ΠΟΛΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ LAIKI SPORTING GLUB κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 83/2017, 27/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Γ. Κασιούρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 83/2017 Μεταξύ: ΠΟΛΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Αιτητής -και-
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ LAIKI SPORTING GLUB
- Διαχειριστική Επιτροπή Ταμείου Προνοίας LAIKI SPORTING GLUB Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Καλυψώ Θεοχαρίδου Για Καθ' ων η αίτηση: Χριστίνα Ππεκρή Αίτηση για Εκδίκαση Προδικαστικής Ένστασης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, που καταχώρησε ο Αιτητής στις 21.3.2017, αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση: (α) Απόφαση για το ποσό των €104.651,75 μέχρι 31.12.2014 πλέον νόμιμο τόκο και ή για οποιονδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει ως οφειλόμενο (β) Πλέον ποσό από 1.1.2015 μέχρι και περατώσεως της παρούσας διαδικασίας, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού (γ) Οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα δικαιούται δυνάμει συμφωνίας και ή σύμβασης και ή πρακτικής και ή των Νόμων ή άλλως πως (δ) Τόκο προς 9% από 31.12.1998 μέχρι εξόφλησης (ε) Δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμους τόκους επί αυτών. Ο Αιτητής με τους γενικούς λόγους της Αίτησης του διατείνεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά ή περί το έτος 2013 το 65% του Ταμείου επενδύθηκε σε αξιόγραφα χωρίς οι Καθ' ων η αίτηση να λάβουν υπόψη τη σύμφωνο γνώμη των μελών του. Ότι κατά το ίδιο έτος το 100% του Ταμείου απομειώθηκε και στη συνέχεια με Κυβερνητική απόφαση επεστράφη στα μέλη το 52% του απομείναντος ποσού. Τον Δεκέμβριο 2014 η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου άλλαξε και άρχισαν διαδικασίες εκκαθάρισης του Ταμείου ήτοι του Καθ' ου η αίτηση
- Κατά ή περί τις 13.2.2017, ο Αιτητής με επιστολές του κάλεσε τους Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στην άμεση καταβολή των οφειλομένων του και ουδέν έπραξαν μέχρι και σήμερα. Έκτοτε μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση προκύπτει διαφορά και εξ ου και η παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. Διατείνεται εισέτι ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση είναι παράνομες και αντίθετες με το καταστατικό και ή τα κεκτημένα δικαιώματα του, αφού μόνο οι συνεισφορές του από τον Δεκέμβριο 1998 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2014 ανέχονταν σε €104.651,76 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού. Αντίθετα με τα πιο πάνω οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν κατάσταση ωφελημάτων στον Αιτητή σύμφωνα με την οποία δικαιούταν, ως αυτοί ισχυρίζονται, την καταβολή του ποσού των €45.289,
- Τον Οκτώβριο 2015 ο Αιτητής αποτάθηκε σε ανεξάρτητους εγκεκριμένους λογιστές και ζήτησε όπως υπολογιστεί η συνεισφορά του στον Καθ' ου η αίτηση
- Οι εγκεκριμένοι λογιστές υπολόγισαν ότι η συνεισφορά του Αιτητή στο Ταμείο ανέρχεται στις €104.651,76 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι και τον Δεκέμβριο
- Η δόλια και ή κακόπιστη στάση και ή συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση καταδεικνύεται από το έγγραφο και ή σημείωμα με το οποίο ζητούσαν από τον Αιτητή να το υπογράψει και να παραιτηθεί των υπαρχουσών και ή μελλοντικών διεκδικήσεων του. Ο Αιτητής δεν υπέγραψε κατόπιν νομικής συμβουλής. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης που καταχώρησαν στις 7.8.2017 εγείρουν, μεταξύ άλλων, (παρ.2) την πιο κάτω προδικαστική ένσταση: «Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι εκπρόθεσμη, εφόσον η προθεσμία καταχώρησης Αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών προσμετρά από την ημερομηνία που ανέκυψε το τυχόν προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα, δηλαδή εν προκειμένω περί την 2.12.2014 που αποφασίστηκε η διάλυση του Ταμείου. Χωρίς περιορισμό των ανωτέρω, ακόμα και αν η 2.12.2014 δεν κριθεί από το Δικαστήριο ως η γενεσιουργός του δικαιώματος καθοριστική ημερομηνία, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη τουλάχιστον η 3.2.2015, ημερομηνία κατά την οποία ο Αιτητής έλαβε γνώση του ποσού που του αντιστοιχούσε και αξίωσε από τα δικαιώματα του μέσω επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 6.3.2015, που καθιστά εν πάση περιπτώσει την υπό κρίση Αίτηση καταφανώς εκπρόθεσμη.» Με έρεισμα την πιο πάνω ένσταση, στις 16.6.2020 καταχώρησαν την υπό κρίσιν ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούν: «(α) Όπως το νομικό σημείο (προδικαστική ένσταση) που έχει εγερθεί στην παράγραφο 2 του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνία 07.08.2017 προδικασθεί ή/και αποφασισθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο πρώτα ή/και πριν την Ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. (β) Οιανδήποτε άλλη διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (γ) Τα έξοδα της Αίτησης πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση, η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ. 1 και 2, Δ.30, Δ.48 Θ.1 - 3, 6 - 7 και 9 και Δ.64, στον περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο του 1967, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999, Καν. 12-13, στη διακριτική ευχέρεια, τη νομολογία, τις γενικές και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Λουκά, Προϊσταμένης Μονάδας Διοικητικών Εργασιών Αθλητικού Κέντρου και Γραμματέα της Διοικούσας Επιτροπής του Αθλητικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου. Σε αυτή αφού δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης, τόσο εκ της θέσεως της όσο και από μελέτη των εγγράφων που ευρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης που τηρείται στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση, ισχυρίζεται βασικά τα ακόλουθα: - Ο κ. Πολυκάρπου («ο Αιτητής») προσελήφθη στην υπηρεσία του LAIKI SPORTING CLUB (εφεξής το «LSC») την 27.04.
- Οι όροι εργοδότησης του Αιτητή καθορίζονται από την εκάστοτε συλλογική σύμβαση που έχει υπογραφθεί μεταξύ του εργοδότη και των υπαλλήλων αυτού, καθώς επίσης και από τους εσωτερικούς κανονισμούς και διαδικασίες. - Το Καθ' ου η Αίτηση 1 αποτελεί Ταμείο Προνοίας Προσωπικού του LSC (εφεξής το «Ταμείο») και ενεγράφη την 31η Δεκεμβρίου
- Η Καθ' ης η Αίτηση 2 είχε τα καθήκοντα και τις ευθύνες που αναγράφονται στο Καταστατικό του Ταμείου. - Μέλη του Ταμείου μπορούσαν να γίνουν όλα τα άτομα που απάρτιζαν το μόνιμο προσωπικό, νοουμένου ότι είχαν συμπληρώσει 6 μήνες υπηρεσίας, καθώς επίσης και οι υπάλληλοι που εργοδοτούντο υπό καθεστώς αορίστου χρόνου. - Ο Αιτητής ήταν μέλος του Ταμείου. - Την 02.12.2014 σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση τα μέλη του Ταμείου αποφάσισαν κατά πλειοψηφία τη διάλυση του Ταμείου και την ένταξη τους στα Ταμεία των Συντεχνιών ΣΕΚ, ΠΕΟ και Τράπεζας Κύπρου. Ο Αιτητής παρευρέθηκε στην εν λόγω Έκτακτη Γενική Συνέλευση. - Όλα τα μέλη έλαβαν το ποσό που τους αναλογούσε εξαιρουμένου του Αιτητή, ο οποίος δεν προσήλθε για να παραλάβει το ποσό που του αντιστοιχούσε ως αυτό υπολογίσθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση στις €45.289,
- - Ο Αιτητής μέσω των δικηγόρων του απέστειλε διάφορες επιστολές προς τον Χαράλαμπο Τρουλλιώτη, Διευθυντή Αθλητικών Κέντρων, δια των οποίων αξίωνε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που είχε υπολογισθεί ότι ήταν κατατεθειμένο σε πίστη του. Ακολούθησε εκτεταμένη γραπτή αλληλογραφία επί του θέματος μεταξύ των δικηγόρων που εκπροσωπούσαν τον Αιτητή και τον κ. Τρουλλιώτη εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση. - Στις 21.03.2017 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Διατείνεται εισέτι ότι τα γεγονότα που παραθέτει ως ιστορικό υπόβαθρο είναι παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα και ότι αυτά επιβεβαιώνονται από διάφορα έγγραφα και δη την αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ των μερών (Τεκ.1), το πρακτικό της Έκτακτης Γ.Σ. του Ταμείου ημερ. 2.12.2014 (Τεκ.2) και το πρακτικό της συνεδρίας ημερ. 3.2.2015 (Τεκ.3), όπου ο Αιτητής ήταν παρών και αρνήθηκε να παραλάβει το ποσό που του αναλογούσε. Ως εκ των ανωτέρω, διατείνεται περαιτέρω ότι ενδεχόμενο δικαίωμα υποβολή αίτηση του Αιτητή προσμετρά από τις 2.12.2014 και εν πάση περιπτώσει από 3.2.2015 που έλαβε γνώση για το ποσό που του αναλογούσε. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή, η οποία βασίζεται: α) Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα επί των άρθρων 23, 25, 26, 28, 29, 30, 35 και 169 β) Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και ειδικότερα επί του άρθρου 6 γ) άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που προστατεύει την ιδιοκτησία/περιουσία δ) Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΧΘΔΕΕ) άρθρο 17 ε) Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα 10.12.1948 άρθρο 17.1 στ) Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά/Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα 19.12.1966 άρθρο 15 ζ) στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.64, Δ.59, Δ.57, Δ.48 Θ. 1-4, Δ.39, Δ.27 η) Δικαστηρίων Νόμος 14/60, καθώς επίσης και στους θ) Διαδικαστικούς Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί επ' αυτών. Επίσης, στη νομολογία, στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου, στο Δόγμα/Αρχές της Επιεικείας καθώς επίσης και στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 και στους διαδικαστικούς Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί επ' αυτών. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η υπό κρίση αίτηση, είναι καταχρηστική και/ή έχει καταχωρηθεί κατά σπατάλη πολύτιμου χρόνου και χρήματος. Εν προκειμένω, σκοπείται ουσιαστικά, η εξαφάνιση και η απόρριψη μίας διαδικασίας η οποία, έχει καταχωρηθεί από το 2017 ενώ, η υπό κρίση αίτηση, έχει καταχωρηθεί μόλις 16.6.
- Η Αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη (με κάθε σεβασμό) αφού, οι πρόνοιες της Νομολογίας και του Δόγματος της Επιεικείας, επιτρέπουν εξαίρεση στον ανελαστικό κανόνα της αποσβεστικής προθεσμίας για καταχώρηση αιτήσεως πέραν της προθεσμίας που ορίζει ο οικείος Νόμος.
- Είναι η θέση του Αιτητή πως, η αίτηση είναι αδόκιμη και άνευ αντικειμένου αφού, οι πρόνοιες της Νομολογίας και του Δόγματος της Επιεικείας, πληρούνται, επί τη βάσει των δικογραφημένων ισχυρισμών του Αιτητή.
- Αποτελεί δικογραφημένη θέση του Αιτητή, τόσο το παράνομο της συμπεριφοράς των Καθ' ων η αίτηση όσο και το δόλιο αυτών και προφανώς, τόσο με την αποκάλυψη εγγράφων που έχει γίνει, όσο και με την επ' ακροατηρίω διαδικασία που θα λάβει χώρα, αν ήθελε αυτό επιτρέψει το Σεβαστό Δικαστήριο, απορρίπτοντας βεβαίως την υπό κρίση αίτηση, θα διαφανεί και θα αποδειχθεί έτι περισσότερο, η δικογραφημένη θέση του Αιτητή για τον δόλο και την απάτη.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί αντικειμενικά να υποστηρίξει αυτήν αφού, ουδέν αποκαλύπτει. Δεν πληρούνται ή/και δεν συντρέχουν οι νομοθετικές και Νομολογιακές προϋποθέσεις οι οποίες εφαρμόζονται για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε και προκύπτει η γνώση και η ακριβής ιδιότητα της Ομνύουσας. Επίσης, δεν είναι εξουσιοδοτημένο άτομο για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση με αποτέλεσμα η αίτηση να παραμένει μετέωρη και άρα έκθετη σε απόρριψη.
- Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης, θα σήμαινε κατάφωρη παραβίαση των νόμιμων δικαιωμάτων και συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή, προκειμένου να ακουστεί και να εκθέσει τις αξιώσεις του, ενώπιον Σεβαστού και Φυσικού Δικαστηρίου.
- Τόσο ο ισχυρισμός του δόλου και του παράνομου των ενεργειών των Καθ ων η αίτηση όσο και ο χρόνος κατά τον οποίον αποκρυσταλλώθηκε η ουσία και/ή βάση του αγώγιμου δικαιώματος, σε σχέση με την καταχώρηση της αίτησης, έγινε εντός των σωστών χρονικών πλαισίων και πάντως, συνεπεία αναφοράς εις το δικόγραφο της αιτήσεως για παρανομία και δόλο, αίρεται η όποια αμφισβήτηση για το θέμα του εκπρόθεσμου ή μη.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή/και είναι υπό τις περιστάσεις κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και επιδιώκει αλλότριο σκοπό, ήτοι αποσκοπεί στο να αποστερήσει από τον Αιτητή, όλα τα νόμιμα και νομικά του Δικαιώματα. Αν ήθελε, το Σεβαστό Δικαστήριο και εγκρίνει την αίτηση, αποδεχόμενο τον ισχυρισμό περί του δήθεν εκπρόθεσμου στην καταχώρηση της κυρίως Αιτήσεως, σημαίνει πως, ο Αιτητής, θα χάσει το ιερό δικαίωμα να ακουστεί και προβάλει τις θέσεις του ενώπιον Δικαστηρίου, συλλογικά και συγκροτημένα και άρα χάνει, τις πάσης φύσεως οικονομικές του αξιώσεις και τα κοινωνικά αλλά και εργασιακά του κεκτημένα, αφού, η αξίωση για εισφορές στο Ταμείο Προνοίας, είναι χρήματα εισφερόμενα και από το ίδιο το μέλος, εν προκειμένω Αιτητή (εις την κυρίως αίτηση).
- Οι Καθ ων η αίτηση, κάλλιστα, θα μπορούσαν με την υπεράσπιση τους, να εγείρουν τα όποια ζητήματα ήθελαν, όπως και έπραξαν, αλλά πάντως, όχι με ένα τόσο δραστικό μέσο που σημαίνει αποψίλωση και κατάφωρη παραβίαση των Δικαιωμάτων της Δίκαιης Δίκης και ό,τι άλλο συνεπάγεται αυτό. Εξ ου και το καταχρηστικό του μέσου και/ή της δράσης.
- Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη ή/και δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε βάσιμο ή/και επαρκή λόγο χορήγησης των αιτούμενων θεραπειών αφού οι Καθ ων η αίτηση, δεν δίδουν οποιαδήποτε εξήγηση ή/και λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παρά μόνον προσπαθούν, παραπλανώντας το Σεβαστό Δικαστήριο, να αποδώσουν άλλην εικόνα, αποκρύβοντας τα αλλότρια κίνητρα τους.
- Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αποτύχει να αποδείξουν το δικαιολογημένο της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού το ορθόδοξο και νομικά πρέπον και από οικονομικής απόψεως το ορθόν ήταν και είναι, να ακουστούν και να αποφασιστούν όλα, στο στάδιο της Ακρόασης της Κυρίως Αιτήσεως και όχι να κατασπαταλείται πολύτιμος χρόνος και χρήμα για μία αίτηση τέτοιου τύπου που-η απάντηση δίδεται μέσα από το δικόγραφο της Κυρίως Αιτήσεως.
- Η κυρίως Αίτηση, δεν προκαλεί οποιαδήποτε ζημία ή/και βλάβη στους Καθ ων η αίτηση ούτε άλλωστε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς ή βλάβης σε αυτούς και δεν δυσχεραίνει με οποιοδήποτε τρόπο τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Τουναντίον υπάρχει ομολογία για συγκεκριμένο ποσό, το οποίο αποτελεί, κατά τον ισχυρισμό των Καθ ων η αίτηση, την τελική αποζημίωση του Αιτητή ενώ, αυτός που πραγματικά ζημιώθηκε και ζημιούται, δια των πράξεων και παραλείψεων τους, ήταν και είναι ο Αιτητής και ο οποίος, θα ζημιωθεί έτι περισσότερο αν τυχόν, απορριφθεί η Αίτηση του, αποδεχόμενο το Σεβαστό Δικαστήριο, την κατ ισχυρισμό εκπρόθεσμη αίτηση, κάτι που βεβαίως, δεν είναι αποδεκτό.
- Ούτε και προσήλθαν εις την διαδικασία με καθαρά χέρια οι Καθ' ων η αίτηση αφού, από απλή ανάγνωση και μόνον της αιτήσεως, προκύπτει ο ισχυρισμός του παρανόμου και του δόλου και ως τέτοιες οι αναφορές, αίρουν το όποιο κατ ισχυρισμό εκπρόθεσμο της αίτησης και τα οποία βεβαίως θα αποκρυσταλλωθούν στα πλαίσια της ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας.
- Η αίτηση είναι εκδικητική και επιβάλλεται η διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή εφόσον υπάρχει εμφανής προοπτική επιτυχίας της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αιτήσεως ή/και δεν μπορεί να κριθεί σε καμία περίπτωση ως ανυπόστατη και/ή ως εκπρόθεσμη ώστε να εφαρμοστεί το εξαιρετικό μέτρο της απόρριψης τής ουσιαστικά, αν ήθελε εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση, όταν κιόλας, υπάρχει παραδοχή και/ή ομολογία για το ποσό αποζημίωσης που έχει προσφερθεί υπό των Καθ ων η αίτηση στον Αιτητή.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης, παραβιάζει προς αρχές φυσικής δικαιοσύνης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του Αιτητή να τύχει δικαίας δίκης ή/και να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου και να αξιώσει το αυτονόητο.
- Για όλους προς πιο πάνω λόγους ή/και ανεξάρτητα από προς, η παρούσα διαδικασία εγείρεται καταχρηστικά ή/και επιδιώκει αλλότριο σκοπό.
- Για όλους προς πιο πάνω λόγους, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καταδικάζοντας στα έξοδα προς Καθ' ων η Αίτηση και επιδικάζοντας αυτά προς όφελος του Αιτητή. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αιτητή, με την οποία ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Απορρίπτει εν μέρει το ιστορικό της υπόθεσης που παραθέτει η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και αμφισβητεί την ιδιότητα και γνώση της ομνύουσας. Αφού θέτει τον κανόνα της προθεσμίας ως μη ανέκκλητο, σημειώνει ότι η γενικότερη δράση και συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση χαρακτηρίζετο διαχρονικά από δόλο και ή ήταν αυτή ασυνείδητη (χωρίς ηθική συνείδηση), γι' αυτό και δεν απαντούσαν στις επιστολές του και με προφορικές συζητήσεις και συναντήσεις του δημιουργούσαν την εντύπωση πως θα του έδιναν ότι του αναλογούσε, πέραν του ποσού που ισχυρίζονται. Διατείνεται δε, ότι η θέση των Καθ' ων η αίτηση δεν ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή πως ήταν οριστική και ότι λόγω των συμπεριφορών και ενεργειών τους και λόγω των εντυπώσεων που του δημιούργησαν, η υπόθεση αποκρυσταλλώθηκε με την τελευταία επιστολή των δικηγόρων του. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Περαιτέρω σύμφωνα με τον Κ.17: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Για το υπό εξέταση θέμα, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να στηριχθεί στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: ''
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
- No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.'' Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα της προκαταρκτικής εκδίκασης νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε σωρεία υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην Malachtou v. Armefti
(1984)1C.L.R. 548, Hambou v. Thoma
(1987)1C.L.R. 370, Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2046, Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1(Α) ΑΑΔ 530, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1(B) AAΔ 990. Στην υπόθεση Hambou v. Thoma (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες που η προδικαστική εκδίκαση ενός νομικού σημείου μπορεί να κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis (ανωτέρω) τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη Δ.27 θ.1 αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Επομένως προκύπτει ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ'' Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω) το Δικαστήριο καθορίζοντας τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.27 ανέφερε τα ακόλουθα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Νεοφύτου v. Malak κ.α., Πολ. Εφ: 118/2012 ημερ. 21.6.2018, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Εξετάζοντας τα εγερθέντα θέματα, πρωτίστως να λεχθεί ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα.» Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560, άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1R.S.C.C. 10, 13). Υπαγορεύουν ακόμη ότι το ζήτημα της προθεσμίας μπορεί να εγερθεί ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Megalemou v. Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13). Όπως είναι νομολογημένο, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Η προδικαστική ένσταση της παραγραφής που θέτουν οι Καθ' ων η αίτηση έχει ως νομικό έρεισμα το άρθρο 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Με το πιο πάνω άρθρο ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Με την επιφύλαξη της εν λόγω διατάξεως, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που το δικαίωμα για υποβολή αιτήσεως ανέκυψε μετά την 21.5.1999, που είναι η ημερομηνία που δημοσιεύθηκαν οι νέοι διαδικαστικοί κανονισμοί του Δικαστηρίου τούτου, η καθοριζόμενη προθεσμία για καταχώρηση αίτησης ίσχυε για ένα έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, ήτοι μέχρι τις 8.8.2003. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Ωστόσο σε περιπτώσεις που τίθεται θέμα απάτης (fraud) το Δικαστήριο μπορεί να είναι έτοιμο να αναπτύξει και να θέσει σε ισχύ το δόγμα της επιείκειας που αναφέρει ότι η απάτη αναστέλλει τον χρόνο παραγραφής καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα προκαλείτο μεγάλη αδικία σε ένα Αιτητή λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση. Όπως αναφέρεται στον SNELL'S, Principles of EQUITY, 27th Edition, p.280, οποιοιδήποτε κανόνες υπόκεινται πάντα στη σημαντική εξαίρεση της αναστολής του χρόνου παραγραφής. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Halsbury's, Laws Of England, 4th Edition Reissue, vol.16
(2), para 913: "Laches in cases of fraud. Where the equitable remedy is in respect of fraud, there is no laches so long as the party defrauded remains, without any fault of his own, in ignorance of the fraud; and a person who is entitled to rely on the fidelity of another is not bound to inquire as to the other's conduct until he has reason for suspicion. Fraud is not condoned unless the injured party has full knowledge of all the facts and of the equitable rights arising out of those facts. When the fraud has been discovered, however, relief must be sought promptly; even in cases of gross fraud it may not be granted after a great lapse of time against innocent persons claiming under the fraudulent person" Στην υπόθεση Grimes v. Sutton London Borough Council 1973 ICR 241, 1973 2 All ER 449 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Per curiam. In a suitable case the courts may be prepared to develop and apply the equitable doctrine that fraud postponed the running of time, to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant. (post, pp.244H-245B). There is no such corresponding provision in the Act of 1972, but the doctrine that the running of time was postponed by fraud was originated by courts of equity before the Act of 1939 came into operation: see such decisions as Gibbs v. Guild
(1882)9 Q.B.D.59 and Lynn v. Bamber [1930] 2 K.B.72. In a suitable case it may well be that the courts will be prepared to develop this equitable doctrine and to apply it to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant." Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το θέμα της παραγραφής που τίθεται στην προ-κείμενη περίπτωση είναι καθαρά δικαιοδοτικό καθώς άπτεται αυτής ταύτης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης. Πρόκειται λοιπόν για αμιγώς νομικό ζήτημα καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης του Αιτητή, το οποίο στηρίζεται τόσο στις αναφορές του ιδίου, όπως προκύπτουν από τους γενικούς λόγους της Αίτησης του, όσο και στα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κας Λουκά που συνοδεύει την αίτηση και που αποτελέσαν εισέτι και αντικείμενο αποκάλυψης. Πρόκειται εν ολίγοις για σημείο απλά δια-τυπωμένο στηριζόμενο επί αδιαμφισβήτητων και ή παραδεκτών γεγονότων. Οι προβαλλόμενοι με την ένσταση ισχυρισμοί περί δόλου και απάτης που εμπόδιζαν τον Αιτητή να καταχωρήσει ενωρίτερα την Αίτηση του, δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από τους γενικούς λόγους της Αίτησης. Με δεδομένο ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης είναι η έκθεση απαίτησης, κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση η εκδίκαση του νομικού σημείου και η αποδοχή της θέσης των Καθ' ων η αίτηση, θα αποφασίσει την τύχη ολόκληρης της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς του Αιτητή χωρίς την αναγκαιότητα ακρόασης επί των πραγματικών δεδομένων και αυτό στη βάση ξεκαθαρισμένων, αδιαμφισβήτητων και παραδεκτών γεγονότων. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι εξυπηρετείται ο σκοπός της Δ.27 θ.1 για προδικαστική εκδίκαση του εγειρόμενου με τους γενικούς λόγους νομικού σημείου. Κατ' ακολουθία η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται σχετικό διάταγμα για προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρεται στην παράγραφο 2 των γενικών λόγων εμφάνισης, πριν την ακρόασης της υπόθεσης. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα έκβαση του προδικαστικού σημείου. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Γ. Κασιούρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο