← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD, Αρ. Υπόθεσης: 502/2012, 6/7/2021

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD, Αρ. Υπόθεσης: 502/2012, 6/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2021:24 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Κ. Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 502/2012 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Αιτητής -και- CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 6η Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Ζένιος Νικολάου Για την Καθ' ης η αίτηση: Λουκάς Διομήδους ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία, η οποία ασχολείται με την εμπορία αυτοκινήτων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και συνεχίζει να είναι η αντιπρόσωπος των αυτοκινήτων Mercedes. Για σκοπούς προώθησης των εργασιών της διατηρεί γραφεία και συνεργεία αυτοκινήτων σ' όλες τις πόλεις της Κύπρου. Ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 7.1.2004 και εργάστηκε αρχικά ως μηχανικός και ακολούθως ως επιστάτης στο τμήμα υπηρεσιών (service) του συνεργείου Λάρνακας. Προηγήθηκε η υπογραφή σχετικής συμφωνίας πρόσληψης, με την οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα βασικά καθήκοντα και οι ευθύνες του Αιτητή, ο μισθός, οι ώρες εργασίας και οι ετήσιες άδειες του (Τεκ.1). Η απασχόληση του τερματίστηκε άμεσα με σχετική επιστολή ημερ. 20.4.2012 (Τεκ.5), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσια: «Κύριε Γεωργίου, Έχουμε πληροφορίες ότι χρησιμοποιείς το συνεργείο στην Οδό Ζήνωνος 21 στην Αραδίππου, μαζί με τους συναδέλφους σου Γρηγόρη Βασιλείου και Βασίλη Βασιλείου για επιδιόρθωση οχημάτων, συμπεριλαμβανομένων και οχήματα Mercedes. Στις 18 Απριλίου 2012, στην παρουσία του Διευθυντή Τεχνικού Τμήματος κ. Άριστου Αριστείδου στο χώρο του συνεργείου Λάρνακας, όπου σου δόθηκε η δυνατότητα να υπερασπιστείς τον εαυτό σου από την πιο πάνω καταγγελία, επιβεβαίωσες ότι χρησιμοποιούσες το συνεργείο στην οδό Ζήνωνος 21 στην Αραδίππου τα δύο τελευταία χρόνια αλλά αρνήθηκες ότι επισκεύαζες οχήματα Mercedes. Η πράξη σας αυτή, συνιστά σοβαρό λόγο από εκείνους που ο Νόμος περί Τερματισμού Απασχολήσεως καθορίζει ως δικαιολογούντες την απόλυση σας, χωρίς προειδοποίηση. Γι' αυτό η εταιρεία, δεν έχει άλλη επιλογή πλέον, παρά να προχωρήσει στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης σας στο συνεργείο της εταιρείας στη Λάρνακα. Έχουν δοθεί οδηγίες στο Λογιστήριο όπως ετοιμασθούν όλα τα δεδουλευμένα σου και οτιδήποτε άλλο δικαιούσαι εκ της απασχολήσεως σου. Με τιμή Άριστος Αριστείδου Αλέξης Άννινος Τεχνικός Διευθυντής Γενικός Διευθυντής» Οι τελευταίες απολαβές του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου ανέρχονταν στο ποσό των €511,53 εβδομαδιαίως. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλει στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα τερμάτισε την απασχόληση του, καθώς ο ίδιος ουδέποτε και σε καμιά περίπτωση επιδιόρθωσε οποιοδήποτε όχημα Mercedes σε οποιοδήποτε συνεργείο και ότι ουδέποτε χρησιμοποίησε οποιονδήποτε συνεργείο για επιδιόρθωση οχημάτων ανταγωνιζόμενος και ή προκαλώ-ντας οποιαδήποτε προβλήματα στην Εργοδότρια Εταιρεία. Έτσι με την Αίτηση του αξιώνει εναντίον της: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, (β) Αυξημένες αποζημιώσεις, (γ) Πληρωμή αντί προειδοποίησης, (δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (ε) Νόμιμο τόκο, (στ) Έξοδα και ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος, καθώς ο Αιτητής ανταγωνιζόταν την Εργοδότρια Εταιρεία, εργαζόμενος ως μηχανικός σε ιδιωτικό συνεργείο στην Αραδίππου μετά που σχόλαζε από την εργασία του. Ότι η συμπεριφορά του ήταν ευθέως ανταγωνιστική των εργασιών που προσφέρει η Εργοδότρια Εταιρείας σε ιδιοκτήτες Mercedes στο συνεργείο όπου τον απασχολούσε. Μετά από πληροφορία που είχε η διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας, ο εκ των διευθυντών της Α. Μιχαήλ επισκέφθηκε μαζί με τον διευθυντή του συνεργείου Λάρνακας το πιο πάνω ιδιωτικό συνεργείο, όπου βρήκε δύο άλλους εργοδοτούμενους της Εταιρείας, τους Β. Βασιλείου και Γ. Βασιλείου, να εργάζονται πάνω σε αυτοκίνητα Mercedes. Ο Αιτητής τη συγκεκριμένη ώρα δεν ήταν παρών, ωστόσο ο Β. Βασιλείου υπέγραψε βεβαίωση ότι και ο Αιτητής χρησιμοποιούσε το χώρο του ιδιωτικού τους συνεργείου για να δέχεται Mercedes αυτοκίνητα για επιδιορθώσεις (service). Για όλα τα πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης τόσο του Αιτητή όσο και των δύο άλλων εργοδοτουμένων της. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν πέντε μάρτυρες, ενώ ο Αιτητής παρέθεσε την προσωπική του και μόνο μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια πέντε συνολικά έγγραφα που είναι η συμφωνία πρόσληψης του Αιτητή ημερ. 4.11.2003 (Τεκ.1), οι γραπτές ενυπόγραφες δηλώσεις των Β. Βασιλείου και Γ. Βασιλείου (Τεκ.2 και 3), η γραπτή ανυπόγραφη δήλωση του Αιτητή (Τεκ.4) και η επιστολή απόλυσης (Τεκ.5). Μαρτυρία Ο Ανδρέας Μιχαήλ ήταν ο Οικονομικός Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 30.7.2018 που αφυπηρέτησε. Αναφερθείς με την γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Α) στα καθήκοντα και τις ευθύνες του Αιτητή, όπως ρητά αναφέρονται στη συμφωνία πρόσληψης ημερ. 4.11.2012 (Τεκ.1) και δη στην απαγόρευση συμμετοχής του Αιτητή άμεσα ή έμμεσα σε οποιαδήποτε εργασία ή συναλλαγή ανταγωνιστική προς την Εταιρεία, όπως η εκτός υπηρεσίας επιδιόρθωση αυτοκινήτων και ειδικά Mercedes και άλλων οχημάτων του ομίλου, ισχυρίστηκε ότι στις 12.4.2012 έλαβε τηλεφώνημα από κάποιον ανώνυμο πελάτη, που δεν απεκάλυψε την ταυτότητα του, ότι ο Αιτητής εργαζόταν ως μηχανικός σε ιδιωτικό συνεργείο επί της οδού Ζήνωνος 21 στην Αραδίππου και ότι ανέλαβε την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου του μάρκας Mercedes, το οποίο δεν επιδιόρθωσε καλά και τον χρέωσε πιο πολλά από το συνεργείο της Εταιρείας. Την επομένη, που συνέπεσε να είναι Μεγάλη Παρασκευή και αργία για την Εταιρεία, μετέβη στη Λάρνακα και μαζί με τον εκεί Διευθυντή και προϊστάμενο του Αιτητή Λ. Χάρπα επισκέφθηκαν τη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου διαπίστωσαν ότι λειτουργούσε συνεργείο αυτοκινήτων και υπήρχαν μάλιστα και διάφορα οχήματα Mercedes σταθμευμένα για επιδιόρθωση. Εκεί συνάντησαν τους Βασίλη και Γρηγόρη Βασιλείου, εργοδοτούμενους επίσης της Εταιρείας στο συνεργείο Λάρνακας, με τον πρώτο να τους πληροφορεί ότι το συνεργείο ήταν δικό του και ευρίσκετο στο πατρικό του σπίτι. Επίσης ότι ο χώρος χρησιμοποιείτο για επιδιορθώσεις οχημάτων από τον συνάδελφο του Γ. Βασιλείου τα τελευταία πέντε χρόνια και από τον Αιτητή τα τελευταία δύο χρόνια, εκτελώντας εργασίες για λογαριασμό τους σε διάφορα αυτοκίνητα μεταξύ άλλων και Mercedes. Εν όψει της πιο πάνω πληροφορίας ζήτησε από τον τότε τεχνικό διευθυντή Α. Αριστείδου και τον βοηθό τεχνικό διευθυντή Μ. Γρηγοριάδη, όπως μεταβούν στη Λάρνακα και διερευνήσουν μαζί με τους εκεί διευθυντές τα όσα τους ανέφερε ο Β. Βασιλείου. Στις 18.4.2012 κάλεσαν ενώπιον τους και τους τρεις εργοδοτούμενους για να δώσουν εξηγήσεις. Τα όσα ανέφεραν καταγράφονταν στον Η/Υ από τον Μ. Γρηγοριάδη. Ενώ οι δύο εργοδοτούμενοι προχώρησαν στην υπογραφή των δηλώσεως που είχε ετοιμάσει ο Μ. Γρηγοριάδης (Τεκ.2 και 3), ο Αιτητής όταν του υποδείχθηκε το γραπτό κείμενο (Τεκ.4) αρνήθηκε να το υπογράψει. Ισχυρίστηκε ότι με όσα ανέφερε ο Β. Βασιλείου στη δήλωση του, επιβεβαίωσε και γραπτώς ότι παραχωρούσε το χώρο του πατρικού του σπιτιού και στον Αιτητή για να εκτελεί εργασίες για λογαριασμό του σε διάφορα αυτοκίνητα μεταξύ άλλων και Mercedes. Ως επακόλουθο των πιο πάνω δηλώσεων και παραδοχών, στις 20.4.2012 η Εταιρεία προχώρησε στον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή και των δύο άλλων εργοδοτουμένων της. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι η εν λόγω απόφαση της Εταιρείας να τερματίσει την απασχόληση τριών ικανών μηχανικών της, είχε κόστος και σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία του συνεργείου Λάρνακας όπου απασχολούνταν συνολικά 11 μηχανικοί εκ των οποίων ο Αιτητής ήταν ο επιστάτης μηχανικός, ο Β. Βασιλείου ο μόνος διαγνωστικός και ο Γ. Γρηγορίου ένας πολύ καλός μηχανικός. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση του αναφορικά με το ανώνυμο τηλεφώνημα που δέχθηκε από πελάτη της Εταιρείας, ο οποίος αρνήθηκε να του αποκαλύψει την ταυτότητα του και τα νούμερα του οχήματος του. Δεν αρνήθηκε ότι πριν τις 12.4.2012 δεν προέκυψε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία ή καταγγελία ότι ο Αιτητής ενδεχομένως να προέβαινε σε ανταγωνιστικές πράξεις ή ενέργειες προς την Εταιρεία, όπως επίσης δεν αρνήθηκε ότι κατά την επίσκεψη του στο συνεργείο του Β. Βασιλείου δεν βρήκε τον Αιτητή να εργάζεται εκεί. Ενώ επίσης επέμενε ότι βρήκαν εκεί διάφορα οχήματα Mercedes, σταθμευμένα για επιδιόρθωση, ωστόσο δεν κατέγραψε τα νούμερα τους. Ερωτηθείς από πού άντλησαν πληροφορίες ότι ο Αιτητής εκτελούσε εργασίες σε αυτοκίνητα Mercedes, αρκέστηκε να πει ότι στηρίχθηκαν στην ενημέρωση που είχαν από τον ανώνυμο πελάτη και την παραδοχή του Β. Βασιλείου. Αφού του υποβλήθηκε ότι τα όσα ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του ότι ο Αιτητής χρησιμοποιούσε τεχνογνωσία και εκπαίδευση που έλαβε από την Εταιρεία και ή ότι χρησιμοποιούσε εργαλεία της Εταιρείας για εκτέλεση ανταγωνιστικών εργασιών είναι υποθετικά, ο μάρτυρας επανάλαβε τη θέση του για τις πηγές πληροφόρησης του ότι ο Αιτητής εκτελούσε τέτοιου είδους εργασίες. Ο Βασίλης Βασιλείου εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τον Απρίλιο 2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του. Αφού αναγνώρισε την υπογραφή του επί της δηλώσεως (Τεκ.2) και αφού του υποδείχθηκε ότι με όσα αναγράφονται στο εν λόγω έγγραφο ο Αιτητής χρησιμοποιούσε τα τελευταία δύο χρόνια πριν την απόλυση του, τον χώρο στο πατρικό του σπίτι για την επιδιόρθωση διαφόρων αυτοκινήτων, μεταξύ άλλων και Mercedes, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι ο Α. Αριστείδου τον ρώτησε συγκεκριμένα εάν ο Γ. Βασιλείου και ο Αιτητής «έσαζαν» αυτοκίνητα και ότι ο ίδιος του απάντησε «ναι τα προσωπικά τους και όταν λέμε προσωπικά, κάτι που έφερναν οι ίδιοι, μπορεί δικά τους ή οτιδήποτε άλλο, δεν το γνωρίζω». Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο τέλος της τοποθέτησης του, αφού του υπέδειξε ότι υπήρχαν και Mercedes εκεί, ο ίδιος του απάντησε ότι υπήρχαν, εννοώντας ένα διαγραμμένο Mercedes ασημί 201 του 1998 που πήρε στο συνεργείο για επιδιόρθωση ο Γ. Βασιλείου. Επανέλαβε ότι η τοποθέτηση του αφορούσε τον Γ. Βασιλείου και όχι τον Αιτητή. Τη σχετική δήλωση (Τεκ.20) που συνέταξε ο Μ. Γρηγοριάδης και υπέγραψε ο μάρτυρας παραθέτουμε αυτούσια: «Την Παρασκευή 13.4.2012 και ώρα 11:30 επισκέφθηκαν το πατρικό μου σπίτι στην οδό Ζήνωνος 21 στην Αραδίππου οι Α. Μιχαήλ και Λ. Χάρπας, προϊστάμενοι μου στην C.I.C. στην οποία εργάζομαι. Στο πατρικό μου σπίτι διατηρώ συνεργείο από το
  1. Τη συγκεκριμένη στιγμή εργαζόμουν σε αυτοκίνητο Skoda. Δηλώνω ότι ουδέποτε δούλεψα σε αυτοκίνητα Mercedes και ότι παραχωρούσα το χώρο στο πατρικό μου σπίτι στον Γ. Βασιλείου και Κ. Γεωργίου για να εκτελούν εργασίες για λογαριασμό τους σε αυτοκίνητα διαφόρων μάρκων μεταξύ των οποίων και Mercedes. Ο Γ. Βασιλείου χρησιμοποιεί το χώρο στο πατρικό μου σπίτι για επιδιορθώσεις από το
  2. Ο Κ. Γεωργίου χρησιμοποιούσε το χώρο στο πατρικό μου σπίτι για επιδιορθώσεις τα δύο τελευταία χρόνια περίπου. Δεν έχει περιπέσει στην αντίληψη μου εάν χρησιμοποιούσαν ειδικά εργαλεία της δουλειάς τα οποία να παίρνουν από το συνεργείο της C.I.C. Δεν γνωρίζω πως εξασφάλιζαν τους πελάτες τους. .» Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του εάν περιέπεσε ποτέ στην αντίληψη του, να επιδιορθώσει ο Αιτητής οποιονδήποτε αυτοκίνητο μάρκας Mercedes, ο μάρτυρας απάντησε αποφατικά «όχι». Επίσης ότι η δήλωση δεν συντάχθηκε από τον ίδιο αλλά από τους διευθυντές της Εταιρείας που ήταν παρόντες στη συνάντηση. Επανεξεταζόμενος επανέλαβε πως η θέση του ότι χρησιμοποιούσε τον χώρο και έφτιαχνε μεταξύ άλλων και Mercedes, αφορούσε τον Γ. Βασιλείου και όχι τον Αιτητή ο οποίος δεν πήγε στο μαγαζί του για να φτιάχνει Mercedes. Ο Άριστος Αριστείδου διετέλεσε τεχνικός διευθυντής της Εταιρείας από τον Μάρτιο 1979 μέχρι τον Νοέμβριο 2012 που αφυπηρέτησε. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Β) , από τη θέση που κατείχε ήταν ο υπεύθυνος για όλα τα συνεργεία της Εταιρείας στην Κύπρο με προσωπική εμπλοκή και γνώση για όσα καταθέτει. Αναφερθείς στα καθήκοντα και τις ευθύνες του Αιτητή και στην ενημέρωση που είχε από τον Α. Μιχαήλ, ισχυρίστηκε ότι στις 18.4.2012 ζήτησε από τον Λ. Χάρπα να μην δώσει καμία δουλειά στον Αιτητή και στους δύο άλλους εργοδοτούμενους, διότι θα τους καλούσε να θέσουν τη δική τους εκδοχή στα όσα του ανέφερε ο Α. Μιχαήλ. Μεταβαίνοντας στη Λάρνακα κάλεσε ξεχωριστά και τους τρεις εργοδοτούμενους να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις, στην παρουσία των Λ. Χάρπα, Α. Αριστείδη και Μ. Γρηγοριάδη. Έδωσε επίσης οδηγίες στον τελευταίο να καταγράφει στον Η/Υ τις αναφορές των εργοδοτουμένων, τις οποίες θα επιβεβαίωναν και οι ίδιοι με την υπογραφή τους. Αναφερθείς στα όσα παρέθεσε ο Αιτητής και οι δύο άλλοι εργοδοτούμενοι και διαπιστώνοντας ότι η παραδοχή όλων ήταν ξεκάθαρη, ζήτησε από τον Λ. Χάρπα να τους απαλλάξει από την εργασία τους, καθώς για τέτοια παραπτώματα η μόνη απόφαση που θα μπορούσε να πάρει η Εταιρεία δεν ήταν άλλη από την απόλυση τους, παρά το κόστος και τα αλυσιδωτά λειτουργικά προβλήματα που θα δημιουργούνταν στο συνεργείο Λάρνακας με την απόλυση τριών ικανών μηχανικών. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν ζήτησε από τον Β. Βασιλείου οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία για αυτοκίνητα ή πελάτες που εξυπηρέτησε ο Αιτητής, διότι, καθώς είπε, το θεώρησε δεδομένο από τη στιγμή που ο συνάδελφος του έκανε τη δήλωση ότι ο Αιτητής επιδιόρθωνε και αυτοκίνητα Mercedes. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής όντας επιστάτης μηχανικός της Εταιρείας, όφειλε να καταγγείλει ή να αναφέρει το γεγονός ότι δύο συνάδελφοι του προέβαιναν σε ανταγωνιστικές πράξεις, κατά παράβαση των όρων απασχόλησης τους, εν τούτοις σε νέα ερώτηση παραδέχθηκε ότι ο λόγος απόλυσης του Αιτητή ήταν γιατί επιδιόρθωνε αυτοκίνητα Mercedes εκτός Εταιρείας και όχι γιατί δεν έφερε σε γνώση της Εταιρείας το γεγονός. Αφού παραδέχθηκε ότι η μόνη παραδοχή που είχαν ενώπιον τους, με βάση τα κατατεθέντα έγγραφα, ήταν αυτή του Β. Βασιλείου και ότι οι δηλώσεις (Τεκ.2-4) δεν γράφτηκαν από τους ίδιους τους εργοδοτούμενους, σε υποβολή ότι ο Αιτητής δεν υπέγραψε τη δήλωση του, γιατί δεν γράφτηκαν τα όσα ανέφερε, ότι στο συνεργείο του Β. Βασιλείου επιδιόρθωνε αυτοκίνητα δικά του και της οικογένειας του που δεν ήταν Mercedes και δεν χρέωνε κανένα, ο μάρτυρας διαφώνησε επικαλούμενος την παρουσία μαρτύρων. Σε νέα υποβολή ότι ούτε και ο Β. Βασιλείου είπε ακριβώς τα όσα αναφέρονται στη δήλωση, επανέλαβε τη θέση του ότι υπήρχαν και άλλα άτομα εκεί και ότι η καταγραφή γινόταν ταυτόχρονα με τις δηλώσεις από τον Μ. Γρηγοριάδη που είναι γρήγορος στους Η/Υ. Ο Λούης Χάρπας, Διευθυντής του συνεργείου Λάρνακας από το 1988, αφού αναφέρθηκε με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Γ) στις ευθύνες και υποχρεώσεις του Αιτητή και του υπόλοιπου προσωπικού να μην προβαίνουν σε πράξεις ανταγωνιστικές προς την Εταιρεία, επανέλαβε τα όσα κατέθεσε ο Α. Μιχαήλ και συγκεκριμένα ότι μετά από πληροφορίες επισκέφθηκαν μαζί την οδό Ζήνωνος 21 στην Αραδίππου όπου διαπίστωσαν ότι εκεί υπήρχε συνεργείο αυτοκινήτων με διάφορα οχήματα Mercedes σταθμευμένα προς επιδιόρθωση. Εκεί βρήκαν επίσης τον Β. Βασιλείου και Γ. Βασιλείου να εργάζονται. Ενώ ο ίδιος παρέμεινε στο αυτοκίνητο, ο Α. Μιχαήλ ενημερώθηκε από τον Β. Βασιλείου ότι το συνεργείο ήταν δικό του και ότι χρησιμοποιείτο επίσης από τον Γ. Βασιλείου και τον Αιτητή τα τελευταία δύο χρόνια, οι οποίοι μάλιστα εκτελούσαν εργασίες για λογαριασμό τους σε διάφορα αυτοκίνητα μεταξύ των οποίων και Mercedes. Στις 18.4.2012 ακολούθησε η συνάντηση στο συνεργείο Λάρνακας, όπου και οι τρεις εργοδοτούμενοι κλήθηκαν ξεχωριστά να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις, στην παρουσία των Α. Αριστείδου, Μ. Γρηγοριάδη, Α. Αριστείδη και του ιδίου, τις οποίες κατέγραφε στον Η/Υ ο Μ. Γρηγοριάδης. Ομολόγησε ότι κατά την παρουσία του Αιτητή ο ίδιος δεν ήταν παρών και ότι ενημερώθηκε από τους συναδέλφους του για όσα είχαν λεχθεί. Σημείωσε επίσης ότι η απόλυση των τριών εργοδοτουμένων επέφερε αρκετά προβλήματα αφού επρόκειτο για τρεις ικανούς μηχανικούς από τους έντεκα μηχανικούς που η Εταιρεία απασχολούσε στο συνεργείο Λάρνακας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι κατά την επίσκεψη του στο συνεργείο του Β. Βασιλείου, διαπίστωσε ότι υπήρχαν σταθμευμένα δύο παλιά αυτοκίνητα Mercedes, δώδεκα ετών περίπου, για τα οποία δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία. Σημείωσε ότι από τη στιγμή που ένα αυτοκίνητο πηγαίνει στο συνεργείο της Εταιρείας τότε μπορούν να εντοπίσουν και τον ιδιοκτήτη του. Επίσης ότι όλα τα αυτοκίνητα Mercedes, ακόμη και αυτά που έρχονται μεταχειρισμένα από το εξωτερικό μέσω τρίτων εισαγωγέων, θεωρούνται ανταγωνιστικά για την Εταιρεία. Ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε άλλη μάρκα αυτοκινήτων δεν τους αφορούσε. Για τη συνάντηση που ακολούθησε στο γραφείο του συνεργείου, ισχυρίστηκε ότι ο Β. Βασιλείου ανέφερε ενώπιον τους ότι πήγαινε και ο Αιτητής στο συνεργείο του και όταν ρωτήθηκε από τον Α. Αριστείδου αν δούλευε και σε αυτοκίνητα Mercedes στο συγκεκριμένο χώρο είπε «ναι», χωρίς ωστόσο να ρωτηθεί εάν είχε υπόψη του κάποια συγκεκριμένα οχήματα που επιδιόρθωσε ο Αιτητής. Επανέλαβε ότι κατά την παρουσία του Αιτητή ο ίδιος δεν ήταν παρών και ότι ενημερώθηκε για το τι είπε από τους υπόλοιπους. Ο Μιχάλης Γρηγοριάδης ευρίσκεται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από το
  3. Κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του βοηθού τεχνικού διευθυντή και από το Νοέμβριο του 2012 είναι ο διευθυντής υπηρεσιών μετά την πώληση (after sales manager). Αναφερθείς, με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Δ), στη συνάντηση που έλαβε χώρα στο συνεργείο της Λάρνακας στις 18.4.2012, όπου κλήθηκε ο Αιτητής και οι δύο άλλοι εργοδοτούμενοι να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις, επανάλαβε ουσιαστικά τα όσα εξέθεσαν και οι προηγούμενοι μάρτυρες /διευθυντές της Εταιρείας, ότι δηλαδή του δόθηκαν οδηγίες από τον κ. Α. Αριστείδου να καταγράψει στον Η/Υ τα όσα θα δήλωναν οι εργοδοτούμενοι και τα οποία θα τύπωνε για υπογραφή. Ενώ οι Β. Βασιλείου και Γ. Βασιλείου υπέγραψαν τη δήλωση τους, ο Αιτητής αρνήθηκε, γι' αυτό και οι τρεις παρευρισκόμενοι διευθυντές υπέγραψαν το έγγραφο για σκοπούς επιβεβαίωσης των όσων αυτός ανέφερε στην παρουσία τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη στιγμή ενεργούσε ως γραμματέας και ότι πήγε στη Λάρνακα για να γράφει στο Η/Υ τι θα δήλωναν οι τρεις εργοδοτούμενοι. Επίσης κατά την παρουσία τους προσπάθησε να καταγράψει αυτολεξεί το τι έλεγε ο καθένας τους. Για τον Β. Βασιλείου ισχυρίστηκε ότι του δόθηκε η δήλωση και αφού τη διάβασε την υπόγραψε στην παρουσία των τεσσάρων παρευρισκόμενων. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής δεν υπέγραψε τη δήλωση γιατί γράφηκαν άλλα των άλλων απ' όσα είχε δηλώσει, ο μάρτυρας διαφώνησε επιμένοντας στο περιεχόμενο της δήλωσης. Ο Αιτητής, με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Ε), αφού αναφέρθηκε στη θέση που κατείχε στην Εταιρεία, στον ικανοποιητικό και συνεπή τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του και την προαγωγή του σε επιστάτη συνεργείου, ισχυρίστηκε ότι στις 18.4.2012 πηγαίνοντας στο συνεργείο της Εταιρείας, ενημερώθηκε από τον Λ. Χάρπα ότι οι οδηγίες του ήταν να μην αναλάβει εργασία επειδή υπήρχαν πληροφορίες ότι χρησιμοποιούσε το γκαράζ του Β. Βασιλείου για να επιδιορθώνει Mercedes και ότι θα πήγαινε από τη Λευκωσία ο Α. Αριστείδου για να διερευνήσει το θέμα. Εκπλαγείς από τα όσα είχε ακούσει, αυθημερόν κλήθηκε στο γραφείο του συνεργείου όπου συνάντησε τους Α. Αριστείδου, Μ. Γρηγοριάδη και Λ. Χάρπα. Μπαίνοντας στο γραφείο και πριν ακόμη του πουν οτιδήποτε ο Λ. Χάρπας αποχώρησε. Τότε ο Α. Αριστείδου, χωρίς να κρατήσει τα προσχήματα, του είπε ότι ο Μ. Γρηγοριάδης ετοιμάζει την παραδοχή του και να την υπογράψει ενώπιον τους. Αντέδρασε και τους είπε ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να παραδεχτεί κάτι που δεν έκανε και δεν ισχύει. Ανέφερε πως ήταν έτοιμος να υπογράψει ότι χρησιμοποιούσε το γκαράζ κάποιες ελάχιστες φορές για να επιδιορθώνει στον ελεύθερο του χρόνο αυτοκίνητα πολύ στενών συγγενικών του προσώπων, της γυναίκας του, του πάτερα και της μητέρας του που δεν ήταν Mercedes, χωρίς τη χρήση εργαλείων της Εταιρείας και φυσικά χωρίς χρέωση. Μέτα την ξεκάθαρη δήλωση του, ο Α. Αριστείδου του ζήτησε να υπογράψει αυτά που κατέγραψε στο Η/Υ ο Μ. Γρηγοριάδης. Αφού τα διάβασε αρνήθηκε να υπογράψει γιατί δεν ανταποκρίνονταν στα όσα ο ίδιος ανέφερε και με τα οποία ουσιαστικά παραδεχόταν ότι επιδιόρθωνε επί τακτικής βάσης αυτοκίνητα στο σπίτι του Β. Βασιλείου σαν δεύτερη δουλειά ενώ κάτι τέτοιο δεν έκανε ποτέ. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική δήλωση (Τεκ.4) που σύνταξε ο Μ. Γρηγοριάδης και δόθηκε στον Αιτητή για υπογραφή: «. Δηλώνω ότι χρησιμοποιώ τον χώρο στο πατρικό σπίτι του συναδέλφου μου Β. Βασιλείου στην οδό Ζήνωνος 21 στην Αραδίππου για επιδιορθώσεις αυτοκινήτων τα δύο τελευταία χρόνια περίπου, ποτέ όμως Mercedes. .» Με το τέλος της συνάντησης ο Λ. Χάρπας του ζήτησε να πάει σπίτι του και θα ειδοποιείτο για την απόφαση. Δύο μέρες μετά του παρέδωσαν την επιστολή απόλυσης (Τεκ.5). Δήλωσε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος ουδέποτε επιδιόρθωσε αυτοκίνητο Mercedes σπίτι του Β. Βασιλείου και ότι τα μόνα αυτοκίνητα που επιδιόρθωσε ήταν αυτά της οικογένειας του χρησιμοποιώντας το γκαράζ του Β. Βασιλείου που διέθετε τα εργαλεία και τον εξοπλισμό που χρειαζόταν. Ανέφερε περαιτέρω ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης του ήταν 47 ετών, παντρεμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 17 και 14 ετών. Ότι αποτάθηκε για εργασία στην TOYOTA και UNICARS όπου ξεκάθαρα του ανέφεραν πως δεν θα τον προσλάμβαναν για τους λόγους που είχε απολυθεί. Βρήκε δουλειά, μερικής απασχόλησης σε ιδιωτική εταιρεία, δύο χρόνια μετά. Την ίδια περίοδο είχε απολυθεί και η σύζυγος του με αποτέλεσμα να βρεθούν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση λόγω ελλείψεως άλλων εισοδημάτων. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι με τον Β. Βασιλείου ήταν συνάδελφοι και οι σχέσεις τους ήταν πολύ καλές. Ότι εκπλάγηκε με τα όσα του ανέφερε ο Λ. Χάρπας, ότι κάποιος τους ανέφερε πως πήγαινε στο γκαράζ του Β. Βασιλείου και επιδιόρθωνε αυτοκίνητα Mercedes. Ισχυρίστηκε ότι συμβούλευε τους συναδέλφους του να μην ασχολούνται με αυτοκίνητα ανταγωνιστικά προς την Εταιρεία και τούτο κατόπιν προτροπής του Λ. Χάρπα ο οποίος τους έλεγε ότι ακούστηκαν κάποιες κουβέντες από άλλα συνεργεία σε άλλες πόλεις και δεν ήθελαν παρόμοιες καταστάσεις. Αφού επανέλαβε τη θέση του ότι ασχολείτο με την επιδιόρθωση αυτοκινήτων της οικογένεια του, γεγονός που γνώριζαν όλοι και δεν είχαν πρόβλημα ούτε ο Λ. Χάρπας αλλά ούτε ο Β. Βασιλείου, ερωτηθείς πότε ανέφερε στον Λ. Χάρπα ότι ο τελευταίος διέθετε δικό του συνεργείο, επέμενε ότι ο Λ. Χάρπας γνώριζε ότι ο Β. Βασιλείου είχε συνεργείο σπίτι του. Για όσα κατέγραψε ο Μ. Γρηγοριάδης ανέφερε επί λέξει ότι είναι αυτό που είπε, ότι χρησιμοποιούσε το συνεργείο ποτέ για Mercedes, ότι ουδέποτε επισκέφτηκε το συνεργείο του Β. Βασιλείου για να επιδιορθώσει Mercedes. Νομική πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «
  4. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου (ανωτέρω), Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Techno-plastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά (gross misconduct) για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη. Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολής του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η παράλειψη εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, σελ.164: «Παράβαση της υποχρέωσης πίστης συνιστά και η ενέργεια πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη. Κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παραλείπει δραστηριότητα ή πράξεις ανταγωνιστικές προς την επιχείρηση του εργοδότη του. Η παρεπόμενη αυτή υποχρέωση απορρέει από την καλή πίστη και επομένως δεν απαιτείται να έχει συμφωνηθεί ειδικά. ................. Σε αρκετές περιπτώσεις κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης, ο εργοδότης δεν θα έχει άλλη διέξοδο από την καταγγελία. Ο εργαζόμενος που εκμεταλλεύεται την ιδιαίτερα εμπιστευτική θέση που κατέχει και υπεξαιρεί χρήματα της επιχείρησης ή προβαίνει σε πράξεις ανταγωνισμού εις βάρος του εργοδότη, κλονίζοντας έτσι ανεπανόρθωτα τη σχέση εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να ελπίζει σε ηπιότερη μεταχείριση. Η προειδοποίηση ή οποιονδήποτε άλλο ηπιότερο από την καταγγελία μέτρο δεν αποτελούν στην περίπτωση αυτή μέσα ικανά να αποκαταστήσουν την απαραίτητη βάση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών και επομένως η προσφυγή σ' αυτή αποκλείεται. Η διαπίστωση όμως αυτή δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση που ως λόγος καταγγελίας προβάλλεται η παράβαση της υποχρέωσης πίστης. Δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς τη δυνατότητα, ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, αποκατάστασης της σχέσης εμπιστοσύνης που διαταράχθηκε και επομένως την ομαλή λειτουργία της σύμβασης στο μέλλον.» Στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο - Εργατικές Εργασιακές Σχέσεις, 2019, σελ 619, εντοπίζουμε επίσης τα ακόλουθα: «Κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να παραλείπει, εκτός του χρόνου εργασίας, την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, εννοείται μη ανταγωνιστικής προς αυτή του εργοδότη, εκτός αν η άσκηση της δραστηριότητας αυτής εμποδίζει την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων ή ανέλαβε σχετική συμβατική δέσμευση.» Στο σύγγραμμα επίσης του Χαρ. Γκούτου, Εργατικό Δίκαιο (Εισαγωγή, Ατομική Σχέση Εργασίας) 1999, σελ. 299, διαβάζουμε τα πιο κάτω: «Αθέμιτος ανταγωνισμός. Από σχετικές διατάξεις (ν.146/14, ΑΚ 288, 652 κ.α.) συνάγεται ότι ο αθέμιτος ανταγωνισμός του εργοδότη εκ μέρους του μισθωτού απαγορεύεται, εκτός αν ο εργοδότης τον αποδέχεται ρητώς ή σιωπηρώς. Ειδικότερα, απαγορεύεται στον μισθωτό να εργάζεται και σε άλλη επιχείρηση, ξένη ή δική του, που ανταγωνίζεται τον εργοδότη, να εξυπηρετεί δια δικό του λογαριασμό τους πελάτες του εργοδότη ή να τους παραπέμπει σε ανταγωνιστές εκείνου, να προτρέπει είτε τους πελάτες να μην συναλλάσσονται με τον εργοδότη είτε τους άλλους μισθωτούς να εγκαταλείψουν τον εργοδότη, να δυσφημεί τα προϊόντα του εργοδότη, να αποκαλύπτει τα νόμιμα απόρρητα στοιχεία της επιχείρησης κ.λ.π.» Σχετική επίσης είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, Lexis Nexis, σελ.195 την οποία παραθέτουμε: "Of course, if the employee had tendered for the future business of the employer's customers in competition with the employer that would be both a breach of the implied contractual duty to give faithful service and could be basis of dismissal for gross misconduct (Adamson v. B & L Cleaning Services Ltd [1995] IRLR 193, EAT). Moreover, where employees work for another employer in their spare time it cannot automatically be assumed that the implied term of loyal service is breached. That will always be a question of fact and depend on the actual harm to the employer (Nova Plastics Ltd v. Froggatt [1982] IRLR 146, EAT)." Με βάση τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, η παράλληλη απασχόληση εκτός των ωρών εργασίας δεν κλονίζει και ούτε παραβιάζει από μόνη της τη σχέση εμπιστοσύνη μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Ο τελευταίος έχει το δικαίωμα κατά τον ελεύθερο του χρόνο να ενεργεί κατά τη δική του βούληση, με τον σιωπηρό ωστόσο περιορισμό ότι οι πράξεις ή δραστηριότητες του δεν παρεμβαίνουν και δεν βλάπτουν τα νόμιμα επιχειρηματικά συμφέροντα του εργοδότη. Υπό διαφορετικές συνθήκες εάν η εργασία που προσφέρεται κατά τον ελεύθερο χρόνο βλάπτει άμεσα ή θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τα συμφέροντα του εργοδότη, τότε ένα δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι πρόκειται για σοβαρό παράπτωμα που δικαιολογεί απόλυση. Εφίσταται έτσι η προσοχή στους εργοδοτούμενους με σημαντικές δεξιότητες και προσόντα που απέκτησαν μέσα από την εκπαίδευση και με πρόσβαση σε απόρρητα στοιχεία της επιχείρησης, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Το ίδιο και οι εργοδότες θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά την κάθε περίπτωση πριν λάβουν την τελική τους απόφαση, για εργασία κατά τον ελεύθερο χρόνο, που δεν βλάπτει και δεν θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της επιχείρησης. Οι εργοδότες που προχωρούν σε απόλυση με την δικαιολογία ότι η εργασία στον ελεύθερο χρόνο βλάπτει τα επιχειρηματικά συμφέροντα τους πρέπει να είναι σίγουροι. Αυτό σημαίνει ότι πριν τη λήψη της τελικής απόφαση, θα πρέπει να προβούν σε εύλογη έρευνα και να ικανοποιηθούν ως λογικοί εργοδότες ότι οι εξωτερικές δραστηριότητες θέτουν υπό απειλή ή υπονομεύουν τα συμφέροντα τους. Όπως και για κάθε άλλο λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, έτσι και εδώ, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας ("reasonableness"). Σύμφωνα με τη νομολογία η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο που δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Κατά την άσκηση του δικαιώματος για απόλυση, ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία ("a Fair Procedure"), κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1Α..Α.Δ. (Β) 1478, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Galatariotis Teleco/tions v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφέση 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), ο Lord Denning M.R έδωσε την ακόλουθη καθοδήγηση για το εφαρμοστέο κριτήριο: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Στην Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (ανωτέρω), το Δικαστήριο υιοθέτησε τις νομικές αρχές που καθοδηγούν τα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να συνάγουν πότε η απόφαση του εργοδότη είναι εύλογη, όπως αυτές τέθηκαν στις συνεκδικασθείσες εφέσεις Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550: «... μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: "In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances". Σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ' αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη». Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός συνετού εργοδότη, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, την προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, την ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, την εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, την πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, τη μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο μια έρευνα για ανάρμοστη συμπεριφορά ("misconduct') ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, στον ίδιο βαθμό όπως και για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενή κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της λογικής προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Στην απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018 διευκρινίζεται ότι: «Με βάση τη νομολογία, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή.» Ανάλυση Όπως ήδη έχει επισημανθεί, στην έντυπη συμφωνία που υπέγραψε ο Αιτητής κατά την πρόσληψη του (Τεκ.1), αναφέρονται τα βασικά καθήκοντα και οι ευθύνες του, που μεταξύ άλλων είναι η υποχρέωση του για πλήρη εχεμύθεια και η απαγόρευση συμμετοχής του, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιαδήποτε εργασία ή συναλλαγή ανταγωνιστική προς την Εταιρεία. Περαιτέρω είναι κοινή συνισταμένη, όπως προβάλλει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία, ότι στις 13.4.2012 που συνέπεσε να είναι Μ. Παρασκευή και αργία για την Εταιρεία, ο Α. Μιχαήλ μαζί με τον Λ. Χάρπα επισκέφθηκαν το συνεργείο αυτοκινήτων που διατηρούσε ο Β. Βασιλείου στο πατρικό του σπίτι επί της οδού Ζήνωνος 21 στην Αραδίππου, όπου συνάντησαν εκτός από τον Β. Βασιλείου και τον Γ. Βασιλείου, εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας, να εργάζονται εκεί. Στις 18.4.2012 ενώ ο Αιτητής και οι εν λόγω εργοδοτούμενοι μετέβησαν κανονικά στην εργασία τους, τους ζητήθηκε από τον Λ. Χάρπα να μην αναλάβουν δουλειά καθώς υπήρχαν πληροφορίες ότι χρησιμοποιούσαν το γκαράζ του Β. Βασιλείου για την επιδιόρθωση αυτοκινήτων Mercedes και ότι το θέμα θα διερευνούσε ο τεχνικός διευθυντής Α. Αριστείδου που θα κατέφθανε από τη Λευκωσία γι' αυτό τον σκοπό. Την ίδια μέρα, κλήθηκαν και τρεις στο γραφείο του συνεργείου Λάρνακας όπου στην παρουσία των Α. Αριστείδου, Μ. Γρηγοριάδη, Α. Αριστείδη και Λ. Χάρπα έδωσαν τις δικές τους εξηγήσεις. Κατά την εκεί παρουσία τους ο Μ. Γρηγοριάδης κατέγραψε τις δηλώσεις τους στο Η/Υ και ακολούθως ζητήθηκε και από τους τρεις εργοδοτούμενους να τις υπογράψουν. Ενώ ο Β. Βασιλείου και Γ. Βασιλείου υπέγραψαν τις δικές τους δηλώσεις (Τεκ. 2 και 3), ο Αιτητής αρνήθηκε να την υπογράψει (Τεκ.4). Σημειωτέον πως κατά την παρουσία του Αιτητή, ο Λ. Χάρπας αποχώρησε και δεν ήταν παρών. Από τη μαρτυρία επίσης που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, είναι φανερό ότι έρεισμα για την απόλυση του Αιτητή αποτέλεσε, (α) η κατ' ισχυρισμό καταγγελία που έλαβε ο Α. Μιχαήλ από πελάτη της Εταιρείας εις βάρος του Αιτητή, ότι κατά τον ελεύθερο του χρόνο εργαζόταν σε ιδιωτικό συνεργείο και ότι ανέλαβε την επιδιόρθωση του αυτοκίνητου του μάρκας Mercedes, το οποίο δεν επιδιόρθωσε καλά και τον χρέωσε με περισσότερο λεφτά από ότι θα χρέωνε το συνεργείο της Εταιρείας, και (β) η κατ' ισχυρισμό ομολογία του Β. Βασιλείου ότι ο Αιτητής χρησιμοποιούσε το συνεργείο του τα τελευταία δύο χρόνια για την επιδιόρθωση διαφόρων αυτοκινήτων μεταξύ των οποίων και Mercedes. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι φανερό ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων που να επιβεβαιώνει με οποιονδήποτε τρόπο τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι ο Αιτητής κατά τον ελεύθερο του χρόνο ασχολείτο και με την επιδιόρθωση αυτοκινήτων Mercedes. Ειδικότερα, ο Α. Μιχαήλ, ενώ αναφέρθηκε σε καταγγελία που δέχθηκε από πε-λάτη της Εταιρείας εις βάρος του Αιτητή, ωστόσο ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε απτά στοιχεία ή σαφείς λεπτομέρειες που έτειναν να καταδείξουν και ή να επιβεβαιώσουν ότι το πρόσωπο που προέβη στην καταγγελία ήταν πράγματι πελάτης της Εταιρείας και ή κάτοχος αυτοκινήτου Mercedes. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να καταθέσει οποιαδήποτε στοιχεία καθώς με βάση τους ισχυρισμούς του το εν λόγω πρόσωπο προτίμησε να παράμεινε ανώνυμο και αρνήθηκε να αποκαλύψει την ταυτότητα του και ή να δώσει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία. Με τον ίδιο τρόπο, ο μάρτυρας δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη θέση του, ότι στις 13.4.2012 που επισκέφθηκε μαζί με τον Λ. Χάρπα το συνεργείο του Β. Βασιλείου, επί της οδού Ζήνωνος 21, διαπίστωσαν ότι υπήρχαν διάφορα οχήματα Mercedes σταθμευμένα για επιδιόρθωση. Ο Λ. Χάρπας ενώ με τη γραπτή δήλωση του επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα ανέφερε ο Α. Μιχαήλ, εντούτοις κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι στο χώρο υπήρχαν σταθμευμένα δύο παλιά αυτοκίνητα Mercedes, δώδεκα ετών περίπου. Περαιτέρω ο Β. Βασιλείου αναφέρθηκε σε ένα διαγραμμένο αυτοκίνητο Mercedes 201 του 1998, σε χρώμα ασημί, που πήρε για επιδιόρθωση ο Γ. Βασιλείου. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει την ύπαρξη οποιουδήποτε οχήματος με τον Αιτητή. Και ενώ τα τέσσερα διευθυντικά στελέχη της Εταιρείας που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι ο Β. Βασιλείου παραδέχθηκε στην παρουσία τους ότι παραχωρούσε χώρο στο πατρικό του σπίτι στον Γ. Βασιλείου και στον Αιτητή για να εκτελούν εργασίες προς όφελος τους σε αυτοκίνητα διαφόρων μαρκών μεταξύ των οποίων και Mercedes και ότι την εν λόγω παραδοχή του αναγνώρισε με την υπογραφή σχετικής δήλωσης (Τεκ.2), εν τούτοις κληθείς ο ίδιος από την Εργοδότρια Εταιρεία να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε περιέπεσε στην αντίληψη του να ασχολήθηκε ο Αιτητής με την επιδιόρθωση αυτοκινήτων Mercedes, ότι η δήλωση (Τεκ.2) την οποία υπέγραψε δεν συντάχθηκε από τον ίδιο αλλά από τους διευθυντές της Εταιρείας και ότι η τοποθέτηση του δεν αφορούσε τον Αιτητή αλλά τον Γ. Βασιλείου. Πέραν της πιο πάνω αμφιλεγόμενης και αφηρημένης δήλωσης του Β. Βασιλείου, κατά τη συνάντηση που είχαν τα διευθυντικά στελέχη της Εταιρείας με τον Αιτητή και τους δύο άλλους εργοδοτούμενους στις 18.4.2012, δεν φαίνεται να ζητήθηκαν ή να τέθηκαν ενώπιον τους προς εξέταση οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να υποστηρίξουν ή να καταδείξουν ότι ο Αιτητής κατά τον ελεύθερο του χρόνο ασχολείτο με την επιδιόρθωση Mercedes. Ο Α. Αριστείδου, στην αντεξέταση του, παραδέχθηκε ότι δεν ζητήθηκαν από τον Β. Βασιλείου οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία για αυτοκίνητα ή πελάτες που εξυπηρετούσε ο Αιτητής, διότι καθώς είπε, το θεώρησε δεδομένο από τη στιγμή που ο συνάδελφος του έκανε τη δήλωση ότι ο Αιτητής επιδιόρθωνε και αυτοκίνητα Mercedes. Περαιτέρω, ο Λ. Χάρπας ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του, ότι κατά τη συνάντηση ο Β. Βασιλείου ανέφερε ότι πήγαινε και ο Αιτητής στο συνεργείο του και όταν ρωτήθηκε από τον Α. Αριστείδου εάν δούλευε και σε αυτοκίνητα Mercedes στον συγκεκριμένο χώρο είπε «ναι», χωρίς ωστόσο να ρωτηθεί εάν είχε υπόψη του κάποια συγκεκριμένα οχήματα που επιδιόρθωσε ο Αιτητής. Τα όσα οι εν λόγω μάρτυρες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Αντίθετα καταρρίπτονται από τα όσα κατέθεσε ο Β. Βασιλείου, ο οποί-ος κληθείς να καταθέσει για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας, αρνήθηκε κάθε ισχυρισμό ότι υπήρξε από τον ίδιο παραδοχή πως ο Αιτητής εκτελούσε κατά τον ελεύθερο του χρόνο, εργασίες σε αυτοκίνητα Mercedes. Άλλωστε από τα όσα οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι απόλυτο εάν το κατ' ισχυρισμό μονολεκτικό «ναι» που εξέφρασε ο Β. Βασιλείου κατά τη συνάντηση που είχε με τα διευθυντικά στελέχη της Εταιρείας αφορούσε τον Αιτητή και όχι τον Γ. Βασιλείου, ο οποίος, να σημειωθεί, ότι με βάση τη δήλωση (Τεκ.3) δεν αρνήθηκε ότι ασχολείτο με την επιδιόρθωση παλαιών αυτοκινήτων Mercedes. Και τούτο σε συνάρτηση με όσα κατέθεσε ο Β. Βασιλείου ότι η τοποθέτηση του κατά τη συνάντηση με τους διευθυντές της Εταιρείας στις 18.4.2012, δεν αφορούσε τον Αιτητή αλλά τον Γ. Βασιλείου. Πέραν των πιο πάνω, από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει εισέτι εάν κατά την πιο πάνω συνάντηση, τα διευθυντικά στελέχη της Εταιρείας έθεσαν υπόψη του Αιτητή τα όσα ισχυρίζονται ότι ειπώθηκαν από τον Β. Βασιλείου, όπως επίσης δεν φαίνεται να ζητήθηκε από τον Αιτητή να τοποθετηθεί επί του τηλεφωνήματος που έλαβε ο Α. Μιχαήλ από ανώνυμο πελάτη της Εταιρείας. Επισημαίνουμε ότι τέτοιες ενέργειες από πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας δεν υποστηρίζονται ούτε και από την επιστολή απόλυσης (Τεκ.5). Σε τελική ανάλυση τα όσα κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα διευθυντικά στελέχη της Εταιρείας δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε ασφαλή και συγκεκριμένα στοιχεία που μπορούν με βεβαιότητα να οδηγήσουν στο εύλογο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής κατά τον ελεύθερο του χρόνου προέβαινε σε αντικανονικές πράξεις ή δραστηριότητες που έβλαπταν άμεσα ή έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο τα επιχειρηματικά συμφέροντα της Εταιρείας. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί των μαρτύρων της Εργοδότρια Εταιρείας, πέραν του ότι πλήττουν το αξιόπιστο της μαρτυρίας τους, δεν μπορούν εισέτι να αποτελέσουν από μόνοι τους υπόβαθρο για την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων, αναφορικά με την κατ' επίκληση συμπεριφορά του Αιτητή. Επιπρόσθετα τα όσα επικαλέστηκε ο Β. Βασιλείου με τη μαρτυρία του δίνουν επίρρωση στα όσα ο Αιτητής με απλότητα και σταθερότητα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και καταρρίπτουν κάθε ισχυρισμό ότι εξυπηρετούσε για δικό του λογαριασμό πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έθεσε ενώπιον της τις ασφαλέστερες πληροφορίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που την οδήγησαν στην απόφαση για απόλυση του Αιτητή. Ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε την εμπόδισε στο να εξασφαλίσει τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφορίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια ανάλογη αντικειμενική απόφαση. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε στα πλαίσια του μέσου λογικού εργοδότη και φέρουσα το βάρος απόδειξης δεν κατάφερε να αποδείξει οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή στη βάση των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για οκτώ και πλέον συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €511,53 εβδομαδιαίως. Περαιτέρω από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του φαίνεται ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 47 ετών, παντρεμένος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων 17 και 14 ετών αντίστοιχα. Επίσης, ότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του παρέμεινε άνεργος για δύο έτη, οπότε και εργοδοτήθηκε με μερική απασχόληση σε άλλη ιδιωτική εταιρεία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, όπως τις παραθέτουμε ανωτέρω, τις απόλαβες του, την περίοδο απασχόλησης του, την ηλικία του κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας από τη θέση που κατείχε ως επιστάτης στο τμήμα όπου απασχολείτο, την μη εξεύρεση παρόμοιας εργασίας και ή άλλης εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα από του τερματισμού της απασχόλησης του, ως και την οικογενειακή του κατάσταση, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €10.997,90 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 21½ (€511,53 Χ 21½ ) βδομάδων. Επίσης, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου, ο Αιτητή δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων και υπολογίζεται στο ποσό των €4.092,24. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €15.090,14 με νόμιμο τόκο από 10.7.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 10.7.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.