότι το 2013 του αναφέρθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ότι το δίπλωμα ναυαγοσωστικής που πήρε το 2010 (Τεκμήριο 3) δεν ήταν σε ισχύ επειδή έληγε σε δύο χρόνια από την ημερομηνία έκδοσής του ενώ αυτός είχε την εντύπωση ότι είχε ισχύ τριών χρόνων και του ειπώθηκε ότι δεν μπορούν να τον προσλάβουν για το
- Ισχυρίστηκε ότι μετά από συνάντηση που είχε με την τότε Έπαρχο Λεμεσού συμφωνήθηκε όπως δώσει τις εξετάσεις της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ναυαγοσωστικής και αν τις περάσει να προσληφθεί. Υποστήριξε ότι αρχές Απριλίου 2013 εξετάστηκε από πρόσωπα της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ναυαγοσωστικής σε ειδικές εξετάσεις που έγιναν μόνο για το πρόσωπό του και ότι πέρασε με επιτυχία τις εν λόγω εξετάσεις. Ισχυρίστηκε ότι αυτός κατέβαλε στην Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής τα σχετικά τέλη για την έκδοση του διπλώματος ναυαγοσωστικής. Ότι στη συνέχεια προσλήφθηκε ως ναυαγοσώστης από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού χωρίς να του ζητήσουν να τους παραδώσει το σχετικό δίπλωμα. Είπε ότι όταν ανέγραψε στην αίτηση που υπέβαλε το 2014 ότι ήταν κάτοχος του 4ο διπλώματος ναυαγοσωστικής αναφερόταν στον βαθμό της επιτυχίας του στις εξετάσεις που έδωσε το
- Εφόσον πέτυχε στις εξετάσεις του 2013 το δίπλωμά του ίσχυε και για το
- Ήταν η θέση του ότι όταν το 2014 τον ενημέρωσαν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ότι δεν θα τον προσλάβουν γιατί δεν έχει δίπλωμα ναυαγοσωστικής σε ισχύ ζήτησε όπως συναντηθεί με τους αρμόδιους λειτουργούς της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού. Ότι οι εν λόγω λειτουργοί δεν δέχτηκαν να τον συναντήσουν και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί τους τους εξήγησε τι έγινε το
- Ότι αυτοί του απάντησαν ότι το 2013 εργοδοτήθηκε παράνομα. Ήταν η θέση του ότι ζήτησε από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής να του αποστείλουν το δίπλωμα ναυαγοσωστικής αλλά αυτοί του απάντησαν ότι δεν έχουν τίποτα. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι το 2013 το δίπλωμά του δεν στάληκε στον Ναυαγοσωστικό Όμιλο Λεμεσού επειδή οι εξετάσεις που αυτός έδωσε ήταν μόνο για το πρόσωπό του και όχι οι κανονικές εξετάσεις όπου εξετάζονται πολλά πρόσωπα μαζικά. Παρά το ότι η εν λόγω εξέταση έγινε μόνο για το πρόσωπό του ήταν μια κανονική εξέταση και εφόσον πέτυχε και πήρε το δίπλωμά του το εν λόγω δίπλωμα ήταν σε ισχύ για δύο χρόνια. Ανάλυση μαρτυρίας - Εφαρμογή νομικής πτυχής Α. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αντικείμενο των εργασιών της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού ήταν η εποχιακή προστασία των λουομένων κατά την «καλοκαιρινή» περίοδο. Στα πλαίσια αυτών των εργασιών ενέπιπτε και η εργοδότηση των ναυαγοσωστών. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα διαφαίνεται ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε ως εποχικός ναυαγοσώστης στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού με 14 συμβάσεις ορισμένου χρόνου για 14 συνεχόμενες χρονιές για την «καλοκαιρινή» περίοδο που καθόριζε η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στις σχετικές ανακοινώσεις της. Λαμβάνοντας υπόψη (α) τον αριθμό των συμβάσεων που έχουν συναφθεί με τον Αιτητή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, (β) το γεγονός ότι από το 2000 μέχρι το 2014 ο Αιτητής απασχολείτο από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού κάθε «καλοκαιρινή» περίοδο και (γ) τα γεγονότα ότι
(1)από το 2003 μέχρι το 2008 οι συμβάσεις συνάπτονταν για περίοδο 6 μηνών και
(2)από το 2009 μέχρι το 2013 για περίοδο 8 μηνών και υπό το φως του σκοπού της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου και των καθοδηγητικών αρχών που έθεσε το Δ.Ε.Ε., βρίσκουμε ότι το χρονικό διάστημα και η διακοπή που μεσολαβούσε από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν επαρκούν για να διακόψουν την υφιστάμενη σχέση εργασίας ώστε οι συμβάσεις εργασίας του Αιτητή να μην μπορούν να θεωρηθούν ως διαδοχικές. Κρίνουμε ότι εφόσον οι συμβάσεις εργασίας γίνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα (κάθε χρόνο) για την ίδια εργασία για την περίοδο που η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ασκούσε τις σχετικές εργασίες η περίοδος που μεσολαβούσε μεταξύ των συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια που διακόπτει τη διαδοχικότητα των συμβάσεων εργασίας στον βαθμό που να θέτει την παρούσα περίπτωση εκτός της εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ώστε να μην μπορούν να προστεθούν όλες οι περίοδοι περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού για σκοπούς καθορισμού της συνολικής περιόδου απασχόλησής του με βάση τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Η συνολική περίοδος απασχόλησης του Αιτητή με συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 88 μήνες. Δηλαδή υπερέβαινε τους 30 μήνες. Συνακόλουθα ο Αιτητής πληρούσε τα κριτήρια που προβλέπει ο Ν.98(Ι)/2003ώστε να θεωρηθεί ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου τον Απρίλιο του
- Εν όψει τούτου, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον Καθ' ου η Αίτηση να αποδείξει ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή δεν μπορούσε να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου λόγω της ύπαρξης αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούσαν την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση των αντικειμενικών λόγων που προβάλει ο εργοδότης οφείλει να λάβει υπόψη του τον επιδιωκόμενο σκοπό της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου ώστε να μην γίνονται δεκτοί λόγοι που αντί να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου τη διευκολύνουν και ότι είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται με την προσωρινότητα της ασκούμενης δραστηριότητας από τον εργοδοτούμενο που απασχολείται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Στην παρούσα περίπτωση, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν προέβαλε συγκεκριμένους αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι κατά την κατάρτιση και τη λήξη των συμβάσεων εργασίας του Αιτητή συνέτρεχαν επαρκή και εκ των προτέρων γνωστά στοιχεία τα οποία να στηρίζουν την προσωρινότητα των αναγκών του εργοδότη (δηλαδή να στηρίζουν με ασφάλεια την πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου για εργασία θα πάψουν να υπάρχουν οι ανάγκες εργοδότησης του Αιτητή ως ναυαγοσώστη κατά τις «καλοκαιρινές» περιόδους, οι οποίες είναι οι εποχές που ασκούσε η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού την εργασία της που αφορούσε την προστασία των λουομένων. Το γεγονότα της παρούσας (ο αριθμός και η διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει ο Αιτητής με την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας και η συνολική διάρκεια απασχόλησης του Αιτητή υπό τις περιστάσεις της ασκούμενης δραστηριότητας της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού) δεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι είναι παροδικές και θα έχουν περιορισμένη διάρκεια αλλά για την εκτέλεση μόνιμων, πάγιων και διαρκών εργασιών. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση απέτυχε να αποδείξει ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή και απέκλειαν τη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνακόλουθα ο Αιτητής τον Απρίλιο του 2014 ήταν εργοδοτούμενoς αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου η αίτηση του Αιτητή για πρόσληψη το 2014 δεν αφορούσε νέα πρόσληψη του Αιτητή τον Απρίλιο του
- Συνεπώς η μη πρόσληψη του Αιτητή το 2014 ισοδυναμεί με τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή και βάσει των πιο πάνω ο εν λόγω τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει των προνοιών της παραγράφου (δ) του άρθρου 5 του Ν.24/
- Β. Αξιολογώντας την ενώπιόν μας μαρτυρία παρατηρούμε ότι ο κ. Αντωνίου δεν γνώριζε προσωπικά, άμεσα και θετικά τις περιστάσεις που αφορούσαν το πρόσωπο του Αιτητή κατά το 2013 και
- Αυτά που γνώριζε θετικά και μας ανέφερε αφορούσαν την πρακτική που συνήθως ακολουθείτο από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού μετά το
- Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στη σχετική μαρτυρία του. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι το 2013 υπήρξε αμφισβήτηση κατά πόσον το δίπλωμα που κατείχε ήταν σε ισχύ και ότι το 2013 εξετάστηκε ειδικά από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής και πέρασε με επιτυχία τις εν λόγω εξετάσεις παίρνοντας το Ορειχάλκινο Μετάλλιο και κατέβαλε τα αναγκαία τέλη για την έκδοση του σχετικού διπλώματος αλλά δεν προσκόμισε το εν λόγω δίπλωμα στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού επειδή ουδέποτε του αποστάληκε από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής υποστηρίζονται τόσο από τα ενώπιόν μας Τεκμήρια (Τεκμήριο 3, 7, 11 και 16) όσο και από το γεγονός ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού το 2013 τη στιγμή που (α) το τελευταίο δίπλωμα που κατατέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με τον Αιτητή ήταν αυτό το 2010 (Τεκμήριο 3) και (β) στην αίτηση του Αιτητή για το 2013 (Τεκμήριο 2) δεν επισυναπτόταν δίπλωμα ναυαγοσωστικής. Συνακόλουθα οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή γίνονται αποδεκτοί ως αξιόπιστοι και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Με δεδομένο ότι τα διπλώματα ναυαγοσωστικής ισχύουν για δύο χρόνια βρίσκουμε ότι ο Αιτητής το 2014 κατείχε δίπλωμα ναυαγοσωστικής το οποίο βρισκόταν σε ισχύ. Περαιτέρω από το σύνολο του ενώπιόν μας μαρτυρικού υλικού διαφαίνεται ότι η απόφαση για μη απασχόληση του Αιτητή του 2014 λήφθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στις 24/03/2014 (Τεκμήριο 6) χωρίς να δοθεί στον Αιτητή η ευκαιρία να θέσει ενώπιον της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού τη δική του εκδοχή σχετικά με το δίπλωμα ναυαγοσωστικής που ανέφερε στην αίτησή του για το 2014 ότι κατείχε. Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Αιτητής το 2014 ήταν εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου ο οποίος απασχολήθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού το 2013 με δίπλωμα ναυαγοσωστικής το οποίο πήρε το 2013 και το οποίο ίσχυε για δύο χρόνια κρίνουμε ότι η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού λανθασμένα και αβάσιμα αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να απασχολήσει το 2014 τον Αιτητή λόγω μη κατοχής του απαιτούμενου διπλώματος ναυαγοσωστικής. Η εν λόγω απόφασή της συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή καθότι δεν εμπίπτει στις πρόνοιες των παραγράφων (α), (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Ν.24/
- Λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2013 παρά το ότι στην αίτηση για πρόσληψη ως ναυαγοσώστης αναγραφόταν ότι τα διπλώματα έπρεπε να επισυναφθούν ο Αιτητής απασχολήθηκε χωρίς να επισυνάψει σχετικό δίπλωμα ναυαγοσωστικής στην αίτησή του και ότι το 2014 η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ζήτησε επιβεβαίωση των στοιχείων του Αιτητή από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής χωρίς να λάβει υπόψη της το προηγούμενο ιστορικό του Αιτητή και χωρίς να ζητήσει από τον Αιτητή να της επιβεβαιώσει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που ήρθαν στην κατοχή της από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής στερώντας από τον Αιτητή την ευκαιρία να αμφισβητήσει και να αντικρούσει τις πληροφορίες που δόθηκαν από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ναυαγοσωστικής σχετικά με το πρόσωπό του, κρίνουμε ότι η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού καταλήγοντας ότι δεν μπορούσε να απασχολήσει τον Αιτητή το 2014 λόγω μη κατοχής των απαραίτητων προσόντων και της μη επισύναψης από τον Αιτητή του διπλώματος ναυαγοσωστικής στην αίτησή του για το 2014 δεν ενήργησε ως ένας μέσος λογικός εργοδότης. Γ. Κατά συνέπεια και επειδή ο πιο πάνω τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν έγινε νόμιμα για κάποιο ή κάποιους από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Ν.24/67 είναι παράνομος και σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67 ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Αποζημιώσεις και Πληρωμή αντί προειδοποίησης Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σελ. 104-105 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» (Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Παπαχριστοδούλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies v. Mαυρομμάτη
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1829.) Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής ήταν στην υπηρεσία της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού για 7 χρόνια (88 μήνες ÷ 12) για σκοπούς του Ν.24/
- Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 της παραγράφου 4 του Τετάρτου Πίνακα και του άρθρου 5(α) του Τρίτου Πίνακα του Ν.24/67, για την περίπτωση του Αιτητή ως εβδομαδιαία ημερομίσθια για σκοπούς του Ν.24/67 θεωρούνται ο μέσος όρος των εβδομαδιαίων ημερομισθίων των τελευταίων δώδεκα πλήρων εβδομάδων εργασίας πριν την απόλυσή του. Στην παρούσα περίπτωση με βάση τις απολαβές του Αιτητή για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2013 ο εν λόγω μέσος όρος αντιστοιχεί σε €389,69 [(€1.433 + €1.598 + €1.433) ÷ 12 = €372,00) + (€920 (13ος μισθός) ÷ 52) = €17,69]. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή όπως αυτές αναφέρονται πιο πάνω στην παρούσα απόφαση, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή όπως το σημειώσαμε πιο πάνω, (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας του Αιτητή (7 χρόνια), (δ) το ότι ο Αιτητής μόνο το 2014 δεν απασχολήθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού αφού το 2015 εργοδοτήθηκε ξανά από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και (ε) το ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιόν μας για την ηλικία του Αιτητή, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 15.5 εβδομάδων (οι οποίες αντιστοιχούν στο ποσό που θα ελάμβανε στην περίπτωση που απολυόταν για λόγους πλεονασμού), ήτοι €6.040,20 (ήτοι 15.5Χ€389,69). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Ν.24/67 ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων ήτοι ποσό €3.117,
- Κατάληξη Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση για το συνολικό ποσό των €9.157,72 πλέον νόμιμο τόκο. Τέλος επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος του Καθ' ου η Αίτηση το ποσό των €1.800 πλέον Φ.ΠΑ. ως δικηγορικά έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Δ. Αναστασίου, Μέλος Ν. Καλαθάς, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπε Αποφάσεις ΔΕΕ Case C- 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim [1984] ECR 1891 και Case C-106/89 Marleasing SA [1992] ECR 1-
- [2] «Υπό τις συνθήκες αυτές, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων», κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν στο ειδικό αυτό πλαίσιο τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και από τα συμφυή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, από την επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους. Αντιθέτως, μια εθνική διάταξη που θα περιοριζόταν στο να επιτρέπει, γενικά και αφηρημένα μέσω κανόνα προβλεπομένου σε νόμο ή κανονιστική πράξη, τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν θα ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις που προσδιορίστηκαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις. Συγκεκριμένα, μια τέτοια διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεώς της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρηστικής χρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. Έτσι, αν γινόταν δεκτό ότι μια εθνική διάταξη μπορεί, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διευκρίνιση, να δικαιολογεί διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τούτο θα σήμαινε ότι αγνοείται ο σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου, που συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων από την αστάθεια της απασχολήσεως, και ότι καθίσταται άνευ ουσίας η αρχή ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου συνιστούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας. Ειδικότερα, η χρησιμοποίηση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με μοναδικό έρεισμα μια γενική νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, άσχετα προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οικείας δραστηριότητας, δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε μια γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και είναι αναγκαία προς τούτο». [3] « Επιβάλλεται όμως συναφώς η διαπίστωση ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. Συγκεκριμένα, όπως τόνισαν το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή, καθώς και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 67 έως 69 των προτάσεών της, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα διαφόρων συμβάσεων εργασίας που συνήφθησαν η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, καθώς, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στην πλειονότητα των περιπτώσεων άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξεως των 20 εργασίμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του. Επιπλέον, μια εθνική ρύθμιση του είδους της επίμαχης στο πλαίσιο της κύριας δίκης υπάρχει κίνδυνος να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνον να αποκλειστεί στην πράξη ένας μεγάλος αριθμός σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από το ευεργέτημα της προστασίας των εργαζομένων που επιδιώκει η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο, καθιστώντας εν πολλοίς άνευ ουσίας τον σκοπό που αυτές επιδιώκουν, αλλά και να καταστεί δυνατή η καταχρηστική χρησιμοποίηση τέτοιων σχέσεων εργασίας από τους εργοδότες..... Έτσι, αρκεί ο εργοδότης να αφήσει να παρέλθει, μετά τη λήξη κάθε συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα μόνον 21 εργασίμων ημερών προτού συνάψει άλλη σύμβαση της ίδιας φύσεως, ώστε να αποκλειστεί αυτομάτως η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων σε σταθερότερη σχέση εργασίας, τούτο δε ανεξαρτήτως τόσο του αριθμού των ετών κατά τα οποία ο οικείος εργαζόμενος απασχολήθηκε στην ίδια θέση όσο και του γεγονότος ότι οι εν λόγω συμβάσεις καλύπτουν όχι περιορισμένης διάρκειας ανάγκες, αλλ' αντιθέτως «πάγιες και διαρκείς». Υπό τις συνθήκες αυτές, τίθεται εν αμφιβόλω η προστασία των εργαζομένων από την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνιστά τον σκοπό της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου.» [4] Βλέπε επίσης τις αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. στις υποθέσεις C-614/15 Popescu v. Directia Sanitar Veterinara ημερ.21/09/2016, C-362/13, C-363/13, C- 407/13 Fiaming a.o v. Reto Ferroviaria Italiana SpA ημερ. 03/07/2014 και C-22/13, C-61/13 -C63/13, C-418/13 Mascolo a.o v. Ministero dell' Instruzione ημερ. 26/11/
- [5] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603 παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 R.L.R. 91: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". [6] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L.PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [7] Βλέπε επίσης Δημήτρης Φωτιάδης v Alpha Bank Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2001. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο