ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΤΩΔΡΥΤΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 600/2016, 22/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Πρόεδρος Χρ. Παπαϊωάννου και Ν. Σατσιά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 600/2016 Μεταξύ: ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΤΩΔΡΥΤΟΥ Αιτήτρια -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 22η Δεκεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Κ. Παπασάββας Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Χρ. Λεωνίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο»): (α) Συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού (β) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο (γ) Νόμιμο Τόκο (δ) Έξοδα. Από τις έγγραφες προτάσεις και τις δηλώσεις των μερών προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και / ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Η Αιτήτρια απασχολείτο ως ιατρός ακτινολόγος στην MRI LEFKOTHEA MEDICAL SERVICES LTD («η Εργοδότρια Εταιρεία») από 1.8.1997 μέχρι 31.12.2014, οπότε και τερματίστηκε η απασχόληση της. Οι τελευταίες μισθολογικές απολαβές της ανέρχονταν στο ποσό των €2.250,00 εβδομαδιαίως και για σκοπούς του Ταμείου στα €697,52 συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Στις 2.2.2015 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού, η οποία εγκρίθηκε στις 30.3.2016 για το ποσό των €6.170,32, αφού λήφθηκαν υπόψη οι τελευταίες αποδοχές της και η ιδιότητα της ως μετόχου της Εργοδότριας Εταιρείας. Με επιστολή ημερ. 5.5.2016, η Αιτήτρια ζήτησε από το Ταμείο συμπληρωματική πληρωμή, με τον ισχυρισμό ότι από της προσλήψεως και μέχρι της απολύσεως της, απασχολείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία με σύμβαση εργασίας. Το Ταμείο με απαντητική επιστολή του ημερ. 19.7.2016 απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας εμμένοντας στην αρχική του απόφαση. Είναι η θέση του Ταμείου ως εμφαίνεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι η Αιτήτρια καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της ως μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της Εργοδότριας Εταιρείας δεν απασχολείτο με σύμβαση εργασίας ή υπό συνθήκες που δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, με επακόλουθο να μην δικαιούται σε οποιαδήποτε άλλη ή επιπρόσθετη πληρωμή λόγω πλεονασμού. Μαρτυρία Η κυρίως εξέταση της Αιτήτριας, που ήταν και η μοναδική μάρτυς που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιέχεται σε γραπτή δήλωση της (Τεκ.Α) και με αυτή, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα τίθενται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ειδικότερα: Αρνείται τα όσα το Ταμείο παραθέτει με την επιστολή του ημερ. 30.3.2016 και ισχυρίζεται ότι προσελήφθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εργοδότρια Εταιρείας για να εργαστεί ως ιατρός ακτινολόγος στο Κέντρο Μαγνητικής Τομογραφίας που ανήκει στην Εταιρεία. Ότι με την πρόσληψη της και δη την 1.8.1997, υπεγράφη μεταξύ αυτής και της Εργοδότριας Εταιρείας, σύμβαση εργασίας όπου περιέχονται τα καθήκοντα και οι όροι απασχόλησης της. Επίσης, ήταν μία εκ των δεκαπέντε μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας με ποσοστό 15%, εκ των οποίων οι 12 ήταν γιατροί του Απολλώνιου Ιδιωτικού Νοσοκομείου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με μεγαλύτερο μέτοχο το Απολλώνιο Νοσοκομείο με ποσοστό 32% περίπου. Τέλος, ότι το Ιατρικό Κέντρο διοικούσε Διοικητικό Συμβούλιο που εκλεγόταν από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι υπήρξε μέτοχος από την ημερομηνία συστάσεως της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι από τα φυσικά πρόσωπα που ήταν μέτοχοι της Εταιρείας, κατείχε το μεγαλύτερο ποσοστό μετοχών. Συμφώνησε ότι εκτός από μέτοχος υπήρξε και συνδιευθύντρια της Εταιρείας μαζί με τον κ. Περδίο. Επέμενε ωστόσο ότι η ίδια ασκούσε τα καθήκοντα ιατρού ακτινολόγου με βάση τη σύμβαση εργασίας της και ότι ως διευθύντρια δεν έκανε οτιδήποτε που δέσμευε την Εργοδότρια Εταιρεία πέραν της καθημερινότητας. Σε υποβολή ότι μέλη του Δ.Σ. της Εταιρείας ήταν αυτή και ο κ. Περδίος και ότι η σύμβαση εργασίας της προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι θα επόπτευε και θα έλεγχε το κέντρο, η Αιτήτρια επικαλέστηκε την ύπαρξη πενταμελούς συμβουλίου που εκλεγόταν κάθε χρόνο και το οποίο ασκούσε έλεγχο. Τέλος δεν αρνήθηκε ότι δύο επιστολές απόλυσης προσωπικού ημερ. 1.12.2014 (Τεκ.4 και 5) έφεραν τη δική της υπογραφή ως διευθύντρια της Εργοδότριας Εταιρείας. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Η παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «προκειμένου περί εργοδοτούμενου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζόμενου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας». Με την πιο πάνω επιφύλαξη που έθεσε ο νομοθέτης στην ερμηνευτική διάταξη του όρου «εργοδοτούμενος» προσέδωσε την ιδιότητα αυτή και σε μετόχους για τους οποίους η εταιρεία καταβάλλει εισφορές στο Ταμείο και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σκοπός του νομοθέτη, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση ψήφισης του Νόμου, ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μια εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως μισθωτοί της, (α) σ' αυτούς που προσφέρουν υπηρεσίες με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου και, (β) σ' αυτούς που ενεγράφηκαν απλώς ως εργοδοτούμενοι για να επωφελούνται των Κοινωνικών Ωφελημάτων από το αρμόδιο τμήμα. Σε μια τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης καθιέρωσε δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού και σε μετόχους που προσφέρουν ανεξάρτητες υπηρεσίες στην εταιρεία τους, με την επιστροφή υπό τύπο πληρωμής του ποσού που είχαν συνεισφέρει στο ομώνυμο Ταμείο με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 349, η πιο πάνω νομοθετική διάταξη «καθιερώνει διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτουμένων διευθυντών των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία.». Είναι γνωστό από τη θεωρία του δίκαιου, ότι με τα νομικά πλάσματα ο νομοθέτης, για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό, καθιερώνει ορισμένη νομική κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ηθελημένα ο νόμος αλλοιώνει ή παραμορφώνει την πραγματικότητα εις τρόπο ώστε το άλλο αυτό περιστατικό να εκλαμβάνεται ως υφιστάμενο αντί αυτού που πράγματι συντρέχει. Εξ' ου και στις περιπτώσεις αυτές στο νόμο χρησιμοποιούνται συνήθως οι λέξεις «λογίζεται» ή «θεωρείται». Το ζητούμενο στην προκείμενη περίπτωση είναι εάν και κατά πόσο η Αιτήτρια κατάφερε με τη μαρτυρία της να αποδείξει ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επομένως, προτού το Δικαστήριο εξετάσει τη βασιμότητα των αξιώσεων της Αιτήτριας, οφείλει να προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τη συνέδεε με την Εργοδότρια Εταιρεία, καθώς το Ταμείο αμφισβητεί την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να προσδιορίσουμε τελολογικά την έννοια του εργοδοτούμενου που τελεί υπό εξάρτηση σε συνάρτηση με την αντίστοιχη έννοια του κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενου όπως συναντάται στον Νόμο. Σύμφωνα Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «Ο τελολογικός προσδιορισμός διευκολύνεται, αν στην έννοια του μισθωτού αντιπαραθέσουμε την αντίθετη έννοια, αυτή του ανεξάρτητου επαγγελματία, στον οποίο δεν εφαρμόζεται το εργατικό δίκαιο. Άλλωστε, γενικότερα, σκόπιμο είναι να εξετάζεται μια έννοια όχι «αυτή καθαυτή» αλλά σε συσχέτιση με την αντίθετη έννοια, από την οποία και διακρίνεται. Τα ίδια γνωρίσματα τα οποία χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως μισθωτού, χαρακτηρίζουν, αν τα δει κανείς αντίστροφα, τον ανεξάρτητο επαγγελματία. Ο ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμορφώνει ελεύθερα, με δική του ευθύνη, τη βιοποριστική του δραστηριότητα, καθορίζει ο ίδιος τους στόχους της και φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Αντίθετα, ο μισθωτός, για χρόνο ορισμένο ή αόριστο, θέτει την εργασιακή του δύναμη στη διάθεση ενός άλλου προσώπου, το οποίο τη χρησιμοποιεί για την επίτευξη των δικών του στόχων και, για το λόγο αυτό, εύλογο είναι να φέρει και τον κίνδυνο. Ο μισθωτός, κατά την διάρκεια της συμβατικής του δέσμευσης, παραιτείται προς όφελος ενός άλλου προσώπου από την επαγγελματική του ανεξαρτησία, από τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την εργασία του και να αναπτύξει μια οικονομική δραστηριότητα με δική του ευθύνη και κίνδυνο, για την πραγμάτωση σκοπών που ο ίδιος έχει καθορίσει και σύμφωνα με τις ανάγκες και την κατάσταση της αγοράς. Το γεγονός αυτό, η παραίτηση του εργαζόμενου, με τη σύναψη της σύμβασης, από την αξιοποίηση επιχειρηματικά της εργασιακής του δύναμης και η εκχώρηση της εξουσίας διάθεσης της στον αντισυμβαλλόμενο, δικαιολογεί την ειδική προστασία που του παρέχει το εργατικό δίκαιο, όπως, επίσης, εξηγεί γιατί με την προστασία αυτή επιβαρύνεται σε μεγάλο βαθμό ο εργοδότης.» Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου (και δη η ύπαρξη εξηρτημένης σχέσης εργασίας) αποτελεί πραγματικό ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται επί του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η καταβολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου. Το γεγονός ότι ο Αιτητής κατέβαλλε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενος και πληρωνόταν μισθό επί τη βάσει κοινής απόφασης με τον συνδιευθύνοντα του, δεν ήταν αρκετό για τη θεμελίωση σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, επειδή κανείς δεν μπορούσε να ασκήσει επάνω του έλεγχο, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Το άλλο δικαστικό προηγούμενο είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, που μνημονεύει και υιοθετεί την υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433. Σχετική είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύου-ν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Στις αποφάσεις, Prousi και Tsapaco (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου και πάλι τίθεται ως κριτήριο ο έλεγχος της εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη. «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Χρήσιμη είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα του Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)p.77, para. 4.9: "The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties as a person in business in his own account (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision, such as the degree to which the person is free from detailed control by another as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η προσέγγιση που υιοθετείται πλέον από τα Δικαστήρια, θέτει το ερώτημα εάν ο εργαζόμενος εκτελεί στην πραγματικότητα τα καθήκοντα του σε επιχείρηση για δικό του λογαριασμό (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) αντί να εργάζεται για κάποιο ανώτερο του. Αρκετοί παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αυτή την απόφαση όπως π.χ. ο βαθμός του λεπτομερούς ελέγχου που ασκείται από άλλον ως προς τις ώρες εργασίας του, ή τις μεθόδους εργασίας του, εάν έχει επενδύσει οποιονδήποτε κεφάλαιο στην επιχείρηση ή φέρει κάποιο από τους οικονομικούς κινδύνους κέρδους και ζημιάς.» Στην Αγγλική υπόθεση Neufeld v. Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform [2009] 2 All ER 790, το Δικαστήριο καλείτο να αποφασίσει εάν και κατά πόσο μεταξύ της εταιρείας και του διευθυντή / μετόχου της, που είχε τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου, μπορούσε να συναχθεί σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Προβαίνοντας το Δικαστήριο σε εντελεχή αναφορά επί προηγούμενων από-φάσεων, επισήμανε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «[80] Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο κάποιος που είναι μέτοχος και διευθυντής μιας εταιρείας να μην μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας βάσει σχετικής σύμβασης εργασίας. Δεν υπάρχει επίσης λόγος για τον οποίο κάποιος, του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο δίνει έλεγχο επί της εταιρείας - ακόμα και απόλυτο έλεγχο -, να μην μπορεί να είναι και υπάλληλος. Εν ολίγοις, ένα πρόσωπο του οποίου το οικονομικό συμφέρον στην εταιρεία και στις επιχειρήσεις που αυτή ασκεί, είναι τέτοιο ούτως ώστε πρακτικά να θεωρείται ως 'ιδιοκτήτης' της εταιρείας, μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας. [81] Εάν ένας τέτοιος μέτοχος/διευθυντής είναι ή όχι υπάλληλος της εταιρείας είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ίσως στη θεωρία να προκύπτουν δύο ζητήματα [.] Το πρώτο, το οποίο λογικά μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταρκτικό, είναι κατά πόσο η σύμβαση είναι γνήσια ή ψεύτικη. Το δεύτερο είναι κατά πόσο η σύμβαση, υποθέτοντας ότι είναι γνήσια, αποτελεί σύμβαση εργασίας (μπορεί, για παράδειγμα, να συνιστά σύμβαση παροχής υπηρεσιών). [.] [85] Κατά την εξέταση εάν μια έγκυρη σύμβαση εργασίας βρίσκεται σε ισχύ, το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει έμφαση στις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας σύμβασης και να διαπιστώσει εάν η εν λόγω σύμβαση πληροί αυτές τις προϋποθέσεις [.] [86] Αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο επί θεμάτων τα οποία τυπικά έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα εάν μια σύμβαση αποτελεί σύμβαση εργοδότησης ή όχι. Αυτό που δεν έχουμε μελετήσει για σκοπούς του υπό αναφορά ζητήματος είναι το γεγονός ότι το υποτιθέμενο μετοχικό κεφάλαιο που ο εργοδοτούμενος κατείχε στην εταιρεία του έδιδε επ' αυτής, ακόμη και απόλυτο έλεγχο. Το γεγονός ελέγχου της εταιρείας προφανώς θα αποτελεί μέρος του σκηνικού έναντι του οποίου θα γίνει η εξέταση για το τι έγινε σύμφωνα με την υποτιθέμενη γραπτή ή προφορική σύμβαση εργασίας η οποία διεκδικείται. Ωστόσο, αυτό συνήθως δεν θα έχει οποιαδήποτε σχετικότητα κατά την απόφανση εάν υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργοδότησης. Ούτε και το γεγονός ότι επένδυσε κεφάλαιο στην εταιρεία ή έχει λάβει δάνειο από αυτή ή έχει προσωπικά εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της ή η ευημερία της προσωπικής του επένδυσης στην εταιρεία βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με την ευημερία της εταιρείας ή έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη στην οποία λογικά ο 'ιδιοκτήτης' μιας επιχείρησης συνήθως προβαίνει εκ μέρους της. Αυτά συνήθως είναι άσχετα με τη δημιουργία μιας έγκυρης σύμβασης εργοδότησης και, ως εκ τούτου, μπορούν και πρέπει να αγνοούνται. Τα πιο πάνω δεικνύουν ένα 'ιδιοκτήτη' να ενεργεί ως 'ιδιοκτήτης' γεγονός αναπόφευκτο σε μια τέτοια εταιρεία. Εν τούτοις, δεν υποδεικνύουν ότι ένας 'ιδιοκτήτης' μιας εταιρείας δεν μπορεί επίσης να είναι και εργοδοτούμενος της.» Περαιτέρω το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 p. 36 και υιοθέτησε την καθοδήγηση που δόθηκε από το EAT στην υπόθεση Clark v Clark Construction Initiatives Ltd [2008] IRLR 364, αναφορικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του υπό αναφορά ζητήματος, παρέθεσε τα ακόλουθα: «Η ακόλουθη οδηγία δόθηκε ούτως ώστε να ακολουθείται από τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις:
(1)Το βάρος απόδειξης είναι στο μέρος το οποίο αρνείται την ύπαρξη σύμβασης. Όπου κάποιο άτομο πλήρωσε φόρο εισοδήματος και κοινωνικές ασφαλίσεις, τότε, εκ πρώτης όψεως, έχει τα δικαιώματα που παρέχονται στους εργοδοτούμενους.
(2)Το απλό γεγονός ελέγχου του μετοχικού κεφαλαίου (ή ο εκ των πραγμάτων έλεγχος) από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(3)Ομοίως, το επιχειρηματικό καθεστώς από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(4)Εάν η συμπεριφορά των μερών είναι σύμφωνη με τη σύμβαση (π.χ. σε σχέση με το ωράριο και τις άδειες), αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξη εργοδότησης.
(5)Αντιθέτως, εάν η συμπεριφορά των μερών είναι ασυμβίβαστη με (ή δεν διέπεται από) τη σύμβαση, αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την μη ύπαρξη εργοδότησης.
(6)Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης αυθεντικής σύμβασης υπονομεύεται εάν δεν υπάρχει κάτι το γραπτό.
(7)Η εξασφάλιση δανείων από την εταιρεία (ή, αντίθετα, η προσωπική εγγύηση των χρεών της εταιρείας) δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστη με την εργοδότηση.
(8)Μολονότι ο έλεγχος του μετοχικού κεφαλαίου είναι πάντα σχετικός και ίσως και καθοριστικός, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν δικαιολογεί εύρημα περί μη ύπαρξης εργοδότησης. [.] «η παράγραφο
(6)πιο πάνω ίσως εκφραστικά να είναι πολύ αρνητική. Μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα, εν τούτοις εάν η συμπεριφορά των μερών καταδεικνύει την ύπαρξη αυθεντικής σύμβασης εργοδότησης, 'δεν επιθυμούμε τα Δικαστήρια να εκλαμβάνουν με τόση μεγάλη ευκολία την απουσία γραπτής συμφωνίας ούτως ώστε να δικαιολογούν απόρριψη της αξίωσης του αιτητή'» Ανάλυση - Συμπέρασμα Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία της έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Μέσα από την μαρτυρίας της Αιτήτριας προκύπτει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ήταν μία εκ των 15 μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας, με ποσοστό 15% του μετοχικού κεφαλαίου, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία. Επίσης από την πραγματική μαρτυρία επιβεβαιώνεται η αδιάσειστη θέση της Αιτήτριας ότι με την πρόσληψη της υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο εργασίας (Τεκ.1), στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρονται η χρονική διάρκεια του διορισμού της, η αμοιβή της, η λήψη ετήσιας εκπαιδευτικής αδείας μέχρι 15 ημέρες, οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης της, η ετήσια άδεια, η λήψη αδείας ασθενείας μέχρι ένα μήνα, η υποχρέωση για έγκαιρη ειδοποίηση του Κέντρου σε περίπτωση που δεν μπορεί να παρουσιαστεί στην εργασία της λόγω ασθενείας, η ύπαρξη εχεμύθειας για θέματα που αφορούν το Κέντρο και τους ασθενείς, η υποχρέωση της να ακολουθεί τους κα-νόνες λειτουργίας του κέντρου όπως αυτοί καθορίζονται από το Δ.Σ. του Κέντρου και τα καθήκοντα της που ήταν τα ακόλουθα: (α) Να προΐσταται του Κέντρου. (β) Να ασκεί τη διοίκηση ελέγχου και εποπτείας του Κέντρου και των εργοδοτούμενων εις αυτό και θα ενημερώνει το Δ.Σ. (γ) Να αφιερώνει όλο τον εργάσιμο χρόνο της για τις εργασίες του Κέντρου και εντός αυτού. (δ) Δεν θα ασκεί άλλο επάγγελμα ή δραστηριότητα η οποία θα επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις εργασίες του Κέντρου. (ε) Δεν θα λαμβάνει οιανδήποτε αμοιβή από τους πελάτες του Κέντρου. (ζ) Δεν θα ενεργεί καθ' οιονδήποτε τρόπον αντίθετο προς τα συμφέροντα του Κέντρου. (η) Να ασκεί τα καθήκοντα της με τη δέουσα επιμέλεια και εντός των πλαισίων της επαγγελματικής δεοντολογίας. (θ) Να είναι υπεύθυνη για την επιλογή του προσωπικού. (ι) Να εκπαιδεύει και συντονίζει το προσωπικό για την καλύτερη λειτουργία του Κέντρου. (κ) Να προσφέρει τις υπηρεσίες της ειδικότητας της ως Ιατρού- Ακτινολόγου στο Κέντρο. (λ) Να ετοιμάζει τις σχετικές ιατρικές εκθέσεις για τις εξετάσεις που διεκπεραιώνονται και θα ελέγχει τις εκθέσεις που ετοιμάζουν οι υφιστάμενοι της. Περαιτέρω, στο στάδιο της αντεξέτασης, η Αιτήτριας παραδέχθηκε ότι εκτός από μέτοχος ήταν και διευθύντρια της Εργοδότριας Εταιρείας μαζί με τον κ. Περδίο που προέδρευε του Δ.Σ. Η θέση της ότι βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο πενταμελούς συμβουλίου που επόπτευε και την εργασία της δεν έχει διευκρινιστεί αλλά ούτε και έχει αμφισβητηθεί από πλευράς του Ταμείου, το οποίο καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε για να θεμελιώσει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του, οι οποίοι σε τελική ανάλυση παρέμειναν μετέωροι. Προφανώς, από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, η Αιτήτρια αν και μέτοχος της Εργοδότριας Εταιρείας με ποσοστό 15% του μετοχικού κεφαλαίου σε καμία περίπτωση δεν είχε τον αποφαντικό ή καθοριστικό ρολό στη λήψη των αποφάσεων των μετόχων, αλλά ούτε και η ψήφος της ήταν αναγκαία ή καθοριστική για τη διαμόρφωση των αποφάσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, χωρίς τη συμμετοχή και των υπολοίπων μετόχων, οι οποίοι και εν τη απουσία της ήταν σε θέση να διαμορφώσουν ή να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση καθοριστική για το μέλλον της Εργοδότριας Εταιρείας. Περαιτέρω ως μία εκ των διευθυντών της Εταιρείας επίσης δεν ήταν σε θέση να έχει τον αποκλειστικό ή καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις του Δ.Σ. τις οποίες λάμβανε από κοινού με τον κ. Περδίο ο οποίος προέδρευε του Συμβουλίου. Η Αιτήτρια ωστόσο προσελήφθη από την Εργοδότρια Εταιρεία ως Ιατρός Ακτινολόγος / Διευθύντρια του Κέντρου Μαγνητικής Τομογραφίας υπογράφοντας σχετική σύμβαση εργασίας η οποία σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί. Αντίθετα μέσα από τους όρους της σύμβασης προκύπτουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Αιτήτριας ως εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας καθώς και το καθήκον της να ακολουθεί τους κανόνες λειτουργίας του Κέντρου, όπως αυτοί καθορίζονται από το Δ.Σ. του Κέντρου. Επρόκειτο εν ολίγοις για μια γνήσια σύμβαση εργασίας που καθόριζε από τη μια τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης της Αιτήτριας και από την άλλη το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασίας της. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως του Νόμου και των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια ως Ιατρός Ακτινολόγος /Διευθύντρια του Διαγνωστικού Κέντρου της Εργοδότριας Εταιρείας, προσέφερε τις υπηρεσίες της υπό συνθήκες που υποδηλώνουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Για τους λόγους δε που έχουμε ήδη ανάπτυξη, τα χαρακτηριστικά της μεταξύ των μερών εργασιακής σχέσης δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η Αιτήτρια ήταν μια εκ των μετόχων και διευθυνόντων συμβούλων της Εργοδότριας Εταιρείας, καθώς η ίδια δεν είχε κανένα ουσιαστικό ή καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Σε τελικό στάδιο δεν διεφάνη έστω και αμυδρά ότι οι ιδιότητες αυτές που κατείχε η Αιτήτρια υποσκέλισαν ή υπερκάλυψαν με οποιοδήποτε τρόπο την εργασιακή σχέση που διατηρούσε με την Εργοδότρια Εταιρεία. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω στοιχεία καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο αναγκαίος βαθμός προσωπικής εξάρτησης, για να χαρακτηριστεί η Αιτήτρια εργοδοτούμενη, πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση, με επακόλουθο να δικαιούται πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο σύμφωνα με την Παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, που αντιστοιχεί με τις απολαβές 45 βδομάδων ήτοι ποσό (45Χ€697,52) €31.388,40. Αφαιρουμένου του ποσού των €6.170,32 που κατεβλήθη στην Αιτήτρια με βάση την Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, το επιπλέον ποσό που δικαιούται να λάβει ανέρχεται στα €25.218,08. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €25.218,08 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €2.000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Χρ. Παπαϊωάννου, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο