← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ ν. CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 227/2015, 12/3/2021

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ ν. CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 227/2015, 12/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2021:18 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Ν. Σατσιά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 227/2015 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ Αιτήτρια -και- CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 12η Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Μ. Βιολάρης Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χατζησέργης Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 29.9.2020 ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31.8.2020 εκδόθηκε απόφαση, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») για το ποσό των €35.536,05 με νόμιμο τόκο από 22.4.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3

(2)του Νόμου 24/67 ποσό €27.375,92 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στην Αιτήτρια από την Εργοδότρια Εταιρεία και το υπόλοιπο ποσό των €8.160,13 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 15½ εβδομάδων πλέον νόμιμο τόκο από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Επιδικάστηκαν επίσης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας δικηγορικά έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Στις 29.9.2020 κατεχωρήθη η υπό κρίσιν ενδιάμεση αίτηση με την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία εξαιτείται: «(α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να αναστέλλει την διαδικασία απαίτησης πληρωμής, η οποία στάλθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή της Αιτήτριας, ημερομηνίας 10.9.2020 και παραδόθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 14.9.2020, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, ΚΕφ.113-άρθρο 212 (α), στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, μέχρις ότου εκδικασθεί η Έφεση που καταχώρησε η Εργοδότρια Εταιρεία, την 29.9.2020, εναντίον της εκδοθείσας Πρωτόδικης Απόφασης ημερομηνίας 31.8.2020 και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. (β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να αναστέλλει την εκτέλεση της Πρωτόδικης Απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 31.8.2020, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης που καταχώρησε η Εργοδότρια Εταιρεία, την 29/9/2020, εναντίον της εν λόγω Απόφασης και/ή μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. (γ) Οιανδήποτε άλλη περαιτέρω θεραπεία, την οποία ήθελε διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο και την οποία κρίνει εύλογη και δίκαια υπό τις περιστάσεις. (δ) Έξοδα της παρούσας Αίτησης.» Στις 14.10.2020 εξεδόθη προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος (α) της αίτησης με το οποίο αναστέλλεται η διαδικασία πληρωμής μέχρι την εκδίκαση της αίτησης και ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 21.10.2015 που το διάταγμα ορίστηκε ως επιστρεπτέον, οι συνήγοροι συμφώνησαν όπως το διάταγμα παραμείνει σε ισχύ χωρίς να καταστεί απόλυτο και να οριστεί η αίτηση για ακρόαση επί του αιτητικού (β). Δόθηκε επίσης χρόνος στην πλευρά της Αιτήτριας να καταχωρήσει την ειδοποίηση ένστασης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ.18 και 19, Δ.40 Θ.7, 11 και 15, Δ.41, Δ.43Α, Δ.48 Θ.1-4, Θ.8
(1)(ee) και 9 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960) άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρο 9, στη σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της επιείκειας, της Γενικής Πρακτικής, της Διακριτικής Ευχέρειας και των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Χρυσοχού, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από το Δ.Σ. της Εργοδότριας Εταιρείας και ως άτομο που γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Διατείνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έχει πολύ καλή υπόθεση, βάσιμους λόγους και ορατό ενδεχόμενο με σοβαρές πιθανότητες προοπτικής επιτυχίας της έφεσης με βάση τους λόγους που προβάλλει στην ειδοποίηση έφεσης. Ότι η εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης θα δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις στην Εργοδότρια Εταιρεία και θα προκαλέσει σοβαρότατες ζημιές στα δικαιώματα της, τόσο στην προώθηση της έφεσης όσο και στη διεξαγωγή δίκαιης δίκης, δεόμενου ότι δεν θα είναι δυνατή η ανατροπή της κατάστασης που θα δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της απόφασης. Ότι η Αιτήτρια δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό που θα εισπράξει, καθότι είναι πλήρως αφερέγγυα και αναξιόχρεα και δεν έχει ικανή κινητή ή ακίνητη περιουσία, είναι άνεργη και δεν έχει κανένα άλλο εισόδημα. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προσφέρεται να καταθέσει ολόκληρο το ποσό της απόφασης πλέον τόκους στο Δικαστήριο υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης. Διατείνεται επίσης πως η αιτούμενη αναστολή δεν θα επιφέρει καμία ζημιά στην Αιτήτρια και ούτε θα της αποστερήσει τους καρπούς της επιτυχίας της καθότι το Δικαστήριο είναι σε θέση να εξισορροπήσει ικανοποιητικά τα αντικρουόμενα συμφέροντα των μερών με την παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων σε περίπτωση που διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της Αιτήτριας, η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 θ. 18 και 19, Δ.39, Δ.40, Δ.48 ΘΘ1-4, 8 και Δ.64 στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου [Κεφ. 9], στα άρθρα 21, 22, 29
(1)30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου [Ν. 14/60], στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου [Κεφ. 6], στους Κανονισμούς 12
(1)και 17 των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999, στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1956, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η Εργοδότρια Εταιρεία έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα και/ή το πλήρες φάσμα αυτών και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο μέσω της Μονομερούς της Αίτησης με καθαρά χέρια και/ή αξιώνει διάταγμα στη βάση των αρχών της Επιείκειας ελλείψει καλής πίστης και/ή εξαπατώντας το Δικαστήριο καθότι ήτο εις γνώση της κατά την ημερομηνία καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης ότι η Αιτήτρια ΔΕΝ είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε επίδικο χρόνο «πλήρως αφερέγγυα και αναξιόχρεη» ως παραπλανητικά προωθούν με τη μαρτυρία τους (Παρ. 9 Σελ. 5 της Ε.Δ. που Συνοδεύει την Αίτηση) αφού μεταξύ άλλων: i. Η Αιτήτρια είναι Ιδιοκτήτρια του 5% του μετοχικού κεφαλαίου της Εργοδότριας Εταιρείας. ii. Η Εργοδότρια Εταιρεία με την επί όρκου μαρτυρία του κ. Κυριάκου Χρυσοχού [Γραπτή Δήλωση ημερ. 18 Ιανουαρίου 2019] στα πλαίσια της Αγωγής με Αρ. 779/2016 παραδέχεται ότι οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €153.909,32 [Γραπτή Δήλωση η οποία συν τοις άλλοις έχει κατατεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ως το Τεκμήριο 6] ποσό πολύ μικρότερο από τις πραγματικές οφειλές της Εργοδότριας Εταιρείας προς την Αιτήτρια. iii. Ο Ενόρκως Δηλών κ. Κυριάκος Χρυσοχός - πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και κατά τον επίδικο χρόνο Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας - του οποίου η Ένορκη Δήλωση υποστηρίζει τη Μονομερή Αίτηση ημερ. 29 Σεπτεμβρίου 2020, γνώριζε ότι κατά την ημερομηνία καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης η Αιτήτρια δεν ήτο ή είναι αφερέγγυα, αφού στα πλαίσια της Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών με Αρ. 85/2015, η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει Ενόρκως και κοινοποιήσει σε αυτόν το πλήρες φάσμα της περιουσία της - την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία εντέχνως απέκρυψε.
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την χορήγηση των Αιτούμενων Διαταγμάτων Μονομερώς και/ή άλλως πώς και/ή η Εργοδότρια Εταιρεία με τη μαρτυρία που συνοδεύει την Μονομερή Αίτηση ημερ. 29 Σεπτεμβρίου 2020 δεν φανερώνει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όπως ούτε πιθανότητα ότι δικαιούται σε θεραπεία αφού μεταξύ άλλων: i. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποκαλύπτει με τη μαρτυρία που πλαισιώνει τη Μονομερή Αίτηση την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων οι οποίες να δικαιολογούν τη χορήγηση των Αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή την χορήγηση της Αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 31 Αυγούστου 2020 και/ή ότι η ίδια η Εργοδότρια Εταιρεία θα υποστεί «ανεπανόρθωτη αδικία» σε περίπτωση εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 31 Αυγούστου
  3. ii. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποκαλύπτει με τη μαρτυρία που πλαισιώνει τη Μονομερή Αίτηση ούτε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η μη έγκριση των Αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή η μη χορήγηση της Αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 31 Αυγούστου 2020 θα καταστήσει την Έφεση (Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση) άνευ αντικειμένου και/ή θα επηρεάσει τα δικαιώματα της Εργοδότριας Εταιρείας ως αυτά προωθούνται κατ' Έφεση. iii. Ενώ, παραμένει έκδηλο υπό τις περιστάσεις και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι το δικαίωμα της Αιτήτριας να επωφεληθεί των καρπών της επιτυχίας της στην Απόφαση ημερ. 31 Αυγούστου 2020 υπερισχύει αισθητά της όποιας δυσχέρειας ενδεχομένως να προκληθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία από την εκτέλεση της Απόφασης ημερ. 31 Αυγούστου 2020 και κατ' επέκταση συγκεκριμένου εκκαθαρισμένου ποσού.
  4. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έχει αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - ως η επιτακτική προϋπόθεση του Αρ. 32 του Ν. 14/1960 - άμα τη μη έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή άμα την μη οριστικοποίηση του Μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος ημερ. 14 Οκτωβρίου
  5. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έχει αποδείξει ότι άμα τη μη έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων θα διαταραχθεί η επικρατούσα κατάσταση πραγμάτων «status quo».
  6. Λαμβανομένων υπόψη όλων των γεγονότων δεν είναι ούτε πρόσφορο όπως ούτε δίκαιο να ασκηθεί η Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας και/ή να εκδοθούν τα Αιτούμενα Διατάγματα και/ή να οριστικοποιηθεί το Μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα ημερ. 14 Οκτωβρίου
  7. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, με την οποία ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και ότι εξασφάλισε μονομερώς το διάταγμα αναστολής, εξαπατώντας το Δικαστήριο με το να αποκρύψει την πραγματική οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας, η οποία ήταν εν γνώσει του κ. Χρυσοχού. Ειδικότερα ο κ. Χρυσοχός, δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο τη μετοχική ιδιότητα της Αιτήτριας και δη ότι είναι κάτοχος του 5% του μετοχικού κεφαλαίου της Εργοδότριας Εταιρείας, στοιχείο το οποίο πέραν της αξίας του, της αποφέρει και θα της αποφέρει στο μέλλον κέρδη υπό μορφή μερίσματος. Περαιτέρω δεν απεκάλυψε τα όσα ο ίδιος παραδέχθηκε με τη γραπτή δήλωση του, ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας κατά την εκδίκαση της Αγωγής αρ. 779/2016, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια υπό μορφή μερίσματος το ποσό των €153.909,
  8. Πρόσθετα, ο μάρτυρας, δεν παρουσίασε την ορθή και πραγματική περιουσιακή κατάσταση της Αιτήτριας, την οποία ενόρκως απεκάλυψε και κοινοποίησε στον ίδιο στα πλαίσια της Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών με αρ. 85/
  9. Για να επιβεβαιώσει τη θέση της, παρουσίασε ενώπιον μας, τη γραπτή δήλωση του κ. Χρυσοχού και τη δική της ένορκη αποκάλυψη. Παράθεσε επίσης πιστοποιητικό έρευνας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με την επ' ονόματι της ακίνητη περιουσία και την εκτιμημένη αξία της κατά την 1.1.2018, που όπως φαίνεται υπερβαίνει κατά πολύ του ποσού της απόφασης. Σημειώνει δε ότι όλα τα πιο πάνω βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τη ψευδή και παραπλανητική εικόνα που η Εργοδότριας Εταιρεία προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου για εξασφάλιση του μονομερούς διατάγματος, ότι η ιδία είναι «.πλήρως αφερέγγυα και αναξιόχρεη.») και ότι σε περίπτωση καταβολής του εξ αποφάσεως ποσού θα αδυνατεί να το επιστρέψει. Επίσης από την εν λόγω μαρτυρία δεν προκύπτει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί ότι η μη αναστολή της απόφασης θα προκαλέσει στην Εργοδότρια Εταιρεία ανεπανόρθωτη βλάβη ή αδικία. Αντιθέτως, επικείμενη αναστολή θα επηρεάσει αποκλειστικά τα δικά της δικαιώματα και θα της αποστερήσει χωρίς κανένα σοβαρό λόγο τους καρπούς της επιτυχίας της, οι οποίοι επιτεύχθηκαν μετά από πολύχρονο και κοπιώδη δικαστικό αγώνα. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το υπό εξέταση θέμα, της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί με τον Κ.17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε ειδική ρύθμιση στους κανονισμούς και συνεπώς η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως θα πρέπει να στηριχθεί στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η Δ.35 Θ.18 προνοεί τα ακόλουθα: "
  1. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given." Kαι σε μετάφραση: «
  2. Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.» Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Εφέσεως, συνοψίζονται στην Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1978 ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Στην Παναγιώτα Νεοφύτου v. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «Η άσκηση Έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση.. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικής απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσιδίκου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον Ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Με βάση την ισχύουσα νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν αναστέλλει την απόφαση εκτός εάν (α) η εκτέλεση της απόφασης θα καταστήσει την Έφεση άνευ ουσίας (nugatory) ή (β) η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που καταδεικνύει ότι σε περίπτωση καταβολής των ποσών της απόφασης δεν υπάρχει καμία λογική πιθανότητα να επανακτηθούν σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης "there is no reasonable probability of getting them back if the Appeal succeeds" ("Annual Practice" 1957, p.1279). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1 διατυπώνονται τα εξής: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστανται οι προϋποθέ­σεις για την προεξόφληση του αποτελέσματος της.» Επίσης στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι. ν. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης» (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dozami Marine Ltd κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Περαιτέρω, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου το αντικείμενο της αναστολής αφορά την υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού στον επιτυχόντα ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), η αναστολή της διαδικασίας δίνεται όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό, οπότε αν η έφεση επιτύχει τότε θα παραμείνει άνευ αντικειμένου εάν στο μεταξύ έχει καταβληθεί το ποσό και ο ενάγων είναι είτε κάτοικος εξωτερικού, είτε αφερέγγυος ή υπάρχει ένδειξη με την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό στον εναγόμενο (Βλ. Μ. Δημητρούδης ν. Α.Ν. Λουγκρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Εφ' όσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1978). Η συνήθης πρακτική είναι η κατάθεση τραπεζικής εγγύησης από τον εξ αποφάσεως χρεώστη για το ποσό της απόφασης ή ακόμη και η πληρωμή στο Δικαστήριο όλου ή μέρους του εξ αποφάσεως χρέους. Έχουμε μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης, όπως τις έχουμε ήδη παραθέσει. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης στην παρούσα περίπτωση είναι οριακής σημασίας, καθώς η γενική αναφορά στην ένορκη δήλωση του κ. Χρυσοχού περί βάσιμων λόγων έφεσης με πραγματική προοπτική επιτυχίας, χωρίς την παράθεση υποστηριχτικών στοιχείων, δεν προγιγνώσκουν με βεβαιότητα επιτυχή έκβαση ενός ή περισσότερων από τους λόγους που διατυπώνονται στην ειδοποίηση έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Συνεπώς, ο παράγοντας επιτυχίας της έφεσης στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκτά ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτική ευχέρειας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητα της Αιτήτριας, ως βασικός λόγος για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, δεν φαίνεται να ικανοποιείται στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία, ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, η προοπτική ανάκτησης του επιδικασθέντος ποσού δεν θα είναι εφικτή. Η αναφορά του κ. Χρυσοχού σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις και σοβαρότατες ζημιές τις οποίες θα επιφέρει στην Εργοδότρια Εταιρεία η άμεση εκτέλεση της απόφασης, λόγω της οικονομικής κατάστασης της Αιτήτριας η οποία είναι πλήρως αφερέγγυα και αναξιόχρεα και δεν διαθέτει την απαραίτητη κινητή ή ακίνητη περιουσία που θα της επιτρέψει την απόδοση του ποσού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία ή αποδείξεις. Επίσης δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε ενδείξεις για την οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας. Αντιθέτως τα όσα η Αιτήτρια έθεσε με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, τείνουν να καταρρίψουν τα όσα η άλλη πλευρά επικαλείται με την αίτηση της και να επιβεβαιώσουν τη δική της θέση, ότι διαθέτει περιουσία που καθιστά εφικτή και υπαρκτή την προοπτική απόδοσης του ποσού της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Είναι επίσης φανερό ότι όλα τα στοιχεία που τέθηκαν από την Αιτήτρια ήταν εν γνώσει του κ. Χρυσοχού κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης και ότι δεν αποκαλύφθηκαν κατά την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος. Εν ολίγοις η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια, αφού τα όσα έθεσε με την προσαχθείσα μαρτυρία, σε αντίθεση με αυτά που ήταν εν γνώσει της κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας. Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Goldian Holdings Limited, Πολ. Έφεση 273/2019 ημερ. 8.9.2020, αποδεχόμενο το Δικαστήριο τη θέση του Εφεσείοντα επισήμανε ότι: «. ενώ το νομικό αποδεικτικό βάρος ήταν και παραμένει στους ώμους του (Εφεσείοντα), το μαρτυρικό βάρος απόδειξης θα μπορούσε να μετακινηθεί και έχει στην προκειμένη περίπτωση μετακινηθεί στους ώμους της Εφεσίβλητης να καταδείξει την ικανότητα της να επιστρέψει το ποσό της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, παρουσιάζοντας τα στοιχεία που η ίδια γνωρίζει και κατέχει και στα οποία δεν έχει διαφανεί ότι ο Εφεσείοντας θα μπορούσε να έχει πρόσβαση (Halsbury's Laws of England, 5η έκδ., παρ.704). Όπως αναφέρεται στη National Industrial Credit Bank Ltd v. Aquinas Francis Wasike and Others, Civil Application No.238/2005 του Εφετείου της Ναϊρόμπι της Κένυας, στη οποία μας παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Εφεσείοντα, αφότου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα μπορέσει να πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης πρέπει τότε να μεταφέρεται στον τελευταίο να καταδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Demetriades Group of Companies Limited v. APM Italian Type Ice-Cream Limited, Πολ. Έφεση 372/2015 ημερ. 15.2.2017, Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των Αιτητών, είναι, βεβαίως, δεσπόζον στοιχείο, δεδομένης της προαναφερθείσας ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αόριστα και λαμβάνει τη μορφή γενικής επίκλησης. Το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναπόκειται στους ώμους του κάθε Αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Χ'' Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Other
(1991)1 ΑΑΔ 172, Λίζα Λουκαΐδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδα Γεωργίου κ.α., Πολ. 'Εφεση 251/2014, ημερ. 19.2.2016, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μ. Κωμοδρόμου Πολ. Έφεση 283/2015 ημερ. 23.3.2016), ECLI:CY:AD:2016:A162. Ό,τι μπορεί να εξαχθεί από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πως περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή» Στην προκείμενη περίπτωση, η Αιτήτρια που έφερε το μαρτυρικό βάρος απόδειξης της ικανότητας της για απόδοση του ποσού της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, κατάφερε με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων να υποστηρίξει τη φερεγγυότητα της και να καταδείξει ότι κατέχει περιουσία της οποίας η αξία υπερβαίνει κατά πολύ του επιδικασθέντος ποσού. Από την άλλη η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο της Εργοδότριας Εταιρείας, που έφερε και το σχετικό βάρος, δεν θεμελιώνεται από τον αόριστο και κατά γενική μορφή προβαλλόμενο ισχυρισμό της, όπως επίσης δεν θεμελιώνεται η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που θα αποστερούσε την αποτελεσματικότητα του ενδίκου μέσου της έφεσης σε περίπτωση μη αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Τουναντίον η ικανοποιητική και αποδεκτή μαρτυρία της Αιτήτριας που υποστηρίζεται από την αντίστοιχη πραγματική μαρτυρία, αποτελεί απόδει-ξη κατάρριψης των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας και καθιστά ανύπαρκτη την ύπαρξη οποιωνδήποτε ικανών στοιχείων που θα παρεμπόδιζαν την ίδια από το να δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας της. Αυτός άλλωστε είναι και ο πρωταρχικός σκοπός του Κ.18 της Δ.35 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος ρητά αναφέρει ότι "An appeal shall not operate as a stay of execution.". Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερ. 14.10.2020 ακυρώνεται. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ. (υπ)........................................................ Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.