ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. G4S SECURE SOLUTIONS (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 933/2014, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2021:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Γ. Κωνσταντίνου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 933/2014 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Αιτητής -και- G4S SECURE SOLUTIONS (CYPRUS) LIMITED Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 27η Απριλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ειρ. Μπριάνα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η αίτηση: κα Κ. Γεωργιάδη για Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία, μεταξύ άλλων, ασχολείται με την παροχή φυσικής και ηλεκτρονικής ασφάλειας, μεταφοράς, επεξεργασίας και αποθήκευσης χρημάτων και με συναφείς δραστηριότητες. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρεία ως φύλακας ασφαλείας. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 27.10.2014 (Τεκ.8), αναφέρθηκε σε δυσμενή αλλαγή των συμφωνηθέντων όρων απασχόλησης του καλώντας την Εργοδότρια Εταιρεία όπως το αργότερο μέχρι την 1.11.2014 αποκαταστήσει το κανονικό πρόγραμμα εργασίας του, διότι υπό διαφορετικές συνθήκες δεν είχε άλλη επιλογή παρά να θεωρήσει τον εαυτό του απολυθέντα λόγω τεκμαρτής απόλυσης (Constructive Dismissal). Είναι η θέση του Αιτητή, όπως επαναλαμβάνεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβη σε μονομερή αλλαγή του ωραρίου εργασίας του και ή τον πληροφόρησε ότι από τον Νοέμβριο 2014 θα άρχιζε να εργάζεται και σε νυκτερινές βάρδιες. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις γραπτές και προφορικές από μέρους του παραστάσεις με επακόλουθο από 1.11.2014 να εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Έτσι με την παρούσα Αίτηση αξιώνει: (α) αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση και ή για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, (β) πληρωμή αντί προειδοποίησης, (γ) αναλογία 13ου μισθού για το 2014, (δ) αναλογία αδειών μετ' απολαβών, (ε) επαυξημένες και ή τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, (στ) Οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα και ή θεραπεία δικαιούται βάσει νόμου, σύμβασης, πρακτικής, εθίμου και ή άλλως πως και ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (ζ) νόμιμους τόκους, (η) έξοδα και ΦΠΑ επί των εξόδων. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους εμφάνισης απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία της την 1.5.2010 με σύμβαση εργασίας τακτής προθεσμίας για συγκεκριμένο έργο, η παύση εκτέλεσης του οποίου, ελλείψει άλλης παραπλήσιας θέσης με τους αυτούς όρους, θα οδηγούσε στον τερματισμό των υπηρεσιών του. Ότι ο Αιτητής ζήτησε χάρη να εργάζεται σε ημερήσιο ωράριο και ότι η εισήγηση του έγινε δεκτή με την προϋπόθεση ότι η επιθυμία του θα ήταν εφικτή. Ότι οι απαιτήσεις του έργου στο οποίο ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του ικανοποιούνταν με το σύστημα 12ωρης βάρδιας και ότι από 1.11.2014, λόγω αλλαγής στις υπηρεσιακές ανάγκες του έργου, οι απαιτήσεις φύλαξης ικανοποιούνταν με το σύστημα 8ωρης βάρδιας. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Αιτητής δεν πήγε στο πόστο εργασίας του και σε επικοινωνία που είχε μαζί του ο προϊστάμενος του, τον ενημέρωσε πως δεν θα εμφανιζόταν εάν δεν άλλαζε το πρόγραμμα εργασίας. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι στο αμέσως επόμενο διάστημα προσφέρθηκε στον Αιτητή εργασία σε άλλα έργα, στη βάση ημερήσιας και απογευματινής βάρδια, την οποία δεν αποδέχθηκε, αν και η ίδια δεν είχε καμία νομική υποχρέωση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του, αφού και το συμβόλαιο εργασίας του, παρείχε δικαίωμα μετακίνησης σε άλλα έργα εντός Λευκωσία. Καταλήγει πως ο Αιτητής οικειοθελώς απεχώρησε από την εργασία του και αρνείται οποιοδήποτε ισχυρισμό για εξαναγκασμό σε παραίτηση. Περαιτέρω ενώ με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας συμφωνήθηκε ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1.394, εντούτοις απορρίπτει την αξίωση του για καταβολή 13ου μισθού, σημειώνοντας ότι με την τροποποιητική σύμβαση που υπέγραψε ο Αιτητής στις 29.3.2014 αποποιήθηκε του εν λόγω ωφελήματος και συμφώνησε όπως η αντιμισθία του σε αργία / γιορτή καθορίζεται στο 1:1. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»):
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως. Με το εν λόγω άρθρο, καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του, για λόγους που ανάγονται στη διαγωγή της Εργοδότρια Εταιρείας. Προς ανατροπή του εν λόγω μαχητού τεκμηρίου κατέθεσε ο Αιτητής, ενώ για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν δυο μάρτυρες. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16 συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο Αιτητής με τη γραπτή κατάθεση του, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα παραθέτει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ισχυρίζεται ότι προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας τον Ιούλιο 2008, με αρχικό τόπο εργασίας τα κτήρια της JCC και ακολούθως την Τράπεζα Πειραιώς επί της οδού Θεμιστοκλή Δέρβη. Ισχυρίζεται επίσης ότι ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας, ότι θα προσέφερε τις υπηρεσίες του μόνο κατά το πρωινό ωράριο και σε κάθε περίπτωση δεν θα εργαζόταν κατά τις νυκτερινές βάρδιες. Ότι λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του και της αδυναμίας του να δουλεύει νυχτέρι, μέχρι τον Οκτώβριο 2014 εργαζόταν μόνο πρωινό ωράριο. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του παρέθεσε το πρόγραμμα εργασίας των δύο τελευταίων μηνών πριν την αποχώρηση του και το δελτίων ωρών εργασίας του για τον μήνα Σεπτέμβριο 2014 (Τεκ.4.1,4.2,5). Αφού διευκρίνισε ότι το πρόγραμμα εργασίας εκδιδόταν ένα μήνα προηγουμένως, ισχυρίστηκε ότι τον Μάρτιο 2010 ενημερώθηκε πως από τον επόμενο μήνα θα τοποθετείτο και σε νυχτερινή βάρδια. Διαμαρτυρήθηκε έντονα και εξέφρασε την πρόθεση του να παραιτηθεί (Τεκ.6.1), την οποία εν τέλει δεν υλοποίησε, καθώς η Εταιρεία αναγνωρίζοντας το λάθος της τον επανέφερε στο κανονικό πρόγραμμα εργασίας του και τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα εργαζόταν νυκτερινές βάρδιες. Τον Οκτώβριο 2014 η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε μονομερώς σε τροποποίηση του ωραρίου εργασίας και τον πληροφόρησε πως από τον επόμενο μήνα θα παρείχε και νυκτερινή εργασία. Εξέφρασε και πάλι έντονα τη διαφωνία και αδυναμία του να ανταποκριθεί στο διαφοροποιημένο ωράριο εργασίας, που δεν του άφηνε άλλο περιθώριο από την παραίτηση. Ωστόσο παρά τις επανειλημμένες παραστάσεις του, η Εργοδότρια Εταιρεία ηρνείτο να τον επαναφέρει στο κανονικό πρόγραμμα εργασίας. Επακόλουθο ήταν η κοινοποίηση, μέσω των δικηγόρων του, της επιστολής ημερ. 27.10.2014 (Τεκ.8). Για τις αυτοτελείς αξιώσεις του, ισχυρίστηκε ότι περί τα μέσα 2014 η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε σε μείωση της αντιμισθίας του για αργίες/ γιορτές στο 1:1 και αποφάσισε να μην του καταβάλλει 13ο μισθό, κάτι που ο ίδιος δεν αποδέχθηκε και αναγκάστηκε να συμφωνήσει υπό την απειλή της απόλυσης. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι στη JCC εργάστηκε για ένα χρόνο και ότι στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς, όπου δούλευε πρωινά. Τον Απρίλιο 2010 υπέβαλε την παραίτηση του μετά που η Εργοδότρια Εταιρεία τον έβαλαν να εργάζεται και νυκτερινή βάρδια. Δεν αρνήθηκε ότι στις 21.9.2012 υπέγραψε τη σύμβαση απασχόλησης του (Τεκ.9) στην οποία αναφέρονταν μεταξύ άλλων η ημερομηνία πρόσληψης του, ο τόπος παροχής των υπηρεσιών του, οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας του, οι αποδοχές του ως και οι υπόλοιποι όροι εργοδότησης του. Αφού του υπεβλήθη ότι ήταν στην καλή διάθεση της Εταιρείας εάν δουλεύει πρωινή βάρδια και όχι γιατί προβλεπόταν στη σύμβαση εργασίας του, ο Αιτητής διαφώνησε λέγοντας ότι μετά την επιστολή παραίτησης του (Τεκ.6.1) και αφού έλαβε τις διαβεβαιώσεις των εργοδοτών του συνέχισε να απασχολείται αποκλειστικά κατά την πρωινή βάρδια για τέσσερα συνεχή έτη. Για τον 13ο μισθό συμφώνησε ότι πληρώθηκε τους τρεις πρώτους μήνες του 2014 και ότι στις 29.3.2014 υπέγραψε σχετική συμφωνία (Τεκ.10) για αποποίηση του εν λόγω ωφελήματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν καταβαλλόταν ούτε και σε άτομα που αρνήθηκαν να υπογράψουν. Σε υποβολή ότι από 1.11.2014 οι υπηρεσιακές ανάγκες του έργου της Τράπεζας Πειραιώς, όπου εργαζόταν, είχαν αλλάξει και ότι αυτός ήταν ο λόγος διαφοροποίησης του ωραρίου εργασίας του, ο Αιτητής διαφώνησε, όπως επίσης διαφώνησε ότι δέχθηκε τηλεφωνικώς πρόταση από τον κ. Καττιμέρη να εργαστεί σε συγκεκριμένα έργα, την οποία απέρριψε, σημειώνοντας ότι επρόκειτο για βραδινή και όχι πρωινή εργασία. Δεν αρνήθηκε ότι κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2014 προσέφερε για μια φορά εργασία σε βραδινή βάρδια. Ο κ. Κύπρος Καττιμέρης είναι ο προϊστάμενος του τμήματος φύλαξης της Εργοδότρια Εταιρείας. Επαναλαμβάνοντας, ουσιαστικά, τα όσα διατυπώνει η Εργοδότρια Εταιρείας στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ισχυρίζεται εισέτι ότι ο Αιτητής προσελήφθη στις 11.7.2008 και ότι στις 14.4.2010 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του οπότε και του καταβλήθηκαν όλα τα δικαιώματα του, όπως προκύπτει και από το απόκομμα μισθοδοσίας (Τεκ.11). Ακολούθως την 1.5.2010 αποτάθηκε εκ νέου για εργασία. Απορρίπτει τις θέσεις του Αιτητή και ισχυρίζεται πως από το 2008, ο Αιτητής εργαζόταν με σύστημα βάρδιας το οποίο περιλάμβανε πρωινή και νυκτερινή εργασία και ότι από 1.11.2014, λόγω αλλαγής των υπηρεσιακών αναγκών του έργου όπου εργαζόταν, οι απαιτήσεις φύλαξης ικανοποιούνταν με το σύστημα 8ωρης αντί 12ωρης βάρδιας. Επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι από 1.11.2014 ο Αιτητής σταμάτησε να εμφανίζεται στην εργασία του, ισχυρίστηκε ότι στις 3.11.2014 επικοινωνώντας με τον Αιτητή, τον ενημέρωσε πως δεν θα επέστρεφε στην εργασία του εάν δεν άλλαζε η υπηρεσία και ότι ενδιαφερόταν για οποιοδήποτε άλλο έργο σε ημερήσια, πρωινή ή απογευματινή, βάρδια. Υπό αυτά τα δεδομένα, η Εργοδότρια Εταιρεία στις 6.11.2014 κάλεσε τον Αιτητή να εργαστεί απογευματινή βάρδια (14:45-23:00) στο Κρατικό Χημείο κι αυτός αρνήθηκε. Αρνήθηκε επίσης δύο νέες προσφορές που του έγιναν στις 20.11.2014 και 28.11.2014 αντίστοιχα, για εργασία στο Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο επί εξαήμερης βάσης από 10:00 -17:00 και στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου σε ημερήσια βάρδια από 6:30-14:00 και 13:30-21:
- Επικαλούμενος το συμβόλαιο εργασίας του Αιτητή (Τεκ.9) επισήμανε πως η Εταιρεία ουδέποτε συμφώνησε με τον Αιτητή ότι θα εργαζόταν μόνο πρωινή βάρδια και ότι η διευθέτηση επήλθε κατόπιν συνεννοήσεως του Αιτητή με άλλο υπάλληλο, τον Ε. Ευριπίδη, να εργάζεται ο ένας πρωινή και ο άλλος νυχτερινή βάρδια. Ως εργοδότες, βλέποντας ότι υπήρχε κανονική ροή του προγράμματος δεν έφεραν ένσταση αλλά ούτε και υποσχέθηκαν ποτέ στον Αιτητή πως θα εργαζόταν μόνο πρωινή βάρδια. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή, επαναλαμβάνει τη δικογραφημένη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας και απορρίπτει τη θέση του Αιτητή περί εξαναγκασμού του να υπογράψει την τροποποιητική σύμβαση υπό την απειλή της απόλυσης. Αντεξεταζόμενος, ενώ επανάλαβε τη θέση του ότι τον Μάρτιο 2010 ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτηση του επικαλούμενος αδυναμία να εργαστεί νυκτερινή βάρδια, αρνήθηκε ωστόσο ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Αιτητή να προσφέρει τις υπηρεσίες του αποκλειστικώς σε ημερήσια βάρδια, ισχυριζόμενος ότι οι όροι εργασίας του προσωπικού στο τμήμα φύλαξης είναι να απασχολούνται με το σύστημα βάρδιας ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. Ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε ότι με το πρόγραμμα Μαΐου 2010, ο Αιτητής δεν εργάστηκε νυκτερινή βάρδια, επιμένοντας ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα της συνεννόησης του Αιτητή με άλλο εργοδοτούμενο, να εργάζεται ο ένας βράδυ και ο άλλος πρωί. Αφού υποδέχθηκαν στον μάρτυρα τα προγράμματα εργασίας για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Μάιο 2009 και του υπεβλήθη ότι δεν έχουν καμία αξία όσον αφορά το επίδικο θέμα, ο μάρτυρας επισήμανε ότι η αξία τους είναι να καταδείξουν ότι τα πρώτα δύο χρόνια ο Αιτητής δούλευε με βάρδιες και αυτή ήταν η συμφωνία. Δεν αμφισβήτησε ότι ο Αιτητής δούλε-ψε καθ' όλη τη διάρκεια του 2010, επισημαίνοντας ότι δεν εργάστηκε στο μεσοδιάστημα από τις 14.4.2010 που υπέβαλε την παραίτηση του μέχρι την 1.5.2010 που προσλήφθηκε ξανά. Απόρριψε επίσης τη θέση του Αιτητή ότι υπέγραψε τη συμφωνία αποποίησης του 13ου μισθού υπό την απειλή της απόλυσης, λέγοντας ότι στο χώρο που εργαζόταν ο Αιτητής μία υπάλληλος δεν υπέγραψε και όμως συνέχισε να εργάζεται και μετά που έφυγε ο Αιτητής. Σε νέα υποβολή ότι η Εταιρεία προέβη σε μονομερή τροποποίηση των όρων απασχόλησης του Αιτητή με την αλλαγή του ωραρίου εργασίας του, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτό επέβαλαν οι ανάγκες της υπηρεσίες και η αλλαγή της βάρδιας από 12ωρη σε 8ωρη. Ο κ. Ευριπίδης Ευριπίδου, προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας το 2007 ως φύλακας ασφαλείας για το έργο της Τράπεζας Πειραιώς, όπου συνεχίζει να εργάζεται μέχρι σήμερα. Με τον Αιτητή, καθώς ανέφερε, ήταν συνάδελφοι στο ίδιο έργο. Με την πρόσληψη του, ο Αιτητής, εργαζόταν πρωινή και νυκτερινή βάρδια και ακολούθως με δική τους συνεννόηση και αφού ενημέρωσαν τον προϊστάμενο τους, ανέλαβε ο ένας την πρωινή και ο άλλος τη νυκτερινή βάρδια μέχρι που υπήρξε αλλαγή στο σύστημα βάρδιας από 12ωρη σε 8ωρη. Ο Αιτητής δεν επιθυμούσε να εργάζεται νυκτερινή βάρδια και όταν έφθασε ο μήνας που θα γινόταν η αλλαγή απεχώρησε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Αιτητής από την αρχή της εργοδότησης του ζήτησε να μην εργάζεται νυκτερινή βάρδια. Επίσης ότι η μεταξύ τους κατ' ισχυρισμό συμφωνία έγινε σχεδόν στο διάστημα που ο Αιτητής πήγε στο πόστο και ότι ο ίδιος εργαζόταν από προηγουμένως παραπάνω νύκτα. Το αν ο Αιτητής παραιτήθηκε τον Μάρτιο 2010, ο μάρτυρας δεν γνώριζε. Για την αλλαγή του προγράμματος από 12ωρο σε 8ωρο ανέφερε πως τους είχαν ενημερώσει προηγουμένως. Ανάλυση - Συμπεράσματα Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, εγείρονται τα πιο κάτω ζητήματα που πρέπει να αποφασιστούν: (i) οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή (ii) Η περίοδος απασχόλησης του (iii) και η αξίωση του για πληρωμή αναλογίας 13ου μισθού για το
- (i) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τον Αιτητή και τους μάρτυρες της Εργοδότρια Εταιρείας κατά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Οι εντυπώσεις που άφησε ο Αιτητής στο Δικαστηρίου ήταν θετικές. Δεν βρίσκουμε να περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις που θα έθεταν σε δοκιμασία τη μαρτυρία του. Αντιθέτως, το βασικό μέρος της μαρτυρίας του, που αφορά τους όρους και τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του, επιβεβαιώνεται και από τα έγγραφα που ο ίδιος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια και τα οποία σε καμία περίπτωση δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ειδικότερα, από την επιστολή παραίτησης ημερ. 23.3.2010 (Τεκ.6.1) και το πρόγραμμα εργασίας του μηνός Απριλίου 2010, επιβεβαιώνεται η θέση του Αιτητή ότι τόσο πριν όσο και μετά την 1.5.2010, προσέφερε τις υπηρεσίες του αποκλειστικώς και μόνο κατά την πρωινή βάρδια. Επίσης από τα μηνιαία προγράμματα εργασίας για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο (Τεκ.4.1-2), Νοέμβριο 2014 (Τεκ.7) αλλά και από την επιστολή ημερ. 27.10.2014, που κοινοποίησε στην Εργοδότρια Εταιρεία μέσω των δικηγόρων του (Τεκ.8), καθίσταται φανερό ότι κατά το ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του, η Εργοδότρια Εταιρεία επικαλούμενη αλλαγή στις υπηρεσιακές ανάγκες του έργου όπου εργαζόταν, εξέδωσε πρόγραμμα εργασίας βάσει του οποίου ο Αιτητής θα έπρεπε στο εξής να παρέχει και νυκτερινή εργασία, μεταβάλλοντας έτσι το ωράριο εργασίας, κατά το οποίο παρείχε την εργασία του επί σειράν ετών, σταθερώς, τακτικώς και μονίμως. Η θέση του Αιτητή ότι προσελήφθη από την Εργοδότρια Εταιρεία τον Ιούλιο 2008 και ότι υπέβαλε την παραίτηση του με την επιστολή (Τεκ.6.1), για τον λόγο ότι δεν μπορούσε να εργαστεί νυχτέρια, δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κ. Καττιμέρη, ο οποίος ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής αποχώρησε από την εργασία του στις 14.4.2010 και επαναπροσλήφθηκε την 1.5.
- Περαιτέρω, η θέση του κ. Καττιμέρη ότι από το 2008 ο Αιτητής εργαζόταν με το σύστημα βάρδια που περιλάμβανε πρωινή και νυκτερινή εργασία και ότι η τοποθέτηση του στην πρωινή βάρδια έγινε σε συνεννόηση με άλλο υπάλληλο, τον κ. Ε. Ευριπίδη, χωρίς ποτέ η Εταιρεία να υποσχεθεί ότι ο Αιτητής θα ήταν μόνο πρωινός, δεν επιβεβαιώνεται από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία. Προς υποστήριξη της θέσεως του, ο μάρτυρας παρέθεσε τα προγράμματα εργασίας για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι και Μάιο 2009 (Τεκ.12.1-5). Για τους υπόλοιπους μήνες, μέχρι και τον Μάρτιο 2010 που ο Αιτητής έθεσε την παραίτηση του με την επιστολή (Τεκ.6.1), δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία. Επίσης δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την παραίτηση που έδωσε ο Αιτητής με την εν λόγω επιστολή και για τα προγράμματα Απριλίου και Μαΐου 2010 όπου φαίνεται ότι ο Αιτητής εργαζόταν αποκλειστικά κατά την πρωινή βάρδια. Εύλογα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα γιατί ο Αιτητής να υποβάλει την παραίτηση του, εάν όντως, όπως ισχυρίζεται ο κ. Καττιμέρης, προσέφερε εργασία τόσο κατά την πρωινή όσο και κατά τη βραδινή βάρδια; Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει συνάδει με τις ανάλογες θέσεις του Αιτητή. Ότι δηλαδή τον Μάρτιο 2010, ενημερώθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι θα προχωρούσε σε αλλαγή του ωραρίου εργασίας του και ότι αυτός ήταν ο λόγος που τον οδήγησε στην απόφαση να υποβάλει την παραίτηση του. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι ο Αιτητής συνέχισε να ευρίσκεται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας προσφέροντας τις υπηρεσίες του αποκλειστικά και μόνο κατά την πρωινή βάρδια, δίνει επίρρωση στις θέσεις του ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόφαση του. Πέραν των πιο πάνω, η θέση του κ. Καττιμέρη καταρρίπτεται και με όσα κατέθεσε ο δεύτερος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία κ. Ε. Ευριπίδης. Ενώ ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε να υποστηρίξει τη θέση του κ. Καττιμέρη, ωστόσο, κατά την αντεξέταση του, δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι η διευθέτηση, να εργάζεται ο Αιτητής κατά την πρωινή και ο ίδιος κατά την βραδινή βάρδια, έγινε σχεδόν στο διάστημα που ο Αιτητής πήγε στο πόστο. Εν ολίγοις, με όσα ανέφερε ο κ. Ευριπίδης, η διευθέτηση να εργάζεται ο ένας πρωί και ο άλλος νύκτα δεν έγινε την 1.5.2010 που προσελήφθη ο Αιτητής με βάση τις δικογραφημένες θέσης της Εταιρείας, αλλά πριν την κοινοποίηση της επιστολής παραίτησης (Τεκ.6.1). Και ενώ ο κ. Ευριπίδης, παρουσιάζεται ως το άτομο που ήρθε σε συνεννόηση με τον Αιτητή για τον προγραμματισμό του ωραρίου, εντούτοις κατά την αντεξέταση του δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι ο ίδιος δεν γνώριζε εάν ο Αιτητής παραιτήθηκε το
- Πρόσθετα, ενώ ο Αιτητής έδωσε τη δική του εκδοχή επί των γεγονότων, εν τούτοις στο σταδία της αντεξέταση, το μόνο που του υπεβλήθη είναι ότι «ήταν στην καλή διάθεση της Εταιρείας να δουλεύει πρωινή βάρδια κα όχι γιατί προβλεπόταν κάτι τέτοιο στη σύμβαση εργασίας του», χωρίς ωστόσο να του υποβληθούν τα όσα οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας επικαλέστηκαν εκ των υστέρων σε σχέση με την παραίτηση και αποχώρηση του Αιτητή και την κατ' ισχυρισμό συνεννόηση που είχε με τον κ. Ευριπίδη για τον προγραμματισμό του ωραρίου εργασίας, να εργάζεται ο ένας την ημέρα και ο άλλος τη νύκτα. Παράλειψη ενός διαδίκου να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς τη θέση του πάνω σε πολύ ζωτικά ζητήματα, για να τους δοθεί η ευκαιρία να δώσουν τη δική τους εξήγηση, όπως στην παρούσα περίπτωση, εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της μαρτυρίας του. Καθοριστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Aquac v. Fredericou Schools Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 152, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης... Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. ...Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» Βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παράγρ.
- Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνουμε ότι οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν απεκάλυψαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως επακόλουθο δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους και την απορρίπτουμε σε όσα σημεία είναι αντίθετη με αυτή του Αιτητή. Αποδεχόμενοι επομένως τη μαρτυρία του Αιτητή ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία παραθέτουμε: O Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 11.7.2008 με αρχικό τόπο εργασίας τα κτίρια της JCC και ακολούθως την Τράπεζα Πειραιώς επί της οδού Θεμιστοκλή Δέρβη, Λευκωσία. Τον Μάρτιο 2010, ενημερώνοντας η Εργοδότρια Εταιρεία τον Αιτητή ότι από τον επόμενο μήνα θα προχωρούσε σε αλλαγή του καθιερωμένου δυνάμει προφορικής συμφωνίας προγράμματος εργασίας που ίσχυε μέχρι τότε και ότι θα τον έβαζε να εργάζεται και κατά τη νυκτερινή βάρδια, ο Αιτητής κοινοποίησε στον προϊστάμενο του την επιστολή ημερ. 23.3.2010 (Τεκ.6.1) με την οποία υπέβαλλε την παραίτηση του από 14.4.2010, για το λόγο ότι δεν μπορούσε να εργαστεί νύκτα. Ωστόσο και μετά την κοινοποίηση της εν λόγω επιστολής, ο Αιτητής συνέχισε την απασχόληση του από το ίδιο πόστο όπως και προηγουμένως, προσφέροντας τις υπηρεσίες του αποκλειστικά και μόνο κατά την πρωινή βάρδια (από τις 7:00πμ μέχρι 7:00μμ) μέχρι την τελευταία ημέρα της απασχόλησης του ήτοι την 31.10.
- Την 1.11.2014, η Εργοδότριας Εταιρεία επικαλούμενη αλλαγή στις υπηρεσιακές ανάγκες του έργου όπου εργαζόταν ο Αιτητής και ικανοποίηση των αναγκών φύλαξης με το σύστημα της 8ωρης αντί της 12ωρης βάρδιας, εξέδωσε πρόγραμμα εργασίας βάσει του οποίου ο Αιτητής θα έπρεπε στο εξής να παρέχει και νυκτερινή εργασία, μεταβάλλοντας έτσι το ωράριο εργασίας κατά το οποίο παρείχε την εργασία του επί σειρά ετών, σταθερώς, τακτικώς και μονίμως. Η μονομερής αυτή απόφαση από πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας, για την οποία ο Αιτητής είχε ήδη ενημερωθεί, αποτέλεσε το έναυσμα κοινοποίησης της επιστολής ημερ. 27.10.2014 (Τεκ.8), με την οποία εξέφραζε τη διαφωνία του και τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση, λόγω μονομερούς αλλαγής των συμφωνηθέντων όρων απασχόλησης του. Ο Αιτητής από 1.11.2014 δεν εμφανίστηκε ξανά στην εργασία του. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και κατά πόσο η Εργοδότρια Εταιρεία με τη συμπεριφορά της εξανάγκασε τον Αιτητή σε παραίτηση. Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: "If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση.» Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι, «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση σελ.440 απαριθμούνται οι πιο κάτω παραβάσεις του εργοδότη που μπορούν, να δικαιολογήσουν εξαναγκασμό σε παραίτηση: "
(1)a failure to pay wages or unilateral decision to cut pay,
(2)demotion or other change in status,
(3)a change of job content not permitted or envisaged by the contract,
(4)undermining a senior employee's position,
(5)change of the place of work, or breach of a mobility clause, whether express or implied,
(6)unilateral change of hours,
(7)failure to ensure the employee's safety,
(8)breach of the term of trust and respect,
(9)failure to follow a contractually binding disciplinary procedure,
(10)imposition of a disciplinary measure in a disproportionate manner,
(11)failure to provide a reasonably suitable working environment,
(12)failure to deal with grievances properly and timeously" Η ενέργεια του εργοδότη να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα) τους όρους απασχόλησης του εργοδοτούμενου συνιστά παράβαση (repudiation) της σύμβασης, η οποία παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Η παράβαση της σύμβασης, ως ζήτημα πραγματικό και νομικό, θα πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιολογήσει εξαναγκασμό σε παραίτηση (D. Anderman, the Law of unfair Dismissal, 3rd Edition p.81). Από τη στιγμή που ο εργοδότης προβαίνει σε μια τέτοια ενέργεια με την οποία αποκηρύσσει τη σύμβαση, ο εργοδοτούμενος έχει να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ' ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση (The Employment Contract, D. Brodie). Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην ανάγκη για αποχώ-ρηση του εργοδοτούμενου από την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση, στην απόφαση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook [1981] I.C.R. 823, 831 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "... to stay at work for a period of one month to look around starting from the initial breach of contract, might well not have been fatal; but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to be inconsistent with saying that he had not affirmed the contract ..." Στην υπόθεση Daley v Strathclyde [1977] IRLR 414, ο εργοδότης άλλαξε μονομερώς τις ώρες απασχόλησης των εργοδοτουμένων. Εκείνοι αντέδρασαν κατερχόμενοι σε απεργία. Με την απεργία δεν κατάφεραν να πείσουν τον εργοδότη να αλλάξει την απόφαση του και επέστρεψαν στην εργασία τους, ακολουθώντας τις αναθεωρημένες ώρες απασχόλησης χωρίς όμως να αποδεχτούν ρητά τους αναθεωρημένους όρους. Παρόλα αυτά οι όροι αυτοί θεωρήθηκαν συμβατικά δεσμευτικοί. Η αλλαγή δεν ήταν μια βραχυπρόθεσμη ή προσωρινή αλλαγή αλλά μια τροποποίηση των συνήθων εργασιακών συνθηκών που πρέπει να θεωρείται ότι την αποδέχθηκαν. Εκτενή αναφορά επί του θέματος με παράθεση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών γίνεται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολ. Έφεση 101/2013, ημερ. 16.7.2019, από την οποία επίσης έχουμε αντλήσει καθοδήγηση. Στη υπόθεση Simmonds v. Dowty Seals Ltd [1978] IRLR 211, ο Simm προσελήφθη τον Απρίλιο 1969, με γραπτή συμφωνία που προέβλεπε ότι θα προσέφερε τις υπηρεσίες του κατά το ημερήσιο ωράριο, από τις 7:30πμ μέχρι 4:30μμ. Τον Απρίλιο 1972, μετά από ανεπίσημη προφορική συμφωνία, μεταφέρθηκε στη νυκτερινή βάρδια. Οι γραπτοί όροι εργασίας του δεν μεταβλήθηκαν ποτέ για να ληφθεί υπόψη η αλλαγή των ωρών εργασίας του και ούτε τηρήθηκε οποιοδήποτε είδος πρακτικού που να επιβεβαιώνει τη μεταφορά του στη νυκτερινή βάρδια. Σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν επήλθε αλλαγή στη διοίκηση του εργοδότη, η νέα διοίκηση μη γνωρίζοντας για την εν λόγω συμφωνίας, ζητήθηκε από τον Simm να μεταφερθεί στην ημερήσια βάρδια. Ενώ τον Αύγουστο 1976 προσέφερε ημερήσια εργασία για περίπου δυο βδομάδες, με επιστολή του προς τον εργοδότη κατέστησε φανερή τη θέση του ότι θα αποδεχόταν την αλλαγή εφόσον συνέχιζε να λαμβάνει πληρωμή νυκτερινής βάρδιας. Διαφωνώντας ο εργοδότης, επέμεινε ότι το μόνιμο ωράριο του Simm ήταν αυτό της νυκτερινής βάρδιας και ότι δεν δικαιούταν στην καταβολή ανάλογης πληρωμής. Με αυτά τα δεδομένα ο Simm υπέβαλε την παραίτηση του. Σε πρώτο στάδιο, το Employment Tribunal, απέρριψε την αίτηση του Simm αποφασίζοντας ότι οι γραπτοί όροι της σύμβασης του δεν μεταβλήθηκαν ποτέ για να θεωρηθεί ότι μεταφέρθηκε από την ημερήσια στη νυκτερινή βάρδια. Επίσης, ότι με την αδιαμαρτύρητη προσφορά των υπηρεσιών του σε ημερήσιο ωράριο για δυο βδομάδες, αποδέχθηκε τη θέση του εργοδότη ως προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το Employment Appeal Tribunal ανατρέποντας την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου αποφάσι-σε ότι ο Simm κατάφερε να αποδείξει ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας, η υποχρέωση του ήταν να προσφέρει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά κατά τη νυκτερινή βάρδια και όχι κατά την ημερήσια ή την ημερήσια και νυκτερινή βάρδια. Καταλήγει ότι στην προσπάθεια τους οι εργοδότες να τροποποιήσουν μονομερώς το ωράριο απασχόλησης του Simm, αποκήρυξαν τη σύμβαση εργασίας του (repudiated his contract of employment). Όπως έχει τονιστεί στην εν λόγω απόφαση: (ελεύθερη μετάφραση) «Παρόλο που δεν τροποποιήθηκαν οι γραπτοί όροι απασχόλησης του Simm, κατά τρόπο που να προκύπτει ότι οι ώρες προσφοράς των υπηρεσιών του δεν ήταν πλέον από τις 7:30 μέχρι 16:30, ωστόσο η δοθείσα μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μια ανεπίσημη συμφωνία αλλαγής του ωραρίου του που τον κατάτασσε μόνιμα στη νυκτερινή βάρδια. Δεν ήταν αναγκαίο η υπό αναφορά αλλαγή να γινόταν γραπτώς για να αποκτήσει νόμιμη ισχύ. Το γεγονός ότι αντίκειτο στην πολιτική και το σύνηθες καθεστώς του εργοδότη είναι άσχετο και δεν συνδέεται με το κατά πόσο επήλθε όντως μια τέτοια αλλαγή. Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο Simm τερμάτισε την απασχόληση του συνεπεία της επιμονής του εργοδότη να τον αναγκάσει να πράξει κάτι που ήταν εκτός των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθιστά τον τερματισμό της απασχόλησης του παράνομο.» Στην υπόθεση Pedersen v. Camden London Borough Council
(1981)ICR 674, o Pedersen, λαμβάνοντας γνώση σχετικής δημοσίευσης των εργοδοτών και κατόπιν ενδιαφέροντος, προλήφθηκε στην υπηρεσίας τους ως «Υπεύθυνος μπαρ/Βοηθός catering». Με βάση τους όρους εργασίας που αναφέρονταν στη δημοσίευση, ο Pedersen θα εργαζόταν κυρίως ως υπεύθυνος μπαρ και κατ' εξαίρεση ως βοηθός catering όταν οι υπηρεσίες του ως υπεύθυνος μπαρ δεν ήταν απαραίτητες. Ως υπεύθυνος μπαρ ήταν αρμόδιος για την ετοιμασία και λειτουργία του μπαρ και τον έλεγχο των αποθεμάτων. Από το 1973 εργαζόταν κυρίως ως υπεύθυνος μπαρ. Τον Απρίλιο 1997, λόγω κάποιων αλλαγών στην επιχείρηση των εργοδοτών, μειώθηκαν οι ανάγκες του μπαρ με αποτέλεσμα ο Pedersen να αναλώνει πολύ περισσότερο χρόνο ως βοηθός catering, σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια. Στις 2.1.1978 ο Pedersen εγκατάλειψε την εργασία του επικαλούμενος τροποποίηση των όρων εργασίας του και εξαναγκασμό του σε παραίτηση, καθώς από τα τέλη του 1977 η βασική εργασία που του είχε ανατεθεί δεν ήταν αυτή του υπεύθυνου μπαρ αλλά του βοηθού catering. Το Δικαστήριο στην απόφαση του, τόνισε ότι αυτό που κίνησε το ενδιαφέρον του Pedersen για τη συγκεκριμένη θέση ήταν οι όροι εργασίας ως αναφέρονταν στη δημοσίευση και ότι υπήρξε μια σύνδεση μεταξύ αυτών και των γραπτών όρων, αν και δεν αποτέλεσαν μέρος της σύμβασης εργασίας. Σε κάθε περίπτωση πρωτεύοντα ρόλο υπέχει η έννοια που ήθελαν αποδώσει οι εργοδότες στην φράση «κύρια εργασία». Συμπεραίνει, ότι με την προσφορά της θέσης στον Αιτητή, η πρόθεση των εργοδοτών ήταν να αναλώνει περισσότερο εργασιακό χρόνο ως υπεύθυνος μπαρ και ότι η αλλαγή που επήλθε από-τελούσε παράβαση που επέτρεπε στον Αιτητή να εγκαταλείψει την εργασία του και να ζητήσει αποζημιώσεις, καθώς όποια και να ήταν τα καθήκοντα του σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας, τα πραγματικά καθήκοντα που εκτελούσε ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου του υπεύθυνου μπαρ και δεν περιλάμβαναν τα καθήκοντα που εκτελούσε από τα τέλη του 1977 ως βοηθός catering. Καταλήγει ότι η αλλαγή αυτή αποτελούσε ουσιώδη μονομερή παράβαση και αποκήρυξη της σύμβασης εργασίας του (repudiation) που δικαιολογούσε τεκμαρτή απόλυση. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο για να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, (α) εάν και κατά πόσο υπήρξε μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με το ωράριο εργασίας του. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική τότε θα πρέπει να διακριβωθεί (β) ο βαθμό σοβαρότητάς της παράβασης, εάν δηλαδή ήταν αρκούντως σοβαρή για να δικαιολογεί τεκμαρτή απόλυση, (γ) εάν η συγκεκριμένη παράβαση αποτέλεσε τον βασικό λόγο παραίτησης του Αιτητή ή (δ) εάν αυτός επιβεβαίωσε (affirm) ή όχι την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι προφανές ότι μεταξύ Αιτητή και Εργοδότριας Εταιρείας, υπήρχε μια άτυπη προφορική συμφωνία διαμόρφωσης των αρχικών όρων απασχόλησης του, σε σχέση με το ωράριο εργασίας, που τον κατάτασσε μόνιμα στην πρωινή βάρδια. Ακολούθως, με την κοινοποίηση της επιστολής παραίτησης (Τεκ.6.1), όπου ο Αιτητής εξέφραζε την αδυναμία του να προσφέρει εργασία κατά τη νυκτερινή βάρδια, η Εργοδότρια Εταιρεία μη επιμένοντας στην απόφαση της να επαναφέρει τον Αιτητή στο αρχικό του ωράριο και συνεχίζοντας να τον απασχολεί αποκλειστικά και μόνο κατά το πρωινό ωράριο μέχρι και την τελευταία ημέρα της απασχόλησης του ήτοι την 31.10.2014, επιβεβαίωσε τη μεταξύ τους άτυπη προφορική συμφωνία. Η επίκληση από μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας ότι μια τέτοια αλλαγή δεν προκύπτει από τους γραπτούς όρους εργοδότησης του Αιτητή ημερ. 21.9.2012 (Τεκ.9.1), δεν κρίνεται αναγκαία για να αποδοθεί στην προφορική αυτή συμφωνία νόμιμη ισχύς. Καθώς αυτό που ώθησε τον Αιτητή να συνεχίσει την απασχόληση του και μετά την κοινοποίηση της επιστολής παραίτησης ημερ. 23.3.2010 (Τεκ.6.1), ήταν η μη υλοποίηση της απόφασης για αλλαγή του ωραρίου εργασίας του και η συνέχιση παροχής των υπηρεσιών του αποκλειστικά και μόνο κατά την πρωινή βάρδια. Γιατί, υπό διαφορετικές συνθήκες, για τους λόγους που επικαλείται, δεν είχε άλλη διέξοδο από τον τερματισμό της απασχόλησης του. Παρόλα αυτά, τέσσερα χρόνια μετά την επιβεβαίωση της εν λόγω συμφωνίας, η Εργοδότρια Εταιρεία έθεσε εκ νέου θέμα αλλαγής του ωραρίου εργασίας του Αιτητή επικαλούμενη αλλαγή στις υπηρεσιακές ανάγκες του έργου, όπου αυτός απασχολείτο, γεγονός που οδήγησε εκ νέου τον Αιτητή στην απόφαση να τερματίσει την απασχόληση του, επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Με την έκδοση και εφαρμογή του αλλαγμένου προγράμματος εργασίας και δη από 1.11.2014, ο Αιτητής δεν επανήλθε στην εργασία του. Από το περιεχόμενο των γραπτών όρων απασχόλησης του Αιτητή (Τεκ.9.1), προφανώς δεν επιβεβαιώνεται και ούτε δικαιολογείται η μονομερής και αυθαίρετη από μέρους της Εργοδότριας Εταιρεία μεταβολή του ωραρίου εργασίας, κατά το οποίο ο Αιτητής παρείχε την εργασίας του επί μακρά σειράν ετών σταθερώς, τακτικώς και μονίμως με συνέπεια να διαμορφωθεί σιωπηρώς όρος της εργασιακής συμβάσεως περί αυτού. Η μόνη ρητή αναφορά σχετίζεται με τη μετακίνηση του Αιτητή σε άλλο πόστο με δεδομένη ωστόσο την ύπαρξη έκτακτης ανάγκης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν διαφαίνεται να δικαιολογείται έστω και αμυδρά από τα γεγονότα της υπόθεσης. Κρίνουμε επομένως, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, μονομερώς και αυθαιρέτως προχώρησε σε αλλαγή του ωραρίου εργασίας του Αιτητή. Κρίνουμε επίσης ότι πρόκειται για μία αρκούντως σοβαρή παράβαση (of sufficient materiality), και ή μεταβολή ουσιώδους όρου (fundamental repudiation) της σύμβασης εργασίας, ικανή να κλονίσει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, καθώς δεν άφηνε στον Αιτητή άλλο περιθώριο από το να υποβάλει την παραίτηση του, λόγω της διαδηλωμένης και εν γνώσει της Εργοδότριας Εταιρείας αδυναμίας του να προσφέρει εργασία κατά τα νυκτερινή βάρδια. Η εν λόγω παράβαση αποτέλεσε επίσης τον αποκλειστικό λόγο παραίτησης του Αιτητή. Ο κ. Καττιμέρης, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει τη δικογραφημένη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, ισχυρίστηκε πως μετά την 1.11.2014 προτάθηκε στον Αιτητή εργασία σε άλλα συγκεκριμένα έργα την οποία για δικούς του λόγους αρνήθηκε να αποδεχθεί, θέση την οποία ο Αιτητής απέρριψε ισχυριζόμενος πως ουδέποτε δέχθηκε οποιαδήποτε προσφορά σύμφωνα με τη συμβατική του υποχρέωση για παροχή εργασίας κατά την πρωινή και όχι κατά τη βραδινή βάρδια. Προσεκτική εξέταση των όσων έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας, τείνουν να επιβεβαιώσουν εν μέρει τη θέση του Αιτητή. Ότι δηλαδή η προσφορά αφορούσε και νυκτερινή εργασία και εργασία επί εξαήμερης βάσης. Πρόσθετα, η προσφορά εργασίας στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας, έγινε μετά τον τερματισμό και την αποχώρηση του Αιτητή από την εργασία του. Επομένως, η οποιαδήποτε προσφορά δεν μπορεί από μόνη της να αναβιώσει τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση χωρίς τη συγκατάθεση και σύμφωνο γνώμη του Αιτητή, που εν προκειμένω δεν διαπιστώνουμε να υπήρξε (Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 703, Tanner ν. Kean Ltd
(1978)IRLR 110). Ως επακόλουθο η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι προσφέρθηκε στον Αιτητή άλλη κατάλληλη εργασίας σε άλλο έργο, δεν ευσταθεί και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο Αιτητής νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του, λόγω της διαγωγής της Εργοδότριας Εταιρείας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. (ii) Η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή Ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αμφισβητεί την ημερομηνία πρόσληψη του Αιτητή, ωστόσο με τη μαρτυρία του κ. Καττιμέρη ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής στις 14.4.2010 αποχώρησε από την εργασία του για να προσληφθεί ξανά την 1.5.
- Προς επιβεβαίωση της θέσης του έθεσε ως τεκμήριο την κατάσταση πληρωμής του Αιτητή για τον μήνα Απρίλιο 2010 (Τεκ.11) από την οποία προκύπτει ότι εκτός από τον βασικό μισθό, τού καταβλήθηκε αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδειας. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας κρίνου-με ότι τα όσα επικαλέστηκε ο Καττιμέρης δεν μπορούν από μόνα τους να οδηγήσουν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Κατ' αρχάς το περιεχόμενο του Τεκ.11 δεν συνάδει με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αναλυτικής κατάστασης αποδοχών του Αιτητή (Τεκ.1.3) όπου οι πραγματικές / ασφαλιστέες αποδοχές του για τον μήνα Απρίλιο δεν διαφοροποιούνταν από τις αντίστοιχες αποδοχές των υπολοίπων μηνών. Περαιτέρω η μαρτυρία του κ. Καττιμέρη ευρίσκεται σε αντίφαση με την αντίστοιχη μαρτυρία του κ. Ευριπίδη, ο οποίος ενώ εργαζόταν μαζί με τον Αιτητή στο ίδιο πόστο, καλύπτοντας ο ένας την πρωινή και ο άλλος την βραδινή βάρδια, όπως προκύπτει και από το πρόγραμμα εργασίας του μηνός Απριλίου (Τεκ.6.2), ωστόσο δεν γνώριζε εάν ο τελευταίος υπέβαλε παραίτηση. Αυτό από μόνο του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κατά τον μήνα Απρίλιο, που η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του, δεν προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπηρεσία. Γιατί αν όντως προέκυπτε κάτι τέτοιο, σίγουρα θα ήταν εν γνώσει του μάρτυρα. Επίσης, ούτε και η Εταιρεία θα τον έθετε στο πρόγραμμα εργασία μέχρι και την τελευταία ημέρα του μήνα, εάν όντως αποχωρούσε από την εργασία του από τις 14.4.
- Επιπρόσθετα, και στην περίπτωση ακόμη που ο Αιτητή αποχωρούσε από την εργασία του - που δεν είναι αυτό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου - και πάλι με τη σύμφωνο γνώμη και τη συγκατάθεση της Εργοδότριας Εταιρείας, η μεταξύ τους εργασιακή σχέση αναβίωσε, καθώς η τελευταία συμφώνησε όπως συνεχίσει να απασχολεί τον Αιτητή στο ίδιο πόστο και με τους ίδιους όρους απασχόλησης, αποδεχόμενη όπως παρέχει την εργασία του αποκλειστικά και μόνο κατά την πρωινή βάρδια. [Α. Ιάσωνας (ανωτέρω)]. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή άρχισε με την πρόσληψη του στις 11.7.2008 και τερματίστηκε με την αποχώρηση του στις 31.10.
- (iii) Η αξίωση του Αιτητή για καταβολή 13ου μισθού Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ο Αιτητής στις 29.3.2014 υπέγραψε συμφωνία με την οποία, μεταξύ άλλων, αποποιείτο του δικαιώματος του για καταβολή 13ου μισθού από 1.3.
- Στο άρθρο 10(ε) του περί Προστασίας των μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007) ως έχει τροποποιηθεί ρητά προβλέπεται ότι δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από τον μισθό, παρά μόνο μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω νομοθετήματος, «μισθός» σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου. Συνεπώς και ο 13ος μισθός ως χρηματική αντιμισθία αποτελεί μισθό στην έννοια του νόμου. Νομολογιακά, η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από την ίδια τη συμπεριφορά του. Η δε σιωπηρή συγκατάθεση δύναται να συναχθεί μέσα από τις ενέργειες του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους μεταβαλλόμενους όρους εργασίας (βλ. σύγγραμμα "The Employment Contract", Douglas Brodie, 2005, p.219). Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό που έπραξε ο Αιτητής ήταν να υπογράψει συμφωνία αποποίησης του δικαιώματος του για καταβολή 13ου μισθού. Η θέση του Αιτητή ότι ουδέποτε αποδέχθηκε τέτοιο πράγμα και ότι συμφώνησε υπό την απειλή της απόλυσης του, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ενισχυτικά στοιχεία. Αντίθετα ο ίδιος ομολόγησε κατά την αντεξέταση του, ότι υπήρξαν άτομα που δεν υπέγραψαν και στα οποία δεν καταβλήθηκε το ωφέλημα και ούτε εκδιώχθηκαν από την εργασία τους. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η αποκοπή του 13ου μισθού έγινε μετά από τη συγκατάθεση του Αιτητή, χωρίς τη συνύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου που θα καθιστούσε τη βούληση του ελαττωματική. Υπολογισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόληση του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός αυτός θεωρείται ως τερματισμός από τον εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου 3. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο συμπεράσματα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 6 (επτά) και πλέον συναπτά έτη και ότι για σκοπούς αποζημίωσης λάμβανε το ποσό των (€1394Χ12/52) €321 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του και την ηλικία του (61 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο), κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €4.173,00 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 13 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €2.568,00 Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μας, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €6.741,00 με νόμιμο τόκο από 12.12.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας το ποσό των €2.500- ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 12.12.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Γ. Κωνσταντίνου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο