ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 390/2015, 19/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού και Χ. Πρατσή, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 390/2015 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ Αιτήτρια -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ου η αίτηση -------- Ημερομηνία: 19η Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Κ. Θεοχαρίδου Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Χρ. Λεωνίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») την καταβολή πληρωμής για την τελευταία περίοδο απασχόλησης της στην εταιρεία Vachrico Construction Ltd (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία»). Από τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν ως παραδεκτά και / ή μη αμφισβητούμενα τα πιο κάτω γεγονότα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με οικοδομικές και κατασκευαστικές δραστηριότητες. Συστάθηκε στις 29.3.1982 με αρχικούς μετόχους και διοικητικούς συμβούλους τον Β. Αναστασίου και Χρ. Νικολάου (Τ.1,2 και 3). Η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρεία ως υπεύθυνη γραφείου, από τις 23.1.1989 μέχρι τις 31.1.2014 που οι υπηρεσίες της τερματίστηκαν για λόγους πλεονασμού. Οι τελευταίες μισθολογικές απολαβές της, όπως δηλώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέρχονταν στα €344,25 εβδομαδιαίως συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Η Αιτήτρια από τις 30.6.1992 και μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης της κατείχε το 3,33% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας ενώ το υπόλοιπο 96,67% κατείχε ο σύζυγος της Χρ. Νικολάου. Επίσης, από την πιο πάνω ημερομηνία, υπήρξε γραμματέας και μαζί με τον σύζυγο της μια εκ των δύο διευθυνόντων συμβούλων της Εργοδότριας Εταιρείας. Στις 31.1.2014 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού (Τεκ.5). Το Ταμείο με επιστολή του ημερ. 4.12.2014 (Τεκ.6) ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι εξ αιτίας της ιδιότητας της ως μετόχου της Εργοδότριας Εταιρείας το αίτημα της είχε εγκριθεί για το ποσό των €4.134,00 που ισούται με το 1% των εβδομαδιαίων απολαβών της, πολλαπλασιαζόμενου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας της, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 2 και της Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/67 ως έχει τροποποιηθεί («ο Νόμος»), Το Ταμείο, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αφού επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην επιστολή του ημερ. 4.12.2014 (Τεκ.6) ισχυρίζεται ότι η Αιτή-τρια δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή καθώς για όλη την περίοδο απασχόλησης της, ως μέτοχος της Εταιρείας δεν προσέφερε εξηρτημένη εργασία και προσέφερε τις υπηρεσίες της όχι με σύμβαση εργασίας ή κάτω από συνθήκες που δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Μαρτυρία Η κυρίως εξέταση της Αιτήτριας, που είναι ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο, περιέχεται σε γραπτή δήλωση της (Τεκ.Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τα όσα τίθενται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ειδικότερα: Αρνείται τα όσα το Ταμείο παραθέτει στην επιστολή του ημερ. 4.12.2014 (Τεκ.6) και ισχυρίζεται ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της υπό καθεστώς συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, από τη αρχή της εργοδότησης της και μέχρι την απόλυση της. Ότι κατά το χρόνο πρόσληψης της το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση σύγκειτο και από πρόσωπα μη συγγενικά ή μη έχοντα άλλη σχέση μαζί της. Επίσης ο φόρτος εργασίας σε καλές εποχές ήταν τέτοιος που απαιτούσε συνεχή και πολύωρη προσφορά από μέρους της. Ότι τελούσε υπό τον έλεγχο και τις διαταγές των Καθ' ων η αίτηση και ακολουθούσε τις οδηγίες και εντολές των ανωτέρων της. Δεχόταν επίσης εντολές και οδηγίες από πολιτικούς Μηχανικούς, Υπεργολάβους, έκανε εξωτερικές εργασίες που σχετίζονταν με το Κτηματολόγιο, Έφορο Εταιρειών, πληρωμές Κοινωνιών Ασφαλίσεων, πληρωμές ΦΠΑ και ότι είχε σχέση με τα γραφειακά και γραμματειακά των Καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίζεται μάλιστα, ότι υπό διαφορετικές συνθήκες οι στόχοι και σκοποί των Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν εάν δεν ακολουθούσε τις εντολές και οδηγίες των ανωτέρων, αφού οι εργασίες της Εταιρείας ήταν πολλές και απαιτούσαν εργασιακή πειθαρχία και συμμόρφωση. Ότι για όλα τα χρόνια της απασχόλησης της, οι κοινωνικές εισφορές που πλήρωνε ο Εργοδότης δεν ήταν μειωμένα, αλλά τουναντίον ήταν επί τη βάσει του εξηρτημένου της εργασίας, χωρίς καμία διάκριση και ή αναφορά περί του ότι κατείχε ένα πολύ μικρό ποσοστό μετοχών το οποίο κιόλας δεν της προσέδιδε κάποιο προνόμιο και ή θέση ισχύος στα διοικητικά και όχι μόνο των Καθ' ων η αίτηση, όπως δικαίωμα συμμετοχής και απόφανσης σε θέματα διοίκησης και διαχείρισης των Εταιρικών υποθέσεων και ούτε μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επιρροή ή επίδραση επί των Καθ' ων η αίτηση ούτε και στο Δ.Σ. τους. Ότι η απόκτηση των μετοχών ήταν καθαρά για λόγους πρακτικούς και τυπικούς και συγκεκριμένα για να διευκολύνει τις εργασίες των Καθ' ων η αίτηση με την υπογραφή επιταγών και πληρωμή διαφόρων ποσών όταν απουσίαζε ή κωλυόταν ο διευθυντής και μεγαλομέτοχος. Δηλώνει περαιτέρω πως ουδέποτε έχει υποθηκεύσει προσωπική της περιουσία προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση. Για σκοπούς δε πλήρους διαφάνειας ισχυρίζεται ότι το όποιο δάνειο είχε συναφθεί δεν αφορούσε τους Καθ' ων η αίτηση αλλά την εταιρεία Semeli Hotels Ltd (Τεκ.13 - Τεκ.16). Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι στην αρχή της εργοδότησης της, οι όροι εργασίας, το ωράριο και οι άδειες που λάμβανε εγκρίνονταν από τους τότε μετόχους και διευθυντές της Εταιρείας που ήταν ο Β. Αναστασίου και ο σύζυγος της Χρ. Νικολάου. Ακολούθως συμφώνησε με την ημερομηνία που η ίδια κατέστη μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της Εταιρείας (Τεκ.18-19). Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι αν και μέτοχος της Εταιρείας, οι αποφάσεις λαμβάνονταν πάντοτε από τον μεγαλομέτοχο που ήταν ο σύζυγος της. Ότι απέκτησε το δικαίωμα να υπογραφεί επιταγές της Εταιρείας για καθαρά πρακτικούς λόγους όταν ο σύζυγος της απουσίαζε στο εξωτερικό και πάντοτε με τις οδηγίες και την έγκριση του για το ποσό και το άτομο στο οποίο θα εκδιδόταν η επιταγή. Επέμενε ότι ουδέποτε επιβάρυνε την προσωπική της περιουσία προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση και ότι το δάνειο για το οποίο έκανε λόγο το Ταμείο αφορούσε την εταιρεία Semeli Ltd στην οποία ήταν επίσης μέτοχος. Συμφώνησε ότι για την εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου συνεγγυητές ήταν και οι Καθ' ων η αίτηση. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσω-πον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Η παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «προκειμένου περί εργοδοτούμενου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζόμενου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας». Με την πιο πάνω επιφύλαξη που έθεσε ο νομοθέτης στην ερμηνευτική διάταξη του όρου «εργοδοτούμενος» προσέδωσε την ιδιότητα αυτή και σε μετόχους για τους οποίους η εταιρεία καταβάλλει εισφορές στο Ταμείο και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σκοπός του νομοθέτη, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση ψήφισης του Νόμου, ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μια εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως μισθωτοί της, (α) σ' αυτούς που προσφέρουν υπηρεσίες με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου και, (β) σ' αυτούς που ενεγράφηκαν απλώς ως εργοδοτούμενοι για να επωφελούνται των Κοινωνικών Ωφελημάτων από το αρμόδιο τμήμα. Σε μια τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης καθιέρωσε δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού και σε μετόχους που προσφέρουν ανεξάρτητες υπηρεσίες στην εταιρεία τους, με την επιστροφή υπό τύπο πληρωμής του ποσού που είχαν συνεισφέρει στο ομώνυμο Ταμείο με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 349, η πιο πάνω νομοθετική διάταξη «καθιερώνει διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτουμένων διευθυντών των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία.». Είναι γνωστό από τη θεωρία του δίκαιου, ότι με τα νομικά πλάσματα ο νομοθέτης, για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό, καθιερώνει ορισμένη νομική κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ηθελημένα ο νόμος αλλοιώνει ή παραμορφώνει την πραγματικότητα εις τρόπο ώστε το άλλο αυτό περιστατικό να εκλαμβάνεται ως υφιστάμενο αντί αυτού που πράγματι συντρέχει. Εξ' ου και στις περιπτώσεις αυτές στο νόμο χρησιμοποιούνται συνήθως οι λέξεις «λογίζεται» ή «θεωρείται». Και στην προκείμενη περίπτωση, με βάση την πιο πάνω ερμηνευτική διάταξη του Νόμου, ο κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενος δεν παύει να θεωρείται εργοδοτούμενος και εν τέλει υπό αυτή τη ιδιότητα αποδέχθηκε το Ταμείο την Αιτήτρια για την περίοδο που αυτή ήταν μέτοχος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας. Το ερώτημα επομένως που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει ότι κατά την εν λόγω περίοδο, προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εταιρεία κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Επομένως, το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τη βασιμότητα των αξιώσεων της Αιτήτριας οφείλει να προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τη συνέδεε με την Εταιρεία, εφόσον το Ταμείο αμφισβητεί την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να προσδιορίσουμε τελολογικά την έννοια του εργοδοτούμενου που τελεί υπό εξάρτηση σε συνάρτηση με την αντίστοιχη έννοια του κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενου όπως συναντάται στον Νόμο. Σύμφωνα Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «Ο τελολογικός προσδιορισμός διευκολύνεται, αν στην έννοια του μισθωτού αντιπαραθέσουμε την αντίθετη έννοια, αυτή του ανεξάρτητου επαγγελματία, στον οποίο δεν εφαρμόζεται το εργατικό δίκαιο. Άλλωστε, γενικότερα, σκόπιμο είναι να εξετάζεται μια έννοια όχι «αυτή καθαυτή» αλλά σε συσχέτιση με την αντίθετη έννοια, από την οποία και διακρίνεται. Τα ίδια γνωρίσματα τα οποία χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως μισθωτού, χαρακτηρίζουν, αν τα δει κανείς αντίστροφα, τον ανεξάρτητο επαγγελματία. Ο ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμορφώνει ελεύθερα, με δική του ευθύνη, τη βιοποριστική του δραστηριότητα, καθορίζει ο ίδιος τους στόχους της και φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Αντίθετα, ο μισθωτός, για χρόνο ορισμένο ή αόριστο, θέτει την εργασιακή του δύναμη στη διάθεση ενός άλλου προσώπου, το οποίο τη χρησιμοποιεί για την επίτευξη των δικών του στόχων και, για το λόγο αυτό, εύλογο είναι να φέρει και τον κίνδυνο. Ο μισθωτός, κατά την διάρκεια της συμβατικής του δέσμευσης, παραιτείται προς όφελος ενός άλλου προσώπου από την επαγγελματική του ανεξαρτησία, από τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την εργασία του και να αναπτύξει μια οικονομική δραστηριότητα με δική του ευθύνη και κίνδυνο, για την πραγμάτωση σκοπών που ο ίδιος έχει καθορίσει και σύμφωνα με τις ανάγκες και την κατάσταση της αγοράς. Το γεγονός αυτό, η παραίτηση του εργαζόμενου, με τη σύναψη της σύμβασης, από την αξιοποίηση επιχειρηματικά της εργασιακής του δύναμης και η εκχώρηση της εξουσίας διάθεσης της στον αντισυμβαλλόμενο, δικαιολογεί την ειδική προστασία που του παρέχει το εργατικό δίκαιο, όπως, επίσης, εξηγεί γιατί με την προστασία αυτή επιβαρύνεται σε μεγάλο βαθμό ο εργοδότης.» Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου (και δη η ύπαρξη εξηρτημένης σχέσης εργασίας) αποτελεί πραγματικό ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται επί του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η καταβολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου. Το γεγονός ότι ο Αιτητής κατέβαλλε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενος και πληρωνόταν μισθό επί τη βάσει κοινής απόφασης με τον συνδιευθύνοντα του, δεν ήταν αρκετό για τη θεμελίωση σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, επειδή κανείς δεν μπορούσε να ασκήσει επάνω του έλεγχο, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Το άλλο δικαστικό προηγούμενο είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, που μνημονεύει και υιοθετεί την υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433. Σχετική είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Το Ανώτατο Δικαστήριο στις δυο πιο πάνω αποφάσεις του, Prousi και Tsapaco, υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου και πάλι τονίζεται το στοιχείο του ελέγχου από τον εργοδότη της εργασίας του εργοδοτούμενου: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Χρήσιμη είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα του Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)p.77, para. 4.9: "The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties as a person in business in his own account (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision, such as the degree to which the person is free from detailed control by another as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η προσέγγιση που υιοθετείται πλέον από τα Δικαστήρια, θέτει το ερώτημα εάν ο εργαζόμενος στην πραγματικότητα εκτελεί την εργασία του ως πρόσωπον σε επιχείρηση για λογαριασμό δικό του, μάλλον παρά για λογαριασμό (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) κάποιου ανώτερου του. Διάφοροι παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αυτή την απόφαση όπως π.χ. ο βαθμός του λεπτομερούς ελέγχου που ασκείται από άλλον όσον αφορά τις ώρες εργασίας του, ή τις μεθόδους εργασίας του, εάν έχει επενδύσει οποιονδήποτε κεφάλαιο στην επιχείρηση που εργάζεται, ή φέρει κάποιο από τους οικονομικούς κινδύνους κέρδους και ζημιάς της επιχείρησης.» Στην Αγγλική υπόθεση Neufeld v. Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform [2009] 2 All ER 790, το Δικαστήριο καλεί-το να αποφασίσει εάν και κατά πόσο μεταξύ της εταιρείας και του διευθυντή / μετόχου της, που είχε τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου, μπορούσε να συναχθεί σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Προβαίνοντας το Δικαστήριο σε εντελεχή αναφορά επί προηγούμενων αποφάσεων, σημείωσε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «[80] Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο κάποιος που είναι μέτοχος και διευθυντής μιας εταιρείας να μην μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας βάσει σχετικής σύμβασης εργασίας. Δεν υπάρχει επίσης λόγος για τον οποίο κάποιος, του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο δίνει έλεγχο επί της εταιρείας - ακόμα και απόλυτο έλεγχο -, να μην μπορεί να είναι και υπάλληλος. Εν ολίγοις, ένα πρόσωπο του οποίου το οικονομικό συμφέρον στην εταιρεία και στις επιχειρήσεις που αυτή ασκεί, είναι τέτοιο ούτως ώστε πρακτικά να θεωρείται ως 'ιδιοκτήτης' της εταιρείας, μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας. [81] Εάν ένας τέτοιος μέτοχος/διευθυντής είναι ή όχι υπάλληλος της εταιρείας είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ίσως στη θεωρία να προκύπτουν δύο ζητήματα [.] Το πρώτο, το οποίο λογικά μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταρκτικό, είναι κατά πόσο η σύμβαση είναι γνήσια ή ψεύτικη. Το δεύτερο είναι κατά πόσο η σύμβαση, υποθέτοντας ότι είναι γνήσια, αποτελεί σύμβαση εργασίας (μπορεί, για παράδειγμα, να συνιστά σύμβαση παροχής υπηρεσιών). [.] [85] Κατά την εξέταση εάν μια έγκυρη σύμβαση εργασίας βρίσκεται σε ισχύ, το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει έμφαση στις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας σύμβασης και να διαπιστώσει εάν η εν λόγω σύμβαση πληροί αυτές τις προϋποθέσεις [.] [86] Αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο επί θεμάτων τα οποία τυπικά έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα εάν μια σύμβαση αποτελεί σύμβαση εργοδότησης ή όχι. Αυτό που δεν έχουμε μελετήσει για σκοπούς του υπό αναφορά ζητήματος είναι το γεγονός ότι το υποτιθέμενο μετοχικό κεφάλαιο που ο εργοδοτούμενος κατείχε στην εταιρεία του έδιδε επ' αυτής, ακόμη και απόλυτο έλεγχο. Το γεγονός ελέγχου της εταιρείας προφανώς θα αποτελεί μέρος του σκηνικού έναντι του οποίου θα γίνει η εξέταση για το τι έγινε σύμφωνα με την υποτιθέμενη γραπτή ή προφορική σύμβαση εργασίας η οποία διεκδικείται. Ωστόσο, αυτό συνήθως δεν θα έχει οποιαδήποτε σχετικότητα κατά την απόφανση εάν υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργοδότησης. Ούτε και το γεγονός ότι επένδυσε κεφάλαιο στην εταιρεία ή έχει λάβει δάνειο από αυτή ή έχει προσωπικά εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της ή η ευημερία της προσωπικής του επένδυσης στην εταιρεία βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με την ευημερία της εταιρείας ή έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη στην οποία λογικά ο 'ιδιοκτήτης' μιας επιχείρησης συνήθως προβαίνει εκ μέρους της. Αυτά συνήθως είναι άσχετα με τη δημιουργία μιας έγκυρης σύμβασης εργοδότησης και, ως εκ τούτου, μπορούν και πρέπει να αγνοούνται. Τα πιο πάνω δεικνύουν ένα 'ιδιοκτήτη' να ενεργεί ως 'ιδιοκτήτης' γεγονός αναπόφευκτο σε μια τέτοια εταιρεία. Εν τούτοις, δεν υποδεικνύουν ότι ένας 'ιδιοκτήτης' μιας εταιρείας δεν μπορεί επίσης να είναι και εργοδοτούμενος της.» Περαιτέρω το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 p. 36 και υιοθέτησε την καθοδήγηση που δόθηκε από το EAT στην υπόθεση Clark v Clark Construction Initiatives Ltd [2008] IRLR 364, αναφορικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του υπό αναφορά ζητήματος, παρέθεσε τα ακόλουθα: «Η ακόλουθη οδηγία δόθηκε ούτως ώστε να ακολουθείται από τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις:
(1)Το βάρος απόδειξης είναι στο μέρος το οποίο αρνείται την ύπαρξη σύμβασης. Όπου κάποιο άτομο πλήρωσε φόρο εισοδήματος και κοινωνικές ασφαλίσεις, τότε, εκ πρώτης όψεως, έχει τα δικαιώματα που παρέχονται στους εργοδοτούμενους.
(2)Το απλό γεγονός ελέγχου του μετοχικού κεφαλαίου (ή ο εκ των πραγμάτων έλεγχος) από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(3)Ομοίως, το επιχειρηματικό καθεστώς από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(4)Εάν η συμπεριφορά των μερών είναι σύμφωνη με τη σύμβαση (π.χ. σε σχέση με το ωράριο και τις άδειες), αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξη εργοδότησης.
(5)Αντιθέτως, εάν η συμπεριφορά των μερών είναι ασυμβίβαστη με (ή δεν διέπεται από) τη σύμβαση, αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την μη ύπαρξη εργοδότησης.
(6)Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης αυθεντικής σύμβασης υπονομεύεται εάν δεν υπάρχει κάτι το γραπτό.
(7)Η εξασφάλιση δανείων από την εταιρεία (ή, αντίθετα, η προσωπική εγγύηση των χρεών της εταιρείας) δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστη με την εργοδότηση.
(8)Μολονότι ο έλεγχος του μετοχικού κεφαλαίου είναι πάντα σχετικός και ίσως και καθοριστικός, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν δικαιολογεί εύρημα περί μη ύπαρξης εργοδότησης. [.] «η παράγραφο
(6)πιο πάνω ίσως εκφραστικά να είναι πολύ αρνητική. Μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα, εν τούτοις εάν η συμπεριφορά των μερών καταδεικνύει την ύπαρξη αυθεντικής σύμβασης εργοδότησης, 'δεν επιθυμούμε τα Δικαστήρια να εκλαμβάνουν με τόση μεγάλη ευκολία την απουσία γραπτής συμφωνίας ούτως ώστε να δικαιολογούν απόρριψη της αξίωσης του αιτητή'» Ανάλυση - Συμπέρασμα Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία της έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με απλότητα κατέθεσε ενώ-πιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Με εξαίρεση τον χρόνο που η ίδια κατέστη μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της Εταιρεία και για τον οποίον εν τέλει συμφώνησε με το περιεχόμενο των εγγράφων που της είχαν υποδειχθεί κατά την αντεξέταση της (Τεκ.18), οι σχετικές υποβολές του Ταμείου προς την Αιτήτρια παρέμειναν μετέωρες. Καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από το Ταμείο για να θεμελιώσει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του. Είναι με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, εύρημα μας ότι τα γεγονότα σε σχέση με το καθεστώς εργοδότησης της Αιτήτριας, έχουν όπως η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο. Προφανώς, από την ενώπιον μας μαρτυρία, η Αιτήτρια για τα τρία πρώτα χρόνια της απασχόλησης της και συγκεκριμένα από της προσλήψεως της και μέχρι τις 30.6.1992 που κατέστη μέτοχος και διευθύνουσα σύμβουλος της Εργοδότριας Εταιρείας, προσέφερε τις υπηρεσίες της υπό περιστάσεις που εύκολα μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Περαιτέρω και μετά την απόκτηση της πιο πάνω ιδιότητας φαίνεται να συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας όπως και προηγουμένως. Ειδικότερα συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα της υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του συζύγου της, ο οποίος με την αποχώρηση του Β. Αναστασίου απέκτησε το 96,67% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας. Επρόκειτο λοιπόν για μια γνήσια σύμβαση εργασίας στη βάση της οποίας η Αιτήτρια συνέχισε να προφέρει της υπηρεσίες της προς όφελος και για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας και μετά την απόκτηση της ιδιότητας του μετόχου. Σύμφωνα με το καταστατικό της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκ.8), όλοι οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα ψήφου κατά τις Γενικές Συνελεύσεις («Γ.Σ.») ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών που κατέχουν. Για να υπάρξει απαρτία κατά τις Γ.Σ., απαιτείται, σε τελικό στάδιο, η παρουσία ενός μέλος που κατέχει όχι λιγότερο του ενός τρίτου των εκδοθέντων μετοχών της Εταιρείας. Συνεπώς και μετά τις 30.6.1992 που η Αιτήτρια κατέστη μέτοχος και διευθύνουσα σύμβουλος της Εργοδότριας Εταιρείας, σε καμία περίπτωση δεν είχε τον αποφασιστικό ή καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων και ούτε η ψήφος της ήταν αναγκαία ή καθοριστική για τη διαμόρφωση των αποφάσεων της Εταιρείας, χωρίς τη συμμετοχή του μεγαλομέτοχού συζύγου της, ο οποίος κι από μόνος του και χωρίς τη συμμετοχή της Αιτήτριας μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε απόφαση. Η συμμετοχή της δε στη διοίκηση της Εταιρείας από τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου διεφάνη ότι ήταν απλώς τυπική καθώς η ίδια ποτέ δεν άσκησε διευθυντικά καθήκοντα για τα οποία αποκλειστικό λόγο είχε ο σύζυγος της. Άλλωστε ούτε και η φύση του αντικειμένου με το οποίο δραστηριοποιείτο η Εργοδότρια Εταιρεία θα της επέτρεπε να αναλάβει τον αποφασιστικό αυτό ρόλο. Καθώς τα καθήκοντα που ασκούσε ήταν γραφειακά και γραμματειακά και συνεπώς βοηθητικά σε σχέση με τους σκοπούς της Εργοδότριας Εταιρείας. Πρόσθετα η υποθήκευση προσωπικής της περιουσίας, με βάση τα στοιχεία που της υπέβαλε το Ταμείο, δεν αφορούσε την Εργοδότρια Εταιρεία αλλά την εταιρεία Semeli Hotels Ltd, στην οποία ήταν επίσης μέτοχος. Επομένως η Αιτήτριας σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις ή να ανάλαβε τον επιχειρηματικό κίνδυνο της Εργοδότριας Εταιρείας με τη δέσμευση δίκης της περιουσίας ή να προέβη σε οποιαδήποτε πράξη στην οποία κατά συνήθεια θα προέβαινε ο ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης. Το γεγονός δε, ότι η Αιτήτρια είχε δικαίωμα να υπογράφει επιταγές της Εταιρείας, από μόνο του δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να αλλοιώσει τον χαρακτήρα και την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας που αυτή διατηρούσε με την Εργοδότρια Εταιρεία. Άλλωστε ένα τέτοιο δικαίωμα θα μπορούσε να έχει και ένα διευθυντικό υπαλληλικό στέλεχος, χωρίς απαραιτήτως να είναι αξιωματούχος ή μέτοχος της Εταιρείας. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως του Νόμου και των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια συνέχισε και μετά την απόκτηση της ιδιότητας του μετόχου και διευθύνοντα συμβούλου, να απασχολείται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας υπό συνθήκες που υποδηλώνουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Για τους λόγους δε που έχουμε ήδη ανάπτυξη, τα χαρακτηριστικά της σχέσης αυτής δεν τα αναιρεί το γεγονός ότι η Αιτήτρια κατείχε μέρος του μετοχικού κεφαλαίου ή δηλώνετο ως ένας εκ των διευθυνόντων συμβούλων της Εταιρείας, καθώς δεν είχε οποιοδήποτε ουσιαστικό ή καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Σε τελικό σταδιο δεν διεφάνη έστω και αμυδρά ότι οι ιδιότητες αυτές που κατείχε η Αιτήτρια υποσκέλισαν ή υπερκάλυψαν με οποιοδήποτε τρόπο την εργασιακή σχέση που διατηρούσε με την Εργοδότρια Εταιρεία. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο άνω στοιχεία καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο αναγκαίος βαθμός προσωπικής εξάρτησης για να χαρακτηριστεί η Αιτή-τρια εργοδοτούμενη πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση με επακόλουθο να δικαιούται πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο σύμφωνα με την Παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, που αντιστοιχεί με τις απολαβές 75,5 βδομάδων ήτοι ποσό (75,5Χ€344,25) €25.990,87. Αφαιρουμένου του ποσού των €4.134,00 που έλαβε σύμφωνα με την Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα, το επιπλέον ποσό που η Αιτήτρια δικαιούται ανέρχεται στα €21.856,87. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €21.856,87 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €2.000 ως έξοδα πλέον νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Χ. Πρατσή, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο