← Κύπρος

ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΤΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7/2017, 29/7/2021

ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΤΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7/2017, 29/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Μ. Αρχοντίδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 7/2017 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΤΟΥ Αιτήτρια -και-

  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΓΚΑΡΗ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 29η Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Γ. Ιεροδιακόνου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η αίτηση 1: Κ. Πασιαρδής για Α. Σελίπα Για Καθ' ου η αίτηση 2: Γ. Χ'' Μιχαήλ - Καρακοβούνη Αίτηση για Εκδίκαση Προδικαστικής Ένστασης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, που κατά-χώρησε η Αιτήτρια στις 11.1.2017, αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση: (α) Δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για ηθική και σωματική βλάβη που υπέστη και ή προκάλεσαν οι Καθ' ων η αίτηση με τις πράξεις και παραλείψεις τους (β) Ποσό €1.100 ειδικές ζημιές, ιατρικά έξοδα, φαρμακευτική αγωγή (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το δικαίωμα της Αιτήτριας να απασχολείται σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας της θέσης της (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η αίτηση να αναθέσουν καθήκοντα στην Αιτήτρια σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας της θέσης της (ε) νόμιμους τόκους, έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Είναι κοινή η θέση των μερών ότι η Αιτήτρια κατέχει τη θέση του Πρώτου Λειτουργού Εσωτερικών Προσόδων στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων από 15.2.
  3. Με τους γενικούς λόγους της Αίτησης, η Αιτήτρια αφού αναφέρεται στο χρόνο διορισμού της, στην ανέλιξη και τα ακαδημαϊκά της προσόντα, διατείνεται μεταξύ άλλων, ότι είναι άτομο υψηλού επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου και ότι λόγω των πεποιθήσεων της εφάρμοζε πιστά τους Φορολογικούς Νόμους και τις διατάξεις του Νόμου. Ένεκα των πεποιθήσεων της έχει τεθεί σε απραξία από τους Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι ενέργησαν κατά παράβαση του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου του 2004 και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002). Ο Καθ' ου η αίτηση 2 στις 19.2.2006 διορίστηκε ως Έφορος Φορολογίας. Η απόφαση αυτή ανακλήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατόπιν προσφυγής που υπέβαλε η Αιτήτρια και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη στο Διοικητικό Δικαστήριο. Στις 8.4.2016 ο Καθ' ου η αίτηση 2 διορίστηκε εκ νέου ως Έφορος Φορολογίας, απόφαση την οποία η Αιτήτρια προσέβαλε εκ νέου με την Προσφυγή αρ. 541/
  4. Από τη θέση αυτή ο Καθ' ου η αίτηση 2 είχε καθήκον να εφαρμόζει και εποπτεύει την εφαρμογή των Νόμων του Τμήματος Φορολογίας, κάτι που δεν έπραττε με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να φέρει τούτο εις γνώση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η Αιτήτρια από 2.7.2012 μέχρι 6.6.2016 είχε διατελέσει προϊσταμένη του Επαρχιακού Γραφείου Λευκωσίας. Ο Καθ ου η αίτηση 2, ως προϊστάμενος της, αμέσως μετά τον διορισμό του και με σκοπούς αντιποίνων απομάκρυνε την Αιτήτρια από την πιο πάνω θέση χωρίς καμία δικαιολογία, μεταφέροντας το γραφείο της στο Υπουργείο Οικονομικών. Έκτοτε το μόνο καθήκον που ανάθεσε στην Αιτήτρια ήταν δύο μελέτες τις οποίες οι τελευταία ετοίμασε και παρέδωσε στις 28.9.
  5. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν θέσμιο καθήκον να της αναθέσουν καθήκοντα σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας της θέσης που κατέχει και να μην της επιβάλλουν αντί αυτού αντίποινα. Επίσης ότι η μετακίνηση της από Προϊσταμένη του Επαρχιακού Γραφείου και ή η τοποθέτηση της στο χώρο του Υπουργείου Οικονομικών σε απραξία χωρίς να της αναθέτουν τα καθήκοντα της, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας της η οποία προκάλεσε και προκαλεί στην ίδια άμεση υλική και ηθική ζημιά και προσβάλλει την προσωπικότητα της και την αξιοπρέπεια της, δημιουργώντας για την ίδια ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό και επιθετικό περιβάλλον. Είναι η θέση της ότι όλες οι πιο πάνω πράξεις και ή παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση αποτελούν διάκριση λόγω πε-ποιθήσεων της εις βάρος της και παράβαση των εργασιακών της συνθηκών και των όρων απασχόλησης της. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 με τους γενικούς λόγους εμφάνισης που καταχώρησαν στις 6.9.2017 και 6.4.2017 αντίστοιχα, εγείρουν, μεταξύ άλλων, (παρ.1) την πιο κάτω προδικαστική ένσταση: «Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και λέγουν ότι τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση της Αιτήτριας δεν στοιχειοθετούν τη Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών καθώς οι αξιώσεις της Αιτήτριας στην παρούσα Αίτηση όπως και οι βάσεις που τις θεμελιώνουν όπως αυτές εκτίθενται στους Γενικούς λόγους και το Αιτητικό της Αίτησης της Αιτήτριας δεν στηρίζονται και ούτε εμπίπτουν στο πλαίσιο του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου του 2004 και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση ή/ και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου 2002 (Ν. 205(Ι/2002).» Με έρεισμα την πιο πάνω ένσταση, ο Καθ' ου η αίτηση 2 στις 3.12.2020 καταχώρησε την υπό κρίσιν ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητεί: «(α) Όπως το νομικό σημείο (1η προδικαστική ένσταση) που έχει εγερθεί στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων Εμφάνισης του Εγγράφου προδικαστεί ή/και αποφασισθεί από το Δικαστήριο πρώτα ή/και πριν την Ακρόαση ολόκληρης της Αίτησης. (γ) Τα έξοδα.» Η αίτηση, βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ. 1-2, Δ.48 Θ. 1-3, 7-9, Δ.20, Θ. 2-3, Δ.30 θ. 3(α), 4 και 9, Δ.57 Θ.2, Δ.64, στις διατάξεις του Συντάγματος και ειδικότερα του άρθρου 146, στον περί Δικαστηρίου Νόμο 14/60 και ειδικότερα στα άρθρα 19, 22, 29

(1)και 31 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Ν. 8/1967 ως ετροποποιήθη έως σήμερα και ειδικότερα στα άρθρα 2 και 12
(1), στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ 5
(1), 5
(4), 11(α), 11(β), 12
(1), 13, 17, στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και Εργασία Νόμο 58(Ι)/2004 και ειδικότερα στα άρθρα 2-4, 6 και 12 , στον περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών Νόμο 205(Ι)/2002 και ειδικότερα στα άρθρα 2-5 και 14, στις Οδηγίες 2000/78/ΕΚ, και 2000/43/ΕΚ, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2, με την οποία βασικά ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που συνθέτουν τη απαίτηση της Αιτήτριας δεν στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας και οι πραγματικές και νομικές βάσεις που τις θεμελιώνουν εκτίθενται με λεπτομέρεια στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς της Αιτήτριας και ότι η προδικαστική ένσταση σε σχέση με τη δικαιοδοσία στηρίζεται στα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση της καθώς και στις βάσεις που τη θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα ότι με τους γενικούς λόγους της Αίτησης και ειδικότερα την παρ. 30, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι «Όλες οι πιο πάνω πράξεις και ή παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση αποτελούν διάκριση λόγω πεποιθήσεων της Αιτήτριας εις βάρος της και παράβαση των εργασιακών της συνθηκών και των όρων απασχόλησης της». Επίσης στην παρ. 6 αναφέρει ότι «Ένεκα των πεποιθήσεων της η Αιτήτρια έχει τεθεί σε απραξία από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 οι οποίοι ενήργησαν κατά παράβαση του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου του 2004 και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002)», ενώ στην παρ. 31 προσδιορίζει τις πεποιθήσεις της αυτές ως «την εφαρμογή πιστά των Φορολογικών Νόμων σε σχέση με τους Φορολογούμενους». Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της Αιτήτριας, η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ. 1 - 2, Δ.48 Θ. 1 - 3, 7 -9, Δ.20, Θ.2 - 3, Δ.30 θ. 30(α), 4 και 9, Δ.57 Θ.2, Δ.64 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 και ειδικότερα στα άρθρα 19, 22, 29
(1)και 31 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον Περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Ν. 8/1967 ως ετροποποιήθη έως σήμερα και ειδικότερα στα άρθρα 2 και 12
(1), στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό το 1999, Κ 5
(1), 5
(4), 11(a), 11(β), 12
(1), 13, 17, στον περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και Εργασία Νόμο 50(Ι)/2004 και ειδικότερα στα άρθρα 2 - 4, 6 και 12, στον περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών Νόμο 205(Ι)/2002 και ειδικότερα στα άρθρα 2 - 5 και 14, στην Οδηγία 2000/78/ΕΚ, στην Οδηγία 2000/43/ΕΚ, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και με αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις θέσεις της όπως εκτίθενται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Διατείνεται ότι το περιεχόμενο των ισχυρισμών της που έχουν τεθεί στους γενικούς λόγους της Αίτησης και το οποίο παραπέμπει στις αναφερθείσες επιστολές ημερ. 18.10.2016, 8.11.2016 και 20.11.2016 (Τεκ. 1,2 και 3) περιλαμβάνει τις πεποιθήσεις της σε σχέση με το ζωτικό ζήτημα της δέουσας και αποτελεσματικής εφαρμογής της Φορολογικής Νομοθεσίας και τούτο διότι στις επιστολές καταγράφεται η θέση της σε σχέση με το σύνολο των αρχών στις οποίες πιστεύει με σταθερότητα αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα. Εισηγείται ότι η Αίτηση της είναι ικανή να ενταχθεί εντός της εμβέλειας του Νόμου 58(Ι)/2004 και ειδικότερα στα άρθρα 3, 4 και 6, καθώς το άρθρο 4(γ) ορίζει ότι εφαρμόζεται στις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης και το άρθρο 6 υπαγορεύει τη διάκριση στην απασχόληση λόγω, μεταξύ άλλων, των πεποιθήσεων και συνακόλουθα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Να σημειώσουμε ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 έχει υιοθετήσει στο σύνολο τους, τόσο την αίτηση όσο και την τελική αγόρευση του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση 2. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Περαιτέρω σύμφωνα με τον Κ.17: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Για το υπό εξέταση θέμα, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να στηριχθεί στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: ''
  1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
  3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
  4. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.'' Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα της προκαταρκτικής εκδίκασης νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε σωρεία υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην Malachtou v. Armefti
(1984)1C.L.R. 548, Hambou v. Thoma
(1987)1C.L.R. 370, Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2046, Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1(Α) ΑΑΔ 530, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1(B) AAΔ 990. Στην υπόθεση Hambou v. Thoma (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες που η προδικαστική εκδίκαση ενός νομικού σημείου μπορεί να κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis (ανωτέρω) τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη Δ.27 θ.1 αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Επομένως προκύπτει ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ'' Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω) το Δικαστήριο καθορίζοντας τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.27 ανέφερε τα ακόλουθα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Νεοφύτου v. Malak κ.α., Πολ. Εφ: 118/2012 ημερ. 21.6.2018, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Εξετάζοντας τα εγερθέντα θέματα, πρωτίστως να λεχθεί ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα.» Όπως είναι νομολογημένο, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Η προδικαστική ένσταση που θέτει η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση έχει ως νομικό έρεισμα τον περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμο του 2004 (Ν. 58(I)/2004). Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου:
  1. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η θέσπιση πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Σύμφωνα με το άρθρο 4 (γ) του Νόμου:
  2. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των οργανισμών δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου όσον αφορά: .................... (γ) τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων απολύσεων και των αμοιβών. Και .................... Σύμφωνα με το άρθρο: 6 του Νόμου 6.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 7 και 8, απαγορεύεται οποιαδήποτε: (α) άμεση διάκριση, (β) έμμεση διάκριση, (γ) παρενόχληση ή (δ) εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής στους τομείς που καλύπτει το άρθρο
  1. Ο πιο πάνω Νόμος ψηφίστηκε με σκοπό τη μερική ενσωμάτωση στο εθνικό μας δίκαιο των Οδηγιών 2000/43 και 2000/
  2. Με τις Οδηγίες αυτές σκοπείται η καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, διακρίσεις που μπορούν να «υπονομεύσουν την επίτευξη των στόχων της συνθήκης ΕΚ, ειδικότερα δε την επίτευξη υψηλού επιπέδου απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, την οικονομική και κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη». Η πλευρά της Αιτήτριας με αναφορά στις πιο πάνω εναρμονιστικές νομοθετικές διατάξεις επιδιώκει με τους γενικούς λόγους της Αίτησης να προσδώσει δικαιοδοσία στον παρόν Δικαστήριο ισχυριζόμενη ότι όλες οι πράξεις και ή παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση, επί των οποίων αναφέρεται, αποτελούν διάκριση εις βάρος της, λόγω των πεποιθήσεων της που προσδιορίζονται «στην εφαρμογή πιστά των Φορολογικών Νόμων σε σχέση με τους Φορολογούμενους», θέση που επαναλαμβάνει με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και υποστηρίζει με τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση με την προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση και την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2 που συνοδεύει την αίτηση, εισηγείται ότι με βάση τα προβαλλόμενα στην Αίτηση γεγονότα, το παρόν Δικαστή-ριο στερείται δικαιοδοσίας, καθώς οι πραγματικές και νομικές βάσεις που θεμελιώνουν τις αξιώσεις της Αιτήτριας δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες των πιο πάνω εναρμονιστικών Νόμων και Οδηγιών για να αποκτήσει δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο. Με γνώμονα λοιπόν ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση και ότι αποκλειστική πηγή αναζήτησης είναι η έκθεση απαίτησης, κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση το θέμα που τίθεται προς εξέταση είναι καθαρά νομικό και στηρίζεται αποκλειστικά στις θέσεις της Αιτήτριας όπως προβάλλονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο που τις καλύπτει. Πρόκειται για ένα αμιγώς νομικό ζήτημα καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης της Αιτήτριας που άπτε-ται αυτής ταύτης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Πρόκειται εν ολίγοις για νομικό σημείο απλά διατυπωμένο στηριζόμενο επί αδιαμφισβήτητων και ή παραδεκτών γεγονότων. Η αποδοχή της αίτησης και η εκδίκαση του εν λόγω νομικού σημείου φαίνεται ότι θα κρίνει ουσιαστικά την τύχη ολόκληρης της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς, χωρίς την αναγκαιότητα ακρόασης επί των πραγματικών δεδομένων ελλείψει άλλων επιμέρους θεμάτων που δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της δίκης και που εμποδίζουν το Δικαστήριο να επιληφθεί στο παρόν στάδιο του προδικαστικού σημείου. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι εξυπηρετείται ο σκοπός της Δ.27 θ.1 για προδικαστική εκδίκαση του εγειρόμενου με τους γενικούς λόγους νομικού σημείου. Κατ' ακολουθία η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται σχετικό διάταγμα για προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρεται στην παράγραφο 1 των γενικών λόγων εμφάνισης, πριν την ακρόασης της υπόθεσης. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα έκβαση του προδικαστικού σημείου. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Μ. Αρχοντίδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.