← Κύπρος

ΘΕΟΧΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΘΩΜΑΣ ΚΑΙ DAVID DUNKLEY ως εκκαθαριστές της CYPRUS AIRWAYS PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 953/2014, 13/7/2021

ΘΕΟΧΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΘΩΜΑΣ ΚΑΙ DAVID DUNKLEY ως εκκαθαριστές της CYPRUS AIRWAYS PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 953/2014, 13/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2021:25 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Π. Ρήγα, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 953/2014 Μεταξύ: ΘΕΟΧΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Αιτητής -και- CYPRUS AIRWAYS PUBLIC LTD Καθ' ων η αίτηση Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26.6.2015 Μεταξύ: ΘΕΟΧΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Αιτητής -και- ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΘΩΜΑΣ ΚΑΙ DAVID DUNKLEY ως εκκαθαριστές της CYPRUS AIRWAYS PUBLIC LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 13η Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Α. Ι. Ευσταθίου για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου Για Καθ' ων η αίτηση: Χρ. Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απασχόληση του Αιτητή στους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «οι Κ.Α.» ή «η Εταιρείας») τερματίστηκε στις 18.6.2014, με το αιτιολογικό ότι προέβηκε σε πειθαρχικά παραπτώματα εν ώρα εργασίας. Προηγήθηκε έρευνα και κλήση του Αιτητή να παρουσιαστεί ενώπιον του Πρώτου Εκτελεστικού Διευθυντή για να δώσει τη δική του εκδοχή σε ότι του καταλογιζόταν με το Πόρισμα της Έρευνας. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλει στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι οι Κ.Α. παράνομα και ή αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του. Έτσι με την παρούσα Αίτηση αξιώνει εναντίον τους (α) Δεδουλευμένο μισθό μηνός Ιουνίου 2014, (β) Αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2014, (γ) Αναλογία αδειών, (δ) Αποζημιώσεις αντί προειδοποίησης, (ε) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, (στ) Οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα και ή ποσό το οποίο δικαιούται δυνάμει του Νόμου και ή των Συλλογικών Συμβάσεων και ή εθίμου και ή άλλως πως, (ζ) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και ή περαιτέρω θεραπεία, (η) Νόμιμο τόκο, (θ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι Κ.Α., με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως εκτίθενται στην Αίτηση του. Διατείνονται ότι από την Έκθεση/Πόρισμα του Ερευνώντα Λειτουργού, το οποίο μεταβιβάστηκε και στον Αιτητή, διεφάνη ότι αυτός υπέπεσε σε πολύ σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα. Είναι επίσης η θέση τους ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν νόμιμη, δικαιολογημένη και σύμφωνη με την πάγια νομολογία και ότι τα παραπτώματα στα οποία υπέπεσε ο Αιτητής δικαιολογούσαν τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του. Τέλος ότι του καταβλήθηκαν όλα τα ποσά που δικαιούταν να λάβει. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στις Κ.Α. απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε ένας μάρτυρας, ενώ για τον Αιτητή τέσσερεις μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Κ.Α. ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης της οποίας οι μετοχές διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ασχολείτο δε, με την παροχή αεροπορικών υπηρεσιών και ή αερομεταφορών. Σε έκτακτη γενική συνέλευση που έλαβε χώρα στις 30.1.2015, λήφθηκε η ειδική απόφαση όπως τεθεί υπό εκούσια εκκαθάριση. Στην ίδια συνεδρία, οι μέτοχοι και πιστωτές της Εταιρείας διόρισαν ως Εκκαθαριστές, τους κ.κ. Αυγουστίνο Παπαθωμά και David Dunkley. Οι εν λόγω αποφάσεις δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 6.2.
  1. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Κ.Α. στις 25.4.1988 ως Φορτωτής/ Βοηθός Τροφοδοσίας στο ομώνυμο τμήμα. Στις 2.5.2014 ο Λειτουργός Κινήσεων κ. Ιωάννου (και μάρτυρας στην εν λόγω διαδικασία) κοινοποίησε στον Αιτητή σημείωμα αναφέροντας του ότι σύμφωνα με το σύστημα παρακολούθησης και την αναφορά του Φρουρού Ασφαλείας, στις 25.4.2014 αναχώρησε στις 8:30 μμ από το Τμήμα Τροφοδοσίας με υπηρεσιακό φορτηγό (High Loader) για να εκτελέσει τη φορτοεκφόρτωση της πτήσης CY342 που αναχωρούσε στις 10:00 μμ, χωρίς να έχει μαζί του συνοδηγό, που βάσει των κανονισμών ασφαλείας αυτό απαγορεύεται. Ότι ο συνοδηγός του Χρ. Παναγή αντί να είναι μαζί του αναχώρησε με άλλο όχημα από το Τμήμα, το οποίο με την επιστροφή του βρέθηκε κτυπημένο στο πάνω μέρος και συγκεκριμένα στο σύστημα ψύξης. Γι' αυτό του ζητούσε όπως δώσει γραπτώς εξηγήσεις για ποιο λόγο αναχώρησε χωρίς συνοδηγό και οτιδήποτε γνώριζε για το ατύχημα (Τεκ.3). Με χειρόγραφο σημείωμα που λήφθηκε από την αρμόδια υπηρεσία της Εταιρείας στις 6.5.2014, ο Αιτητής εξήγησε ότι το συγκεκριμένο βράδυ ο Χρ. Παναγή του ανέφερε ότι θα ερχόταν με το μικρό αυτοκίνητο, διότι θα πήγαινε να πάρει αναψυκτικά από τη μηχανή που βρισκόταν μέσα στον δίαυλο. Αφού πήρε τα αναψυκτικά γύρισε στο αεροπλάνο μαζί του για να συνεχίσουν το ξεφόρτωμα. Για το κτύπημα δεν του είχε αναφέρει οτιδήποτε και ούτε ο ίδιος το πρόσεξε, επειδή ήταν νύκτα και δεν ήταν σε εμφανές σημείο (Τεκ.4). Ο Προϊστάμενος Ανθρωπίνου Δυναμικού και Διοίκησης, με υπόμνημα του προς τον Αιτητή ημερ. 9.5.2014, του ανέφερε ότι οι εξηγήσεις που έδωσε στον Λειτουργό Κίνησης δεν κρίνονταν ικανοποιητικές, ότι η ενέργεια του να μεταβεί χωρίς συνοδηγό στο χώρο του αεροδρομίου για τη φορτοεκφόρτωση της πτήσης συνιστούσε σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα και ότι είχε διοριστεί Ερευνών Λειτουργός o κ. Λ. Χριστοδούλου, διοικητικός λειτουργός της Υπηρεσίας Ανθρωπίνου Δυναμικού & Διοίκησης της Εταιρείας ενώπιον του οποίου θα καλείτο να καταθέσει (Τεκ.6). Με την έκθεση του ημερ. 19.5.2014 (Τεκ.7), ο Ερευνών Λειτουργός, αφού αναφέρθηκε στα στοιχεία που είχε ενώπιον του, στα γεγονότα της υπόθεσης ως προέκυπταν από τα εν λόγω στοιχεία, στην έλλειψη καταγραμμένων διαδικασιών σχετικά με τη φορτοεκφόρτωση των πτήσεων και την κίνηση των οχημάτων, στον ελλιπή έλεγχο/οδηγίες προς τους συντονιστές (Dispatcher) σχετικά με τα αντικείμενα που έπρεπε να φορτώνονται στα οχήματα και στις ελλιπείς δια-δικασίες από μέρους των φρουρών στις πύλες του Τμήματος, παρέθεσε τις δικές του εισηγήσεις και κατέληξε στα τελικά συμπεράσματα και στο πόρισμα του, τα οποία παραθέτουμε: «Στοιχεία ενώπιον του ερευνώντα Λειτουργού:
  2. Επιστολή Λειτουργού κινήσεως του Τμήματος Τροφοδοσίας με ημερ. 2 Μαΐου
  3. Κατάθεση του Θ. Κωνσταντίνου που έδωσε στις 12 Μαΐου
  4. Προσωπικός φάκελος κου Θ. Κωνσταντίνου
  5. Κατάθεση του Υπεύθυνου Κινήσεων του Τμήματος κου Ν. Ιωάννου που έδωσε στις 16 Μαΐου
  6. Κατάθεση του Συντονιστή Πτήσεων κου Γ. Χριστοδούλου που έδωσε στις 16 Μαΐου
  7. Συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στις 19 Μαΐου 2014 ο κος Θ. Κωνσταντίνου Γεγονότα της Υπόθεσης: - Στις 25 Απριλίου 2014 ο Αιτητής υπάλληλος του Τμήματος Τροφοδοσίας ήταν προγραμματισμένος για εργασία φορτοεκφόρτωσης αεροσκάφους μαζί με τον Χρ. Παναγή ο οποίος εργοδοτείτο από την εταιρεία SKIRUM. Η εταιρεία SKIRUM είναι εξωτερικός παροχέας υπηρεσιών εργατικού δυναμικού για την φορτοεκφόρτωση αεροσκαφών. - Συγκεκριμένα τους είχε ανατεθεί η φορτοεκφόρτωση της πτήσης CY342 η οποία αναχωρούσε στις 10:00 μμ. - ............... - Ο Αιτητής μπήκε στη θέση του οδηγού αναμένοντας όπως ισχυρίστηκε στην κατάθεση του τον κ. Χρ. Παναγή να έρθει και εκείνος για να αναχωρήσουν. - Ο Χρ. Παναγή του είπε να ξεκινήσει και να τον περιμένει μέσα στο αεροδρόμιο και ότι θα έρθει να τον βρει με άλλο αυτοκίνητο. Ο Χρ. Παναγή του είπε ότι θα πάει να πάρει αναψυκτικά από τη μηχανή που είναι στο operation στο υπόγειο του αεροδρομίου και αμέσως θα τον συναντήσει για να φορτώσουν το αεροσκάφος. - Ο Αιτητής χωρίς να συζητήσει οτιδήποτε μαζί του αναχώρησε μόνος του και περίμενε τον Χρ. Παναγή σε κάποιο σημείο του αεροδρομίου. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στην κατάθεση του ο Αιτητής όταν επέστρεψε σε πολύ λίγο ο συνοδηγός άφησε το μικρό αυτοκίνητο μπήκε στο φορτηγό και πήγαν μαζί στο αεροσκάφος. - Έκαναν τη φορτοεκφόρτωση της πτήσης και επέστρεψαν πίσω στο Τμήμα. - Από την έκθεση που υπέβαλε στη συνέχεια ο Λειτουργός κινήσεων στις 2.5.2014 ο Χρ. Παναγή δικαιολόγησε το ατύχημα του αυτοκινήτου λέγοντας ότι στην προσπάθεια του να μπει στο χώρο που ήταν τα ψυγεία με τα αναψυκτικά κτύπησε το αυτοκίνητο στ πάνω μέρος που βρίσκεται το σύστημα ψύξης και του προκάλεσε ζημιά. - Ο Υπεύθυνος Συντονιστής όπως ανέφερε στην κατάθεση του δεν έδωσε καμιά άδεια στον Χρ. Παναγή να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο της Εταιρείας ούτε και ενημερώθηκε πριν να σχολάσει το βράδυ στις 25.4.2014 είτε από τον Χρ. Παναγή είτε από τον Αιτητή για το ατύχημα / ζημιά που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο της Εταιρείας. - ............... - ............... - .............. .......................................... ......................................... ......................................... Τελικά Συμπεράσματα: (α) Ο οδηγός του φορτηγού κος Θεοχάρης Κωνσταντίνου παραβίασε τις οδηγίες της Εταιρείας αναχωρώντας μόνος του για το αεροδρόμιο. Ο οδηγός λόγω της μεγάλης εμπειρίας του είχε καθήκον/ευθύνη να ενημερώσει τον Dispatcher για την ενέργεια του συνοδηγού να μεταβεί με δεύτερο αυτοκίνητο στο αεροσκάφος. (β) Οι ισχυρισμοί του κ. Κωνσταντίνου ότι ο συνοδηγός θα πήγαινε να αγοράσει από το Operation αναψυκτικά είναι ψευδείς και ή δεν ευσταθούν. Το αυτοκίνητο ΚΚΒ002 κατόπιν ενημέρωσης που είχα τόσο εγώ όσο και ο Λειτουργός Ασφάλειας της Εταιρείας από την Αστυνομική Διεύθυνση Αεροδρομίου στις 25 Απριλίου 2014 βγήκε από το Αεροδρόμιο και ξαναμπήκε από την πύλη 17 η ώρα 9:30 μ.μ. και είναι καταγραμμένο στο βιβλίο της πύλης ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν ο κ. Θεοχάρης Κωνσταντίνου. Ο κ. Κωνσταντίνου σε συμπληρωματική κατάθεση του αρνείται ότι έκανε αυτό το πράγμα παρόλο ότι του υπέδειξα ότι τα στοιχεία είναι αδιάψευστα γιατί δόθηκαν από την Αστυνομία και ότι η πρώτη κατάθεση του είναι ψευδής θέλοντας να αποκρύψει την πραγματικότητα. (γ) Από τη διερεύνηση του θέματος διαπιστώνω ευθύνες στον κ. Νεόφυτο Ιωάννου όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το θέμα του ατυχήματος στο αυτοκίνητο. Ενώ θα έπρεπε να ενημερώσει τον Λειτουργό Ασφάλειας, το Τμήμα Ασφάλειας και τη Διεύθυνση για το συμβάν προέβη από μόνος του στην επιδιόρθωση του οχήματος χωρίς να έχει οποιαδήποτε έγκριση. Μέχρι και αυτή τη στιγμή δεν είναι ξεκάθαρο πόσο ήταν η τελική ζημιά και ποιος θα την καταβάλει στην Εταιρεία. Πόρισμα:
  8. Ο κ. Θεοχάρης Κωνσταντίνου είπε ψέματα και έκανε αντιφατικές δηλώσεις για τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση με πρόθεση να συγκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα.
  9. Ο κ. Θεοχάρης Κωνσταντίνου παραβίασε τις οδηγίες της Εταιρείας αναχωρώντας από το Τμήμα χωρίς τον συνοδηγό και χωρίς να ενημερώσει τον υπεύθυνο συντονιστή για την ενέργεια του συνοδηγού να αναχωρήσει με δεύτερο αυτοκίνητο από το Τμήμα. Με βάση το πιο πάνω πόρισμα θα πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες στον κ. Θεοχάρη Κωνσταντίνου και να κληθεί ενώπιον του Προϊσταμένου Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικήσεως ο οποίος προεδρεύει του πειθαρχικού συμβουλίου για τα περαιτέρω.» Στις 20.5.2014 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Αιτητή με τον Πρόεδρο των Κ.Α., ενώπιον του οποίου ο Αιτητής προέβη σε συγκεκριμένες δηλώσεις αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Μια βδομάδα μετά, στις 27.5.2014, ο Αιτητής κοινοποίησε επιστολή στον Πρόεδρο με την οποία ανακαλούσε τις δηλώσεις του (Τεκ.15). Την εν λόγω επιστολή παραθέτουμε αυτούσια: «Θέμα: Συνάντηση μας ημερομηνίας 20.5.2014 Αξιότιμε Κύριε, Σε σχέση με το πιο πάνω θέμα θα ήθελα να ανακαλέσω το περιεχόμενο της συζήτησης μας όπου σας ανάφερα ότι μεταξύ άλλων, βγήκα έξω από τον χώρο του αεροδρομίου και ότι έπιασα 2-3 μπύρες για να βάλω στο αυτοκίνητο μου με σκοπό να τις μεταφέρω στο σπίτι μου. Η αναφορά μου αυτή σε αυτό το γεγονός έγινε μετά από αρκετή πίεση και παρότρυνση από τον κύριο Νεόφυτο Ιωάννου, ο οποίος και ήταν παρών στην εν λόγω συζήτηση. Ο κύριος Ιωάννου βλέποντας με να φοβάμαι και να είμαι σε αγωνία αν θα χάσω τη δουλειά μου ή όχι, μου ανέφερε ότι μετά από συνομιλία που είχε μαζί σας, εσείς ο ίδιος του είπατε να με παροτρύνει στο να πω τα πιο πάνω λεχθέντα έτσι ώστε αν θα χάσω τη δουλειά μου να δικαιούμαι τις διάφορες αποζημιώσεις αλλά και το πλεονάζον. Ο πραγματικός λόγος δια τον οποίο βγήκα έξω από το αεροδρόμιο ήταν για να πάρω το πορτοφόλι μου το οποίο είχα ξεχάσει εκτεθειμένο στο κάθισμα του συνοδηγού. Με εκτίμηση Θεοχάρης Κωνσταντίνου» Ο Προϊστάμενος Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοίκησης, με νέο υπόμνημα του προς τον Αιτητή ημερ. 28 Μαΐου 2014 (Τεκ.8), τον πληροφόρησε για τη συμπλήρωση της Έρευνας από τον Ερευνών Λειτουργό και τη σχετική έκθεση που είχε υποβάλει. Επίσης τον καλούσε όπως εμφανιστεί ενώπιον του Πρώτου Εκτελεστικού Διευθυντή την Πέμπτη 29 Μαΐου 2014 και ώρα 09:00 μ.μ. για να παράσχει οποιεσδήποτε επεξηγήσεις και ή πληροφορίες κρίνει σκόπιμο και ή υποβάλει οποιεσδήποτε παραστάσεις θεωρεί αναγκαίες σε σχέση με το Πόρι-σμα της Έρευνας, πριν τη λήψη της τελικής απόφασης. Η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε με σχετική επιστολή του Πρώτου Εκτελεστικού Διευθυντή ημερ. 18.6.2014 (Τεκ.9) την οποία παραθέτουμε αυ-τούσια: «Αναφέρομαι στο υπόμνημα του Προϊσταμένου Ανθρώπινου Δυναμικού & Διοικήσεως της 28ης Μαΐου 2014 σχετικά με τα πειθαρχικά παραπτώματα που έχετε υποπέσει και στην συνάντηση μας της 29ης Μαΐου
  10. Όπως έχετε πληροφορηθεί με το πιο πάνω υπόμνημα, το πόρισμα του Ερευνώντα Λειτουργού επιβεβαιώνει ότι έχετε υποπέσει στα πιο κάτω πειθαρχικά παραπτώματα:- · Είπατε ψέματα στην κατάθεση σας ενώπιον του Ερευνώντα Λειτουργό και κάνατε αντιφατικές δηλώσεις για τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση με πρόθεση να συγκαλύψετε τα πραγματικά γεγονότα. · Στις 25 Απριλίου 2014 και ενώ σας είχαν δοθεί οδηγίες να εκτελέσετε το φόρτωμα της πτήσης CY 342 που αναχωρούσε στις 10:00 μ.μ. εγκαταλείψατε τον χώρο εργασίας σας, πήρατε το αυτοκίνητο της Εταιρείας ΚΚΒ 002 κατά την διάρκεια της εργασίας σας και το οδηγήσατε εκτός του αεροδρομίου, σε άγνωστο προορισμό χωρίς άδεια, ή/και έγκριση ή/και εξουσιοδότηση από την Εταιρεία. Οδηγήσατε και πάλι το αυτοκίνητο ΚΚΒ 002 και το επιστρέψατε στο αεροδρόμιο από την πύλη 17 η ώρα 21:
  11. · Εγκαταλείψατε το φορτηγό όχημα της Εταιρείας με το περιεχόμενο του μέσα στο αεροδρόμιο χωρίς επιτήρηση παραβιάζοντας τους κανονισμούς ασφαλείας με σοβαρούς κινδύνους και συνέπειες για την Εταιρεία. · Παραβιάσατε τις οδηγίες και/ή διαδικασίες της Εταιρείας αναχωρώντας από το Τμήμα Τροφοδοσίας χωρίς το συνοδηγό και χωρίς να ενημερώσετε τον Υπεύθυνο Συντονιστή για την ενέργεια του συνοδηγού για την οποία γνωρίζατε και συγκατατεθήκατε χωρίς επαρκείς/ικανοποιητικές εξηγήσεις για να αναχωρήσει και να σας ακολουθεί με δεύτερο αυτοκίνητο από το Τμήμα Τροφοδοσίας. Κατά την διάρκεια της συνάντησης μας της 29 Μαΐου 2014 σας δόθηκε μια τελευταία ευκαιρία ενόψει των συνεχόμενων ψευδών δηλώσεων σας, να πείτε την αλήθεια και να καταθέσετε τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά διαδραματίστηκαν. Αντί αυτού επιλέξατε να συνεχίσετε την τακτική των ψευδών και/ή αντιφατικών δηλώσεων. Επίσης ανακαλέσατε με γραπτή δήλωση ημερομηνίας 27 Μαΐου 2014 τις δηλώσεις σας κατά την συνάντηση σας με τον Πρόεδρο της Εταιρείας στις 20 Μαΐου 2014 ισχυριζόμενος διαφορετικά γεγονότα. Ενόψει της σοβαρότητας των πειθαρχικών παραπτωμάτων που έχετε υποπέσει και του γεγονότος ότι δεν έχετε επιδείξει καμιά μεταμέλεια για τις πράξεις σας, η Εταιρεία δεν έχει άλλη επιλογή από το να σας επιβάλει και με την παρούσα σας επιβάλλει την ποινή της απόλυσης με άμεση ισχύ. Καλείστε όπως παραδώσετε αμέσως στην Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού & Διοικήσεως τις στολές σας, την ταυτότητα σας ως υπάλληλος της Εταιρείας, την ταυτότητα εισόδου στον Αερολιμένα και ό,τι άλλο περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας κατέχετε. Μετά την παράδοση θα σας δοθεί η σχετική βεβαίωση παραλαβής την οποία θα πρέπει να παρουσιάσετε στον Κλάδο Μισθοδοσίας της Εταιρείας για πληρωμή οποιωνδήποτε ποσών σας οφείλονται. Α. Καραογλανιάν Κοιν. Πρόεδρο Διοικητικού Συμβουλίου Προϊστάμενο Ανθρώπινου Δυναμικού & Διοικήσεως Αναπληρωτή Διευθυντή Υπηρεσιών Τροφοδοσίας Γενική Γραμματεία - ΣΗΔΗΚΕΚ ΠΕΟ» Με επιστολές ημερ. 20.6.2014 και 2.7.2014 προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των Κ.Α. (Τεκ.10 και 11 αντίστοιχα), οι συντεχνίες ΠΕΟ και ΣΕΚ, μη αμφισβητώντας το νόμιμο των διαδικασιών που ακολούθησε η Εταιρεία στην περίπτωση του Αιτητή και μη θέτοντας υπό κρίση την αντικειμενικότητα των Λειτουργών και Διευθυντών που κατέληξαν στα πορίσματα και στις διαπιστώσεις κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης του, ζήτησαν όπως για ανθρωπιστικούς καθαρά λόγους επανεξετάσουν την απόφαση τους για απόλυση του Αιτητή. Περαιτέρω, ο Αιτητής αμφισβήτησε το νόμιμο τη απόλυσης του με επιστολή του συνηγόρου του ημερ. 29.7.2014 (Τεκ.12). Οι Κ.Α., με απαντητική επιστολή του Προϊσταμένου Ανθρώπινου Δυναμικού & Διοίκησης ημερ. 18.8.2014 (Τεκ.13), αφού αναφέρθηκαν στη σοβαρότητα των παραπτωμάτων στα οποία υπέπεσε ο Αιτητής και στις διαδικασίες που ακολούθησαν, επέμειναν στις θέσεις τους απορρίπτοντας την εισήγηση για ανάκληση της απόφασης τους ή για καταβολή αποζημιώσεων στον Αιτητή. Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειώσουμε ότι με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε από κοινού η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή που ήταν από 25.4.1988 μέχρι 18.6.2014 και οι τελευταίες μηνιαίες απολαβές του που ανέρχονταν στα €2.059,71 πλέον 13ο μισθό. Επίσης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά του Αιτητή εγκατέλειψε τις αξιώσεις ως (α), (β) και (γ) ανωτέρω. Μαρτυρία Ο κ. Παναγιώτης Παναγίδης ήταν ο Προϊσταμένου Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικήσεως των Κ.Α. μέχρι τις 31.1.2015, που η απασχόληση του τερματίστηκε λόγω κλεισίματος της Εταιρείας. Η κυρίως εξέταση του, περιέχεται σε γραπτή κατάθεση (Τεκ.Α) και με αυτή επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα προκύπτουν από τα προαναφερθέντα έγγραφα, που ο ίδιος παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Διατείνεται ότι στις 29.5.2014, όταν ο Αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Πρώτου Εκτελεστικού Διευθυντή κ. Καραογλανιάν και του ιδίου, επέμενε στις αρχικές του δηλώσεις, απορρίπτοντας όλες τις καταγγελίες που του υποβλήθηκαν, ενώ είχε τη δυνατότητα να αναφέρει τα γεγονότα ως έγιναν και ως καταγράφηκαν στο βιβλίο της πύλης και επιβεβαιώθηκαν από τον Λειτουργό Ασφαλείας της Εταιρείας και την Αστυνομική Διεύθυνση του Αεροδρομίου, να δώσει εξηγήσεις για τις ενέργειες του και να επιδείξει μεταμέλεια πριν την επιβολή ποινής. Τόνισε ότι στο χώρο του αεροδρομίου λαμβάνονται και πρέπει να λαμβάνονται πολύ αυστηρά μέτρα ασφάλειας για σκοπούς προστασίας του κοινού και του δημοσίου συμφέροντος και δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται σε υπαλλήλους να παραβαίνουν τους συγκεκριμένους Κανονισμούς και να θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια. Ότι στον Αιτητή δόθηκε η ευκαιρία να προβάλει τις δικές του θέσεις για όσα του καταλογίζονταν και ότι, ο ίδιος, αντί αυτού με τις αντιφατική και μη συνεργάσιμη συμπεριφορά του, αποκρύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα, δεν κατέδειξε ούτε μεταμέλεια για τις πράξεις του, επιμένοντας να ψεύδεται κατά τις διαδικασίες διερεύνησης της υπόθεσης από την Εταιρεία. Τέλος ότι ο οδηγός του φορτηγού είχε υποχρέωση να συνοδεύεται από συνοδηγό τόσο για λόγους ασφάλειας όσο και για να τον βοηθά στη φορτοεκφόρτωση του αεροσκάφους. Γι αυτό η Εταιρεία συμβλήθηκε με ιδιωτική εταιρεία που παρείχε εργατικό δυναμικό για καθήκοντα συνοδηγού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ως Υπεύθυνος Προσωπικού προχώρησε στον διορισμό Ερευνώντα Λειτουργού για διερεύνηση όλων των πτυχών της υπόθεσης, καθώς οι εξηγήσεις που έδωσε ο Αιτητής δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές. Ότι οι Κανονισμοί της Εταιρείας για διερεύνηση πειθαρχικών παραπτωμάτων (Τεκ.5) τέθηκαν σε ισχύ από το 1994 και ήταν σε γνώση όλου του προσωπικού και των συντεχνιών. Ερωτηθείς εάν ο Αιτητής υπέπεσε σε άλλα παραπτώματα κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του, διευκρίνισε ότι από τον προσωπικό φάκελο του δεν προκύπτει οτιδήποτε άλλο. Επίσης δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι Κ.Α. αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και προέβαιναν συνεχώς σε μείωση προσωπικού, μη εξαιρουμένης και της θέσης που κατείχε ο Αιτητής. Ερωτηθείς εάν στη συνάντηση που είχε ο Αιτητής με τον Πρόεδρο της Εταιρείας στις 20.5.2014 ήταν και άλλοι παρόντες απάντησε ότι δεν θυμόταν όπως επίσης δεν θυμόταν τι ειπώθηκε. Επίσης τα όσα δήλωσε ο Αιτητής προφορικά ενώπιον του Προέδρου τα ανακάλεσε με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.15). Περαιτέρω συμφώνησε ότι η τροφοδοσία του αεροσκάφους έγινε προτού ο Αιτητής και ο συνοδηγός του εγκαταλείψουν τον χώρο του Αεροδρομίου. Αφού του υπεβλήθη ότι ο λόγος που έφυγε ο Αιτητή ήταν γιατί ξέχασε το πορτοφόλι στο αυτοκίνητο του, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι ο Αιτητής ηρνείτο ότι έφυγε από τον χώρο του Αεροδρομίου και ότι επανήλθε, οπόταν ούτε και ο ίδιος γνωρίζει ποια τέλος πάντων είναι τα πραγματικά γεγονότα με αυτή την υπόθεση. Ότι δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να πει την αλήθεια και δεν το έπραξε, γεγονός που οδήγησε στην απόλυση του. Κατά την επανεξέταση του, διευκρίνισε ότι κατά την υποβολή της τελικής Έκθεσης του Ερευνώντα Λειτουργού, την απαγγελία των κατηγοριών στον Αιτητή και κατά την κλήτευση του ενώπιον του Πρώτου Εκτελεστικού Διευθυντή ήταν και ο ίδιος παρών. Ο Αιτητής, με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Β), ισχυρίστηκε ότι στις 25.4.2014 ενώ εργαζόταν στη βάρδια 13:00-22:00, στις 20:30 πήρε το φορτηγό (High Loader) για να φορτώσει στην πτήση CY
  12. Αφού παρέλαβε τον συνοδηγό του Χρ. Παναγή, κατευθύνθηκαν μαζί προς το αεροπλάνο και φόρτωσαν την τροφοδοσία της πτήσης. Παραλαμβάνοντας τον Χρ. Παναγή, θυμήθηκε ότι άφησε εκτεθειμένο το πορτοφόλι του στο αυτοκίνητο του, που είχε σταθμεύσει στον στεγασμένο χώρο του Αεροδρομίου. Αφού φόρτωσαν την πτήση άφησαν το φορτηγό και έπιασαν το αυτοκίνητο ΚΚΒ002 για να πάνε μαζί να πάρουν το πορτοφόλι. Κατά την έξοδο τους από το Αεροδρόμιο, το αυτοκίνητο οδηγούσε ο Χρ. Παναγή ο οποίος μη υπολογίζοντας σωστά το ύψος του χώρου στάθμευσης κτύπησε το πάνω μέρος του αυτοκινήτου που είναι το σύστημα ψύξης. Ο τελευταίος φοβήθηκε για το ατύχημα και επειδή ήταν γιος συναδέλφισσας του, αποφάσισε να τον καλύψει για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα. Έτσι κατά την επιστροφή τους στο Αεροδρόμιο οδήγησε ο ίδιος το αυτοκίνητο. Δεν αρνήθηκε ότι προέβηκε σε αντιφατικές δηλώσεις, ισχυριζόμενος ότι φοβήθηκε πως θα έχανε τη δουλειά του και δεν πίστευε ότι αυτό το γεγονός θα οδηγούσε στην απόλυση του μετά από τόσα χρόνια πιστής υπηρεσίας στην Εταιρεία. Για τον διορισμό Ερευνώντα Λειτουργού ισχυρίστηκε ότι απεκάλυψε όλη την αλήθεια, ότι δηλαδή έφυγε χωρίς συνοδηγό και δεν γνωρίζει γιατί δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές οι εξηγήσεις που είχε δώσει. Για τα όσα ανέφερε στον Πρόεδρο της Εταιρείας κατά τη συνάντηση που είχε μαζί του στις 20.5.2014, ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε μαζί του ο κ. Ν. Ιωάννου και αφού τον παρότρυνε για τη συνάντηση, του είπε να παραδεχθεί ότι βγήκε από το Αεροδρόμιο για να βάλει στο αυτοκίνητο του 2-3 μπύρες και τούτο για να μην απολυθεί. Αντιδρώντας στα όσα του είπε, τον διαβεβαίωσε ότι με αυτό τον τρόπο θα τέλειωναν όλα επειδή έτσι του είπε ο Πρόεδρος. Στις 20.5.2014 έγινε η συνάντηση με τον Πρόεδρο παρουσία του ιδίου, του κ. Ιωάννου και του κ. Παναγίδη. Αναφέροντας τα πιο πάνω, ο Πρόεδρος άρχισε να φωνάζει και να του λέει ότι θα καλούσε την Αστυνομία. Επίσης του ζήτησε να περάσει αμέσως έξω από το γραφείο του. Η στάση αυτή τον ανησύχησε και σκέφτηκε ότι όλα ήταν προσχεδιασμένα με σκοπό την απόλυση του, καθώς το τελευταίο διάστημα οι οδηγοί στην Εταιρεία μειώθηκαν κατά πολύ. Ακολούθως στις 29.5.2014, πηγαίνοντας στη συνάντηση ενώπιον του Πρώτου Εκτελεστικού Διευθυντή και αφού παρέδωσε επιστολή ίδιας ημερομηνίας (Τεκ.18), στην οποία περιέγραφε τα γεγονότα ως διαδραματίστηκαν, η Εταιρεία προχώρησε στην απόλυση του παραδίδοντας του τη σχετική επιστολή ημερ. 18.6.2014 (Τεκ.9). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από το catering έφυγε με το φορτηγό (high-loader) και o Χρ. Παναγή με το μικρό αυτοκίνητο ΚΚΒ002 για να πάρει αναψυκτικά. Τα αναψυκτικά ήταν στο χώρο του Αεροδρομίου. Μετά ο Χρ. Παναγή αφού πήρε τα αναψυκτικά άφησε το μικρό αυτοκίνητο σε κάποιο χώρο που αφήνουν συνήθως τα οχήματα και πήγαν μαζί με το φορτηγό (high-loader) για να φορτώσουν στο αεροπλάνο. Για το γεγονός ότι μετέβησαν από το catering στο χώρο του Αεροδρομίου με δύο διαφορετικά οχήματα, ισχυρίστηκε ότι ήταν μια πρακτική που εφάρμοζαν συχνά, καθώς κατά κανόνα η παρουσία του συνοδηγού ήταν απαραίτητη κατά το φόρτωμα του αεροσκάφους. Για την έξοδο τους από τον χώρο του Αεροδρομίου, επανέλαβε τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, τονίζοντας ότι το αεροσκάφος ήταν ήδη φορτωμένο και δεν υπήρχε κανένα παράπτωμα από μέρους του, καθώς υπό διαφορετικές συνθήκες θα υπήρχε έκθεση από τον duty officer, ο οποίος πριν την αναχώρηση του αεροσκάφους ελέγχει εάν όλα ήταν εντάξει και αν υπήρξε πρόβλημα καθυστέρησης. Για τη ζημιά στο όχημα ισχυρίστηκε ότι ήταν ασήμαντη και επιδιορθώθηκε με δικά του έξοδα. Μαρτυρία για τον Αιτητή έδωσαν και τρεις πρώην υπάλληλοι των Κ.Α. Οι Νεόφυτος Ιωάννου, Δημήτρης Ττόφας και Κυριάκος Καλορκώτης Ο κ. Ιωάννου εργάστηκε στο τμήμα τροφοδοσίας των Κ.Α. από το 1980 μέχρι τον τερματισμό της απασχόληση του λόγω κλεισίματος της Εταιρείας. Τα τελευταία τρία χρόνια εκτελούσε καθήκοντα λειτουργού κίνησης και ως υπεύθυνος του τμήματος είχε υπό την ευθύνη του τη φορτοεκφόρτωση των αεροπλάνων και τα είδη τροφοδοσίας. Ενεργούσε επίσης και ως συντεχνιακός. Αφού αναφέρθηκε στη ζημιά που έφερε το όχημα ΚΚΒ002, στις έρευνες που πραγματοποίησε μέσω του συστήματος παρακολούθησης, στις διαπιστώσεις του και στο σημείωμα του προς τον Αιτητή ημερ. 2.5.2014 (Τεκ.3), ισχυρίστηκε ότι πριν την υποβολή της έκθεσης του Ερευνώντα Λειτουργού, επικοινωνώντας, ως συντεχνιακός πλέον, με τον Πρόεδρο των Κ.Α. κ. Τόνυ Αντωνίου, του ζήτησε όπως πραγματοποιηθεί μία συνάντηση και να παροτρύνει τον Αιτητή να αναφέρει ότι «βγήκε έξω στο parking για να πάρει 2-3 μπύρες να τις βάλει στο αυτοκίνητο του» και το πολύ αν έκριναν ότι φταίει να «φκει με πλεονασμό». Αμέσως επικοινώνησε με τον Αιτητή και αφού τον ενημέρωσε για τις υποδείξεις του Προέδρου, τον διαβεβαίωσε και τον καθησύχασε ότι με αυτό τον τρόπο θα τέλειωνε η υπόθεση του. Φοβούμενος ο Αιτητής ότι λόγω της γενικότερης μείωσης του προσωπικού θα έχανε τη δουλειά του, συμφώνησε. Στις 20.5.2014 προσερχόμενοι στο γραφείο του Προέδρου παρουσία του κ. Παναγίδη και αφού ο Αιτητής ανέφερε τα όσα του είχαν ζητηθεί και απολογήθηκε για το λάθος του, ο Πρόεδρος και ο κ. Παναγίδης ευθύς του ζήτησαν να περάσει έξω, αναιρώντας όλες τις υποσχέσεις που του είχαν δώσει. Τα όσα του ανέφεραν εκ των υστέρων ακούγονταν δικαιολογίες καθώς ο τελευταίος έλεγε ότι επρόκειτο για δύσκολη περίπτωση που θα ενέπλεκε και την Αστυνομία. Επέμενε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής ήταν κατόπιν δικών τους υποδείξεων. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του, εάν ο Αιτητής ήταν υπόχρεος να έχει συνοδηγό, ισχυρίστηκε ότι η παρουσία του συνοδηγού ήταν αναγκαία κατά τη φόρτωση, καθώς ο ρόλος του ήταν να καθοδηγεί τον οδηγό να προσεγγίσει την πόρτα του αεροσκάφους. Ότι ο Αιτητής ήταν μέλος της ΠΕΟ και ότι ο ίδιος ως αντιπρόσωπος της εν λόγω συντεχνίας εκπροσώπησε τον Αιτητή στην εναντίον του πειθαρχική διαδικασία. Επέμενε ότι είχε συμφωνήσει με τον Πρόεδρο να βάλει τον Αιτητή να παραδεχθεί ότι πήρε 2-3 μπύρες και ότι θα τον απέλυαν για πλεονασμό. Ότι η Εταιρεία απέλυσε τον Αιτητή για ένα παράπτωμα που δεν ήταν σοβαρό και ότι υπήρξαν σοβαρότερες περιπτώσεις που οι εργοδοτούμενοι ενώ απολύθηκαν εξασφάλιζαν τα δικαιώματα τους. Περαιτέρω μη αμφισβητώντας την ορθότητα της πειθαρχικής διαδικασίας ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα του ως συντεχνιακός ήταν ότι ξεγελάστηκε από τον Πρόεδρο της Εταιρείας. Ότι ο Αιτητής μπορεί να υπέπεσε σε παραπτώματα, τα οποία όμως δεν δικαιολογούσαν απόλυση. Ο κ. Ττόφας με μακρά επίσης υπηρεσία στις Κ.Α. αναφέρθηκε σε πειθαρχική διαδικασία που έγινε εναντίον του το 2012, για τον λόγο ότι κουβαλούσε στο σπίτι του έγγραφα λόγω φόρτου εργασίας και ανευρέθηκε επιστολή που αφορούσε θέματα υγιεινής από άλλο τμήμα, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η ποινή αποκοπής δύο προσαυξήσεων και αλλαγή τμήματος. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι του δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί προτού του επιβληθεί η ποινή και ότι κατά τη διαδικασία ήταν παρών ο εκπρόσωπος της συντεχνίας και δεν συνοδευόταν από δικηγόρο. Ο κ. Καλορκώτης με μακρά επίσης υπηρεσία στις Κ.Α. αναφέρθηκε σε παρά-πτωμα στο οποίο υπέπεσε κατά την εκτέλεσε των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα τον Μάρτιο 2013 παρέβηκε τους επιτρεπόμενους χώρους διέλευσης οχημάτων μέσα στο Airside του Αεροδρομίου, εισερχόμενος με όχημα τροφοδοσίας της Εταιρείας και χωρίς άδεια στο χώρο τροχοδρόμησης αεροσκαφών CV Apron
  13. Το εν λόγω παράπτωμα κρίθηκε σοβαρό και λόγω των παραστάσεων στις οποίες προέβη και της απολογίας του, επιεικώς του επιβλήθηκε η ποινή της αυστηρής επίπληξης (Τεκ.19). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στα 18 χρόνια υπηρεσίας του δεν είχε υποπέσει σε οποιονδήποτε άλλο παράπτωμα και ότι απολογήθηκε για την πράξη του. Ανάλυση Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους του μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ο κ. Παναγίδης με τη μαρτυρία του επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα προκύπτουν από τα διάφορα έγγραφα που επικαλέστηκε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια. Από τα εν λόγω έγγραφα επιβεβαιώνεται κατ' αρχάς η θέση της Εταιρείας, όπως προβάλλεται στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.9) ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Ερευνώντα Λειτουργό όλη την αλήθεια. Ειδικότερα, με όσα καταγράφονται στη χειρόγραφη επιστολή (Τεκ.4) και στην Έκθεση του Ερευνώντα Λειτουργού (Τεκ.7), ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ανέμενε τον Χρ. Παναγή να αναχωρήσουν μαζί για το Αεροδρόμιο και ότι ο τελευταίος του ζήτησε να τον περιμένει μέσα στο Αεροδρόμιο επειδή θα πήγαινε με άλλο αυτοκίνητο για να πάρει αναψυκτικά από τη μηχανή που είναι στο operation, στο υπόγειο του Αεροδρομίου. Όταν επέστρεψε σε πολύ λίγο ο Χρ. Παναγή άφησε το μικρό αυτοκίνητο που οδηγούσε, μπήκε στο φορτηγό και μαζί πήγαν στο αεροσκάφος. Αφού έκαναν τη φορτοεκφόρτωση της πτήσης, επέστρεψαν στο Τμήμα. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στα τελικά συμπεράσματα της Έκθεσης, ο Αιτητής αρνήθηκε ότι το συγκεκριμένο βράδυ βγήκε από τον χώρο του Αεροδρομίου και εισήλθε ξανά από την Πύλη 17 στις 9:30 μμ, παρόλο που του υποδείχτηκε ότι τα στοιχεία δόθηκαν από την Αστυνομία και ήταν αδιάσειστα. Αρνήθηκε επίσης ότι γνώριζε για το κτύπημα και τη ζημιά που υπέστη το μικρό όχημα που οδηγούσε ο Χρ. Παναγή, ισχυριζόμενος ότι δεν του ανέφερε οτιδήποτε και ούτε το πρόσεξε γιατί ήταν σκοτάδι. Στη μαρτυρία του ωστόσο προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή λέγοντας ότι ήταν μαζί που κτύπησε το αυτοκίνητο και ότι δεν είπε την αλήθεια για να καλύψει τον Χρ. Παναγή που ήταν γιος συναδέλφισσας του. Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Παναγίδης δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε απτά και ή λεπτομερή στοιχεία και ή οποιαδήποτε πρακτικά που να επιβεβαιώνουν τη θέση του ότι στις 29.5.2014 που ο Αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Πρώτου Εκτελεστικού Διευθυντή κ. Καραογλανιάν και του ιδίου, επέμενε στις αρχικές του δηλώσεις, απορρίπτοντας όλες τις καταγγελίες που του υποβλήθηκαν. Αντίθετα από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό διαπιστώνουμε ότι ενώ ο Αιτητής αρνήθηκε στο Ερευνώντα Λειτουργό ότι εξήλθε του Αεροδρομίου, ωστόσο με την επιστολή ημερ. 27.5.2014 (Τεκ.15), με την οποία ανακάλεσε τα όσα ανέφερε ενώπιον του Προέδρου της Εταιρείας και για την οποία γίνεται αναφορά στην επιστολή απόλυσης, παραδέχεται ότι εξήλθε του Αεροδρομίου για τους λόγους που επικαλείται και συγκεκριμένα ότι πήγε να πάρει το πορτοφόλι του που είχε αφήσει εκτεθειμένο στο κάθισμα του αυτοκινήτου. Το ίδιο επίσης προκύπτει και από την επιστολή ημερ. 29.5.2014 (Τεκ.18) την οποία ο Αιτητής παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι με αυτή εκθέτει τα γεγονότα ως διαδραματίστηκαν και ότι την παρέδωσε κατά την παρουσία του στην πιο πάνω συνάντηση. Να σημειώσουμε ότι ο κ. Παναγίδης δεν αναγνώρισε την εν λόγω επιστολή, λέγοντας ότι δεν υπήρχε στο υπηρεσιακό φάκελο του Αιτητή. Το ίδιο επίσης ανέφερε και για την επιστολή (Τεκ.15) για την οποία ωστόσο γίνεται αναφορά στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.9). Επομένως τα όσα ο κ. Παναγίδης θέτει με τη μαρτυρία του, ότι ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει τα γεγονότα ως έγιναν και ως καταγράφηκαν στο βιβλίο της πύλης, να δώσει εξηγήσεις και να επιδείξει μεταμέλεια, πέραν του ότι παρέμειναν μετέωρες καταρρίπτονται ουσιαστικά από το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, με τις οποίες ο Αιτητής, αντίθετα με την αρχική του δήλωση (Τεκ.4 και Τεκ.7), παραδέχεται ότι μετά τη φόρτωση του αεροσκάφους εξήλθε του Αεροδρομίου για τους λόγους που επικαλείται. Περαιτέρω, ο κ. Παναγίδης, αφού αναφέρθηκε στα πολύ αυστηρά μέτρα ασφαλείας που πρέπει να λαμβάνονται στους χώρους του Αεροδρομίου για σκοπούς προστασίας του κοινού και του δημόσιου συμφέροντος και πως δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται σε υπαλλήλους να παραβαίνουν τους συγκεκριμένους Κανονισμούς και να θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, και πάλι δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που η Εταιρείας κατείχε κατά τον χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης και που έτειναν να καταδείξουν ότι οι ενέργειες του Αιτητή αν και αντικανονικές, θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Επιπρόσθετα κατά την αντεξέταση του δεν παρέλειψε να συμφωνήσει ότι η φόρτωση της πτήσης CY342 που θα αναχωρούσε στις 10:00 μμ έγινε πριν ο Αιτητής και ο συνοδηγός του εξέλθουν του Αεροδρομίου. Περαιτέρω δεν αρνήθηκε ότι από τον προσωπικό φάκελο του Αιτητή δεν φαίνεται να επέδειξε στο παρελθόν οποιαδήποτε αρνητική εργασιακή συμπεριφορά. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι πέραν των δύο επιστολών που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκ. 15 και 18), δεν παρέλειψε να παραδεχθεί πως κατά το διερευνητικό στάδιο προέβη σε αντιφατικές δηλώσεις ισχυριζόμενος ότι φοβήθηκε πως θα έχανε τη δουλειά του. Επίσης δεν αρνήθηκε ότι με τη συμπεριφορά του παρέβηκε τους κανονισμούς ασφαλείας της Εταιρείας, όπως για παράδειγμα η αναχώρηση του από το Τμήμα Τροφοδοσίας χωρίς συνοδηγό. Ο κ. Ιωάννου, με τη μαρτυρία του, επιδίωξε ουσιαστικά να υποστηρίξει ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνάντηση που είχαν με τον Πρόεδρο της Εταιρείας στην παρουσία του κ. Παναγίδη, ήταν μετά από δική του παρότρυνση και συνομιλία που είχε ο ίδιος με τον Πρόεδρο. Σε σχέση με την εν λόγω εκδοχή για την οποία γίνεται αναφορά στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.9), ο κ. Παναγίδης δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία που να καταρρίπτουν τα όσα ο Αιτητής και ο μάρτυρας του κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Όταν μάλιστα υποδείχτηκε στον κ. Παναγίδη η επιστολή ημερ. 27.5.2014 (Τεκ.15) με την οποία ο Αιτητής ανακάλεσε τις δηλώσεις που έκανε κατά την εν λόγω συνάντηση, δεν αρνήθηκε την ύπαρξη της, σημειώνοντας ότι δεν είχε εντοπιστεί και δεν υπήρχε στον υπηρεσιακό φάκελο του Αιτητή. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του εάν στην εν λόγω συνάντηση ήταν και άλλοι παρόντες, απάντησε ότι δεν θυμόταν όπως επίσης δεν θυμόταν τι ειπώθηκε, χωρίς να του ζητηθούν περαιτέρω εξηγήσεις. Κατά συνέπεια, ενώ πρόκειται για μια επιπλέον εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ωστόσο δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του Αιτητή, κάτω από ποιες συνθήκες προέβη στη συγκεκριμένη δήλωση, εν όψει και της επιστολής ανάκλησης (Τεκ.15) η οποία επίσης δεν φαίνεται να είχε αμφισβητηθεί. Επιπρόσθετα ο κ. Ιωάννου, κατά την αντεξέταση του δεν αρνήθηκε ότι ο Αιτητής όφειλε να έχει μαζί του συνοδηγό. Δεν αμφισβήτησε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε πειθαρχικά παραπτώματα, και ούτε αμφισβήτησε τη θέση της Εταιρείας ότι δόθηκε στον Αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης. Η περίπτωση των δύο άλλων μαρτύρων δεν φαίνεται να έριξε ιδιαίτερο φως στην υπόθεση του Αιτητή. Καθότι και οι δύο, αφού τους δόθηκε το δικαίωμα ακρόασης, προέβησαν στις απαιτούμενες παραστάσεις και αναγνωρίζοντας το λάθος στο οποίο υπέπεσαν συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις της Εταιρείας και απολογήθηκαν. Πρόκειται για δύο περιπτώσεις με τα δικά τους γεγονότα που δεν βρίσκουμε να ομοιάζουν με αυτή του Αιτητή. Για όλα τα πιο πάνω αποδεχόμαστε τη θέση των Κ.Α. ότι ο Αιτητής είπε ψέματα στην κατάθεση του ενώπιον του Ερευνώντα Λειτουργού. Εκ των υστέρων όμως και ενόσω εκκρεμούσε η διερεύνηση της υπόθεσης του, διαπιστώνουμε ότι τόσο με την επιστολή ημερ. 27.5.2014 προς τον Πρόεδρο της Εταιρείας (Τεκ.15), όσο και με την επιστολή ημερ. 29.5.2014 προς τον Προϊστάμενο Ανθρωπίνου Δυναμικού (Τεκ.18), ο Αιτητής συμφώνησε με τις θέσεις της Εταιρείας και παραδέχθηκε ότι εξήλθε του Αεροδρομίου και εισήλθε ξανά σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν από την Αστυνομία. Αποδεχόμαστε επίσης τη θέση της Εταιρείας ότι ο Αιτητής οδήγησε το όχημα ΚΚΒ002 και εξήλθε του Αεροδρομίου χωρίς άδεια και ή έγκριση και ή εξουσιοδότηση από την Εταιρεία. Επίσης ότι οδήγησε ξανά το εν λόγω όχημα και επέστρεψε στο Αεροδρόμιο από την πύλη 17 η ώρα 21:
  14. Η θέση της Εταιρείας ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το φορτηγό όχημα (high loader) με το περιεχόμενο του μέσα στο Αεροδρόμιο χωρίς επιτήρηση, παραβιάζοντας τους κανονισμούς ασφαλείας με σοβαρούς κινδύνους και συνέπειες για την Εταιρείας, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, ενόψει και της παραδοχής του κ. Παναγίδη ότι η τροφοδοσία του αεροσκάφους έγινε προτού ο Αιτητής και ο συνοδηγός του εγκαταλείψουν τον χώρο του Αεροδρομίου, με επακόλουθο κατά την έξοδο τους το φορτηγό να ήταν κενό περιεχομένου. Τέλος επιβεβαιώνεται η θέση της Εταιρείας ότι ο Αιτητής κατά παράβαση των οδηγιών και διαδικασιών της Εταιρείας αναχώρησε από το Τμήμα Τροφοδοσίας χωρίς τον συνοδηγό και χωρίς να ενημερώσει τον υπεύθυνο συντονιστή για την ενέργεια του συνοδηγού να μεταβεί στο Αεροδρόμιο με δεύτερο αυτοκίνητο. Νομική πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «
  15. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου (ανωτέρω), Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Techno-plastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά (gross misconduct) για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη. Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολής του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η παράλειψη εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Όπως και για κάθε άλλο λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, έτσι και εδώ, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας ("reasonableness"). Σύμφωνα με τη νομολογία η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο που δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Κατά την άσκηση του δικαιώματος για απόλυση, ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία ("a Fair Procedure"), κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1Α..Α.Δ. (Β) 1478, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Galatariotis Teleco/tions v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφέση 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), ο Lord Denning M.R έδωσε την ακόλουθη καθοδήγηση για το εφαρμοστέο κριτήριο: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Στην Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (ανωτέρω), το Δικαστήριο υιοθέτησε τις νομικές αρχές που καθοδηγούν τα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να συνάγουν πότε η απόφαση του εργοδότη είναι εύλογη, όπως αυτές τέθηκαν στις συνεκδικασθείσες εφέσεις Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550: «... μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: "In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances". Σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ' αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη». Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός συνετού εργοδότη, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, την προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, την ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, την εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, την πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, τη μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο μια έρευνα για ανάρμοστη συμπεριφορά ("misconduct') ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, στον ίδιο βαθμό όπως και για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενή κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της λογικής προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Στην απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018 διευκρινίζεται ότι: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. .» Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του εάν και κατά πόσο, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Κ.Α. στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παρά-βαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τις Κ.Α., ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνουμε ότι η απόφαση των Κ.Α. να τερματίσουν την απασχόληση του Αιτητή, για τους λόγους στους οποίους έχουμε καταλήξει, ξεφεύγει του πλαισίου των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη. Εξαιρουμένης της ζημιάς που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο ΚΚΒ002 και για την οποία δεν αποδόθηκε οποιαδήποτε ευθύνη στον Αιτητή, δεν έχουν καταδειχθεί οποιεσδήποτε άλλες αρνητικές συνέπειες για την επιχείρηση της Εταιρείας λόγω της αποδιδόμενης στον Αιτητή συμπεριφοράς. Η αναχώρηση του Αιτητή για το Αεροδρόμιο χωρίς συνοδηγό και η μετάβαση του τελευταίου με άλλο όχημα, κατά παράβαση των κανονισμών ασφαλείας και των οδηγιών της Εταιρείας, δεν εμπόδισε με οποιοδήποτε τρόπο τον Αιτητή και τον συνοδηγό του να διεκπεραιώσουν την εργασία που τους είχε ανατεθεί. Το γεγονός επίσης ότι μετά την τροφοδοσία του αεροσκάφους ο Αιτητής στάθμευσε το φορτηγό άδειο περιεχομένου και εξήλθε του Αεροδρομίου, δεν φαίνεται να προμήνυε οποιουσδήποτε σοβαρούς κινδύνους, εν όψει και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τείνουν να επιβεβαιώσουν μια τέτοια εισήγηση. Η χρήση του οχήματος της Εταιρεία ΚΚΒ002 χωρίς άδεια και χωρίς έγκριση από την Εταιρεία αν και αποτελεί παράπτωμα από μέρους του Αιτητή δεν παύει να αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό που δεν θα μπορούσε να εκληφθεί από ένα εργοδότη ότι εύλογα συνιστούσε απαράδεχτη συμπεριφορά που δικαιολογούσε άμεση απόλυση όταν σύμφωνα με τη νομολογία, στην οποία έχουμε αναφερθεί, η απόλυση αποτελεί το έσχατο μέτρο, το οποίο ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί με φειδώ. Περαιτέρω, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου κρίνουμε ότι ο Αιτητής, πριν τη λήψη της τελικής απόφασης, έδωσε τις δικές του εξηγήσεις για τα γεγονότα της υπόθεσης επιδεικνύοντας επίσης και μεταμέλεια για τις πράξεις του. Επιπρόσθετα δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη αντεργασιακή ή αντικανονική συμπεριφορά του Αιτητή προς την Εταιρεία, είτε αυτή αφορά μη συμμόρφωση με τις οδηγίες του εργοδότη του ή συμπεριφορά που παραβιάζει τους κανόνες τάξης και πειθαρχίας στην επιχείρηση της Εταιρείας. Αν και η συμπεριφορά του Αιτητή δεν συνάδει με τους κανόνες τάξης στην επιχείρηση του Εργοδότη, ωστόσο δεν φαίνεται να επέφερε οποιεσδήποτε συνέπειες ή επιπτώσεις για την Εταιρεία ή να ήταν τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογεί την άμεση απόλυση του, λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη συμπεριφορά του και την ευδόκιμη μακρόχρονη υπηρεσία του που δεν έχει αμφισβητηθεί. Στην υπόθεση Wilson v. Racher [1974] ICR 428 υπήρξε διαφωνία μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου σε σχέση με ορισμένα καθήκοντα που οδήγησαν τον εργοδότη στην απόλυση του. Το Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στο καθήκον αμοιβαίου σεβασμού που επιβάλλει μία σύμβαση εργασίας, θεώρησε την απόλυση αδικαιολόγητη, καθώς δεν υπήρχε ιστορικό παράλογης ή μη συνεργάσιμης συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο. Ήταν απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό χρήσης προσβλητικής γλώσσας που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως θεμελιώδης παράβαση της σύμβασης. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Κ.Α. δεν ενέργησαν εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων του μέσου λογικού Εργοδότη και δεν κατάφεραν να αποδείξουν οποιονδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την άμεση απόλυση του Αιτητή στη βάση των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου, με αποτέλεσμα η απόλυση του να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Κ.Α. για 26 και πλέον συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €514,92 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, όπως τις παραθέτουμε ανωτέρω, τις απόλαβες του, την περίοδο απασχόλησης του, την ηλικία του (52 ετών κατά τον επίδικο χρόνο), ως και τους υπόλοιπους παράγοντες για τους οποίους δεν τέθηκαν ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €38.876,46 που αντιστοιχεί με απολαβές 75½ (€514,92 Χ 21½ ) βδομάδων. Επίσης, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου, ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων και υπολογί-ζεται στο ποσό των €4.119,36. Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μας:
(1)Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Κ.Α. για το ποσό των €38.876,45 με νόμιμο τόκο από 19.12.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου ποσό €26.775,84 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στον Αιτητή από τις Κ.Α., το δε υπόλοιπο ποσό των €12.100,61 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 23½ εβδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα του καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.
(2)Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Κ.Α. για το ποσό των €4.119,36 που αφορά πληρωμή αντί προειδοποίησης, με νόμιμο τόκο από 19.12.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Κ.Α. έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι αξιώσεις του Αιτητή ως (α), (β) (γ) ανωτέρω απορρίπτονται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση ωστόσο, είναι προφανές με βάση και τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, ότι σε έκτακτη γενική συνέλευση που έλαβε χώρα στις 30.1.2015, λήφθηκε η ειδική απόφαση όπως η Εταιρεία τεθεί υπό εκούσια εκκαθάριση, με τον διορισμό εκκαθαριστών. Επίσης η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 6.2.2015. Σύμφωνα με το άρθρο 31
(3)του Νόμου: «Όταν κατά τον χρόνον της επιδικάσεως υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφόρων, έχη αρχίσει διαδικασία αναφορικώς προς τον εργοδότην δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ο εργοδοτούμενος προς τον οποίον εγένετο η επιδίκασις εισπράττει ολόκληρον το επιδικασθέν ποσόν εκ του Ταμείου. Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου αναφορικώς προς πάσαν επιδικασθείσαν πληρωμήν καταβλητέαν απ' ευθείας υπό του εργοδότου μεταβιβάζονται εις το Ταμείον.» Στο μέρος V του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 υπό τον τίτλο «Εκκαθάριση» καθορίζονται οι τρόποι που δύναται να εκκαθαριστεί μια Εταιρεία. Σύμφωνα με το άρθρο 203
(1)του νόμου, η εκκαθάριση εταιρείας δύναται να γίνει είτε- (α) από το Δικαστήριο, (β) εκούσια, (γ) με την επίβλεψη του Δικαστηρίου. Οι περιστάσεις στις οποίες εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί εκούσια καθορίζονται το άρθρο 261 του νόμου ως ακολούθως:
(1)(α) όταν η περίοδος, αν υπάρχει, που ορίστηκε από το καταστατικό για τη διάρκεια της εταιρείας εκπνέει, ή το γεγονός, αν υπάρχει, επέρχεται με την επέλευση του οποίου το καταστατικό προνοεί όπως η εταιρεία διαλυθεί, και η εταιρεία σε γενική συνέλευση εγκρίνει ψήφισμα με το οποίο ζητείται η εκούσια εκκαθάριση της εταιρείας· (β) αν η εταιρεία ψηφίζει με ειδικό ψήφισμα όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί εκούσια· (γ) αν η εταιρεία ψηφίζει με έκτακτο ψήφισμα ότι δεν δύναται εξαιτίας των υποχρεώσεων της να συνεχίσει τις εργασίες της, και ότι είναι συμβουλεύσιμο να εκκαθαριστεί.
(2)Στο Νόμο αυτό η έκφραση "ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση" σημαίνει ψήφισμα που λήφθηκε σύμφωνα με οποιεσδήποτε διατάξεις του εδαφίου
(1). Επομένως με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες, η περίπτωση των Κ.Α. εμπίπτει στο μέρος V του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς με ειδικό ψήφισμα αποφασίστηκε η εκούσια εκκαθάριση της Εταιρείας. Όσον αφορά την εμβέλεια του άρθρου 31
(3)του Νόμου, στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού v. Χ. Χριστοδούλου (Πολ. Έφεση αρ. 211/2013 ημερ. 20.4.2021), ECLI:CY:AD:2021:A180, λέχθηκαν τα ακόλουθα: Η πιο πάνω πρόνοια αναφέρεται στην περίπτωση όπου, κατά το χρόνο επιδίκασης από το Δικαστήριο εναντίον εργοδότριας εταιρείας αποζημίωσης για παράνομη απόλυση εργοδοτουμένου της, έχει ήδη καταχωριστεί και βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισής της, ή έχει εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, οπότε αυτή τελεί, πλέον, υπό εκκαθάριση. Η διάλυση εταιρείας επέρχεται με διάταγμα δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 260
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, αφού ολοκληρωθεί η εκκαθάρισή της. Πασιφανώς, η συγκεκριμένη πρόνοια εφαρμόζεται, αδιακρίτως, σε όλα τα στάδια στα οποία μπορεί να βρεθεί μια εταιρεία δυνάμει του Μέρους V του Κεφ. 113. Κατά συνέπεια, εφόσον η υπόθεση εργοδοτουμένου εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου, αυτός «εισπράττει», δικαιωματικά, το επιδικαζόμενο προς όφελός του ποσό της αποζημίωσης από το Ταμείο. Το Ταμείο δε έχει αντίστοιχη υποχρέωση για πληρωμή του εν λόγω ποσού, είτε αυτό είναι διάδικο μέρος στη σχετική αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου, είτε όχι. Οι διαπιστώσεις, ανωτέρω, υποστηρίζονται από την απόφαση στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Γεωργίου
(2006)1 Α.Α.Δ. 115. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα γεγονότα που εκτίθενται πιο πάνω, είναι φανερό ότι, κατά το χρόνο της καταχώρισης της αίτησης, η εταιρεία τελούσε υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Τούτο επιμαρτυρείται από το γεγονός της συμπερίληψης στον τίτλο της αίτησης του διαχειριστή της ως διάδικου μέρους σε αυτή. Στη συνέχεια, ο εκκαθαριστής της εμφανίζεται ως εφεσίβλητος στον τίτλο της παρούσας έφεσης. Επομένως, είναι φανερό ότι η κατάσταση, ανωτέρω, όσον αφορά την εταιρεία, υφίστατο και κατά την έκδοση της υπό έφεση απόφασης, η δε περίπτωση της εταιρείας, σαφώς, ενέπιπτε στην πρόνοια του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Η διαπίστωση αυτή, αναμφίβολα, καθιστούσε υπόλογο το Ταμείο να προβεί σε πληρωμή προς την εφεσίβλητη, σε αντίθεση προς την εισήγηση στον πρώτο λόγο έφεσης, η οποία, ως εκ τούτου, κρίνεται ανεδαφική. Στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Κύπρου Γεωργίου
(2006)1 ΑΑΔ 115, το Δικαστήριο επισήμανε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Αν ο νομοθέτης ήθελε να παραπέμψει σε διάταγμα παραλαβής ή εκκαθάρισης ήδη εκδοθέν, θα αναμέναμε να το έκαμνε ρητά. Αναφέρεται σε διαδικασία που άρχισε και, προκειμένου περί εταιρείας, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ανέτρεξε στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113. Το οποίο, όπως και ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5, αναφέρεται στο περιθώριο του άρθρου 31
(3). Εκεί, το άρθρο 218, ενταγμένο στο Mέρος V, κάτω από τον τίτλο «έναρξη εκκαθάρισης», ακριβώς καθορίζει πότε θεωρείται ότι αυτή άρχισε. Πρόσθετα προς άλλες περιπτώσεις, όπως προβλέπεται, αυτή θα θεωρείται ότι άρχισε κατά το χρόνο της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση. Η αναφορά δε στην Αθανασίου ν. Reana Manuf. & Trad. Co. Ltd. κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 1635, την οποία επικαλέστηκε ο εφεσείων, σε ενεργοποίηση του άρθρου 31
(3)«μόνο όταν και εφόσον εκδοθεί είτε διάταγμα πτώχευσης ή διάταγμα εκκαθάρισης», ασφαλώς δεν τέμνει το επίδικο θέμα, το οποίο δεν τελούσε και υπό εξέταση όπως προκύπτει, αφού εξυπακούεται πως σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο για να δημιουργηθεί η ευθύνη του Ταμείου να έχει, εν τέλει, εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή εκκαθάρισης.» Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές, από τα γεγονότα της υπόθεσης, πως η εκούσια εκκαθάριση έλαβε χώρα ενόσω εκκρεμούσε η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και πριν την έκδοση της τελικής απόφασης. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 31
(3)για καταβολή στον Αιτητή ολόκληρου του επιδικασθέντος ποσού από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Π. Ρήγας, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.