ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 405/2013, 12/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2021:17 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Γ. Κασιούρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 405/2013 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΩΤΙΟΥ Αιτητής -και- ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 12η Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Μ. Φιλίππου για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: Α. Φλουρέντζου και Μ. Τριανταφυλλίδη για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ και Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ Αίτηση για αναστολή Εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 10.9.2020 ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31.7.2020 εκδόθηκε απόφαση, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») για το ποσό των €193.846,08 με νόμιμο τόκο από 15.5.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Επιδικάστηκαν επίσης υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας δικηγορικά έξοδα, ως έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή στο ποσό των €13.636- με νόμιμο τόκο και ΦΠΑ. Στις 10.9.2020 καταχωρήθηκε η υπό κρίσιν ενδιάμεση αίτηση με την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία εξαιτείται: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ημερ. 31.07.2020 εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης στην ως άνω αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης. (Β) Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ. 18, και 19, Δ.40 Θ. 7 και 11, Δ.48 Θ 1 - 9, Δ.64, στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου και στην ισχύουσα Νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της κ. Μαρίας Χριστοδούλου, Λειτουργού στην Εσωτερική Νομική Υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρεία. Διατείνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προβάλλει εκ πρώτης όψεως καλούς, σοβαρούς και ουσιαστικούς λόγους εφέσεως και ουσιαστικά ζητήματα με πολύ καλές προοπτικές επιτυχίας. Ότι σε περίπτωση μη αναστολής της απόφασης και επιτυχίας της έφεσης, υπάρχει κίνδυνος να μην καταστεί δυνατή η ανάκτηση τους επιδικασθέντος ποσού και η έφεση να στερηθεί της αποτελεσματικότητας της, καθώς απ' ότι γνωρίζουν ο Αιτητής στερείται περιουσίας και/ή της οικονομικής δυνατότητας να επιστρέψει το εξ' αποφάσεως ποσό σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα εξισορροπηθεί η προσδοκία του Αιτητή να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του και το δικαίωμα της Εργοδότριας Εταιρείας να μην καταστεί η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης κενή περιεχομένου. Περαιτέρω, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Εργοδότρια Εταιρεία θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία και δεν θα είναι δυνατή η ορθή απονομή της δικαιοσύνης καθότι θα έχει καταβάλει ένα πολύ υψηλό ποσό το οποίο θα είναι αδύνατο να της επιστραφεί, λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο εκδίκασης της έφεσης. Αντίθετα ο Αιτητής δεν θα υποστεί οιαδήποτε ζημία, καθότι σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης το ποσό της απόφασης θα είναι έντοκο. Η αναστολή της απόφασης ουδεμία βλάβη θα επιφέρει στον Αιτητή καθώς σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης, αυτός θα μπορέσει να εισπράξει άμεσα το ποσό της απόφασης και συνεπώς τα όποια δικαιώματα του θα παραμείνουν αλώβητα κα ανεπηρέαστα. Επισημαίνει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε πρόνοια ή διαταγή του Δικαστηρίου, για τους όρους που τυχόν κρίνει κατάλληλους για σκοπούς παροχής εγγύησης συμπεριλαμβανομένης και της τραπεζικής εγγύησης. Περαιτέρω είναι έτοιμη και πρόθυμη να καταβάλει άμεσα στους δικηγόρους του Αιτητή τα επιδικασθέντα έξοδα, νοουμένου ότι αυτοί θα αναλάβουν την επιστροφή τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Επισημαίνει επίσης ότι, η Εργοδότρια Εταιρεία βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση και είναι σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωση της και να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε υπέρ του Αιτητή, εφόσον η έφεση αποτύχει, καθώς πρόκειται για εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο 36
(1)/2016, με μεγάλο κύκλο εργασιών εντός και εκτός της Δημοκρατίας. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή, η οποία βασίζεται στην Δ.35 θ. 18 - 19 και Δ.40 θ 7 , Δ.48 θ. 1-4, 7 & 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9, στον Ν 24/67, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς (1/1999), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές τις επιείκειας και στην σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ψευδείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πληροφορίες.
- Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έχει αποδείξει ότι χωρίς την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών διαφορών Λευκωσίας ημερομηνίας 31.7.2020 στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση στην οποία ασκήθηκε έφεση η οποία δεν έχει λάβει ακόμα αριθμό με ημερομηνία καταχώρησης την 9.9.2020 θα καταστεί, σε περίπτωση επιτυχίας της, άνευ αντικειμένου ή θα αποστερηθεί της αποτελεσματικότητας της.
- Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έχει προσκομίσει την απαιτούμενη μαρτυρία και/ή στοιχεία που να αποδεικνύουν τον γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό της ότι ο Αιτητής είναι αφερέγγυος, στερείται επαρκών πόρων και ότι υπάρχει κίνδυνος το εν λόγω ποσό να κατασπαταληθεί και η Εργοδότρια Εταιρεία θα απωλέσει όλα της τα δικαιώματα.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης απόφασης.
- Δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση περιστάσεις που να δικαιολογούν επιτυχία της υπό κρίση αίτησης.
- Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έχει καταδείξει ότι η τυχόν απόρριψη της αίτησης θα της επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη.
- Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έχει προσκομίσει επαρκή στοιχεία για την φερεγγυότητα της.
- Ο Αιτητής είναι φερέγγυος και διαθέτει επαρκή περιουσία.
- Η Εργοδότρια Εταιρεία με την παρούσα αίτηση επιδιώκει την απαξίωση της απόφασης η οποία αφορά εργατική διαφορά και/η προσπαθεί να αλλοιώσει τη φύση της απόφασης η οποία αφορά σε αποζημίωση για παράνομη απόλυση και/ή σε εργατική διαφορά στην οποία δεν και/ή δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά κανόνα οι ίδιες προϋποθέσεις για σκοπούς αναστολής εκτέλεσης.
- Η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Αιτητή, με την οποία ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Απορρίπτει και θέτει ως αόριστους τους ισχυρισμούς της κ. Χριστοδούλου καθώς δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο που να τους υποστηρίζει. Ισχυρίζεται ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης είναι μηδαμινές, ότι πρόκειται για φερέγγυο πρόσωπο με επαρκή περιουσιακά στοιχεία και με πρόθεση να καταβάλει στην Εργοδότρια Εταιρεία ποσό ίσο με αυτό που θα εισπράξει σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά αναφέρει ότι είναι κάτοχος με πλήρη κυριότητα ακίνητης περιουσίας στην Αθήνα αξίας πέραν των €500.000- (Τεκ.1) που αποφέρει ενοικιαστικό εισόδημα €1.500- μηνιαίως (Τεκ.2) και ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η αποστέρηση των καρπών της επιτυχίας του σε μια μακρόχρονη διαδικασία. Θέτοντας διάφορα στοιχεία για τα οικονομικά αποτελέσματα της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τα έτη 2018 - 2019 και αναφερόμενος σε πώληση της μητρικής εταιρείας και κύριου μετόχου της, αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας για μεγάλο κύκλο εργασιών στο εξωτερικό και δηλώνει ότι οι δραστηριότητα της περιορίζεται εντός της Δημοκρατίας. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το υπό εξέταση θέμα, της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί με τον Κ.17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε ειδική ρύθμιση στους κανονισμούς και συνεπώς η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως θα πρέπει να στηριχθεί στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η Δ.35 Θ.18 προνοεί τα ακόλουθα: "
- An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given." Kαι σε μετάφραση: «
- Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.» Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως, συνοψίζονται στην Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1978 ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Στην Παναγιώτα Νεοφύτου v. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «Η άσκηση Έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση.. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικής απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσιδίκου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον Ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Με βάση την ισχύουσα νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν αναστέλλει την απόφαση εκτός εάν (α) η εκτέλεση της απόφασης θα καταστήσει την Έφεση άνευ ουσίας (nugatory) ή (β) η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που καταδεικνύει ότι σε περίπτωση καταβολής των ποσών της απόφασης δεν υπάρχει καμία λογική πιθανότητα να επανακτηθούν σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης "there is no reasonable probability of getting them back if the Appeal succeeds" ("Annual Practice" 1957, p.1279). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1 διατυπώνονται τα εξής: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για την προεξόφληση του αποτελέσματος της.» Επίσης στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι. ν. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης» (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dozami Marine Ltd κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Περαιτέρω, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου το αντικείμενο της αναστολής αφορά την υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού στον επιτυχόντα ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), η αναστολή της διαδικασίας δίνεται όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό, οπότε αν η έφεση επιτύχει τότε θα παραμείνει άνευ αντικειμένου εάν στο μεταξύ έχει καταβληθεί το ποσό και ο ενάγων είναι είτε κάτοικος εξωτερικού, είτε αφερέγγυος ή υπάρχει ένδειξη με την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό στον εναγόμενο (Βλ. Μ. Δημητρούδης ν. Α.Ν. Λουγκρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Εφ' όσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1978). Η συνήθης πρακτική είναι η κατάθεση τραπεζικής εγγύησης από τον εξ αποφάσεως χρεώστη για το ποσό της απόφασης ή ακόμη και η πληρωμή στο Δικαστήριο όλου ή μέρους του εξ αποφάσεως χρέους. Έχουμε μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης, όπως τις έχουμε ήδη παραθέσει. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης στην παρούσα περίπτωση είναι οριακής σημασίας, καθώς η γενική αναφορά στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδούλου περί βάσιμων λόγω έφεσης με πραγματική προοπτική επιτυχίας, χωρίς την παράθεση υποστηρικτικών στοιχείων, δεν προγιγνώσκουν με βεβαιότητα επιτυχή έκβαση ενός ή περισσότερων από τους λόγους που διατυπώνονται στην ειδοποίηση έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Συνεπώς, ο παράγοντας επιτυχίας της έφεσης στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκτά ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτική ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα που προτάθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία και που αναφέρεται σε κατ' ισχυρισμό ανεπανόρθωτη ζημιά την οποία ενδέχεται να υποστεί σε περίπτωση καταβολής του επιδικασθέντος ποσού λόγω αφερεγγυότητας του Αιτητή, η μάρτυς της Εργοδότριας Εταιρείας, πλην του αόριστου και γενικού ισχυρισμού της, ότι ο Αιτητής δεν μπορεί να κριθεί φερέγγυο άτομο καθώς από ότι γνωρίζουν στερείται περιουσίας και ή οικονομικής δυνατότητας να επιστρέψει το εξ αποφάσεως ποσό σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία ή αποδείξεις που να υποστηρίζουν τη θέση της και δεν έδωσε με την ένορκη δήλωση της οποιεσδήποτε ενδείξεις σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Αιτητή. Σε αντίθεση με τη μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρείας, ο Αιτητής με την ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρθηκε σε πλήρη κυριότητα ακίνητης περιουσία που διαθέτει στην Αθήνα, αξίας πέραν των €500.000,- η οποία του αποφέρει ενοικιαστικό εισόδημα €1.500- μηνιαίως. Προς επιβεβαίωση της θέσης του παρουσίασε τίτλο ιδιοκτησίας από το Εθνικό Κτηματολόγιο και ενοικιαστήριο έγγραφο. Σημειώνουμε ότι η ένορκη δήλωση του Αιτητή και τα σχετικά έγγραφα δεν έχουν αμφισβητηθεί, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν προέβη σε αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Goldian Holdings Limited, Πολ. Έφεση 273/2019 ημερ. 8.9.2020, αποδεχόμενο το Δικαστήριο τη θέση του Εφεσείοντα επισήμανε ότι: «. ενώ το νομικό αποδεικτικό βάρος ήταν και παραμένει στους ώμους του (Εφεσείοντα), το μαρτυρικό βάρος απόδειξης θα μπορούσε να μετακινηθεί και έχει στην προκειμένη περίπτωση μετακινηθεί στους ώμους της Εφεσίβλητης να καταδείξει την ικανότητα της να επιστρέψει το ποσό της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, παρουσιάζοντας τα στοιχεία που η ίδια γνωρίζει και κατέχει και στα οποία δεν έχει διαφανεί ότι ο Εφεσείοντας θα μπορούσε να έχει πρόσβαση (Halsbury's Laws of England, 5η έκδ., παρ.704). Όπως αναφέρεται στη National Industrial Credit Bank Ltd v. Aquinas Francis Wasike and Others, Civil Application No.238/2005 του Εφετείου της Ναϊρόμπι της Κένυας, στη οποία μας παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Εφεσείοντα, αφότου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα μπορέσει να πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης πρέπει τότε να μεταφέρεται στον τελευταίο να καταδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Demetriades Group of Companies Limited v. APM Italian Type Ice-Cream Limited, Πολ. Έφεση 372/2015 ημερ. 15.2.2017, Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των Αιτητών, είναι, βεβαίως, δεσπόζον στοιχείο, δεδομένης της προαναφερθείσας ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αόριστα και λαμβάνει τη μορφή γενικής επίκλησης. Το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναπόκειται στους ώμους του κάθε Αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Χ'' Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Other
(1991)1 ΑΑΔ 172, Λίζα Λουκαΐδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδα Γεωργίου κ.α., Πολ. 'Εφεση 251/2014, ημερ. 19.2.2016, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μ. Κωμοδρόμου Πολ. Έφεση 283/2015 ημερ. 23.3.2016), ECLI:CY:AD:2016:A
- Ό,τι μπορεί να εξαχθεί από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πως περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή» Στην προκείμενη περίπτωση, ο Αιτητής που έφερε το μαρτυρικό βάρος απόδειξης της ικανότητας του για απόδοση του ποσού της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, κατάφερε με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων να υποστηρίξει τη φερεγγυότητα του και να καταδείξει ότι κατέχει περιουσία της οποίας η αξία υπερβαίνει κατά πολύ του επιδικασθέντος ποσού. Από την άλλη η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο της Εργοδότριας Εταιρείας, που έφερε και το σχετικό βάρος, δεν θεμελιώνεται από τον αόριστο και κατά γενική μορφή προβαλλόμενο ισχυρισμό της, όπως επίσης δεν θεμελιώνεται η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που θα αποστερούσε την αποτελεσματικότητα του ενδίκου μέσου της έφεσης σε περίπτωση μη αναστολής της απόφασης. Αντίθετα η ικανοποιητική και αποδεκτή μαρτυρία του Αιτητή που υποστηρίζεται από την αντίστοιχη πραγματική μαρτυρία, αποτελεί απόδειξη κατάρριψης των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας και καθιστά ανύπαρκτη την ύπαρξη οποιωνδήποτε ικανών στοιχείων που θα παρεμπόδιζαν τον ίδιο από το να δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του. Αυτός άλλωστε είναι και ο πρωταρχικός σκοπός του Κ.18 της Δ.35 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος ρητά αναφέρει ότι "An appeal shall not operate as a stay of execution.". Ωστόσο η προσφορά από την Εργοδότρια Εταιρεία τραπεζικής εγγύησης ανάλογης με το επιδικασθέν ποσό τείνει να καταδείξει την ανυπαρξία οποιασδήποτε κακοπιστίας ή αλλότριων κινήτρων πλην του φόβου ότι το επιδικασθέν ποσό πιθανόν να μην αποδοθεί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Καθώς, όπως εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εργοδότριας Εταιρείας, η ακίνητη περιουσία που διαθέτει ο Αιτητής ευρίσκεται εκτός Κύπρου και υπάρχει κίνδυνος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης να έχει αποξενωθεί. Αυτό όμως δεν αποτελεί ικανοποιητική απόδειξη ή ικανό λόγο που να εμποδίζει τον Αιτητή από του να επωφεληθεί άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ. (υπ)........................................................ Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Παναγής, Μέλος Γ. Κασιούρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Με όσα όμως λέχθηκαν στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου (ανωτέρω), κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης τεθούν οι ακόλουθοι όροι: (α) Ο Αιτητής να καταθέσει στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση προς όφελος της Εργοδότριας Εταιρείας για ολόκληρο το εξ αποφάσεως ποσό πλην των δικηγορικών εξόδων, με ισχύ μέχρι την έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 269/
- Τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης να καταβληθούν από την Εργοδότρια Εταιρεία. (β) Οι δικηγόροι του Αιτητή να αναλάβουν με δήλωση ενώπιον του Πρωτοκολλητή, ότι θα συμμορφωθούν άμεσα με οποιανδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Ανώτατο Δικαστήριο θα ήθελε εκδώσει στα πλαίσια της Έφεσης αναφορικά με τα έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο