← Κύπρος

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ETEX LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 173/2016, 8/2/2021

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ETEX LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 173/2016, 8/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Παντελίδου και Κ. Κυριάκου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 173/2016 Μεταξύ: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Αιτητής -και- ETEX LIMITED Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 8η Φεβρουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για την Καθ' ης η αίτηση: κα Κ. Ορφανίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την εμπορία και διάθεση ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 1.2.2014 και εργάστηκε ως πωλητής στο κατάστημα Παλουριώτισσας μέχρι τις 15.2.2016. Η απασχόληση του τερματίστηκε με σχετική επιστολή ημερ. 16.2.2016, την οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Κύριο Στέφανο Κωνσταντίνου Πωλητή «ΕΤΕΚ - Αγλαντζιά Κύριε, Πριν μερικές μέρες συμπεριφερθήκατε απρεπώς με τρόπο προσβλητικό και προκλητικό προς τον Διευθυντή του καταστήματος «ΕΤΕΚ - Παλλουριώτισσας» στο οποίο δουλεύετε. Η συμπεριφορά σας καταστεί τη συνέχιση της εργοδότησης σας στην εταιρεία μας αδύνατη, ως εκ τούτου είμαστε υποχρεωμένοι να διακόψουμε αμέσως την εργοδότηση σας χωρίς άλλη προειδοποίηση. Σας εσωκλείω ποσό €421,34 το οποίο αποτελεί: - Δεδουλευμένα - Υπόλοιπο αδειών - Έχει αφαιρεθεί το ποσό των €312,23 για ανταλλακτικά που χωρίς την άδεια της εταιρείας είχατε πάρει για να διορθώσετε το προσωπικό σας αυτοκίνητο. Με τιμή Δημήτρης Θεοχάρους Διευθυντής ETEX Ltd Παραδόθηκε από: (χειρόγραφα) Δια χειρός Μαρία Παρασκευά» Ο τελευταίος ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στα €910 και ο καθαρός μηνιαίος μισθός του στα €839,02 πλέον 13ο μισθό. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα, αδικαιολόγητα και αυθαίρετα τερμάτισε την απασχόληση του. Έτσι με την παρούσα Αίτηση αξιώνει εναντίον της: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, (β) Αυξημένες αποζημιώσεις, (γ) Πληρωμή αντί προειδοποίησης, (δ) Ποσό €450 ως υπόλοιπο 13ου μισθού για το έτος 2015, (ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (στ) Νόμιμο τόκο, και (ζ) Έξοδα και ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος καθώς ο Αιτητής επέδειξε ασύγγνωστη και ή απρεπή διαγωγή και ή συμπεριφορά στον προϊστάμενο και ή εργοδότη του, γεγονός που κλόνισε ισχυρά τη σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της. Περαιτέρω ότι η αξίωση ή μέρος της αξίωσης του Αιτητή είναι λανθασμένη καθότι για το ίδιο ισχυριζόμενο δικαίωμα απαιτεί διαφορετικές θεραπείες και ή χρηματικές αξιώσεις. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες για την Εργοδότρια Εταιρεία, ενώ για τον Αιτητή εκτός από τον ίδιο κατάθεσε ένας ακόμη μάρτυρας. Παράλληλα στην γραπτή δήλωση εκάστου μάρτυρα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Να σημειωθεί ότι τέσσερα από τα εν λόγω έγγραφα που είναι, η επιστολή τερματισμού, η τελευταία κατάσταση πληρωμή στον Αιτητή, έγγραφο με τίτλο Cheque Listing ημερ. 22.2.2016 και τιμολόγιο πώλησης ανταλλακτικών ιδίας ημερομηνίας, δηλώθηκαν σε προγενέστερο στάδιο της ακρόασης ως παραδεκτά έγγραφα. Ο κ. Δημήτρης Θεοχάρους, είναι ο Γενικός Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του, στις 16.2.2016 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε γραπτώς την απασχόληση του Αιτητή επειδή μερικές μέρες προηγουμένως συμπεριφέρθηκε απρεπώς με τρόπο προσβλητικό και προκλητικό στον διευθυντή του καταστήματος όπου εργαζόταν και ο οποίος τον ενημέρωσε για το συμβάν. Ισχυρίστηκε ότι η από μέρους του Αιτητή κακή συμπεριφορά προς τον προϊστάμενο του κ. Π. Κολοτούρα προϋπήρχε κάτι που ήταν εν γνώση και του ιδίου. Συγκεκριμένα δεν υπάκουε στις εντολές του και συνεχώς του έλεγε ότι θα κάνει ότι αυτός θέλει και θα άκουε μόνο του αδελφού του που ήταν υπεύθυνος του καταστήματος Λάρνακας. Απ' ότι πληροφορήθηκε το συμβάν έλαβε χώρα την ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος στις 1:00μμ., όταν ο Αιτητής, στην παρουσία του υπόλοιπου προσωπικού του καταστήματος, πήρε τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου της Εταιρείας, το οποίο χρησιμοποιείτο από τους μεταφορείς, λέγοντας στον προϊστάμενο του ότι θα φύγει. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ως μη μεταφορέας, κατά παράβαση των καθηκόντων του και των κανονισμών της Εταιρείας επιχείρησε να πάρει αυτοκίνητο της Εταιρείας για προσωπικούς σκοπούς χωρίς την απαραίτητη άδεια. Όταν ο προϊστάμενος του, τον προειδοποίησε αρκετές φορές ότι αυτό που πάει να κάνει απαγορεύεται και ότι θα το μετέφερε στη Διεύθυνση, ο Αιτητής άρχισε να τον ειρωνεύεται και να τον μειώνει στην παρουσία των συναδέλφων του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μετά από συνομιλία που είχε με τον κ. Κολοτούρα, αφού κάλεσε τον Αιτητή σε ακρόαση, ουδεμία πρόθεση μεταμέλειας επέδειξε και ούτε αρνήθηκε το συμβάν. Αντίθετα συνέχισε να υποστηρίζει τη συμπεριφορά του, λέγοντας του ότι δεν πρόκειται να υπακούσει τον προϊστάμενο του. Συνεπεία αυτού θεώρησε ότι η εργασιακή σχέση είχε κλονιστεί και η συνέχιση της απασχόλησης του Αιτητή στην Εταιρεία κατέστη αδύνατη. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή, αφού αναφέρθηκε σε διάφορα έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε με τη δήλωση του, ισχυρίστηκε ότι στον Αιτητή καταβλήθηκε το ποσό των €504,76 προς πλήρη εξόφληση των οφειλομένων του, που είναι το ορθό ποσό που του οφείλετο αντί του ποσού των €421,32 που αναγράφεται στην επιστολή τερματισμού. Αντεξεταζόμενος ενώ παραδέχθηκε ότι ποτέ δεν έδωσε γραπτή προειδοποίηση στον Αιτητή ωστόσο ισχυρίστηκε ότι μίλησε επανειλημμένες φορές μαζί του όταν επισκεπτόταν το κατάστημα λόγω της προβληματικής σχέσης που είχε με τον κ. Κολοτούρα. Επίσης ότι δεν ήθελε να έλθει σε ρήξη με τον αδελφό του ο οποίος κατείχε τη θέση διευθυντή πωλήσεων της Εταιρείας. Σε υποβολή ότι ποτέ δεν του έκανε οποιαδήποτε παρατήρηση, ότι πάντοτε τον εκθείαζε και του έλεγε πως είναι καλός υπάλληλος, ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε λέγοντας ότι προσπάθησε να βοηθήσει τον Αιτητή να προοδεύσει καθώς δε είχε προηγούμενη πείρα στο επάγγελμα. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Κολοτούρας τον επισκέφθηκε στο γραφείο του για το συμβάν, 2-3 μέρες πριν την απόλυση του Αιτητή. Συγκεκριμένα τον επισκέφθηκε την επομένη μέρα του συμβάντος και ακολούθως μια μέρα μετά κάλεσε τον Αιτητή, ο οποίος δεν αρνήθηκε το συμβάν και ούτε προ-τίθετο να απολογηθεί. Αρνήθηκε τα όσα ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ειπώθηκαν στη μεταξύ τους συνάντηση λέγοντας ότι ποτέ δεν του είπε να πάει με άδεια μερικές μέρες και να επανέλθει. Ισχυρίστηκε επίσης, ότι υπήρξε επιπλέον καθυστέρηση μίας μέρας όταν ανακάλυψαν από το Η/Υ του Αιτητή απόπειρα κλοπής ανταλλακτικών αυτοκινήτου τα οποία πήρε από την Εταιρεία χωρίς άδεια και τα οποία έσβησε από τον Η/Υ. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ενημέρωσε τον αδελφό του για την πρόθεση του να απολύσει τον Αιτητή και ότι αυτός του έστειλε απολογητικό μήνυμα ζητώντας να αποσύρει την επιστολή απόλυσης. Τα περί ψυχολογικών προβλημάτων του κ. Κολοτούρα ισχυρίστηκε ότι ήταν λόγια τα οποία ο Αιτητής είπε στον ίδιο. Ακολούθως ενώ παραδέχθηκε ότι στις 16.2.2016 είχε συνάντηση με τον αδελφό του Αιτητή, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι ενώ κάλεσε τον Αιτητή για να του παραδώσει την επιστολή απόλυσης και να του καταβάλει τα δεδουλευμένα, μαζί του προσήλθε και ο αδελφός του για να ζητήσει από τον ίδιο να τραβήξει πίσω την επιστολή. Αρνήθηκε τα όσα του καταλόγισε η πλευρά του Αιτητή κατά την εν λόγω συνάντηση, λέγοντας ότι αν μιλούσε με τέτοιο τρόπο στον Γ.Δ. πωλήσεων θα τον απέλυε την ίδια στιγμή. Τέλος ενώ παραδέχθηκε ότι στον Αιτητή καταβαλλόταν 13ος μισθός σε δύο δόσεις, ωστόσο επέμενε ότι του καταβλήθηκαν όλα τα δικαιώματα του και δεν του οφείλετο οτιδήποτε άλλο. Ο κ. Παναγιώτης Κολοτούρας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο υπεύθυνος του καταστήματος της Εταιρείας στην Παλλουριώτισσα. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του, καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή διετέλεσε προϊστάμενος του, αρχικά στο κατάστημα Αγλαντζιάς και μετέπειτα στο κατάστημα Παλλουριώτισσας. Ισχυρίστηκε ότι η μεταξύ τους σχέση άρχισε να κλονίζεται από την πρώτη στιγμή της εργοδότησης του Αιτητή, καθώς ηρνείτο να υπακούει στις εντολές του, λέγοντας του, ότι δεν επρόκειτο να κάνει αυτά που του λέει και μόνο τον αδελφό του θα ακούει. Επρόκειτο για επαναλαμβανόμενη και συνεχόμενη συμπεριφορά και πολλές φορές στην παρουσία πελατών και συναδέλφων. Για το συγκεκριμένο συμβάν ισχυρίστηκε πως ο ίδιος και ο Αιτητής άρχισαν από το πρωί να έχουν μια έντονη συζήτηση, καθώς η ανυπακοή και η προσβλητική συμπεριφορά προς τον ίδιο συνεχιζόταν. Γύρω στις 1:00μμ, στην παρουσία του υπόλοιπου προσωπικού που μαζεύτηκε στη είσοδο του καταστήματος για μεσημεριανό διάλειμμα, ο Αιτητής πήρε τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου της Εταιρείας που ήταν σταθμευμένο έξω από την είσοδο και του είπε ότι φεύγει. Ο ίδιος αρκετές φορές τον προειδοποίησε ότι αυτό που πάει να κάνει είναι ενάντια στους κανονισμούς της Εταιρείας καθώς η χρήση αυτοκινήτου ήταν δουλειά των μεταφορέων και όχι δική του. Ότι μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να απαντά τα τηλέφωνα και να φέρνει προϊόντα από την αποθήκη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυτά του μεταφορέα. Ότι ο Αιτητής ήθελε να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο καθαρά για δικούς του σκοπούς και χωρίς να λάβει την απαραίτητη άδεια από κανένα. Γι αυτό και τον προειδοποίησε ότι αν ενεργούσε αντίθετα με τις οδηγίες του θα το έλεγε στον Διευθυντή κ. Θεοχάρους. Τότε ο Αιτητής ξεκίνησε να τον κοροϊδεύει και να τον ειρωνεύεται στην παρουσία συναδέλφων τους. Συγκεκριμένα άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και τον ρωτούσε με ειρωνικό τρόπο τι μπορεί να του κάνει. Συνέχισε να τον προσβάλλει με τον τρόπο του και του έλεγε ότι θα κάνει αυτό που θέλει και όχι αυτό που του λέει. Συνεπεία αυτού, ισχυρίστηκε ότι το κλίμα στην εργασία ήταν πολύ άσχημο και κακό σε σημείο που επηρέασε την ψυχολογία και την απόδοση του στην εργασία. Για το συμβάν και το κλίμα που επικρατούσε ενημέρωσε στη συνέχεια τον Διευθυντή κ. Θεοχάρους, ο οποίος μετά από συζήτηση που είχε με τον Αιτητή θεώρησε πως το εν λόγω συμβάν κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της απασχόλησης του Αιτητή στην Εταιρεία. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι με τον Αιτητή είχαν αρκετές εντάσεις, συνεχείς αντιπαλότητες και την κακή σχέση επειδή ηρνείτο να κάνει αυτό που του ζητούσε. Ότι ο Αιτητής ήταν μόνο πωλητής, δεν ενεργούσε ως μεταφορέας και ότι κάποιες φορές έτυχε να πάρει και εξαρτήματα σε πελάτες. Για κάποιο πελάτη Σίμο ανέφερε ότι ήταν φίλοι και δικός του πελάτης, παραδεχόμενος ότι τον εξυπηρετούσε ο Αιτητής. Το αν ο Αιτητής πήρε εξαρτήματα στο εν λόγω πελάτη ανέφερε ότι πιθανόν να είχε πάρει αλλά δεν θυμάται. Επίσης ενώ ισχυρίστηκε ότι την ημέρα του συμβάντος είχε από το πρωί έντονη συζήτηση με τον Αιτητή, όταν του ζητήθηκε ο λόγος αρκέστηκε και πάλι να πει ότι δεν θυμάται. Ενώ επέμενε στη θέση του αναφορικά με το συμβάν ερωτηθείς ποιοι από τους συναδέλφους ήταν παρόντες ανέφερε ότι δεν θυμάται ποιοι ακριβώς, αλλά υπήρχαν. Ότι απαγόρευσε στον Αιτητή να πάρει το αυτοκίνητο, ότι ο ίδιος δεν φώναζε αλλά ήταν έντονος. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής του είπε πως θα υπάκουε και να μην φωνάζει, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι δεν θυμάται ακριβώς πως ήταν και ότι απλώς του ζήτησε αυτό το πράγμα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το γεγονός το ανέφερε στον κ. Θεοχάρους τηλεφωνικώς την ίδια στιγμή και ότι δεν τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του. Καταθέτοντας ο Αιτητής ισχυρίστηκε κατ' αρχάς ότι προσλήφθηκε στην Εταιρεία ως πωλητής και όχι ως μεταφορέας προϊόντων από την αποθήκη. Επίσης ότι λάμβανε και 13ο μισθό. Απορρίπτοντας τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες της άλλης πλευράς περί ανάρμοστης από μέρους του συμπεριφοράς, ισχυρίστηκε ότι ο κ. Κολοτούρας, λόγω προσωπικών προβλημάτων που είχε, επεδείκνυε έναντι του μια εχθρική και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά από την πρώτη μέρα της εργοδότησης του. Ήταν διαρκώς μέσα στα νεύρα, φωνασκούσε χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος, του έδινε συνεχώς αντιφατικές οδηγίες τις οποίες μπορούσε να αναιρέσει ανά πάσα στιγμή, τον απειλούσε συνεχώς ότι θα τον απολύσει, του έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν τον «πάει» και ότι οι μέρες του στην Εταιρεία είναι μετρημένες. Επίσης δεν έκρυβε την αντιπάθεια και την αντιπαλότητα του με τον αδελφό του, ο οποίος ήταν υπεύθυνος των καταστημάτων της Εταιρείας και τον κατηγορούσε ότι συνωμότησε με τον αδελφό του για να τον πλήξουν επαγγελματικά. Απορρίπτοντας επίσης τα όσα ανέφερε ο κ. Θεοχάρους αναφορικά με το συμβάν, ισχυρίστηκε ότι στις 1:00μμ τον πήρε τηλέφωνο ένας καλός πελάτης μηχανικός επ' ονόματι Σίμος, ο οποίος του ζήτησε όπως τον εξυπηρετήσει άμεσα με εξαρτήματα τα οποία χρειαζόταν επειγόντως. Ενημερώνοντας τον κ. Κολοτούρα ότι θα πήγαινε στον συγκεκριμένο πελάτη, αμέσως εξεμάνη και του είπε με έντονο ύφος ότι δεν θα πάει πουθενά, ότι τον συγκεκριμένο πελάτη τον εξυπηρετεί ο ίδιος και δεν επιτρέπει σε κανένα άλλο να τον εξυπηρετήσει. Τον απείλησε μάλιστα ότι αν επιχειρούσε να πάρει το αυτοκίνητο θα τον απέλυε άμεσα. Αντιδρώντας του ανέφερε απλώς ότι θα έκανε ότι του ζητούσε ως προϊστάμενος του, να μην φωνάζει και να του μιλά με τέτοιο ύφος. Αντίθετα με τον κ Κολοτούρα, ισχυρίστηκε επίσης πως δεν ήταν παρών κανένας άλλος από το προσωπικό όταν έγινε το συμβάν. Αναφερόμενος σε συνάντηση που είχε με τον κ. Θεοχάρους ισχυρίστηκε ότι έγινε σε πολύ καλό κλίμα και ότι ο κ. Θεοχάρους έδειξε ότι κατανοούσε αυτά που του εξήγησε. Του είπε μάλιστα να μη δίνει πολύ σημασία στη συμπεριφορά του προϊσταμένου του ο οποίος έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα και του είπε να πάει μερικές μέρες με άδεια μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Τις 6.2.2016 πήγαν μαζί με τον αδελφό του στο γραφείο του κ. Θεοχάρους. Μπήκε στο γραφείο ο αδελφός του και ο ίδιος έμεινε έξω. Μπαίνοντας στο γραφείο ο αδελφός του άκουσε τον κ. Θεοχάρους να συζητεί έντονα μαζί του και να του λέει «να πάρεις και τον ψεύτη, πεισματάρη και άχρηστο αδελφό σου και να φύγετε και οι δύο σας και να μην ξαναπατήσετε στην εταιρεία μου». Ακολούθως πληροφορήθηκε από τον αδελφό του ότι τους απόλυσε και τους δύο. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι ποτέ δεν του δόθηκε επιστολή τερματισμού και ότι την επιστολή (Τεκ.3) που κατέθεσε ο κ. Θεοχάρους την είδε για πρώτη φορά με την καταχώρηση της γραπτής μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις του παραδέχεται ότι έλαβε το ποσό των €504,76 ως δεδουλευμένα ημερομίσθια, ισχυρίζεται ωστόσο ότι δεν έλαβε τον 13ο μισθό του για το 2015, ο οποίος είναι ένας μηνιαίος μισθός. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο κ. Κολοτούρας νευρίαζε με το παραμικρό, ήταν συνεχώς σε ένταση και ότι η όλη συμπεριφορά του επηρέαζε και το υπόλοιπο προσωπικό του καταστήματος. Επίσης ότι ενημέρωσε τουλάχιστο δύο φορές τον κ. Θεοχάρους για τα θέματα που είχε μαζί του και ότι με την άδεια του κ. Θεοχάρους χρησιμοποιούσε αυτοκίνητο της Εταιρείας για να πηγαινοέρχεται από το σπίτι στη δουλειά εκτελώντας καθήκοντα πωλητή και όχι μεταφορέα. Ότι δούλευε από το γραφείο και εξυπηρετούσε πελάτες μέσω τηλεφώνου. Τη συγκεκριμένη ημέρα ισχυρίστηκε ότι στις 1:00μμ τον πήρε τηλέφωνο κάποιος πελάτης ονόματι Σίμος και του ζήτησε επειγόντως κάποια εξαρτήματα. Επειδή από τις 1:00-2:00μμ κάνουν διάλειμμα του υποσχέθηκε ότι θα τον εξυπηρετούσε. Ενημερώνοντας τον κ. Κολοτούρα, αυτός με έντονο ύφος και χωρίς λόγο ή αιτία του ανέφερε ότι επρόκειτο για δικό του πελάτη και ότι εκεί ξεκίνησαν όλα. Τελικά τον πελάτη εξυπηρέτησε ο κ. Κολοτούρας. Απορρίπτοντας τη θέση της άλλης πλευράς ότι δεν ενημέρωσε τον κ. Κολοτούρα για τον κ. Σίμο και ότι το αυτοκίνητο θα το έπαιρνε για δικό του προσωπικούς λόγους, ο Αιτητής επέμενε στη θέση του ότι είχε εξουσιοδότηση να χρησιμοποιεί αυτοκίνητο της Εταιρείας όπως και το υπόλοιπο προσωπικό. Επίσης ότι το κατ' ισχυρισμό επίδικο συμβάν έγινε στην παρουσία του ιδίου και του κ. Κολοτούρα, καθώς το υπόλοιπο προσωπικό πήγε για διάλειμμα και ο ίδιος θέλησε να εξυπηρετήσει τον κ. Σίμο εν ώρα διαλείμματος γιατί ήταν από τους καλύτερους πελάτες της Εταιρείας. Αναφερόμενος στη συνάντηση που είχε με τον κ. Θεοχάρους επανέλαβε την αρχική του θέση, ισχυριζόμενος ότι έγινε σε πολύ καλό κλίμα και ότι ο τελευταίος του ανέφερε να μη δίνει πολύ σημασία στον κ. Κολοτούρα λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Επίσης ότι επισκέφτηκε μαζί με τον αδελφό του τον κ. Θεοχάρους επειδή ο αδελφός του είχε ακούσει ότι τους είχε απολύσει και τους δύο. Τέλος αφού του υποβλήθηκε ότι αρνιόταν να υπακούσει στον προϊστάμενο του και ότι του έλεγε πως θα υπακούει μόνο στον αδελφό του, ο Αιτητής επί λέξει ανέφερε ότι ο αδελφός του δεν ήταν ο μάστρος του και ότι μάστρος του ήταν ο κ. Θεοχάρους και προϊστάμενος του κ. Κολοτούρας. Ο κ. Γιάννης Καραγιάννης είναι ο αδελφός του Αιτητή. Αφού αναφέρθηκε στον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, χαρακτήρισε τον κ. Κολοτούρα ως ένα άτομο με αλλοπρόσαλλη και προβληματική συμπεριφορά που τον έκανε να μην είναι συνεργάσιμος με κανένα. Ότι ήταν διαρκώς νευριασμένος και ήθελε πάντοτε να γίνει το δικό του. Επίσης ότι και με τον ίδιο ήταν εχθρικός και τον κατηγορούσε στους πάντες. Για την περίπτωση του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι είχε τακτική επικοινωνία μαζί του και τον ενημέρωνε για τη συμπεριφορά του κ. Κολοτούρα και τον ψυχολογικό πόλεμο που του έκανε. Ο ίδιος του ζητούσε να κάνει τη δουλειά του όσο γίνεται καλύτερα. Επίσης πλήρη ενημέρωση είχε από τον αδελφό του και για το συμβάν και τη συνάντηση που είχε με τον κ. Θεοχάρους ο οποίος αφού έδειξε κατανόηση στις εξηγήσεις που του έδωσε, του ζήτησε να φύγει με άδεια μια μέρα μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Για τη συνάντηση που ακολούθησε στις 16.2.2016 αφού αναφέρθηκε στον προσωπικό του λόγο και συγκεκριμένα ότι είχε κυκλοφορήσει σε όλο το προσωπικό ότι ο κ. Θεοχάρους ήταν δυσαρεστημένος μαζί του και θα τον απέλυε, αποφάσισε να τον επισκεφθεί στο γραφείο του, παίρνοντας μαζί του και τον αδελφό του. Για το τι διημείφθη μεταξύ τους επανέλαβε εν συντομία τα όσα ανέφερε και ο Αιτητής. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο κ. Κολοτούρας στη δουλεία του είχε κάποια ξεσπάσματα θυμού λόγω προσωπικών προβλημάτων και ότι προσπαθούσαν να μην έρχονται συχνά σε τριβή μαζί του για να μην φθάνουν σε τσακωμούς. Ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος πωλήσεων ολόκληρης του Ομίλου της ΕΤΕΧ με έδρα τη Λάρνακα και μπορούσε να πάει και να ελέγξει όλα τα μαγαζιά της Εταιρείας. Επίσης ότι δούλεψε μαζί με τον κ. Κολοτούρα για κάποιους ελέγχους και ότι είχε κάνει και ο ίδιος αναφορά στον κ. Θεοχάρους για τη συμπεριφορά του. Δεν αμφισβήτησε ωστόσο τις ικανότητες και τις γνώσεις που είχε για τη δουλειά του. Ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ενημερώθηκε το γεγονός από τον κ. Θεοχάρους και του είπε μάλιστα ότι αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα να τον απολύσει. Όταν πήγε σπίτι και μίλησε με τον Αιτητή διαπίστωσε ότι τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Ο κ. Θεοχάρους του είχε πει να μείνει στο σπίτι για μια μέρα και μετά να πάει δουλειά. Αφού πέρασε το Σαββατοκύριακο και η Δευτέρα, την Τρίτη πληροφορήθηκαν ότι ο κ. Θεοχάρους προχώρησε στην απόλυση τους, χωρίς να γνωρίζουν τον λόγο. Αφού τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του ανέφερε ότι τα πράγματα δεν είχαν όπως του τα είχε μεταφέρει, ο κ. Θεοχάρους άρχισε να φωνάζει και να του λέει επί λέξει «ο αδελφός σου είναι ένα παλιόπαιδο, πεισματάρης, ψεύτης». Του είπε επίσης να αφήσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και απολύονται. Ανάλυση i. Ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσουμε τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία που προσέφερε η Εργοδότρια Εταιρεία δια στόματος των μαρτύρων της, αναφέρεται ουσιαστικά σε δύο σημεία. Κατά πρώτο λόγο σε προηγούμενη κατ' ισχυρισμό κακή συμπεριφορά του Αιτητή προς τον προϊστάμενο του και κατά δεύτερο λόγο στο επίδικο κατ' ισχυρισμό γεγονός της απόλυσης του. Για το πρώτο σημείο αναφοράς παρατηρούμε ότι κανένας από τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν και επαληθεύουν τη θέση τους ότι ο Αιτητής επεδείκνυε προς τον προϊστάμενο του μια κακή συμπεριφορά η οποία προϋπήρχε και συγκεκριμένα ότι παράκουε στις εντολές του, λέγοντας του ότι δεν πρόκειται να κάνει αυτά που του λέει και θα ακούει μόνο τον αδελφό του. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν επιβεβαιώνονται με οποιοδήποτε τρόπο με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε. Και οι δύο μάρτυρες, κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέταση τους, δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε λεπτομερή αναφορά ως προς το πότε και υπό ποιες συνθήκες ο Αιτητής εκδήλωσε την κατ' ισχυρισμό αντικανονική συμπεριφορά. Ενώ ο κ. Θεοχάρους κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι η από μέρους του Αιτητή κακή συμπεριφορά προς τον προϊστάμενο του προϋπήρχε, ωστόσο κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι στον Αιτητή ποτέ δεν δόθηκε οποιαδήποτε γραπτή προειδοποίηση. Σε υποβολή μάλιστα που δέχθηκε από τον συνήγορο του Αιτητή, ότι ποτέ δεν του έκανε οποιαδήποτε παρατήρηση, ότι πάντοτε τον εκθείαζε και του έλεγε ότι είναι καλός υπάλληλος, ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε λέγοντας ότι προσπαθούσε να βοηθήσει τον Αιτητή να προοδεύσει καθώς δεν είχε προηγούμενη πείρα στο επάγγελμα. Η θέση του μάρτυρα ότι δεν ήθελε να έλθει σε ρήξη με τον αδελφό του Αιτητή, ο οποίος κατείχε τη θέση διευθυντή πωλήσεων στην Εταιρεία, δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς υπό λογικές συνθήκες εάν αυτός ήταν ο λόγος που δεν τον άφηνε να προειδοποιήσει τον Αιτητή, οπωσδήποτε για οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά που θα επεδείκνυε, το ελάχιστο που μπορούσε να πράξει ήταν να ενημερώσει τον αδελφό του. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνουμε επίσης ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολής απόλσης, αλλά ούτε και με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, όπου καμία αναφορά δεν γίνεται σε προηγούμενη απρεπή ή κακή συμπεριφορά του Αιτητή προς τον προϊστάμενο του. Προφανώς ο λόγος που δίδεται με την επιστολή απόλυσης και επαναλαμβάνεται εν ολίγοις και στους γενικούς λόγους εμφάνισης, είναι «ότι μερικές μέρες πριν ο Αιτητής συμπεριφέρθηκε απρεπώς με τρόπο προσβλητικό και προκλητικό προς τον Διευθυντή του καταστήματος όπου εργαζόταν». Ενόψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία των μαρτύρων για την Εργοδότρια Εταιρεία επί του συγκεκριμένου σημείου δεν γίνεται αποδεκτή. Για το δεύτερο σημείο αναφοράς που αφορά το επίμαχο γεγονός της απόλυσης του Αιτητή, ο κ. Θεοχάρους παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα κατ' ισχυρισμό ενημερώθηκε από τον κ. Κολοτούρα και τον Αιτητή που εμφανίζονται ως τα μόνα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα στο επίμαχο γεγονός. Η θέση του μάρτυρα ότι τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο κ. Κολοτούρας και τον ενημέρωσε για το γεγονός 2-3 μέρες πριν την απόλυση του Αιτητή, καταρρίπτεται από τα όσα ο κ. Κολοτούρας ανέφερε στην κατάθεση του, ότι ενημέρωσε τον κ. Θεοχάρους τηλεφωνικώς την ίδια στιγμή και ότι δεν τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του. Περαιτέρω ενώ και οι δύο μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι το γεγονός έλαβε χώρα στην παρουσία του υπόλοιπου προσωπικού το οποίο μαζεύτηκε στην είσοδο του καταστήματος για μεσημεριανό διάλειμμα, ωστόσο ο κ. Κολοτούρας, ως το άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο, αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ή να δώσει οποιαδήποτε ονόματα συναδέλφων που ήταν παρόντες, λέγοντας ότι δεν θυμάται. Πρόσθετα κανένας από το υπόλοιπο προσωπικό δεν κλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να επιβεβαιώσει το εν λόγω περιστατικό. Επίσης ούτε και ο κ. Θεοχάρους φαίνεται να ζήτησε τη θέση οποιουδήποτε απ' αυτούς, εάν όντως παρόντες, προτού λάβει την απόφαση του να απολύσει τον Αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνουμε ότι ενώ και οι δύο μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι ο Αιτητής ως μη μεταφορέας επιχείρησε να πάρει αυτοκίνητο της Εταιρείας για προσωπικούς του σκοπούς και χωρίς την απαραίτητη άδεια παραβαίνοντας τα καθήκοντα του και τους κανονισμούς της Εταιρείας, ωστόσο ο κ. Κολοτούρας κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι ο Αιτητής, αν και πωλητής, δεν παρέλειψε κάποιες φορές να πάρει εξαρτήματα σε πελάτες, ότι εξυπηρετούσε κάποιο πελάτη ονόματι Σίμο στον οποίο κάποιες φορές πιθανόν να του πήρε και εξαρτήματα, επιβεβαιώνοντας έτσι τη θέση του Αιτητή ότι παρεχόταν και στον ίδιο, όπως και στο υπόλοιπο προσωπικό του καταστήματος η ευχέρεια να χρησιμοποιεί αυτοκίνητο της Εταιρείας. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο γεγονός, ο κ. Κολοτούρας ενώ ισχυρίστηκε ότι την ημέρα του συμβάντος είχε από το πρωί έντονη συζήτηση με τον Αιτητή, ωστόσο όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, ποια η αιτία αυτής της έντονης συζήτησης, αρκέστηκε να πει ότι δεν θυμάται. Επίσης σε υποβολή ότι ο Αιτητής του είπε «εντάξει θα υπακούσω γιατί φωνάζεις;» ο μάρτυρας και πάλι αρκέστηκε να πει πως δεν το θυμάται ακριβώς πως ήταν και ότι απλώς του ζήτησε αυτό το πράγμα, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Πέραν των πιο πάνω η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, έχουσα το βάρος απόδειξης των λόγων απόλυσης του Αιτητή, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την κατ' ισχυρισμό επιμονή του Αιτητή να χρησιμοποιήσει το όχημα της Εταιρείας τη συγκεκριμένη μέρα και όχι οποιαδήποτε άλλη προηγούμενη μέρα. Αντίθετα, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο καλό πελάτη ονόματι Σίμος, ο οποίος επικοινώνησε μαζί του και ζήτησε άμεση επείγουσα εξυπηρέτηση. Ενημερώνοντας τον κ. Κολοτούρα ότι θα πήγαινε στον συγκεκριμένο πελάτη, αυτός εξεμάνη και του είπε ότι είναι δικός του πελάτης και θα τον εξυπηρετούσε ο ίδιος. Ο κ. Κολοτούρας στην αντεξέταση του, αν και αρχικά έδειξε ότι δεν κατάλαβε ποιος ήταν αυτός ο πελάτης, στη συνέχεια ομολόγησε ότι είναι φίλος του και δικός του πελάτης. Παρόλα αυτά στον μάρτυρα δεν υποβλήθηκε η θέση του Αιτητή, όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία του, ότι θα χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο για εξυπηρέτηση του εν λόγω πελάτη και όχι για προσωπικό του σκοπό. Επίσης δεν έχει επιβεβαιωθεί ούτε και η θέση του Αιτητή, την οποία προέβαλε κατά την αντεξέταση του, ότι με την άδεια του κ. Θεοχάρους χρησιμοποιούσε αυτοκίνητο της Εταιρείας, όπως και το υπόλοιπο προσωπικό, για να πηγαινοέρχεται στη δουλειά του. Αν και ουσιώδης ισχυρισμός που θα έκρινε την υπόθεση, ωστόσο προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του Αιτητή, χωρίς να υποβληθεί στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Το γεγονός ότι ο κ. Κολοτούρας ζήτησε από τον Αιτητή να μην πάρει το αυτοκίνητο της Εταιρείας και ότι υπήρξε μία ένταση μεταξύ τους, δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο κ. Κολοτούρας επίσης, δεν αρνήθηκε ότι εν τέλει ο Αιτητής του είπε πως θα υπάκουε στις εντολές του και να μην φωνάζει. Από την άλλη όμως, η αναφορά του γεγονότος στον κ. Θεοχάρους, την οποία επιβεβαίωσε και ο κ. Καραγιάννης με την κατάθεση του, τείνει να καταδείξει ότι στην επιμονή του κ. Κολοτούρα να μην πάρει το αυτοκίνητο, ο Αιτητής αντέδρασε και προς στιγμή αγνόησε τις οδηγίες του προϊσταμένου του, επιδεικνύοντας και μια ανάλογη απρεπή συμπεριφορά απέναντι του. Με βάση την πιο πάνω ανάλυση της μαρτυρίας και τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου θα προχωρήσουμε στην εξέταση του επίμαχου ζητήματος που αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει από-λυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου (ανωτέρω), Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδο-τούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματι-σμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία ήταν καθοδηγητική στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά (gross misconduct) για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη. Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως η διάπραξη ποινικού αδικήματος -κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια-, η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολής του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η υποχρέωση να μην προβαίνει σε πράξεις ανταγωνισμού προς τον εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστη συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον της πίστης, της τιμιότητας και της επιμέλειας του εργοδοτούμενου, ο οποίος οφείλει να ενεργεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί την επιχείρηση στην οποία εργάζεται και να αποφεύγει κάθε ενέργεια που μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη. Με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα να απολύσει τον εργοδοτούμενο για μεμπτή διαγωγή εντός λογικού χρονικού διαστήματος από την εμφάνιση του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα τούτο. Από τη στιγμή που το γεγονός περιέλθει σε γνώση του εργοδότη αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει την τελική του απόφαση. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος τότε θα θεωρείται ότι έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενο. Παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 194, L' Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 607). Όπως και για κάθε άλλο λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, έτσι και εδώ, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας ("reasonableness"). Σύμφωνα με τη νομολογία η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο που δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Κατά την άσκηση του δικαιώματος για απόλυση, ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία ("a Fair Procedure"), κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1Α..Α.Δ. (Β) 1478, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Galatariotis Teleco/tions v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφέση 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), ο Lord Denning M.R έδωσε την ακόλουθη καθοδήγηση για το εφαρμοστέο κριτήριο: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Στην Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (ανωτέρω), το Δικαστήριο υιοθέτησε τις νομικές αρχές που καθοδηγούν τα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να συνάγουν πότε η απόφαση του εργοδότη είναι εύλογη, όπως αυτές τέθηκαν στις συνεκδικασθείσες εφέσεις Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550: «... μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: "In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances". Σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ' αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη». Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, την προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, την ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, την εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, την πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, τη μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο μια έρευνα για ανάρμοστη συμπεριφορά ("misconduct') ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, στον ίδιο βαθμό όπως και για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο διερεύνησε ο εργοδότης την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενή κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της λογικής προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Στην απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018 διευκρινίζεται ότι: «Με βάση τη νομολογία, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή.» Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του εάν και κατά πόσο, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Εργοδότρια Εταιρεία, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνουμε ότι η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή, για τους λόγους στους οποίους έχουμε καταλήξει, ξεφεύγει του πλαισίου των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη. Η άρνηση του Αιτητή να υπακούσει προς στιγμή στις οδηγίες του προϊστάμενου του, για μη χρησιμοποίηση του οχήματος της Εταιρείας εν ώρα μεσημεριανού διαλλείματος και η ένταση που είχε δημιουργηθεί με όλα τα επακόλουθα της, αποτέλεσε, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ένα μεμονωμένο περιστατικό στο οποίο δεν δόθηκε συνέχεια καθώς ο Αιτητής δεν αρνήθηκε τελικά να υπακούσει και να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του προϊσταμένου του. Επίσης μέσα από τη μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη αντεργασιακή ή αντικανονική συμπεριφορά του Αιτητή προς την Εταιρεία, είτε αυτή αφορά μη συμμόρφωση με τις οδηγίες του εργοδότη του ή συμπεριφορά που παραβιάζει τους κανόνες τάξης και πειθαρχίας στην επιχείρηση της Εταιρείας. Αν και η συμπεριφορά του Αιτητή προς τον προϊστάμενο του δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως απρεπής, ωστόσο δεν φαίνεται να επέφερε οποιεσδήποτε συνέπειες ή επιπτώσεις για την Εταιρεία ή να ήταν τόσο σοβαρή που να δικαιολογεί την άμεση απόλυση του. Στην υπόθεση Wilson v. Racher [1974] ICR 428 υπήρξε διαφωνία μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου σε σχέση με ορισμένα καθήκοντα που οδήγησαν τον εργοδότη στην απόλυση του. Το Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στο καθήκον αμοιβαίου σεβασμού που επιβάλλει μία σύμβαση εργασίας, θεώρησε την απόλυση αδικαιολόγητη, καθώς δεν υπήρχε ιστορικό παράλογης ή μη συνεργάσιμης συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο. Ήταν απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό χρήσης προσβλητικής γλώσσας που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως θεμελιώδης παράβαση της σύμβασης. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενέργησε εντός των πλαισίων του μέσου λογικού Εργοδότη και δεν κατάφερε να αποδείξει οποιονδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την άμεση απόλυση του Αιτητή στη βάση των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου, με αποτέλεσμα η απόλυση του να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. ii. Η αξίωση του Αιτητή για μη καταβολή του 13ος μισθού για το 2015 Όπως ήδη έχουμε αναφέρει ο κ. Θεοχάρους κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι στον Αιτητή καταβλήθηκε το ποσό των €504.76-, προς πλήρη διευθέτηση όλων των αυτοτελών αξιώσεων του. Για να δικαιολογήσει τη θέση του παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα έγγραφα μεταξύ των οποίων και την κατάσταση πληρωμής (Payslip) του Αιτητή για τον μήνα Φεβρουάριο 2016. Στην εν λόγω κατάσταση σημειώνεται χειρόγραφα ότι το καταβληθέν ποσό περιελάμβανε δεδουλευμένα μέχρι 15.2.2016, ετήσια άδεια έξι ημερών και αναλογία 13ου μισθού Χριστουγεννιάτικου φιλοδωρήματος για το 2016. Εκ του συνολικού ποσού των €733.57- αφαιρέθηκε ποσό €228.81- ως οφειλές του Αιτητή προς την Εταιρεία και του καταβλήθηκε το εναπομείναν ποσό των €504.76-. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ενώ παραδέχθηκε ότι ο 13ος μισθός καταβαλλόταν κατά τη διάρκεια έκαστου έτους σε δύο ισόποσες δόσεις που η καθεμιά αναλογούσε με το ½ των μηνιαίων απολαβών του Αιτητή, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι μέρος του ποσού των €733,57 που οφείλετο στον Αιτητή ήταν και ο 13ος μισθός για το 2015. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας αποδεχόμαστε τη θέση του κ. Θεοχάρους σε σχέση με το ποσό που έχει καταβληθεί στον Αιτητή με βάση την προρρηθείσα κατάσταση πληρωμής. Πέραν τούτου όμως, από τα διάφορα έγγραφα που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, πουθενά δεν φαίνεται ότι στον Αιτητή κατεβλήθη το υπόλοιπο του 13ου μισθού για το 2015 που αναλογούσε με το ½ των μηνιαίων απολαβών του. Με βάση το άρθρο 12
(1)του περί Προστασίας των μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007) ως έχει διαμορφωθεί από τον Τροποποιητικό Νόμο 200(Ι)/2012, ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία με τον ακαθάριστο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. Στην Παράγραφο 3 του ιδίου άρθρο, προβλέπεται ότι το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Στην προκείμενη περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καταβάλει στον Αιτητή το ½ του 13ου μισθού για το 2015 που αξιώνει με την Αίτηση του και ότι κανένα ποσό δεν του οφείλει, ως διατείνονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Η μαρτυρία ωστόσο που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με την αξίωση αυτή του Αιτητή είναι γενική και αόριστη και δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε στοιχεία. Εν όψει των πιο πάνω, η μαρτυρία του κ. Θεοχάρους σε σχέση με την συγκεκριμένη αξίωση του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτή. Καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει στον Αιτητή το ποσό των €450- που αναλογεί με το 1/2 του 13ου μισθού για το 2015 και το οποίο δεν του έχει καταβάλει. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για δύο συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €227,50 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, το νεαρό της ηλικία του και τη σταδιοδρομία του στην Εταιρεία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €910- που αντιστοιχεί με τις απολαβές 4 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9 του Νόμου, ο Αιτητής δικαιούται επίσης πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 4 βδομάδων και υπολογίζεται στο ποσό των €910-. Περαιτέρω, όπως ήδη έχουμε καταλήξει δικαιούται και στο ποσό των €450- που αναλογεί με το ½ του 13ου μισθού για το 2015. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον τα Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €2.270- πλέον νόμιμο τόκο από 23.3.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότρια Εταιρείας έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Παντελίδου, Μέλος Κ. Κυριάκου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.