← Κύπρος

ΠΟΛΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ LAIKI SPORTING GLUB κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 83/2017, 29/12/2021

ΠΟΛΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ LAIKI SPORTING GLUB κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 83/2017, 29/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Γ. Κασιούρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 83/2017 Μεταξύ: ΠΟΛΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Αιτητής -και-

  1. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ LAIKI SPORTING GLUB
  2. Διαχειριστική Επιτροπή Ταμείου Προνοίας LAIKI SPORTING GLUB Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 29η Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Κ. Θεοχαρίδου Για Καθ' ων η αίτηση: Π. Πολυβίου με Μ. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν αιτήματος των Καθ' ων η αίτηση το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 27.7.2021 διέταξε την προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρεται στην παράγραφο 2 των γενικών λόγων εμφάνισης, που έχει ως ακολούθως: «Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι εκπρόθεσμη, εφόσον η προθεσμία καταχώρησης Αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών προσμετρά από την ημερομηνία που ανέκυψε το τυχόν προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα, δηλαδή εν προκειμένω περί την 2.12.2014 που αποφασίστηκε η διάλυση του Ταμείου. Χωρίς περιορισμό των ανωτέρω, ακόμα και αν η 2.12.2014 δεν κριθεί από το Δικαστήριο ως η γενεσιουργός του δικαιώματος καθοριστική ημερομηνία, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη τουλάχιστον η 3.2.2015, ημερομηνία κατά την οποία ο Αιτητής έλαβε γνώση του ποσού που του αντιστοιχούσε και αξίωσε από τα δικαιώματα του μέσω επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 6.3.2015, που καθιστά εν πάση περιπτώσει την υπό κρίση Αίτηση καταφανώς εκπρόθεσμη.» Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.

(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560, άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1R.S.C.C. 10, 13). Υπαγορεύουν ακόμη ότι το ζήτημα της προθεσμίας μπορεί να εγερθεί ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Megalemou v. Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13). Σύμφωνα με τη νομολογία, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534), αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Απόφαση για το ποσό των €104.651,75 μέχρι 31.12.2014 πλέον νόμιμο τόκο και ή για οποιονδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει ως οφειλόμενο (β) Πλέον ποσό από 1.1.2015 μέχρι και περατώσεως της παρούσας διαδικασίας, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού (γ) Οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα δικαιούται δυνάμει συμφωνίας και ή σύμβασης και ή πρακτικής και ή των Νόμων ή άλλως πως (δ) Τόκο προς 9% από 31.12.1998 μέχρι εξόφλησης (ε) Δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμους τόκους επί αυτών. Με τους γενικούς λόγους της Αίτησης, διατείνεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά ή περί το έτος 2013 το 65% του Ταμείου επενδύθηκε σε αξιόγραφα χωρίς οι Καθ' ων η αίτηση να λάβουν υπόψη τη σύμφωνο γνώμη των μελών του. Ότι κατά το ίδιο έτος το 100% του Ταμείου απομειώθηκε και στη συνέχεια με Κυβερνητική απόφαση επεστράφη στα μέλη το 52% του απομείναντος ποσού. Τον Δεκέμβριο 2014 η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου άλλαξε και άρχισαν διαδικασίες εκκαθάρισης του Ταμείου ήτοι του Καθ' ου η αίτηση
  1. Κατά ή περί τις 13.2.2017, ο Αιτητής με επιστολές του κάλεσε τους Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στην άμεση καταβολή των οφειλομένων του, κάτι που δεν έπραξαν μέχρι και σήμερα με επακόλουθο να προκύψει η υπό κρίση εργατική διαφορά. Διατείνεται επίσης ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση είναι παράνομες και αντίθετες με το καταστατικό και ή τα κεκτημένα δικαιώματα του, αφού μόνο οι συνεισφορές του από τον Δεκέμβριο 1998 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2014 ανέχονταν σε €104.651,76 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν στον Αιτητή κατάσταση ωφελημάτων, ισχυριζόμενοι ότι με βάση το περιεχόμενο της δικαιούταν στην καταβολή του ποσού των €45.289,
  2. Τον Οκτώβριο 2015 ο Αιτητής αποτάθηκε σε ανεξάρτητους εγκεκριμένους λογιστές και ζήτησε όπως υπολογιστεί η συνεισφορά του στον Καθ' ου η αίτηση
  3. Οι εγκεκριμένοι λογιστές υπολόγισαν ότι η συνεισφορά του Αιτητή στο Ταμείο ανέρχεται στις €104.651,76 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι και τον Δεκέμβριο
  4. Η δόλια και ή κακόπιστη στάση και ή συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση καταδεικνύεται από το έγγραφο και ή σημείωμα με το οποίο ζητούσαν από τον Αιτητή να το υπογράψει και να παραιτηθεί των υπαρχουσών και ή μελλοντικών διεκδικήσεων του. Ο Αιτητής δεν υπέγραψε κατόπιν νομικής συμβουλής. Από τις έγγραφες προτάσεις και τα διάφορα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία του Laiki Sporting Club στις 27.4.
  5. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 (στο εξής «το Ταμείο»), που είναι το Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού του Laiki Sporting Club ενεγράφη στις 31.12.1990, η δε Καθ' ης η αίτηση 2 που είναι η διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου, είχε τα καθήκοντα και τις ευθύνες που αναγράφονται στο καταστατικό του Ταμείου. Μέλη του Ταμείου μπορούσαν να γίνουν όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι του προσωπικού που είχαν συμπληρώσει υπηρεσία έξι μηνών καθώς και αυτοί που εργοδοτούντο υπό καθεστώς αορίστου χρόνου. Ο Αιτητής ήταν μέλος του Ταμείου. Σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 2.12.2014, τα μέλη του Ταμείου αποφάσισαν κατά πλειοψηφία τη διάλυση του και την ένταξη τους στα ταμεία των Συντεχνιών ΣΕΚ, ΠΕΟ και Τράπεζας Κύπρου. Μεταξύ των μελών που παρευρέθηκαν στη Συνέλευση ήταν και ο Αιτητής ο οποίος διαφώνησε με τη διάλυση του Ταμείου για τους λόγους που επικαλέστηκε και αναφέρονται στα πρακτικά. Σε συνεδρία της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου που έλαβε χώρα στις 3.2.2015 με σκοπό την καταβολή μέρους των ωφελημάτων στα μέλη, με βάση την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ημερ. 2.12.2014, ο Αιτητής, που ήταν παρών, δεν αποδέχθηκε την είσπραξη του ωφελήματος που του αναλογούσε. Κατά τη συνεδρία αποφασίστηκε όπως πιστωθούν στους Τραπεζικούς Λογαριασμούς των υπολοίπων 19 μελών τα αντίστοιχα ποσά που παρουσιάζονταν στην ονομαστική κατάσταση. Ως επακόλουθο των πιο πάνω ο Αιτητής μέσω των δικηγόρων του απέστειλε διάφορες επιστολές προς τον Χαράλαμπο Τρουλλιώτη, Διευθυντή Αθλητικών Κέντρων και Πρόεδρο της Επιτροπής του Ταμείου, με τις οποίες αξίωνε την καταβολή μεγαλύτερου ποσού απ' αυτό που το Ταμείο είχε υπολογίσει ότι βρισκόταν κατατεθειμένο σε πίστη του. Ειδικότερα: - Επιστολή ημερ. 18.2.2015, όπου αναφέρθηκε σε μη συνετή και καλή δια-χείριση των οικονομικών από την παλαιά και νέα Επιτροπή του Ταμείου σε σχέση με τις εισφορές του, σε λανθασμένες διαδικασίες που επηρέαζαν τα συμφέροντα του και σε λανθασμένο υπολογισμό του ποσού που δικαιούται σε σχέση με αυτό που του είχε προσφερθεί, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα του για διεκδίκηση του δικαιούμενου ποσού. - Επιστολή ημερ. 9.6.2015, με την οποία καλούσε το Ταμείο όπως του κατά-βάλει άμεσα το κατακρατούμενο προσφερόμενο ποσό των €45.289,49 «ως καταβαλλόμενο έναντι άλλων οφειλών και ως ποσό που δεν αντιπροσωπεύει αυτό που ο Αιτητής αξιώνει». - Επιστολή ημερ. 8.7.2015, με την οποία καλούσε εκ νέου το Ταμείο να καταβάλει το πιο πάνω ποσό και ότι σε περίπτωση μη καταβολής θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με δικαστικές διαδικασίες. - Επιστολή ημερ. 22.7.2015, με την οποία γνωστοποιούσε στο Ταμείο ότι η απόδειξη είσπραξης που του είχε δοθεί δεν μπορούσε να υπογραφεί καθώς το λεκτικό και περιεχόμενο της παραβίαζε και καταστρατηγούσε κατάφορα τα κεκτημένα δικαιώματα του. - Επιστολή ημερ. 15.9.2015, με την οποία αναμένετο η τοποθέτηση του Ταμείου στην επιστολή του ημερ. 22.7.2015, δίδοντας χρόνο για απάντηση μέχρι τις 25.9.
  6. - Απαντητική επιστολή του Ταμείου ημερ. 24.9.2015, με την οποία ενημέρωνε τους δικηγόρους του Αιτητή ότι μετά από επικοινωνία με τον νομικό τους σύμβουλο, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο αρχικό κείμενο της απόδειξης είσπραξης και ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να προσθέσει οτιδήποτε επιθυμούσε ως «δική του θέση και επιφύλαξη». - Επιστολή ημερ. 16.11.2016, με την οποία ο Αιτητής επιφύλασσε τα δικαιώματα του, αξίωνε την άμεση καταβολή του ποσού των €45.289,49, την καταβολή υπόλοιπου ποσού/εισφορών του και παράδοση των λογαριασμών και ή των σχετικών λογιστικών δεδομένων του Ταμείου προς πλήρη ενημέρωση, πληροφόρηση, διαφώτιση του, επί των οικονομικών δεδομένων του Ταμείου. - Απαντητική επιστολή του Ταμείου ημερ. 29.11.2016, με την οποία πληροφορούσε τους δικηγόρους του Αιτητή ότι με την απόφαση διάλυση του Ταμείου ημερ. 2.12.2014 είχε δοθεί στον Αιτητή, όπως και σε όλα τα μέλη του Ταμείου, συγκεκριμένη επιστολή/απόδειξη είσπραξης με την υπογραφή της οποίας καταβάλλετο το ποσό που αναλογούσε στο μέλος. Σημειώνεται ότι όλα τα υπόλοιπα μέλη είχαν λάβει το ποσό που τους αναλογούσε. Ότι για το ποσό των €45.289,49 που αναλογεί στον Αιτητή, του είχε δοθεί ανάλυση στις 14.10.2014 και του είχαν γίνει σχετικές υποδείξεις. Ότι το εν λόγω ποσό δεν κατακρατείται παράνομα όπως αναφέρεται στην επιστολή, καθώς ο Αιτητής αρνήθηκε να υπογράψει την προαναφερόμενη επιστολή, παρόλο που είχε ενημερωθεί από τις 24.9.2015 ότι μπορούσε να προσθέσει στην επιστολή οτιδήποτε επιθυμούσε ως «δική του επιφύλαξη». Επίσης ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να λάβει άμεσα το ως άνω ποσό που του αναλογεί αφού υπέγραφε τη σχετική επιστολή. Σημειώνεται τέλος ότι ο Αιτητής θα μπορούσε όποτε ήθελε να αποταθεί στον Πρόεδρο του Ταμείου και να λάβει αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων, οι οποίες, σύμφωνα με τους κανονισμούς, είχαν σταλεί στον Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών. - Απαντητική επιστολή του Αιτητή ημερ. 6.12.2016, με την οποία επέμεινε στα δικαιώματα του και παραθέτοντας τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού κάλεσε το Ταμείο όπως εντός τεσσάρων ημερών, κατέβαλλε το αναφερόμενο στην επιστολή ποσό πλέον νόμιμο τόκο με επιφύλαξη στο έπακρον όλων των νομίμων δικαιωμάτων του. - Απαντητική επιστολή του Ταμείου ημερ. 29.12.2016, με την οποία πληροφορούσε τους δικηγόρους του Αιτητή ότι το ποσό των €45.289,49 που αναλογούσε στον πελάτη τους βρισκόταν κατατεθειμένο σε ειδικό λογαριασμό και ότι ο ίδιος είχε ειδοποιηθεί να το παραλάβει με την υπογραφή του συνήθους εγγράφου (απόδειξη είσπραξης). Ότι ο Αιτητής έχει το δικαίωμα να προσθέσει στο εν λόγω έγγραφο οτιδήποτε επιθυμεί ως «δική του επιφύλαξη», όπως είχε λεχτεί σε προηγούμενες επιστολές. Επίσης με την υπογραφή του εντύπου ο Αιτητής θα παραλάβει το ποσό που του αναλογεί πλέον τόκο που το Ταμείο εισέπραξε στον ειδικό λογαριασμό για την περίοδο από την ημερομηνία διάλυσης μέχρι και την ημερομηνία κατά-βολής του ποσού. - Επιστολή ημερ. 10.1.2017, με την οποία ο Αιτητής απέρριπτε το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής και καλούσε εκ νέου το Ταμείο όπως προχωρήσει άμεσα στην καταβολή του ποσού το οποίο αποτελεί μέρος των οφειλομένων προς αυτόν για τα οποία επιφυλάσσει στο έπακρον όλα τα δικαιώματα του. - Επιστολή ημερ. 13.2.2017, με την οποία ο Αιτητής καλούσε το Ταμείο όπως προχωρήσει άμεσα στην καταβολή του ποσού, μέρος που αναλογεί, στο Αιτητή, με την κατάθεση του στον τραπεζικό του λογαριασμό. Επίσης ότι θα υπέγραφε έντυπο είσπραξης, το οποίο οι ίδιοι θα συνέτασσαν και όχι το έντυπο που συνέταξε το Ταμείο. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 12 του καταστατικού του Ταμείου, «Το Ταμείο μπορεί να διαλυθεί σε περίπτωση διάλυσης του κλαπ ή με απόφαση της εκάστοτε Διαχειριστικής Επιτροπής. Σε τέτοια περίπτωση τα μέλη που θα βρίσκονται στην υπηρεσία του κατά το χρόνο της διαλύσεως, θα λάβουν τις δικές τους συνεισφορές καθώς και τα ποσά με τα οποία πιστώθηκαν κατά την ίδρυση του Ταμείου και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο Κλαπ. Τυχόν υπόλοιπο της περιουσίας του Ταμείου θα ανήκει στο Κλαπ.» Νομική Πτυχή Η προδικαστική ένσταση της παραγραφής που θέτουν οι Καθ' ων η αίτηση έχει ως νομικό έρεισμα το άρθρο 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/2002 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Με το πιο πάνω άρθρο ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.»). Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Με την επιφύλαξη της εν λόγω διατάξεως, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που το δικαίωμα για υποβολή αιτήσεως ανέκυψε μετά την 21.5.1999, που είναι η ημερομηνία που δημοσιεύθηκαν οι νέοι διαδικαστικοί κανονισμοί του Δ.Ε.Δ., η καθοριζόμενη προθεσμία για καταχώρηση αίτησης ίσχυε για ένα έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, ήτοι μέχρι τις 8.8.2003. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δ.Ε.Δ., ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε ευχέρεια για παρά-ταση του χρόνου για υποβολή αίτησης πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Στον Halsbury's Laws of England, 4th Edition, 2000 Reissue, vol. 16
(2), para 629 κάτω από τον τίτλο
(2)PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα: "685. Time limits for presenting complaints. ..................................... ........................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer's disciplinary procedure; n.
  1. .................................................. In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings." Ελεύθερη μετάφραση: «Διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίων Εργατικών Δικαστηρίων (ι) Χρονικά όρια
  2. Χρονικά όρια για παρουσίαση παραπόνου................................................................ .................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)αναμένοντας το αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων ποινικών διαδικασιών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι καλός λόγος [επέκτασης του χρόνου] όπως δεν είναι καλός λόγος η καθυστέρηση καταχώρησης μιας απαίτησης επειδή χρησιμοποιείται μια εσωτερική διαδικασία ή ένα εσωτερικό δικαίωμα έφεσης βάση της πειθαρχικής διαδικασίας του εργοδότη. Σημ.11. .................................................................................................................. Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να λάβει συμβουλή να καταχωρήσει εναρκτήρια αίτηση αλλά να ζητά όπως αυτή αναβάλλεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εσωτερική διαδικασία.» Όπως εντοπίζεται στο Bower on Employment Law, sixth edition, p.286: "(
  1. f)The courts have generally rejected attempts to extend the effective date of termination to cover periods during which an appeal is being heard under an internal disciplinary procedure. In J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109, this refusal was notwithstanding that the internal disciplinary procedure provided for 'suspension without pay' pending appeal. Brightman LJ stated that: ´If an employee is dismissed . on terms that he then ceases to have the right to work under the contract of employment and that the employer ceases likewise to be under an obligation to pay the employee, the contract is at an end´ (approved by the House of Lords in West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). The same result was reached in Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, even though in that case the employee was paid for a 10-month period while his appeal was pending. The principle does not depend on any express term being included in the particular contract (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) instead resting on the policy reason of the uncertainty of any other course, and the desirability that speed be of the essence in enforcing employment rights." Ελεύθερη μετάφραση: «(
  2. f)Τα δικαστήρια έχουν σε γενικές γραμμές απορρίψει προσπάθειες για επέκταση της ουσιαστικής ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης ούτως ώστε να καλυφθούν περίοδοι κατά τις οποίες γίνεται η ακρόασης μιας έφεσης βάσει μιας εσωτερικής πειθαρχικής διαδικασίας. Στην υπόθεση J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109 υπήρξε τέτοια άρνηση παρόλο που στην εσωτερική πειθαρχική διαδικασία προβλεπόταν 'διαθεσιμότητα χωρίς πληρωμή' εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Όπως ανέφερε ο Brightman LJ «εάν ένας εργοδοτούμενος απολυθεί ... με όρους ότι δεν έχει το δικαίωμα να εργαστεί με βάση τη σύμβαση απασχόλησης και ο εργοδότης με τον ίδιο τρόπο παύει να έχει υποχρέωση πληρωμής του εργοδοτούμενου, η σύμβαση φθάνει σε ένα τέλος (αυτό επικυρώθηκε και από τη Βουλή των Λόρδων στη West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton [1986] IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το δικαστήριο και στην Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, μολονότι ο εργοδοτούμενος συνέχισε να πληρώνεται για μια περίοδο 10 μηνών ενόσω η έφεση του εκκρεμούσε. Αυτή η αρχή δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ρητό όρο που συμπεριλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) αλλά αντιθέτως βασίζεται σε λόγο δημοσίας πολιτικής λόγω της αβεβαιότητας οποιασδήποτε άλλης πορείας και της επιθυμίας όπως η ταχύτητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιβολή των εργατικών δικαιωμάτων.» Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 151 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις του Εφεσείοντα: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Ωστόσο σε περιπτώσεις που τίθεται θέμα απάτης (fraud) το Δικαστήριο μπορεί να είναι έτοιμο να αναπτύξει και να θέσει σε ισχύ το δόγμα της επιείκειας που αναφέρει ότι η απάτη αναστέλλει τον χρόνο παραγραφής καθότι σε αντίθετη περί-πτωση θα προκαλείτο μεγάλη αδικία σε ένα Αιτητή λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση. Όπως αναφέρεται στον SNELL'S, Principles of EQUITY, 27th Edition, p.280, οποιοιδήποτε κανόνες υπόκεινται πάντα στη σημαντική εξαίρεση της αναστολής του χρόνου παραγραφής. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Halsbury's, Laws Of England, 4th Edition Reissue, vol.16
(2), para 913: "Laches in cases of fraud. Where the equitable remedy is in respect of fraud, there is no laches so long as the party defrauded remains, without any fault of his own, in ignorance of the fraud; and a person who is entitled to rely on the fidelity of another is not bound to inquire as to the other's conduct until he has reason for suspicion. Fraud is not condoned unless the injured party has full knowledge of all the facts and of the equitable rights arising out of those facts. When the fraud has been discovered, however, relief must be sought promptly; even in cases of gross fraud it may not be granted after a great lapse of time against innocent persons claiming under the fraudulent person" Στην υπόθεση Grimes v. Sutton London Borough Council 1973 ICR 241, 1973 2 All ER 449 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Per curiam. In a suitable case the courts may be prepared to develop and apply the equitable doctrine that fraud postponed the running of time, to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant (post, pp.244H-245B). There is no such corresponding provision in the Act of 1972, but the doctrine that the running of time was postponed by fraud was originated by courts of equity before the Act of 1939 came into operation: see such decisions as Gibbs v. Guild
(1882)9 Q.B.D. 59 and Lynn v. Bamber [1930] 2 K.B.72. In a suitable case it may well be that the courts will be prepared to develop this equitable doctrine and to apply it to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant." Ανάλυση - Συμπέρασμα Με όσα τα μέρη έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί κοινό έδαφος ότι το Ταμείο διαλύθηκε και ότι η μεταξύ των μερών εκκρεμούσα διαφορά, όπως προκύπτει και από τα δικόγραφα, αφορά αποκλειστικά το διεκδικούμενο από το Αιτητή ποσό, που φαίνεται να είναι μεγαλύτερο του ποσού που οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ευρίσκεται κατατεθειμένο σε πίστη του. Επίσης με βάση τις πρόνοιες του Καταστατικού, με τη διάλυση του Ταμείου όλα τα υπάρχοντα μέλη του Ταμείου, περιλαμβανομένου του Αιτητή, δικαιούνταν στη λήψη των ωφελημάτων τους. Είναι φανερό ότι η απόφαση για διάλυση του Ταμείου λήφθηκε κατά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 2.12.2014 και ότι στις 3.2.2015 ο Αιτητής, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του Ταμείου, έλαβαν γνώση του ποσού που τους αναλογούσε με βάση τους υπολογισμούς του Ταμείου. Ενώ τα υπόλοιπα 19 μέλη του Ταμείου αποδέχθηκαν να εισπράξουν το ποσό που τους αναλογούσε, με την κατάθεση του σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ο Αιτητής ωστόσο εκφράζοντας τη διαφωνία του, απέστειλε μέσω των δικηγόρων του διάφορες επιστολές προς τον Χαράλαμπο Τρουλιώτη, αξιώνοντας την καταβολή μεγαλύτερου ποσού. Στην εκτεταμένη γραπτή αλληλογραφία που ακολούθησε, ο Αιτητής με δύο επιστολές του ημερ. 9.6.2015 και 8.7.2015 αφού απαίτησε την άμεση καταβολή του αναλογούντος ποσού των €45.289,49 ακολούθως με νέα επιστολή ημερ. 22.7.2015 αρνήθηκε να υπογράψει την απόδειξη είσπραξης που του είχε δοθεί με τον ισχυρισμό ότι το λεκτικό και το περιεχόμενο της παραβίαζε και καταστρατηγούσε κατάφορα τα κεκτημένα δικαιώματα του. Το Ταμείο με επιστολή του ημερ. 24.9.2015 κατέστησε φανερό στον Αιτητή ότι κατόπιν νομικής συμβουλής δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο περιεχόμενο ή λεκτικό του κειμένου της απόδειξης είσπραξης και ότι θα μπορούσε να εισπράξει το αναλογούν ποσό με επιφύλαξη. Και ενώ το Ταμείο κατέστησε φανερή τη θέση του, τόσο σε σχέση με το ποσό των €45.289,49 που αναλογούσε στον Αιτητή, όσο και για την απόδειξη είσπραξης που όφειλε να υπογράψει για να του καταβληθεί το εν λόγω ποσό, εν τούτοις δεκατέσσερις σχεδόν μήνες μετά, επανερχόμενος με νέα επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 16.11.2016, απαιτούσε την καταβολή του εν λόγω ποσού. Το Ταμείο απάντησε με τις επιστολές ημερ. 29.11.2016 και 29.12.2016, επαναλαμβάνοντας την αρχική του θέση τόσο για το αναλογούν ποσό όσο και για την απόδειξη είσπραξης. Ο δε Αιτητής με τις επιστολές των δικηγόρων του ημερ. 10.1.2017 και 13.2.2017 απέρριψε τη θέση του Ταμείο και επέμενε στην καταβολή του πιο πάνω ποσού, με την υπογραφή εντύπου είσπραξης που οι ίδιοι θα συνέτασσαν, μη αποδεχόμενοι το έντυπο που συνέταξε το Ταμείο. Ως επακόλουθο των πιο πάνω δεν τίθεται η παραμικρή αμφιβολία ότι το δικαίωμα του Αιτητή να υποβάλει Αίτηση στο Δ.Ε.Δ. ανέκυψε στις 2.12.2014 που έλαβε γνώση αναφορικά με το γεγονός της διάλυσης του Ταμείου ή το αργότερο στις 3.2.2015 που έλαβε γνώση αναφορικά με το ποσό που του αναλογούσε και για το οποίο διαφώνησε. Από την εκτεταμένη αλληλογραφία που ακολούθησε είναι φανερό ότι δεν πρόεκυψαν οποιαδήποτε άλλα ζητήματα ή γεγονότα που έτειναν, σύμφωνα με τις εισηγήσεις της ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Αιτητή, να αναστείλουν ή να παρατείνουν την προθεσμία υποβολής της υπό κρίση Αίτησης και μετά το πέρας των 12 μηνών από της λήψη της απόφασης για διάλυση του Ταμείου ή τη γνωστοποίηση στον Αιτητή, όπως και στα υπόλοιπα μέλη, του ποσού που τους αναλογούσε. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί δόλου και απάτης που εμπόδιζαν τον Αιτητή να καταχωρήσει νωρίτερα την Αίτηση του, δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από τους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ούτε προκύπτουν οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν συσχετισμό δόλου ή απάτης με την παράλειψη του Αιτητή να εγείρει τη δικαστική διαδικασία εντός της νόμιμα προβλεπομένης προθεσμίας από του γεγονότος. Σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής όφειλε να τεκμηριώσει ότι ήταν λόγω της άπατης του άλλου μέρους και δη του Ταμείου ή των αντιπροσώπων του που δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι είχε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο θα έπρεπε να ασκήσει εντός της προβλεπόμενης περιόδου, κάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζεται από τις έγγραφες προτάσεις ή τα ενώπιον μας στοιχεία. Τουναντίον η ξεκάθαρη θέση του Ταμείου, οι ρητές και σαφείς παραστάσεις προς τον Αιτητή ότι θα του καταβαλλόταν το αναλογούν ποσό εάν ο ίδιος υπέγραφε την απόδειξη είσπραξης, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο ύπαρξης ή τεκμηρίωσης οποιασδήποτε δόλιας ή απατηλής πράξης από μέρους του. Το γεγονός ότι εν τέλει δεν καταβλήθηκε στον Αιτητή το αναλογούν ποσό κατά τον χρόνο και υπό τους όρου που ο ίδιος απαιτούσε, ή το γεγονός ότι το Ταμείο δεν συμφώνησε με τον Αιτητή ότι δικαιούταν σε μεγαλύτερο ποσό, δεν μπορεί να αλλάξει ή να επεκτείνει τον χρόνο ή να αναβιώσει το δικαίωμα του για υποβολή αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Για όλα τα πιο πάνω η προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει. Κρίνουμε ότι το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του Αιτητή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έχει παραγραφεί. Ενόψει τούτου η όλη διαδικασία στην παρούσα Αίτηση αναστέλλεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογι-στούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Γ. Κασιούρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.