MILENE ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗ ν. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΤΟΥ ΓΑΛΛΟΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία "ΓΑΛΛΟ-ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ECOLE FRANCO-CHYPRIOTE DE NICOSIE)", Αρ. Υπόθεσης: 277/2015, 25/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Χατζιήκκου και Σ. Φιλίππου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 277/2015 Μεταξύ: MILENE ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗ Αιτήτρια -και- ΓΑΛΛΟ-ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ECOLE FRANCO-CHYPRIOTE DE NICOSIE) Καθ' ων η αίτηση Ως έχει τροποποιηθεί με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 3.10.2018 Αρ. Υπόθεσης: 277/2015 Μεταξύ: MILENE ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗ Αιτήτρια -και- ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΤΟΥ ΓΑΛΛΟΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία "ΓΑΛΛΟ-ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ECOLE FRANCO-CHYPRIOTE DE NICOSIE)" Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 25η Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Σταύρος Σταυρινίδης Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Γιώργος Λιβέρας μαζί με κα Ξένια Άννα Φωτίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με την παρούσα Αίτηση αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Πληρωμή 13ου μισθού για το 2013, (β) Αναλογία 13ου μισθού για το 2014, (γ) Πληρωμή αντί προειδοποίησης, (δ) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (ε) Αυξημένες αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και απώλεια καριέρας, (στ) Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει, (ζ) Νόμιμο τόκο, (η) Έξοδα και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση, εγείρουν κατ' αρχάς προδικαστική ένσταση και ή ισχυρίζονται ότι εν προκειμένω δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και ή η βάση της Αίτησης ή η παρούσα Αίτηση είναι εκδικητική και ενοχλητική. Περαιτέρω αρνούνται τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της Αιτήτριας σε σχέση με την εργοδότηση της πλην του γεγονότος ότι αρχικά εργοδοτήθηκε από το ιδιωτικό σχολείο "Ecole Française Arthur Rimbaud" από 1.9.1993. Ότι κατόπιν αιτήματος τού μέχρι τότε Ιδιωτικού Σχολείου ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο με βάση τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο με την ονομασία «Γάλλο-Κυπριακό Σχολείο - Ιδιωτικό Σχολείο», το οποίο θα συνέχιζε να απασχολεί ολόκληρο το διδακτικό προσωπικό που πληρούσε τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τον περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμο του 1971. Με την κοινοποίηση στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (στο εξής «το Υπουργείο») των απαιτούμενων εγγράφων και πτυχίων του διδακτικού προσωπικού, το Υπουργείο απεφάνθη μεταξύ άλλων ότι η Αιτήτρια δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα καθότι δεν διέθετε πανεπιστημιακό πτυχίο και ως εκ τούτου δεν εδικαιούτο να διδάσκει ως καθηγήτρια στο σχολείο. Έτσι οι Καθ' ων η αίτηση σε συνεργασία με το Υπουργείο συνέχισαν να απασχολούν την Αιτήτρια για μικρό χρονικό διάστημα με την προϋπόθεση ότι θα εγγραφόταν σε Πανεπιστήμιο με σκοπό την απόκτηση του απαιτούμενου τίτλου σπουδών. Προσφέρθηκαν επίσης όπως καταβάλουν όλα τα σχετικά έξοδα προς αυτόν τον σκοπό. Η Αιτήτρια ωστόσο αρνήθηκε και ή απέρριψε και ή ουδέποτε εγγράφηκε σε Πανεπιστήμιο για συνέχιση των σπουδών της. Ακολούθως, αφού προσφέρθηκε στην Αιτήτρια θέση βοηθού στη νηπιαγωγική εκπαίδευση, με τις ίδιες απολαβές, η Αιτήτρια αρνήθηκε και αντί αυτού προσέφυγε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλούνται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση τρεις μάρτυρες, όπως και για την Αιτήτρια συμπεριλαμβανομένης και της ιδίας. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού όμως αναφερθούμε στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα 'ταν χρήσιμο για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση αποτελούν Σωματείο το οποίο συστάθηκε στις 21.8.2012 σύμφωνα με τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972 ως έχει τροποποιηθεί, με έδρα τη Λευκωσία. Η επωνυμία του όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό εγγραφής (Τεκ.1) είναι: «Σύνδεσμος Γονέων και Κηδεμόνων των Μαθητών και Μαθητριών του Γάλλο-Κυπριακού Σχολείου της Λευκωσίας». Ακολούθως και δη στις 25.7.2013, οι Καθ' ων η αίτηση ενέγραψαν επ' ονόματι τους, σύμφωνα με τον περί Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ.116, την εμπορική επωνυμία «Γάλλο-Κυπριακό Σχολείο-Ιδιωτικό Σχολείο». Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία του ιδιωτικού σχολείου "Ecole Française Arthur Rimbaud" την 1.9.1993, αρχικά ως καθηγήτρια Μαθηματικών - Φυσικής και ακολούθως ως Καθηγήτρια Βιολογίας Μέσης Εκπαίδευσης. Το εν λόγω ιδιωτικό σχολείο συστάθηκε και λειτούργησε δυνάμει της Συμφωνίας Επιστημονικής και Πολιτιστικής Συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Γαλλίας, η οποία υπεγράφη το 1969 από τις Δημοκρατίες των δύο χωρών. Με επιστολή του Υπουργείου προς τον Πρέσβη της Γαλλίας στην Κύπρο, ημερ. 9.4.2012 (Τεκ.3), τον ενημέρωνε για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αποδεχθεί την πρόταση της Γαλλικής πλευράς σχετικά με τη νομική μορφή του σχολείου έτσι ώστε: - Το σχολείο να είναι μη κερδοσκοπικό Ίδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου και να εγγραφεί με βάση τους περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμους του 1972 έως
- - Ο Σύνδεσμος Γονέων να έχει την πλειοψηφία στα σώματα διοίκησης του σχολείου και η Πρεσβεία της Γαλλίας καθώς και η Κυπριακή Κυβέρνηση να εκπροσωπούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο του σχολείου. - Το νέο νομικό πρόσωπο που θα δημιουργηθεί, να αποτελεί μετεξέλιξη του υφιστάμενου ιδιωτικού σχολείου Arthur Rimbaud. - Το προσωπικό που εργοδοτείται από το υφιστάμενο σχολείο Arthur Rimbaud, κατά τη σύναψη της συμφωνίας και την ίδρυση του Γάλλο-Κυπριακού σχολείου να εργοδοτηθεί από το τελευταίο. Τα περιουσιακά στοιχεία του σχολείου Arthur Rimbaud να μεταφερθούν στο νέο Γάλλο- Κυπριακό σχολείο. Νοείται ότι το νέο Γάλλο-Κυπριακό σχολείο θα πρέπει να πληροί τους όρους και προϋποθέσεις των περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμων του 1971 έως
- Η Αιτήτρια και μετά τη λήψη της πιο πάνω απόφασης συνέχισε να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα της από την ίδια θέση και με τους ίδιους όρους απασχόλησης. Με επιστολή του Υπουργείου προς τον Διευθυντή του Σχολείου ημερ. 6.12.2013 (Τεκ.4), με θέμα το διδακτικό προσωπικό 2013 - 2014, τον πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια μαζί με τρεις άλλους συναδέλφους της, διαφορετικής ειδικότητας, δεν δικαιούνταν να διδάξουν το αναφερόμενο σε αυτούς μάθημα. Με νέα επιστολή ημερ. 27.1.2014 (Τεκ.5), το Υπουργείο πληροφορούσε τον Διευθυντή του Σχολείου ότι η Αιτήτρια και μια άλλη συνάδελφος της, η κα Clairie-Marie Thill-Savva, δεν δικαιούνταν να διδάξουν στην εκπαίδευση, διότι δεν κατείχαν πανεπιστημιακό πτυχίο. Οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους προς την Αιτήτρια ημερ. 17.2.2014 (Τεκ.6), αναφερόμενοι σε επικοινωνία που είχε το Υπουργείο με το Σχολείο και θέτοντας ως ένα από τα ευαίσθητα σημεία για το μέλλον του σχολείου την εκπαιδευτική κατάσταση των εκπαιδευτικών του, σε συνάρτηση με τις αξιώσεις του Υπουργείου, την καλούσαν σε συνάντηση για τις 20.2.
- Ακολούθησε νέα επιστολή των Καθ' ων η αίτηση προς την Αιτήτριας ημερ. 30.4.2014 (Τεκ.7), την οποία παραθέτουμε: «Αγαπητή Κυρία, Σε συνέχεια της σύντομης συνάντησης μας χθες Τρίτη 29 Απριλίου 2014 που σκοπός ήταν να καθοριστεί η ημερομηνία που θα σας διευκολύνει για να συναντηθούμε και να μελετήσουμε την υπόθεση σας ως επίσης και τη συμμόρφωση σας αναφορικά με τις αξιώσεις των κυπριακών αρχών που σας έχουν εκτεθεί κατά τη συνεδρίαση μας την Πέμπτη 20 του περασμένου Φεβρουαρίου. Κατά την εν λόγω συνάντηση σας έχουμε ξεκάθαρα πληροφορήσει ότι τα διαβήματα στις κυπριακές αρχές ήταν μόνο για σας και ότι ήμασταν στη διάθεση σας για να καθορίσουμε τις αναγκαίες δηλώσεις για την καλή σύνταξη του φακέλου σας. Από την άλλη, σας έχουμε επίσης πληροφορήσει ότι θα είμαστε σε θέση να σας θέσουμε προτάσεις για θέσεις προς το τέλος Απριλίου σε περίπτωση που ο φάκελος σας θα ήταν στη διαδικασία σύνταξης του ή όταν θα ήταν στη διαδικασία της αποδοχής από τις κυπριακές αρχές. Αυτός είναι ο ουσιαστικός σκοπός της επόμενης συνάντησης μας που καθορίστηκε με τη συγκατάθεση σας, Τετάρτη 7 Μαΐου 2014 στις 13:30 στην αίθουσα συνεδριάσεων του σχολείου.» Ακολούθησε τρίτη επιστολή των Καθ' ων η αίτηση προς την Αιτήτρια ημερ. 9.5.2014 (Τεκ.8) την οποία επίσης παραθέτουμε: «Αγαπητή Κυρία, Αναφέρομαι στην συνομιλία μας ημερομηνίας 07 Μαΐου 2014, κατά τη διάρκεια της οποίας μας έχετε πληροφορήσει ότι δεν έχετε πραγματοποιήσει καμία ενέργεια, παρά το ότι σας το έχουμε ζητήσει, για τη νομιμοποίηση της κατάστασης σας έναντι των κυπριακών αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για να σας επιτρέψουν να διδάσκετε στο σχολείο μας. Σύμφωνα με τη συνομιλία μας ημερομηνίας 20 Φεβρουαρίου 2014 στην οποία σας πληροφορούσαμε, μεταξύ άλλων, ότι δεσμευόμαστε να σας κρατήσουμε μεταξύ του προσωπικού του Γαλλοκυπριακού Σχολείου, σας προτείνουμε μια θέση Βοηθού στην Νηπιαγωγική Εκπαίδευση στους κόλπους του νηπιαγωγείου μας. Θα σας ήμασταν ευγνώμονες εάν είχατε την καλοσύνη όπως μας διαβιβάσετε την απάντηση σας το αργότερο τη Δευτέρα 19 Μαΐου
- .» Ακολούθησε επιστολή της συντεχνίας ΠΕΟ προς του Καθ' ων η αίτηση ημερ. 16.5.2014 (Τεκ.9) με την οποία μετέφεραν τη θέση της Αιτήτριας, ότι κατείχε τα προσόντα για καθηγήτρια Επιστήμης και Ζωής, ότι με τη δική τους έγκριση διδάσκει στο σχολείο από το 1993 χωρίς τα καθήκοντα της να έχουν διαφοροποιηθεί και τους καλεί όπως το θέμα θεωρηθεί λήξαν. Με επιστολή ημερ. 20.5.2014 (Τεκ.10), οι Καθ' ων η αίτηση ανέφεραν στην Αιτήτρια τα ακόλουθα: «Αγαπητή Κυρία, Σε συνέχεια της επιστολή μας 9.5.2014, στην οποία σας είχαμε κάνει πρόταση θέσης που σας είχε ανακοινωθεί κατά τη συνάντηση μας στις 7.5.
- Μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει επιστολή σας για το θέμα αυτό, θεωρούμε ότι έχετε απορρίψει την πρόταση μας και ως εκ τούτου απορρίπτετε την προσφορά εργασίας για τον Σεπτέμβριο
- Σας ευχαριστούμε για τη μέχρι σήμερα συνεργασία μας» Ακολούθησε νέα επιστολή προς την Αιτήτρια από τη δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 10.6.2014 (Τεκ.11) την οποία επίσης παραθέτουμε: «Κυρία, Έχω οδηγίες, από τους πελάτες μου, το ιδιωτικό σχολείο, Ecole franco-chypriote, να αναφερθώ στις παρατηρήσεις και οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας ημερ. 27.1.2014, σχετικά με τα προσόντα και τη δυνατότητα σας να διδάσκετε στην εκπαίδευση και παρ' όλες τις προσπάθειες των πελατών μου, εδώ και πολλά χρόνια να προβείτε σε διόρθωση των ακαδημαϊκών προσόντων σας, εν τούτοις δεν έχετε προβεί σε οποιαδήποτε ακαδημαϊκή συμμόρφωση. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τις οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας, οι πελάτες μου, σας έχουν προσφέρει θέση εργασίας στο προαναφερόμενο σχολείο με τα ίδια οικονομικά οφέλη. Η εν λόγω πρόταση δεν έχει γίνει αποδεχτή από εσάς, αλλά την απορρίψετε και ως εκ τούτου το συμβόλαιο σας λήγει στις 31.8.2014.» Οι τελευταίες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν στα €1.892,67 ενώ οι καθαρές στα €1.721,
- Για σκοπούς του Νόμου οι ακαθάριστες εβδομαδιαίες απολαβές της υπολογίζονται στα €473,16 συμπεριλαμβανομένου και 13ου μισθού. Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης σημειώνουμε ότι στην Αιτήτρια δεν καταβλήθηκε 0 13ος μισθός για το έτος 2013 και αναλογία 13ου μισθού για το
- Μαρτυρία Πλείστα σημεία της μαρτυρίας του κ. Jean Claude Boloux, πρώτου μάρτυρα για τους Καθ' ων η αίτηση, έχουν συμπεριληφθεί στα παραδεκτά ή μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα και, επομένως, η προσοχή του Δικαστηρίου θα στραφεί σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας του που έτυχαν αμφισβήτησης. Ο εν λόγω μάρτυρας, όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Α), είναι μέλος της Διοίκησης του σχολείου. Το "Ecole Française Arthur Rimbaud" ως αλλοδαπό ιδιωτικό σχολείο, υπαγόταν απευθείας στο Υπουργείο Παιδείας της Γαλλίας, το οποίο μεριμνούσε για την εν γένει λειτουργία του και την πρόσληψη, μεταξύ άλλων, του διδακτικού προσωπικού. Ο ρόλος του ομώνυμου Υπουργείου της Κύπρου ήταν απλώς εποπτικός χωρίς δικαίωμα διορισμού ή καθορισμού των προσόντων του διδακτικού προσωπικού. Με τη μετεξέλιξη του σε «Γάλλο-Κυπριακό Σχολείο», θα έπρεπε να συμμορφωθεί με τους Νόμους και Κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια και μία άλλη εκπαιδευτικός, η κα Σάββα, ως απόφοιτες γαλλικών πανεπιστημίων με διετή φοίτηση και δίπλωμα deug δεν είχαν τα απαιτούμενα από το Υπουργείο προσόντα να διδάσκουν στην εκπαίδευση και ως εκ τούτου θα έπρεπε να εγγραφούν σε ένα γαλλικό πανεπιστήμιο για να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο. Και ενώ η κα Σάββα προχώρησε σε εγγραφή και ολοκλήρωσε με επιτυχία τη δια-δικασία σπουδών, η Αιτήτρια αρνήθηκε. Με αναφορά στην αλληλογραφία που αντάλλαξαν με την Αιτήτρια και στις μεταξύ τους συναντήσεις, ισχυρίστηκε, ότι ο ίδιος ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Διαχείρισης του Σχολείου, σε συνεργασία με το Υπουργείο διευθέτησαν όπως η Αιτήτρια για μικρό χρονικό διάστημα συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντα της με την προϋπόθεση ότι ταυτόχρονα θα εγγραφόταν σε πανεπιστημιακό ίδρυμα για την απόκτηση του αναγκαίου διπλώματος. Επίσης, ότι στις μεταξύ τους συναντήσεις επανέλαβε στην Αιτήτρια την απόφαση του Υπουργείου ως και την πρόταση του σχολείου για εγγραφή σε πανεπιστημιακό ίδρυμα με σκοπό την απόκτηση του απαιτούμενου τίτλου σπουδών, με έξοδα που θα αναλάμβανε το ίδιο το σχολείο, ενώ θα συνέχιζε να διδάσκει με βάση τη διευθέτηση που έγινε με το Υπουργείο. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι στη συνάντηση που έγινε στις 7.5.2014 ενημερώθηκαν από την Αιτήτρια ότι δεν προέβη σε καμία ενέργεια για εγγραφή σε πανεπιστημιακό ίδρυμα. Ως εκ τούτου αφού την ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να διδάξει στο σχολείο χωρίς το αναγκαίο πτυχίο, της πρότεινε να συνεχίσει την απασχόληση της ως βοηθός νηπιαγωγός στο νηπιαγωγείο του σχολείου με τις ίδιες απολαβές, καθώς η μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις του Υπουργείου έθετε την άδεια λειτουργίας του σχολείου σε κίνδυνο. Αφού ακολούθησε η επιστολή από τη συντεχνία ΠΕΟ για λογαριασμό της Αιτήτριας (Τεκ.9) και ενώ η ίδια δεν απάντησε στην πρόταση τους, της κοινοποιήθηκαν οι δύο επιστολές από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.10 και Τεκ.11) με τις οποίες τερμάτιζαν το συμβόλαιο απασχόλησης της. Κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς εάν για την απόλυση της Αιτήτριας ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στον όρο 22(δ) του καταστατικού (Τεκ.14) διαδικασία, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση της Αιτήτριας δεν υπήρξε απόλυση αλλά συμμόρφωση με τις νόμους και κανονισμούς του Υπουργείου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση το σχολείο θα έχανε την άδεια λειτουργίας του. Ότι η διεύθυνση του σχολείου ήταν ικανοποιημένη με την απόδοση της Αιτήτριας, ωστόσο η ίδια δεν μπορούσε να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντα της ως είχαν, καθώς δεν έκανε τα αναγκαία διαβήματα για εξασφάλιση του απαιτούμενου τίτλου που θα της επέτρεπε να συνεχίσει να διδάσκει στο σχολείο, εξ ου και οι Καθ' ων η αίτηση μη έχοντας άλλη επιλογή της πρότειναν θέση στο νηπιαγωγείο, που ήταν και η μόνη λύση που είχαν για να δώσουν στην Αιτήτρια την ευκαιρία να συμμορφωθεί με το αίτημα του Υπουργείου. Αντίθετα η κα Σάββα η οποία άρχισε να κάνει τις ενέργειες της, μόλις έλαβε την έγκριση του πανεπιστημίου, παρουσιάστηκαν τα έγγραφα στο Υπουργείο και έτσι μπορούσε να διατηρήσει τη θέση της στο σχολείο. Σε υποβολή ότι ουδέποτε η Αιτήτρια αρνήθηκε να εγγραφεί σε πανεπιστήμιο και ότι ποτέ δεν της ανέφεραν ότι θα αναλάμβαναν τα έξοδα σπουδών της, καθώς υπό διαφορετικές συνθήκες θα αποδεχόταν την προσφορά τους, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι η πρόταση είχε γίνει και στις δύο στις 20.2.2014 και ότι δεν είχαν λόγο να χειριστούν την Αιτήτρια με διαφορετικό τρόπο απ' ότι την κα Σάββα. Σε νέα υποβολή ότι ουδέποτε εγγυήθηκαν στην Αιτήτρια τις ίδιες απολαβές για τη θέση βοηθού νηπιαγωγού που της πρότειναν, επίσης διαφώνησε λέγοντας ότι στη νοοτροπία της Γαλλίας αν δεν γίνεται αναφορά στον μισθό νοείται ότι διατηρείται στο ίδιο ποσό. Η Αιτήτρια επίσης ποτέ δεν ρώτησε για την προτεινόμενη θέση ή τον μισθό και ότι για τους ίδιους ήταν ξεκάθαρο ότι από τη στιγμή που πρότειναν νέα θέση ο μισθός διατηρείτο. Σε υποβολή ότι η κα Σάββα δεν είχε καν πτυχίο ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήταν θέμα δικό του. Η δεύτερη μάρτυς για τους Καθ' ων η αίτηση, η κα Ανδρονίκη Παπαδοπούλου - Παπά κλήθηκε στο Δικαστήριο με την έκδοση μαρτυρικής κλήσης. Είναι Πρώτος Λειτουργός Εκπαίδευσης, προϊσταμένη του γραφείου ευρωπαϊκών και διεθνών υποθέσεων του Υπουργείου. Σπούδασε στη Γαλλία και είναι διδάκτωρ γαλλικής φιλολογίας. Από τη θέση που κατέχει έχει υπό την ευθύνη της το Γάλλο-Κυπριακό σχολείο από της ιδρύσεως του. Ήταν επίσης προϊστάμενη του γραφείου ιδιωτικής εκπαίδευσης που αφορά την επιθεώρηση όλων των ιδιωτικών σχολείων και φροντιστηρίων της Κύπρου. Αναφερόμενη στους τύπους ιδιωτικών σχολείων που λειτουργούν στην Κύπρο, στην προβλεπόμενη δια νόμου διαδικασία εγγραφής τους ως και στους φακέλους που τηρούνται από το Υπουργείο για κάθε σχολείο, σημείωσε ότι το "Ecole Française Arthur Rimbaud" λειτουργούσε υπό άλλο καθεστώς και όχι ως Γάλλο-Κυπριακό σχολείο. Ότι ανήκε στην Γαλλική Πρεσβεία, επιθεωρείτο από τη Γαλλία και ακολουθούσε αποκλειστικά το Γαλλικό πρόγραμμα σπουδών. Από της μετεξέλιξης του σε Γάλλο-Κυπριακό σχολείο, την πλειοψηφία των οργάνων διοίκησης κατέχει ο σύνδεσμος γονέων, όπως και στα άλλα σχολεία. Ότι λειτουργεί ως σχολείο δευτέρου τύπου, στο πρόγραμμα του οποίου περιλαμβάνονται τα 2/3 της ύλης που προνοείται στα δημόσια σχολεία. Για το διδακτικό προσωπικό ανέφερε ότι υπήρχε εισήγηση για συνέχιση της απασχόλησης του με την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε διευθέτηση των προσόντων που χρειάζονται για να διοριστούν σε σχολεία ιδιωτικής εκπαίδευσης ιδίου ή παρόμοιου τύπου βάσει νομοθεσίας και δη πτυχίου στην ειδικότητα στην οποία καλείται να διδάξει ο εκπαιδευτικός. Επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκ.5) ότι η Αιτήτρια και μια άλλη εκπαιδευτικός η κα Σάββα δεν κατείχαν πανεπιστημιακό πτυχίο και ότι με το διετές δίπλωμα που κατείχαν δεν μπορούσαν να διδάξουν στην ιδιωτική εκπαίδευση, ισχυρίστηκε ότι υπήρξε συμφωνία με το σχολείο να τις βοηθήσουν να εγγραφούν σε πανεπιστήμιο ώστε να δοθεί και στις δύο η δυνατότητα να συνεχίσουν να διδάσκουν. Ενώ η κα Σάββα, όπως ανέφερε, είχε εγγραφεί αμέσως και πήρε το πτυχίο της, το όνομα της Αιτήτριας δεν εμφανιζόταν στο διδακτικό προσωπικό. Το σχολείο είχε υποχρέωση να ανταποκριθεί στις οδηγίες του Υπουργείου. Υπήρξε η ευελιξία η Αιτήτρια να παραμείνει αλλά με την προϋπόθεση να κάνει εγγραφή. Ωστόσο και αν αυτή η εγγραφή έπρεπε να ήταν δύο - τρία χρόνια γιατί ήταν εξ αποστάσεως, έπρεπε να μετακινηθεί. Επίσης, με όσα της ανέφερε ο διευθυντής του σχολείου και οι δύο γνώριζαν ότι θα έπρεπε να εγγραφούν σε πανεπιστήμιο. Τέλος ισχυρίστηκε ότι με βάση την νομοθεσία με το δίπλωμα που κατείχε η Αιτήτρια πουθενά δεν μπορεί να διδάξει διότι δεν είναι πτυχίο. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι η Αιτήτρια δεν κατείχε πτυχίο αλλά διετές δίπλωμα γενικών σπουδών το οποίο παρέχεται στο πρώτο και δεύτερο έτος σπουδών. Ότι τα προσόντα που απαιτούνται από την εκπαιδευτική υπηρεσία για διορισμό στην εκπαίδευση είναι το πτυχίο για την Ελλάδα, το Licence για την Γαλλία και το ΒΑ για την Αγγλία. Ότι υπάρχουν τα δεδομένα που αναγνωρίζονται από την εκπαιδευτική υπηρεσία για όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. και τρίτες χώρες και ότι το Licence είναι το πτυχίο που αναγνωρίζει και η Γαλλική Κυβέρνηση για να διδάξει κάποιος στην εκπαίδευση. Ότι δεν εναπόκειται στις υπηρεσίες του Υπουργείου, καθώς αναγνωρίζουν αυτά που αναγνωρίζει και το αντίστοιχο κράτος μέλος. Σε υποβολή ότι στην περίπτωση άλλης καθηγήτριας, της κας Σωτηρίου, αναγνωρίστηκε το διετές δίπλωμα και συνεχίζει να εργάζεται στο σχολείο, ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία μαζί της για το εν λόγω άτομο, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι σε μια τέτοια περίπτωση σημαίνει ότι υπήρξε αναβάθμιση και δικαιούται να διδάσκει. Ανέφερε επίσης ότι το σχολείο άνοιξε τις πόρτες του τον Σεπτέμβριο 2012 και ότι το Υπουργείο ήταν ευέλικτο κάποια χρόνια, με τις διευκολύνσεις και του σχολείου να εγγραφούν σε πανεπιστήμιο για ένα ακόμη χρόνο με σκοπό την απόκτηση πτυχίου. Η τρίτη μάρτυς για τους Καθ' ων η αίτηση, η κα Αθηνά Καραβαλή, κλήθηκε στο Δικαστήριο με την έκδοση μαρτυρικής κλήσης. Εργάζεται ως λειτουργός του Υπουργείου στο τμήμα αναγνώρισης τίτλων σπουδών του ΚΙΣΑΤΣ. Η Αιτήτρια, απ' ότι γνωρίζει, δεν υπέβαλε αίτηση για αναγνώριση του τίτλου σπουδών που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κληθείσα να τοποθετηθεί επί του τίτλου σπουδών της Αιτήτρια (Τεκ.18), ανέφερε ότι στη Γαλλία το πτυχίο είναι τριετές και αναγνωρίζεται ως Licence, ενώ παλιά, πριν από το Licence, δινόταν ένα δίπλωμα ονομαζόμενο deug, που αφορούσε γενικές πανεπιστημιακές σπουδές και αναγνωρίζεται από το ΚΙΣΑΤΣ ως διετές μεταλυκειακό δίπλωμα. Απ' ότι γνωρίζει με αυτό το δίπλωμα η Αιτήτρια δεν μπορούσε να διδάξει. Αντεξεταζόμενη σημείωσε ότι, από την εμπειρία της, το deug δεν είναι αρκετό για να μπορεί κάποιος να εργαστεί στην εκπαίδευση και ότι στη Γαλλία για να αποκτήσει κάποιος τα προσόντα διδασκαλίας θα πρέπει να ακολουθήσει πρόσθετα άλλο κλάδο και να πετύχει σε εξετάσεις. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει ότι άλλη καθηγήτρια η κα Σωτηρίου με διετές δίπλωμα στα Ισπανικά συνεχίζει να διδάσκει στο σχολείο, η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Η Αιτήτρια με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Β), αφού αναφέρθηκε στην επιστολή ημερ. 30.4.2014 και στο περιεχόμενο της (Τεκ.7), ισχυρίστηκε ότι η τελευταία συνάντηση που είχε με τους Καθ' ων η αίτηση πριν την κοινοποίηση της εν λόγω επιστολής ήταν στις 20.2.2014, όπου της προτάθηκε προσωρινά η ανάθεση πόστου μέχρι να διευθετηθεί το όλο ζήτημα, χωρίς ωστόσο να της διευκρινιστεί το πόστο και ο μισθός που θα λάμβανε. Σε συνάντηση που είχε με τη διεύθυνση του σχολείου στις 7.5.2014, της ανακοινώθηκε ότι το πτυχίο της δήθεν δεν γινόταν αποδεκτό από το Υπουργείο για να διδάσκει το μάθημα της βιολογίας στη μέση εκπαίδευση και της πρότειναν όπως μετατεθεί στο νηπιαγωγείο στη θέση βοηθού νηπιαγωγού, πρόταση που επανέλαβαν και με την επιστολή ημερ. 9.5.2014 (Τεκ.8). Ότι η ίδια απάντησε στην εν λόγω επιστολή με την επιστολή της συντεχνίας (Τεκ.9), για να ακολουθήσει ο τερματισμός της απασχόλησης της με τις επιστολές (Τεκ.10 και 11). Ισχυρίστηκε ότι ο σχεδιασμός της απόλυσης της άρχισε από τις 20.2.2014, καθώς σε συνεδρία των καθηγητών που έγινε στις 7.3.2014, ο κ. Boloux είπε ότι η ίδια το παίζει συνδικαλίστρια με σκοπό να κλείσει το σχολείο. Επίσης στη διάρκεια της συνεδρίας, ο διευθυντής δημοσίως της ανέφερε ότι θα καλούσαν άλλη καθηγήτρια για αντικατάσταση της. Αφού αναφέρθηκε στην επιστολή της δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.11), ισχυρίστηκε ότι στη συνέχεια οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε προκήρυξη της θέσης χωρίς καμία διαφοροποίηση των προσόντων που η ίδια κατείχε. Απορρίπτοντας σημαντικά σημεία της μαρτυρίας του κ. Boloux, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε της αναφέρθηκε από τη διεύθυνση του σχολείου ότι θα αναλάμβαναν τα έξοδα σπουδών της για απόκτηση του σχετικού τίτλου που θα της επέτρεπε να συνεχίσει ως καθηγήτρια βιολογίας / φυσιογνωστικών. Επίσης από τη θέση βοηθού νηπιαγωγού που της προτάθηκε, ουδέποτε της αναφέρθηκε ότι θα συνέχιζε με τις ίδιες απολαβές. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε τη θέση ότι το σχολείο πριν την μετεξέλιξη του σε Γάλλο-Κυπριακό τελούσε υπό τον έλεγχο του Γαλλικού Υπουργείου Παιδείας το οποίο έκρινε ότι κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα να διδάσκει. Σε υποβολή ότι το δίπλωμα που κατέχει αναγνωρίζεται μόνο στη Γαλλία για να διδάσκει το μάθημα βιολογίας/φυσιογνωστικών, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ενόσω βρισκόταν στο σχολείο και δη τον Οκτώβριο 2012 ο διευθυντής τη διαβεβαίωσε όπως και το υπόλοιπο προσωπικό ότι δεν προέκυπτε πρόβλημα με το Υπουργείο της Κύπρου, οπότε στη συνάντηση που είχαν μαζί τον Φεβρουάριο 2014 ενημερώθηκαν για πρώτη φορά για την επιστολή του Υπουργείου, λέγοντας τους επίσης ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι γι' αυτές. Ότι οι ίδιες θα έπρεπε να βρουν μια λύση γιατί διαφορετικά θα τους έβρισκαν ένα πόστο στο σχολείο, χωρίς όμως να τους ενημερώσουν για κάτι το συγκεκριμένο. Η Αιτήτρια δεν αρνήθηκε ότι η θέση του Υπουργείου ήταν ότι η ίδια και η κα Σάββα δεν δικαιούνταν να διδάξουν στην εκπαίδευση, κάτι το οποίο πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο
- Συμπλήρωσε μάλιστα ότι μετά από 21 χρόνια υπηρεσίας και εν καιρώ κρίσης, θα ήταν τρελή να μην αποδεχόταν τυχόν προσφορά του σχολείου για κάλυψη των εξόδων συνέχισης των σπουδών της και να έχανε την εργασία της. Ότι μια τέτοια λύση συνέχισης των σπουδών της με την οικονομική στήριξη του σχολείου έγινε από την ΠΕΟ, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση. Αντίθετα το σχολείο προκήρυξε, μέσω ιντερνέτ την αντικατάσταση της. Σε υποβολή ότι η κα Σάββα συνέχισε τις σπουδές της με έξοδα του σχολείου και απέκτησε τον απαιτούμενο τίτλο, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μετά την απόλυση της έμαθε ότι το σχολείο έδωσε στην κα Σάββα λεφτά για να συνεχίσει τις σπουδές της. Στην ίδια ωστόσο το μόνο που αναφέρθηκε ήταν να βρει μια λύση χωρίς καμιά αναφορά ότι θα έπρεπε να σπουδάσει. Τη λύση την έδωσε η ΠΕΟ χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση. Σε υποβολή ότι της προτάθηκε να εγγραφή σε πανεπιστήμιο και ταυτόχρονα να συνεχίσει να δουλεύει στο σχολείο σαν καθηγήτρια, ισχυρίστηκε πως ήταν αδύνατο για την ίδια να σπουδάζει στη Γαλλία και ταυτόχρονα να ευρίσκεται στην εργασία της, καθώς η καθημερινή παρουσία στο πανεπιστήμιο για τον κλάδο της βιολογίας που αφορά πρακτικές σπουδές επιβαλλόταν. Σπουδές εξ αποστάσεως στη βιολογία δεν υπάρχει διότι υπάρχει πρακτική. Για τη θέση βοηθού νηπιαγωγού επέμενε ότι την πληροφόρησαν για πρώτη φορά με την επιστολή ημερ. 9.5.2014 και ότι ποτέ δεν της έγινε οποιαδήποτε αναφορά για τον μισθό που θα λάμβανε και τις ώρες εργασίας της καθώς γι' αυτή τη θέση το σχολείο πρόσφερε πολύ λιγότερο μισθό με πολύ περισσότερες ώρες εργασίας. Μαρτυρία για την Αιτήτρια έδωσαν η κα Gisele Soteriou και η κα Αμαντίν Κιτρομηλίδου. Η πρώτη μάρτυς κλήθηκε στο Δικαστήριο με την έκδοση μαρτυρικής κλήσης. Προσλήφθηκε στο "Ecole Française Arthur Rimbaud" το 1994 και συνέχισε να απασχολείται και μετά τη μετεξέλιξη του σε Γάλλο-Κυπριακό σχολείο με τους ίδιους όρους. Δίδασκε ισπανικά και είναι βοηθός νηπιαγωγός. Κατέχει τον τίτλο του γαλλικού deug. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι συνεχίζει μέχρι σήμερα να διδάσκει στο σχολείο, ότι δεν αποτάθηκε στο ΚΙΣΑΤΣ για αναγνώριση του πτυχίου της και ότι είναι εγγεγραμμένη στον κατάλογο διοριστέων εκπαιδευτικών του Υπουργείου, λόγω του ότι δούλευε στα κρατικά ινστιτούτα. Η δεύτερη μάρτυς είναι κόρη της Αιτήτριας, κάτοχος πτυχίου και μεταπτυχιακού στην αρχιτεκτονική. Παράλληλα με τη δική της δουλειά ως αρχιτέκτονας εργαζόταν στο σχολείο ως καθηγήτρια τέχνης και ιστορίας της τέχνης από το 2010 -
- Αναφερόμενη, κατά την αντεξέταση της, στα ακαδημαϊκά της προσόντα και ερωτηθείσα εάν το πτυχίο που κατέχει είναι του ιδίου επιπέδου με αυτό της μητέρας της, αρκέστηκε να πει ότι είναι χειρότερο γιατί είναι άσχετο με τον κλάδο που της ανατέθηκε να διδάσκει. Ότι για τον κλάδο της έχει αξία αλλά για άλλους όχι γιατί είναι εκτός θέματος. Ανεξάρτητα από το μάθημα που δίδασκε παραδέχθηκε ότι το deug που κατείχε η μητέρα της δεν είναι του ιδίου επιπέδου με το δικό της πτυχίο. Αγορεύσεις Ο κ. Σταυρινίδης, στην τελική γραπτή αγόρευση του προέβαλε τους πιο κάτω νομικούς ισχυρισμούς: (α) Ότι οι Καθ' ων η αίτηση κωλύονται με τη συμπεριφορά τους να ισχυρίζονται το νόμιμο της απόλυσης της Αιτήτριας καθώς αποτελεί παραδεκτό γεγονός, που θέτει με τη μαρτυρία του ο κ. Boloux, ότι οι Καθ' ων η αίτηση προσφέρθηκαν να καταβάλουν αποζημίωση, την οποία η Αιτήτρια θεώρησε χαμηλή και δεν αποδέχθηκε, (β) Ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ακολούθησαν την προβλεπόμενη στο καταστατικό τους διαδικασία (Τεκ.14) για την απόλυση της Αιτήτριας, (γ) Ότι οι Καθ' ων η αίτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία δεν κατάφεραν να στηρίξουν την επίμαχη απόφαση τους, σε ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου, με επακόλουθο η Αιτήτρια να μη στερείται του δικαιώματος σε αποζημίωση. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι η μη λήψη μέτρων από τους Καθ' ων η αίτηση να κρατήσουν την Αιτήτρια στην υπηρεσία τους τείνει να καταδείξει την άνιση μεταχείριση που είχε η Αιτήτρια σε αντιδιαστολή με άλλους συναδέλφους της, με τα ίδια προσόντα, οι οποίοι μέχρι σήμερα συνεχίζουν να διδάσκουν στο σχολείο. Αντίθετα η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση αφού ανέλυσε την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, προέβη σε αριθμό εισηγήσεων με βασική θέση ότι η Αιτήτρια με το δίπλωμα που κατείχε δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα για να ασκεί τα καθήκοντα καθηγητή και να διδάσκει το μάθημα των Φυσιογνωστικών και της Βιολογίας. Προς υποστήριξη της θέσεως της αναφέρθηκε στον περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμο του 1971 ως έχει τροποποιηθεί. Με αναφορά επίσης στο άρθρο 5(α) και (στ) του Νόμου, εισηγήθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα της και ότι με την όλη συμπεριφορά και άρνηση της να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις και προτροπές των Καθ' ων η αίτηση και του Υπουργείου, υπέπεσε σε σοβαρή και ή επαναλαμβανόμενη παράβαση ή παραγνώριση κανόνων εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέση με την απασχόληση της, με αποτέλεσμα η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου ευλόγως να μην αναμένεται να συνεχιστεί. Με αναφορά επίσης στο άρθρο 5(γ) του Νόμου εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών της Αιτήτριας οφείλετο σε ανωτέρα βία καθώς σε καμία περίπτωση δεν ευθύνονταν οι Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι όφειλαν να εφαρμόζουν τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, προς αποφυγήν οποιωνδήποτε συνεπειών, όπως η αναστολή και ακύρωση της άδειας λειτουργίας του σχολείου και η επιβολή προστίμου. Ανάλυση Με δεδομένη την επιστολή ημερ. 27.1.2014 (Τεκ.5) με την οποία το Υπουργείο πληροφόρησε τον Διευθυντή του Σχολείου ότι η Αιτήτρια και μία άλλη συνάδελφος της, η κα Σάββα, δεν μπορούσαν να διδάξουν στην εκπαίδευση, διότι δεν κατείχαν πανεπιστημιακό πτυχίο, οι Καθ' ων η αίτηση στις 20.2.2014 κάλεσαν την Αιτήτρια σε συνάντηση και την ενημέρωσαν για τη θέση του Υπουργείου, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε αμφισβήτηση τίθεται ωστόσο η εισήγηση του κ. Boloux ότι κατά την εν λόγω συνάντηση επανέλαβε στην Αιτήτρια την πρόταση του Σχολείου για εγγραφή της σε πανεπιστημιακό ίδρυμα, για απόκτηση του απαιτούμενου τίτλου σπουδών, με έξοδα που θα αναλάμβανε το Σχολείο, ενώ θα συνέχιζε να εργάζεται ως καθηγήτρια Φυσιογνωστικών με βάση τη διευθέτηση που έγινε με το Υπουργείο, ζήτημα όμως που δεν επιβεβαιώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ούτε και θα μπορούσε να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε. Πουθενά στα κατατεθέντα τεκμήρια που ακολούθησαν της συνάντησης ημερ. 20.2.2014, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε πρόταση για εγγραφή της Αιτήτριας σε πανεπιστημιακό ίδρυμα με έξοδα που θα αναλάμβαναν οι Καθ' ων η αίτηση και ή σε οποιαδήποτε συμφωνία με το Υπουργείο ότι θα συνέχιζε την απασχόληση της ως καθηγήτρια βιολογίας/φυσιογνωστικών κατά την περίοδο των σπουδών της. Αυτό που συνάγεται από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 30.4.2014 (Τεκ.7) είναι ότι κατά την εν λόγω συνάντηση, αφενός ζητήθηκε από την Αιτήτρια να συμμορφωθεί με τις αξιώσεις των κυπριακών αρχών για τον καθορισμό των αναγκαίων δηλώσεων για την καλή σύνταξη του φακέλου της και αφετέρου ότι θα μπορούσαν να θέσουν προτάσεις για θέσεις προς τα τέλη Απριλίου σε περίπτωση που ο φάκελος της θα ήταν στη διαδικασία σύνταξης του ή όταν θα ήταν στη διαδικασία της αποδοχής από τις κυπριακές αρχές. Επίσης στην επιστολή που ακολούθησε, ημερ. 9.5.2014 (Τεκ.8), αφού γίνεται αναφορά σε μη πραγματοποίηση καμίας ενέργειας από πλευράς της Αιτήτριας για νομιμοποίηση της κατάστασης της έναντι των κυπριακών αρχών, οι οποίες είναι αρμόδιες για να της επιτρέψουν να διδάσκει στο Σχολείο, της προτάθηκε θέση βοηθού στη νηπιαγωγική εκπαίδευση. Εν ολίγοις από τη γενική και ασαφή διατύπωση του περιεχομένου των εν λόγω επιστολών δεν καθίσταται φανερή και ξεκάθαρη η θέση των Καθ' ων η αίτηση, σε τι ενέργειες θα έπρεπε να προβεί η Αιτήτρια για την καλή σύνταξη του φακέλου της και πότε η Αιτήτρια θα νομιμοποιείτο έναντι των κυπριακών αρχών για να της επιτραπεί να διδάσκει στο σχολείο. Περαιτέρω δεν διατυπώνεται ξεκάθαρα η συμφωνία που είχαν οι Καθ' ων η αίτηση με το Υπουργείο, ότι η Αιτήτρια θα εδικαιούτο να συνεχίσει να διδάσκει από τη θέση που κατείχε, εάν γραφόταν σε πανεπιστήμιο. Είναι λοιπόν άξιον απορίας γιατί δεν υπήρξε έστω και μια σχετική αναφορά σε οποιαδήποτε από τις επιστολές που προηγήθηκαν της απόλυσης της Αιτήτριας, σε σχέση με τις πιο πάνω τοποθετήσεις, τη στιγμή που οι Καθ' ων η αίτηση για άλλα ζητήματα δεν παρέλειψαν να το πράξουν. Και βεβαίως δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε άλλο που να τείνει να καταδείξει από τη μια τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι θα αναλάμβαναν τα έξοδα σπουδών της Αιτήτριας και από την άλλη ότι ενημέρωσαν την Αιτήτρια για την απόφαση του Υπουργείου, την οποία άλλωστε επιβεβαίωσε και η κα Παπά, ότι θα μπορούσε να διατηρήσει τη θέση της εάν εγγραφόταν σε πανεπιστήμιο. Πρόσθετα, από το περιεχόμενο των επιστολών δεν φαίνεται να δόθηκε στην Αιτήτρια οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο εντός του οποίου θα έπρεπε να προβεί στις αναγκαίες κατά τους ίδιους ενέργειες για σκοπούς νομιμοποίησης της, είτε αυτές αφορούσαν την εγγραφή της σε πανεπιστήμιο είτε την αποπεράτωση των σπουδών της για εξασφάλιση των απαιτούμενων από το Υπουργείο προσόντων. Τα όσα ο κ. Boloux παρέθεσε προφορικά με τη μαρτυρία του, δεν φαίνεται να περιήλθαν εις γνώση της Αιτήτριας με βάση και το περιεχόμενο των ενώπιον μας επιστολών. Περαιτέρω η άλλη θέση του κ. Boloux ότι η Αιτήτρια θα συνέχιζε από την προτεινόμενη θέση της βοηθού νηπιαγωγού με τις ίδιες απολαβές που λάμβανε ως καθηγήτρια φυσιογνωστικών, επίσης δεν υποστηρίζεται από την προσαχθεί-σα μαρτυρία. Τίποτα το συγκεκριμένο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να επιβεβαιώσει τη θέση του μάρτυρα και να απορρίπτει την αντίθετη θέση της Αιτήτριας, περί μείωσης των απολαβών της και αύξησης των εβδομαδιαίων ωρών απασχόλησης της. Τα όσα μάλιστα οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται με την επιστολή της δικηγόρου τους (Τεκ.11), περί προσπαθειών τους, εδώ και αρκετά χρόνια, να προβεί η Αιτήτρια σε διόρθωση των ακαδημαϊκών της προσόντων και σε προσφορά θέσης εργασίας στο προαναφερόμενο σχολείο με τα ίδια οικονομικά οφέλη, αποτελούν ισχυρισμούς που δόθηκαν στην Αιτήτρια με την απόλυση της και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με τα όσα είχαν προηγηθεί. Αφενός διότι η αμφισβήτηση των ακαδημαϊκών προσόντων της Αιτήτριας προέκυψε για πρώτη φορά με την επιστολή του Υπουργείου ημερ. 27.1.2014 (Τεκ.5) και αφετέρου οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε ενημέρωσαν την Αιτήτρια για τα οικονομικά οφέλη που θα είχε από τη θέση βοηθού νηπιαγωγού, την οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδέχθηκε. Η κα Παπά, με τη μαρτυρία της επιβεβαίωσε ουσιαστικά τα αναφερόμενα στην επιστολή ημερ. 27.1.2014 (Τεκ.5), την οποία φέρεται να υπέγραψε η ίδια. Πέραν τούτου, ενώ αναφέρθηκε και στην απόφαση του Υπουργείου, ότι η Αιτήτρια και η κα Σάββα θα μπορούσαν να συνεχίσουν την απασχόληση τους στο σχολείο από τη θέση καθηγητή εάν εγγράφονταν σε πανεπιστήμιο, ισχυριζόμενη μάλιστα ότι σε κάποιο στάδιο συζήτησε το θέμα και με τον διευθυντή του σχολείου, ωστόσο τίποτα το συγκεκριμένο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τη θέση του κ. Boloux ότι η Αιτήτρια είχε ενημερωθεί για την εν λόγω απόφαση. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε ότι ο τίτλος deug που κατείχε η Αιτήτρια δεν αποτελεί ούτε στη Γαλλία το απαιτούμενο προσόν διορισμού στην εκπαίδευση, θέση που υποστήριξε και η κα Καραβαλή, και ότι τα προσόντα που απαιτούνται από την εκπαιδευτική υπηρεσία της Κύπρου είναι αυτά που αναγνωρίζονται και από την αντίστοιχη χώρα που τα παρέχει, όπως το πτυχίο για την Ελλάδα, το Licence για τη Γαλλία και το ΒΑ για την Αγγλία, ωστόσο οι Καθ' ων η αίτηση, αντίθετα με τη θέση των εν λόγω μαρτύρων, υπέβαλαν στην Αιτήτρια, κατά την αντεξέταση της, ότι το δίπλωμα που κατέχει αναγνωρίζεται μόνο στη Γαλλία για να διδάσκει το μάθημα βιολογίας / φυσιογνωστικών. Και ενώ οι δύο μάρτυρες, έθεσαν υπό αμφισβήτηση τα προσόντα της Αιτήτριας, ισχυριζόμενες ότι ο τίτλος deug δεν της παρείχε το δικαίωμα να διδάξει στην εκπαίδευση, εν τούτοις ερωτηθείσα η κα Παπά σε σχέση με τα προσόντα και την κατάσταση της κας Σωτηρίου, δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις λέγοντας ότι δεν είχε μαζί της οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούσαν το συγκεκριμένο πρόσωπο. Ελλείψει λοιπόν οποιαδήποτε άλλης μαρτυρίας, τα όσα κατέθεσε η κα Σωτηρίου παρέμειναν αδιευκρίνιστα και εν τέλει αδιαμφισβήτητα. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η κα Σωτηρίου κατέχει τον ίδιο τίτλο με την Αιτήτρια, ότι είναι εγγεγραμμένη στον κατάλογο διοριστέων εκπαιδευτικών του Υπουργείου και ότι δούλευε στα κρατικά ινστιτούτα, γεγονός που της παρέχει δικαίωμα διορισμού σε δημόσια σχολεία. Επίσης ενώ εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως βοηθός νηπιαγωγός δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι δίδασκε το μάθημα των Ισπανικών. Πρόσθετα, ενώ η κα Παπά αναφέρθηκε στους τύπους των ιδιωτικών σχολείων που λειτουργούν σήμερα στην Κύπρο με βάση τον σχετικό νόμο και τις διαφοροποιήσεις που επήλθαν με τη μετεξέλιξη του σχολείου σε Γάλλο-Κυπριακό, ωστόσο δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε εξηγήσεις, πώς η Αιτήτρια κατάφερε να διοριστεί στο "Ecole Française Arthur Rimbaud", το οποίο πριν τη μετεξέλιξη του υπαγόταν απευθείας στο Υπουργείο Παιδείας της Γαλλίας, εάν όντως δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα που απαιτεί η Γαλλική Κυβέρνηση. Από την προσαχθείσα ενώπιον μας μαρτυρία προκύπτει επίσης ως αναντίλεκτο γεγονός, ότι η κα Σταύρου εγγράφηκε σε πανεπιστημιακό ίδρυμα με έξοδα που ανέλαβαν οι Καθ' ων η αίτηση, γεγονός που επιβεβαίωσε και η Αιτήτρια με τη μαρτυρίας της λέγοντας ότι μετά την απόλυση της και συγκεκριμένα περί τον μήνα Νοέμβριο 2014, έμαθε ότι το σχολείο έδωσε λεφτά στην κα Σάββα για να συνεχίσει της σπουδές της, ενώ στην ίδια το μόνο που αναφέρθηκε ήταν να βρει μια λύση χωρίς καμία αναφορά ότι θα έπρεπε να σπουδάσει. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η κα Σάββα συνέχισε να εργάζεται στο σχολείο ως καθηγήτρια και να διδάσκει το αναφερόμενο σ' αυτή μάθημα των Οικονομικών. Πέραν τούτου τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τα όσα η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση έθεσε με τη μαρτυρία της, ότι δηλαδή η κα Σάββα εγγράφηκε αμέσως σε πανεπιστήμιο, τι ενημέρωση είχε από τους Καθ' ων η αίτηση για την απόφαση του Υπουργείου και τι χρονικά περιθώρια της είχαν δοθεί για την εγγραφή της σε πανεπιστήμιο και την αποπεράτωση των σπουδών της, ώστε να διατηρήσει τη θέση της ως καθηγήτρια και να μην της προταθεί άλλη θέση όπως συνέβη στην περίπτωση της Αιτήτριας. Με βάση την πιο πάνω ανάλυση της μαρτυρίας και τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου θα προχωρήσουμε στην εξέταση των ζητημάτων που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν στις τελικές αγορεύσεις τους και αφορούν το δικαιολογημένο ή μη του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας. (α) Τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας και ανωτέρα βία. Κατά γενική αρχή μια σύμβαση εργασίας δύναται να τερματιστεί λόγω ενός απρόβλεπτου γεγονότος που τη ματαιώνει (Frustrated). Σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση τερματίζεται αυτόματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών παύουν να υφίστανται. Λόγοι ματαίωσης μιας σύμβασης αναγνωρίζονται και στο άρθρο 5(γ) του Νόμου, όπου προνοείται ότι τερματισμός της απασχόλησης δεν παρέχει δικαίωμα σε αποζημίωση: (γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου· Παρόλο που η λέξη ματαίωση δεν εμφανίζεται στην πιο πάνω πρόνοια, είναι φανερό ότι ο νομοθέτης έχει κατά νουν περιπτώσεις όπου λόγω γεγονότος ανωτέρας βίας (που συνήθως συνιστά γεγονός ματαίωσης στο κοινοδίκαιο και στο Νόμο) η περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης καθίσταται αδύνατη με αποτέλεσμα η σύμβαση να τερματιστεί ως θέμα δικαίου και όχι επιλογής ή με υπαιτιότητα των μερών. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία η παρατεταμένη ή ξαφνική ασθένεια ή ανικανότητα ενός εργοδοτούμενου αποτελεί το συνηθέστερο γεγονός που οδηγεί στη ματαίωση της σύμβασης εργασίας [Hart v. Marshall
(1997)]. Ωστόσο έχει αποφασιστεί ότι ματαίωση μπορεί να αποτελέσει η στρατολόγηση του εργοδοτούμενου για μακρά χρονική περίοδο [Unger v. Preston Corporation
(1942)] και η προσωρινή διαγραφή γιατρού από το μητρώο γιατρών, λόγω αναστολής της άδειας εξάσκησης του ιατρικού λειτουργήματος για περίοδο 12 μηνών [Tarnesby v. Kensington, Chelsea and Westminster AHA
(1981)]. Το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση εργασίας έχει ματαιωθεί, το οποίο είναι ιδιαίτερα ψηλό, είναι στους ώμους του διαδίκου που προβάλλει τον εν λόγω ισχυρισμό. Το κριτήριο κατά πόσο η σύμβαση εργασίας έχει ματαιωθεί είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την πεποίθηση και τις υποκειμενικές αντιλήψεις των συμβαλλομένων μερών σε σχέση με την εργασιακή σχέση. Στην Williams v. Watsons Luxury Coaches Ltd [1990] ICR 536 το EAT αναφερόμενο στην υπόθεση F.C.Shepherd & Co. Ltd. v. Jerrom [1986] ICR 802 διευκρίνισε ότι ο διάδικος που επικαλείται τη ματαίωση της σύμβασης δεν δικαιούται να βασιστεί σε γεγονός ματαίωσης το οποίο προκλήθηκε από τον ίδιο. Λόγω της δραστικότητας του μέτρου επί των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου (καθώς ο εργοδοτούμενος δεν μπορεί να αξιώσει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση), τόνισε ότι στο τομέα του εργατικού δικαίου δεν πρέπει να γίνεται επίκληση του δόγματος με ευκολία και ότι είναι προς το συμφέρον των εργασιακών σχέσεων να περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του δόγματος της ματαίωσης στις συμβάσεις εργασίας, διότι υπό διαφορετικές συνθήκες θα παρέχεται στον εργοδότη ένας εύκολος τρόπος να αποφύγει την υποχρέωση του να διεξάγει εύλογη έρευνα σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του εργοδοτούμενου και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι επιφυλακτικό, προσεκτικό και να διασφαλίζει ότι το δόγμα δεν εφαρμόζεται όταν η ενώπιον του περίπτωση συνιστά στην ουσία απόλυση λόγω ανικανότητας για λόγους υγείας. Για αυτούς τους λόγους πολύ σπάνια στο τομέα του εργατικού δικαίου υπάρχουν αποφάσεις που ασχολούνται με το δόγμα της ματαίωσης. Σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στις σελ. 156 όπου σημειώνονται τα πιο κάτω: "The effect of frustration is that the contract, together with all the rights and obligations of the parties under it, terminates automatically without a dismissal. Tribunals are generally reluctant to find that an employment contract has been frustrated as this means that the employee loses all employment rights, including the right to claim unfair dismissal. Employers should therefore be cautious in invoking the doctrine of frustration. The best view would seem to be that employers should only rely on frustration where the unforeseen event renders all further employment permanently impossible. Even then, they should also plead an alternative defence - that if there was a dismissal (i.e. the contract was not frustrated) it was a fair dismissal on the ground of the employee's prolonged incapability through sickness. But before doing this, they need to make sure that they have followed the correct procedures for sickness dismissals." (Βλέπε επίσης R. Upex, The Law of Termination of Employment, 7th Edition, Jordans, σελ. 144: "It has been pointed out that the doctrine of frustration is not to be invoked lightly. This means that, unless there are clear and compelling circumstances which warrant a finding of frustration, the court or tribunal is likely to be reluctant to conclude that a frustrating event has occurred.")[1] Το τι αποτελεί ανωτέρα βία ορίζεται ως ακολούθως στο Oxford Dictionary of Law, Seventh Edition 2009: "Force Majeure [French] Irresistible compulsion or coercion. The phrase is used particularly in commercial contracts to describe events possibly affecting the contract and that are completely outside the parties' control. Such events are normally listed in full to ensure their enforceability; they may include acts of God, fires, failure of suppliers or subcontractors to supply the supplier under the agreement, and stricks and other labour disputes that interfere with the supplier's performance of an agreement. An express clause would normally excuse both delay and a total failure to perform the agreement." Ελεύθερη μετάφραση «Ανωτέρα Βία - Ακαταμάχητος καταναγκασμός ή εξαναγκασμός. Η φράση χρησιμοποιείται ιδιαίτερα σε εμπορικές συμβάσεις για να περιγράψει γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να επηρεάσουν τη σύμβαση και τα οποία είναι εντελώς εκτός του ελέγχου των συμβαλλόμενων μερών. Τέτοια γεγονότα αναφέρονται συνήθως στο σύνολό τους ούτως ώστε να διασφαλιστεί η εκτελεστότητα τους. Μπορεί να περιλαμβάνουν θεομηνίες (acts of god), πυρκαγιές, σφάλματα από πλευράς των προμηθευτών ή των υπεργολάβων, καθώς και απεργίες και άλλες εργασιακές διαφορές που επηρεάζουν την εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή. Μια ρητή ρήτρα συνήθως δικαιολογεί τόσο την καθυστέρηση όσο και την πλήρη αποτυχία εκτέλεσης της συμφωνίας.» Επίσης, στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας», 2002, σελ. 500, παρ. 837 δίδεται ο ακόλουθος ορισμός: «Ανωτέρα βία αποτελεί ένα τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο δεν είναι δυνατό να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Κρίθηκε ότι συνιστούν γεγονότα ανωτέρας βίας η οριστική διακοπή των εργασιών της επιχείρησης κατόπιν διαταγής της Αρχής, η δυνάμει δικαστικής απόφασης έξωσης του εργοδότη από το μισθωμένο κατάστημα λόγω ιδιόχρησης, η κατεδάφιση και ανοικοδόμηση, όταν δεν είναι δυνατή η συνέχιση της επιχείρησης σε άλλο κατάστημα χωρίς δυσανάλογα μεγάλη οικονομική επιβάρυνση, η καταστροφή των εγκαταστάσεων της επιχείρησης εξ αιτίας σεισμού ή πυρκαγιάς, η βαριά και αιφνίδια ασθένεια του εργοδότη κ.ά. Επίσης κρίθηκε ότι συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, το οποίο δικαιολογεί την χωρίς αποζημίωση απόλυση υπαλλήλου απασχολούμενου σε πολιτικό γραφείο βουλευτού, ή μετά το πραξικόπημα της 21.04.1967 απαγόρευση λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων και η διακοπή κάθε πολιτικής δραστηριότητας. Αντίθετα, δεν θεωρήθηκαν ως περιστατικά ανωτέρας βίας η διακοπή των εργασιών της επιχείρησης συνεπεία της κακής οικονομικής κατάστασής της, η ανάκληση από την αρμόδια αρχή της άδειας λειτουργίας κλινικής λόγω της παράλειψης του κλινικάρχη να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του νόμου. Η έξωση του εργοδότη από το μισθωμένο ακίνητο στο οποίο στεγάζεται η επιχείρησή του λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, η πτώχευση του εργοδότη, η εκπλειστηρίαση των κτιριακών εγκαταστάσεων του "διότι οφείλεται σε οικονομική δυσπραξία αυτού, η οποία θα μπορούσε να από-τραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, με συνέπεια να μην απαλλάσσεται ο εναγόμενος από την υποχρέωση για πληρωμή της αποζημίωσης απόλυσης"». Στην προκείμενη περίπτωση η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για τους Καθ' ων η αίτηση εστιάζεται στο γεγονός ότι με βάση τον περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμο του 1971 ως έχει τροποποιηθεί, την αποκλειστική ευθύνη και τον έλεγχο για τη σωστή λειτουργία του σχολείου την έχει το Υπουργείο και ότι σε περίπτωση που οι Καθ' ω η αίτηση δεν συμμορφώνονταν με τις πρόνοιες του νόμου και επέτρεπαν στην Αιτήτρια να συνεχίσει να εργάζεται ως καθηγήτρια από τη θέση που κατείχε, χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα, κινδύνευαν με κλείσιμο του σχολείου και επιβολή προστίμου. Εξετάζοντας τον προβαλλόμενο αυτό λόγο της ανωτέρας βίας, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην αλλαγή της νομικής μορφής του σχολείου και στη μετεξέλιξη του σε Γάλλο-Κυπριακό σχολείο, με όλα τα επακόλουθα που ήθελαν προκύψει και επηρεάσει, με βάση την πιο πάνω εισήγηση, τη σύμβαση εργασίας της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να ήταν εκτός του ελέγχου των Καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα, είναι προδήλως φανερό ότι το γεγονός της ματαίωση, που οι ίδιοι επικαλούνται, προέκυψε κατόπιν προτάσεως που υπέβαλε στο Υπουργείο η δική τους πλευρά. Ειδικότερα από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 9.4.2012 (Τεκ.3) καθίσταται φανερό ότι το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να αποδεχτεί την πρόταση της Γαλλικής πλευράς σχετικά με τη νομική μορφή του σχολείου, έτσι ώστε, το Γάλλο-Κυπριακό Σχολείο που θα δημιουργείτο, να αποτελεί μετεξέλιξη του υφιστάμενου ιδιωτικού σχολείου Arthur Rimbaud. Επίσης το νέο σχολείο θα έπρεπε να πληροί τους όρους και προϋποθέσεις του περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμου του 1971 ως έχει τροποποιηθεί. Επομένως με την υποβολή της πρότασης για αλλαγή του νομικού καθεστώτος του υφιστάμενου σχολείου σε Γάλλο-Κυπριακό, οι Καθ' ων η αίτηση ήταν σε θέση να γνωρίζουν από την πρώτη στιγμή ότι το σχολείο θα λειτουργούσε με βάση την υφιστάμενη κυπριακή νομοθεσία. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια και προτού ακόμη οι Καθ' ων η αίτηση υποβάλουν την πρόταση τους, εύκολα θα μπορούσαν να διαπιστώσουν εάν το υφιστάμενο προσωπικό, του οποίου ανέλαβαν να συνεχίσουν την απασχόληση, πληρούσε τα απαιτούμενα από τον νόμο προσόντα για να διδάξει στην εκπαίδευση. Σε τελική ανάλυση, η δημιουργία του Γάλλο-Κυπριακού σχολείου, με όλα τα επακόλουθα που ήθελαν προκύψει, συμπεριλαμβανόμενης και της εισήγησης ότι η Αιτήτρια δεν πληρούσε τα απαιτούμενα προσόντα για να διδάσκει στην εκπαίδευση και ότι οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του νόμου, δεν αποτελούν γεγονότα ανωτέρας βίας που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν εάν από την αρχή επεδείκνυαν την πρέπουσα επιμέλεια και σύνεση. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση η σύμβαση εργασίας δεν ματαιώθηκε. Σε κάθε περίπτωση όμως να σημειώνουμε ότι θέμα ματαίωσης λόγω ανωτέρας βίας τέθηκε για πρώτη φορά με τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση και δεν αποτέλεσε ζήτημα δικογράφησης. (β) Η λογικότητα της απόφασης τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας Με βάση και την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων για τους Καθ' ων η αίτηση, ένας από τους λόγους που μπορεί να καταστήσει την απόλυση δικαιολογημένη, είναι (άρθρο 5(α) του Νόμου) «η παράλειψη του εργοδοτούμενο να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο». Σύμφωνα με την επιφύλαξη της εν λόγω διατάξεως, «Προσωρινή ανικανότητα για εργασία που οφείλεται σε ασθένεια, βλάβη, τοκετό ή νόσο δεν θεωρείται ότι εμπίπτει μέσα σ' αυτή την παράγραφο». Όπως και για κάθε άλλο λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, έτσι και εδώ, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας ("reasonableness"). Σύμφωνα με τη νομολογία η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρόκειται για ένα αντικειμενικό κριτήριο που δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Κατά την άσκηση του δικαιώματος του για απόλυση, ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία ("a Fair Procedure"), κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν από τη λήψη της απόφασης απόλυσης του (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α..Α.Δ. (Β) 1478, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, την οποία το παρών Δικαστήριο ακολούθησε και σε παλαιότερες αποφάσεις του, η νομιμότητα μιας απόλυσης που οφείλεται στην παράλειψη του εργοδοτούμενου να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο, εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας. Ειδικότερα όταν ο εργοδότης κάνει χρήση του άρθρου 5(α) του Νόμου θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η εφαρμογή της πρόνοιας αυτής απαιτεί λογική αποτελεσματικότητα (reasonable efficiency) και όχι μεγίστη αποτελεσματικότητα (utmost efficiency). Τι είναι λογική αποτελεσματικότητα είναι θέμα βαθμού εξαρτώμενου από τα γεγονότα και τα περιστατικά που περιβάλλον την κάθε υπόθεση. Ο εργοδότης θα πρέπει κατ' αρχάς να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά την εργασία του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως θα πρέπει να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προέβη σε λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτούμενου δεν ήταν η λογικά αναμενόμενη και ότι έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του. Επίσης ότι έδωσε στον εργοδοτούμενο τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και τον προειδοποίησε (worn him) για τις τυχόν συνέπειες πριν του δώσει προειδοποίηση (notice) απόλυσης. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Στην προκείμενη περίπτωση η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων για τους Καθ' ων η αίτηση είναι ότι η Αιτήτρια δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία της, διότι δεν κατείχε το απαιτούμενο δίπλωμα που θα της επέτρεπε να συνεχίσει να εργάζεται ως καθηγήτρια βιολογίας/φυσιογνωστικών. Με άλλα λόγια οι Καθ' ων η αίτηση θέτουν υπό αμφισβήτηση τα ακαδημαϊκά προσόντα της Αιτήτριας για να συμπεραίνουν ότι δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία της. Εξετάζοντας τον προβαλλόμενο αυτό λόγο, σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι μια τέτοια εισήγηση δεν φαίνεται να συνάδει με το γράμμα και το πνεύμα της συγκεκριμένης διάταξης. Η ικανότητα (Capability), όπως προκύπτει από το γράμμα του Νόμου αξιολογείται με αναφορά στην επιδεξιότητα, την υγεία ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή διανοητικό στοιχείο, ενώ ο όρος προσόντα (qualifications), που δεν φαίνεται να προκύπτει από το γράμμα της συγκεκριμένης διάταξης του Νόμου, σημαίνει πτυχίο, δίπλωμα ή οποιοδήποτε άλλο ακαδημαϊκό ή επαγγελματικό προσόν που σχετίζεται με τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Η προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου προφανώς αιτιολογείται σε συνάντηση και με τον αντίστοιχο αγγλικό νόμο (άρθρο 98
(1)
(2)(a)
(3)του ERA 1996) και τη σχετική αγγλική νομολογία όπου γίνεται διάκριση της ικανότητας από τα προσόντα του εργοδοτούμενου. Συνεπώς η εν λόγω διάταξη δεν βρίσκουμε να χρήζει εφαρμογής στην περίπτωση της Αιτήτριας. Από τα γεγονότα επίσης της υπόθεσης είναι φανερό ότι στα 21 χρόνια απασχόλησης της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν έθεσαν υπό αμφισβήτηση τις ικανότητες της να διδάσκει στο σχολείο από τη θέση την οποία κατείχε. Όπως ανέφερε ο κ. Boloux, κατά την αντεξέταση του, η διεύθυνση του σχολείου ήταν ικανοποιημένη με την απόδοση της Αιτήτριας, ωστόσο η ίδια δεν μπορούσε να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντα της ως είχαν, καθώς δεν έκανε τα αναγκαία διαβήματα για εξασφάλιση του απαιτούμε-νου τίτλου που θα της επέτρεπε να συνεχίσει να διδάσκει στο σχολείο. Εν ολίγοις αυτό που απέτρεψε τους Καθ' ων η αίτηση από το να συνεχίσουν την απασχόληση της Αιτήτριας ως καθηγήτριας φυσιογνωστικών/ βιολογίας, δεν ήταν η μη ικανοποιητική εκτέλεση της εργασίας της αλλά η μη διάθεση των αναγκαίων ακαδημαϊκών προσόντων με βάση την απόφαση του Υπουργείου. Από την προσαχθείσα ωστόσο μαρτυρία και τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται ούτε και η πιο πάνω εισήγηση των Καθ' ων η αίτηση. Ενώ και οι δύο ανεξάρτητοι μάρτυρες, η κα Παπά και η κα Καραβαλή, ισχυρίστηκαν ότι το δίπλωμα που κατείχε η Αιτήτρια δεν αναγνωρίζεται ούτε στη Γαλλία για να διοριστεί κάποιος στην εκπαίδευση και ότι αυτό που αναγνωρίζει το Υπουργείο είναι το αντίστοιχο που αναγνωρίζει και η κάθε χώρα που το παρέχει, ωστόσο κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας οι Καθ' ων η αίτηση ακολουθώντας μια εντελώς διαφορετική γραμμή, υπέβαλαν στην Αιτήτρια ότι το πτυχίο της αναγνωρίζεται μόνο στη Γαλλία για να διδάσκει το μάθημα βιολογίας / φυσιογνωστικών, θέτοντας έτσι επί ποδός τα όσα οι δύο μάρτυρες υποστήριξαν με τη μαρτυρίας τους. Επίσης αδιευκρίνιστη και εν τέλει αδιαμφισβήτητη παρέμεινε η μαρτυρία της κας Σωτηρίου, η οποία ενώ κατέχει τον ίδιο τίτλο σπουδών με την Αιτήτρια, εν τούτοις έχει διδάξει στα κρατικά Ινστιτούτα και είναι εγγεγραμμένη στον κατάλογο διοριστέων του Υπουργείου, γεγονός που της παρέχει το δικαίωμα διορισμού σε δημόσια σχολεία. Σε τελικό στάδιο τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει τη διαφοροποίηση των προσόντων της Αιτήτριας από τα αντίστοιχα προσόντα της κας Σωτηρίου. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η Αιτήτριας δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασίας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για σκοπούς ωστόσο πληρότητας της απόφασης και προς αποφυγήν τυχόν αντίθετης προσέγγισης που θα έθετε σε αμφισβήτηση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θα προχωρήσουμε και στην εξέταση της εισήγησης των Καθ' ων η αίτηση ότι η απασχόληση της Αιτήτριας από τη θέση που κατείχε ήταν παράνομη και αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμου του 1971 ως έχει τροποποιηθεί και ότι η συνέχιση της απασχόλησης της από τη θέση αυτή, χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα, έθετε σε κίνδυνο τη λειτουργία του σχολείου και την επιβολή προστίμου. Στην υπόθεση Dr C Kelly v University of Southampton [2007] 12 WLUK 224, η Dr C. Kelly ήταν αλλοδαπή και εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας. Κατείχε άδεια παραμονής και εργασίας. Η άδεια παραμονής της είχε εκπνεύσει και το Πανεπιστήμιο μετά από νομική συμβουλή προχώρησε στην απόλυση της. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσέφυγε η Dr C Kelly δια-πίστωσε ότι υπήρξε απόλυση και ότι αυτή δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται από τη θέση που κατείχε χωρίς παράβαση καθήκοντος ή περιορισμού που επιβαλλόταν από το άρθρο 98
(2)(d) του ERA 1996. Ότι δεν ισχύουν οι νόμιμες διαδικασίες και ότι το Πανεπιστήμιο ήταν νομικά υποχρεωμένο και είχε το δικαίωμα να τερματίσει την εργασιακή σχέση που δεν ήταν νόμιμη. Επίσης ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 98
(4), η απόφαση ενέπιπτε εντός του εύρους των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη. Στην κατ' έφεση διαδικασία το EAT κρίνοντας ότι αποτελεί ένα εξειδικευμένο όργανο του οποίου η αρμοδιότητα γενικά δεν εμπίπτει στον περί μεταναστεύσεως νόμο και αφού έκανε δεκτή την έφεση της Dr C Kelly και έκρινε σε τελικό στάδιο αθέμιτη την απόλυση, σημείωσε τα ακόλουθα: Ελεύθερη μετάφραση «
- Το ερώτημα κατά πόσο μια απόλυση είναι δίκαιη ή άδικη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εάν ο εργοδότης εύλογα θεώρησε ως επαρκή τον επικαλούμενο λόγο για την απόλυση της Αιτήτριας. Το εν λόγω ερώτημα θα πρέπει να αποφασιστεί με επιείκεια στη βάση των ουσιωδών γεγονότων και περιστάσεων της υπόθεσης. Είναι πολύ γνωστό ότι το κριτήριο που θα εφαρμόσει ο εργοδότης θα πρέπει να βρίσκεται εντός του εύρους των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη.
- Αρχικά θα μπορούσε να θεωρηθεί πως εάν ο λόγος απόλυσης είναι ότι ο εργαζόμενος δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται στη θέση για την οποία είχε προσληφθεί, χωρίς παράβαση καθήκοντος ή περιορισμού που επιβάλλεται από νόμο, οπωσδήποτε η απόλυση θα πρέπει να θεωρηθεί εύλογη. Από την άλλη όμως μια μελέτη της σχετικής νομολογίας μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική προσέγγιση.
- Κατά πρώτο λόγο, η απόλυση θα μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη, εάν προέκυπτε από προηγούμενη πράξη ή παράλειψη του εργοδότη.
- Στο Sandhu v Department of Education and Science and another [1978] IRLR 208, ο κ. Sandhu προσλήφθηκε από την τοπική αρχή ως δάσκαλος υπό δοκιμασία. Απολύθηκε επειδή το Τμήμα Παιδείας και Επιστημών θεώρησε ότι ήταν ακατάλληλος για τη θέση δασκάλου. Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία η απασχόληση ενός τέτοιου ατόμου θεωρείτο απαγορευμένη. Το δικαστήριο αναφερόμενο στις διατάξεις του άρθρου 98
(4)του ERA κατέληξε ότι η συμμόρφωση των εργοδοτών με τις πρόνοιες του νόμου θεωρείτο εύλογη. Το Appeal Tribunal επέτρεψε την έφεση του κ. Sandhu και παρέπεμψε την υπόθεση για επανεκδίκαση. 59. Όπως παρατήρησε ο δικαστής Phillips J, εάν πάντοτε θεωρείτο εύλογο για τον εργοδότη να απολύει σε μια τέτοια περίπτωση, τότε με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογη η απόλυση ακόμη και εάν η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας αποτελούσε μια κακόβουλη ή λανθασμένη πράξη της τοπικής αρχής. Θεώρησε ότι αυτό αποτελούσε μια στενή ερμηνεία του άρθρου 98
(4).
- Ανέφερε ότι: "
- Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν ήταν να εξετάσει εάν ο εργοδοτούμενος θα μπορούσε να συνεχίσει την απασχόληση του ή εάν θα έπρεπε να επαναπροσληφθεί, αλλά, εάν οι εργοδότες, ενεργώντας αντικειμενικά, με βάση το κριτήριο του μέσου συνετού εργοδότη, εύλογα απόλυσαν τον εργοδοτούμενο και εάν, για παράδειγμα, χωρίς αυτό να είναι εξαντλητικό, ένας λογικός εργοδότης θα συζητούσε το θέμα με τον εργοδοτούμενο και το Υπουργείο Παιδείας και θα εξέταζε κατά πόσο το λάθος θα μπορούσε να διορθωθεί, έτσι ώστε ο εργοδοτούμενος να είναι σε θέση να έχει μια λογική ευκαιρία να αποδείξει τη θέση του."
- Αυτό βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ένας εργοδότης δεν μπορεί ποτέ να απολύσει έναν εργοδοτούμενο εάν ο ίδιος έχει προκαλέσει ή συμβάλει με τις πράξεις ή ενέργειες του στην απόλυση. Το κριτήριο είναι εάν είναι εύλογο να απολυθεί ο εργοδοτούμενος λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης.
- Κατά δεύτερο λόγο η απόλυση μπορεί να μη είναι εύλογη, διότι στο μέλλον εύκολα θα μπορεί να προκύψει κάτι που θα θεράπευε την κατάσταση.
- Στην Sutcliffe & Eaton Ltd κατά Pinney [1977] IRLR 349 ο κ. Pinney εργαζόταν ως ασκούμενος διανομέας ακουστικών βαρηκοΐας. Η κανονική περίοδος που του επέτρεπε να περάσει τις εξετάσεις του ήταν 5 χρόνια, αλλά η περίοδος θα μπορούσε να παραταθεί από το Hearing Aid Council. Στο τέλος του πέμπτου έτους πέρασε με επιτυχία την εξέταση viva, αλλά όχι τη γραπτή εξέταση. Αποτελούσε τότε ποινικό αδίκημα να εργοδοτείται ως διανομέας. Οι εργοδότες τον απέλυσαν. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση και του δόθηκε παράταση χρόνου για να πετύχει τη γραπτή εξέταση. Το δικαστήριο θεώρησε την απόλυση άδικη. Το Appeal Tribunal απέρριψε την έφεση. Από τον δικαστή Bristow J λέχθηκαν τα ακόλουθα: "11 Κατά την κρίση μας, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η απόλυση ήταν δικαιολογημένη ή όχι καθότι το γεγονός και μόνο ότι η συνέχιση της απασχόλησης κάποιου αποτελεί παράβαση του νόμου, από μόνο του δεν μπορεί να είναι καθοριστικό. Στην προκείμενη περίπτωση για παράδειγμα, λόγω του χρονοδιαγράμματος, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι ακόμη και εάν το Council επέτρεπε την παράταση, θα υπήρχε μια περίοδος κατά την οποία οι εργοδότες θα ενεργούσαν κατά παράβαση του νόμου, εκτός και εάν η παράταση είχε δοθεί προτού ο κ. Pinney παρακαθίσει στις εξετάσεις το 1976, χωρίς ωστόσο να γνωρίζου-με εάν το Council θα εξέταζε ένα τέτοιο αίτημα αμέσως μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις. Εάν η παράταση είχε ζητηθεί στις 28 Ιουνίου, πιθανόν να μην εξεταζόταν έως και εβδομάδες αργότερα, και εν τω μεταξύ η πράξη του αδικήματος θα ήταν καθημερινή από τις 29 Ιουνίου και μετά.
- Ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι θα λάμβαναν χώρα οποιαδήποτε μέτρα. Κι αν ακόμη λαμβάνονταν μέτρα, από τη στιγμή που κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο κατέβαλλε την καλύτερη δυνατή προσπάθεια για υπέρβαση των δυσκολιών που είχαν προκύψει με το χρονοδιάγραμμα, τότε το δικαστήριο δικαιολογημένα, κατά την άποψη μας, θα κατέληγε ότι οποιοδήποτε δικαστήριο θα μπορούσε να τερματίσει την ενώπιον του διαδικασία, ειδικότερα εάν διδόταν η παράταση και ο εργοδοτούμενος απολυόταν άμεσα."
- Η κ. Joffe επέστησε πολύ σωστά την προσοχή μας στην κριτική του Sutcliffe από τον έμπειρο συντάκτη του Harvey on Employment Law στο τμήμα D.1, παράγραφος
- Αλλά πιστεύουμε ότι η νομική προσέγγιση που καθορίζει η Sutcliffe, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ακολουθείται, είναι ορθή. Οι παραβιάσεις του νόμου ποικίλουν ανάλογα. Κάποιες είναι εξαιρετικά σοβαρές και απαιτούν άμεση δράση. Και άλλες αποτελούν ζητήματα τα οποία εύκολα μπορούν να διορθωθούν και για τα οποία δεν είναι πιθανή ούτε και δίκαιη καμία δίωξη. Αναμφίβολα, συνήθως θα ήταν εύλογο για ένα εργοδότη να απολύσει, ωστόσο ένα τέτοιο δικαίωμα δεν μπορεί αυτόματα να του δοθεί.» Στην εξεταζόμενη περίπτωση όπως ήδη έχουμε αναφέρει, η αλλαγή του νομικού καθεστώτος και η μετεξέλιξη του σχολείου σε Γάλλο-Κυπριακό, με όλα τα επακόλουθα, μη εξαιρουμένης και της απόλυσης της Αιτήτριας, προέκυψαν κατόπιν προτάσεως από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση η οποία έγινε αποδεκτή με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Υπό τη νέα μορφή λειτουργίας του σχολείου, οι Καθ' ων η αίτηση δεσμεύτηκαν, μεταξύ άλλων, όπως κατά τη σύναψη της συμφωνίας και την ίδρυση του Γάλλο-Κυπριακού σχολείου συνεχίσουν την απασχόληση του ήδη υφιστάμενου προσωπικού. Και ενώ το σχολείο είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί υπό τη νέα του μορφή από τον Σεπτέμβριο 2012, με όλο το υφιστάμενο προσωπικό να συνεχίζει κανονικά την απασχόληση του, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση περί του αντιθέτου, η Αιτήτρια ενημερώθηκε για πρώτη φορά στη συνάντηση που είχε με τους Καθ' ων η αίτηση στις 20.2.2014, για την απόφαση του Υπουργείου ότι δεν μπορούσε να διδάξει στην εκπαίδευση, διότι δεν κατείχε πανεπιστημιακό πτυχίο. Πέραν τούτου, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν έχει επιβεβαιωθεί η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι κατά την εν λόγω συνάντηση μετέφεραν στην Αιτήτρια την πρόταση τους για εγγραφή της σε πανεπιστήμιο με σκοπό την απόκτηση του απαιτούμενου τίτλου σπουδών με έξοδα που θα αναλάμβανε το σχολείο, ενώ η ίδια θα συνέχιζε να εργάζεται ως καθηγήτρια φυσιογνωστικών με βάση τη διευθέτηση που έγινε με το Υπουργείο. Σε καμία από τις επιστολές που ακολούθησαν της συνάντησης 20.2.2014, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε μια τέτοια εισήγηση, αλλά ούτε και διατυπώνεται με σαφήνεια η συμφωνία που είχαν με το Υπουργείο ότι η Αιτήτρια θα δικαιούταν να συνεχίσει να διδάσκει από τη θέση που κατείχε, εάν γραφόταν σε πανεπιστήμιο. Και ενώ για την εν λόγω εισήγηση δεν φαίνεται να γίνεται οποιαδήποτε σαφής αναφορά, ωστόσο με τις εν λόγω επιστολές (Τεκ.7 και 8) οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρέλειψαν να αναφερθούν στη δέσμευση που είχαν για συνέχιση της απασχόλησης του υφιστάμενου προσωπικού, προτείνοντας στην Αιτήτρια μία θέση βοηθού στη νηπιαγωγική εκπαίδευση στους κόλπους του νηπιαγωγείου τους. Επρόκειτο για μία τροποποιητική πρόταση από μέρους των Καθ' ων η αίτηση για μια κατώτερη θέση που υποβίβαζε την Αιτήτρια από καθηγήτρια σε βοηθό νηπιαγωγείου. Επίσης, τίποτα το συγκεκριμένο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τη θέση των Καθ' ων η αίτηση και να απορρίπτει την αντίθεση θέση της Αιτήτριας ότι από τη θέση αυτή οι μισθολογικές της απολαβές θα είχαν σημαντική μείωση και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας της θα αυξανόταν από 15 σε 27 ώρες. Κρίνουμε λοιπόν ότι επρόκειτο για μια αυθαίρετη πρόταση την οποία η Αιτήτρια δικαιολογημένα δεν αποδέχθηκε καθώς απέβλεπε σε βλαπτική μεταβολή των όρων απασχόλησης της. Η απόρριψη από την Αιτήτρια της συγκεκριμένης πρότασης σήμανε και το τέλος της απασχόλησης της. Ο καθρέφτης ωστόσο των λόγων απόλυσης, όπως προκύπτει από την σχετική επιστολή (Τεκ.11), περί προσπαθειών των Καθ' ων η αίτηση εδώ και πολλά χρόνια για διόρθωση των ακαδημαϊκών της προσόντων, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς από τα ενώπιον μας στοιχεία, θέμα αμφισβήτησης των προσόντων της Αιτήτριας τέθηκε δια πρώτη φορά με την επιστολή του Υπουργείου ημερ. 27.1.2014 (Τεκ.5). Η θέση, ότι η Αιτήτρια δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα να διδάσκει στην εκπαίδευση, με βάση το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής (Τεκ.5), κρίνουμε ότι από μόνο της σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγήσει ένα λογικό εργοδότη στην άμεση απόλυση της και μάλιστα κάτω από τα γεγονότα και τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, καθώς η απόλυση της Αιτήτριας προέκυψε από προηγούμενη πράξη των Καθ' ων η αίτηση, για λόγους που συνδέονταν άμεσα με την επιχειρηματική τους δραστηριότητα και όχι με το πρόσωπο και τη συμπεριφορά της ιδίας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν διεφάνη να προκάλεσε ή να συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην απόλυση της. Αντίθετα με την απόλυση υπέστη καίριο πλήγμα. Ειδικότερα, με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία, εάν οι Καθ' ων η αίτηση δεν προχωρούσαν στην αλλαγή του καθεστώτος λειτουργίας του σχολείου, ουδέποτε θα τίθετο θέμα αμφισβήτησης των προσόντων της Αιτήτριας, η οποία μετά από 21 ολόκληρα χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας από τη θέση που κατείχε και χωρίς πρόβλημα, κατέστη αορίστου διαρκείας με προοπτική η απασχόληση της να διαρκέσει μέχρι την αφυπηρέτηση της. Αν και ο εργοδότης έχει το πρώτο λόγο για την απόλυση ενός εργοδοτούμενου ωστόσο σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο Νόμος, με τον οποίον ρυθμίζονται οι εργασιακές σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και στην αποτροπή οποιασδήποτε παράλογης και εν τέλει αδικαιολόγητης απόλυσης που θα στερούσε από τον εργοδοτούμενο οποιαδήποτε δικαιώματα (Kanika Dev. Ν. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603). Περαιτέρω, ούτε και η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η συνέχιση της απασχόλησης της Αιτήτριας θα αντέβαινε των προνοιών του περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμου του 1971 ως έχει τροποποιηθεί, θα μπορούσε από μόνη της να καθορίσει το δικαιολογημένο της απόλυσης της Αιτήτριας. Στην προκείμενη περίπτωση όπως ήδη έχουμε αναφέρει η λειτουργία του σχολείου υπό τη νέα του μορφή άρχισε τον Σεπτέμβριο 2012 και οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν δια πρώτη φορά την Αιτήτρια ότι δεν πληρούσε τα απαιτούμενα προσόντα, 16 και πλέον μήνες μετά. Επρόκειτο για μια συμπεριφορά από μέρους των Καθ' ων η αίτηση η οποία από μόνη της θα μπορούσε να άρει οποιαδήποτε αβεβαιότητα για τη τύχη της μεταξύ τους έννομης σχέσης. Παρόλα αυτά όμως οι Καθ' ων η αίτηση τρεις σχεδόν μήνες μετά την ενημέρωση, αποφάσισαν χωρίς άλλο να προτείνουν στην Αιτήτρια την κατώτερη υπό τις περιστάσεις θέση της βοηθού νηπιαγωγού και να τερματίσουν εν τέλει την απασχόληση της. Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μας, οι Καθ' ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τη μακροχρόνια και αδιάλειπτη υπηρεσία της και δεν παρείχαν στην Αιτήτρια τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου θα μπορούσε να ενεργήσει για την απόκτηση του απαιτούμενου, κατά τους ίδιους, τίτλο σπουδών προς νομιμοποίηση της θέσης της. Επίσης δεν φαίνεται να εξέτασαν το ενδεχόμενο εάν η Αιτήτρια θα μπορούσε να συνεχίσει εξ αποστάσεως σπουδές, κάτι που η ίδια αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση της. Εν πάση περιπτώσει δεν διεφάνη ότι έκλειναν για την ίδια τα περιθώρια να εγγραφεί ανά πάσα στιγμή σε πανεπιστήμιο και μετά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης της. Οι Καθ' ων η αίτηση, προς υποστήριξη των θέσεων τους, αναφέρθηκαν στην περίπτωση της κας Σάββα, η οποία ενώ κρίθηκε ότι δεν έφερε τα απαιτούμενα προσόντα να διδάξει στην εκπαίδευση, ενεγράφη σε πανεπιστήμιο με έξοδα που ανέλαβε το σχολείο. Επίσης συνέχισε να εργάζεται στο σχολείο και να διδάσκει το αναφερόμενο σ' αυτή μάθημα των Οικονομικών. Το πότε η κα Σάββα εγγράφηκε στο πανεπιστήμιο, τι ενημέρωση είχε για την απόφαση του Υπουργείου και τι χρόνος της δόθηκε για την αποπεράτωση των σπουδών της δεν διευκρινίστηκε και ούτε υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε στοιχεία. Το σίγουρο είναι ότι διατήρησε τη θέση της ως καθηγήτρια και δεν της προτάθηκε οποιαδήποτε άλλη κατώτερη θέση όπως συνέβη στην περίπτωση της Αιτήτριας. Σύμφωνα με το άρθρο 18
(2)του περί Ιδιωτικών Σχολείων και Φροντιστηρίων Νόμου του 1971 ως έχει τροποποιηθεί: «
(2)Ο Διευθυντής και το διδακτικόν προσωπικόν ιδιωτικού σχολείου ή ιδιωτικού φροντιστηρίου του αυτού ή παρόμοιου τύπου προς τα δημόσια σχολεία ή φροντιστήρια δέον να έχουν τα προσόντα άτινα απαιτούνται αντιστοίχως δια τον διευθυντήν και το διδακτικόν προσωπικόν των δημοσίων σχολείων ή φροντιστηρίων ή προκειμένου περί κληρικών τοιαύτα προσόντα οία ήθελον κριθή παρά του Υπουργού ως ισότιμα προς ταύτα: Νοείται ότι διδακτικόν προσωπικόν, πλην του διευθυντού, υπηρετούν εις ιδιωτικά σχολεία ή ιδιωτικά φροντιστήρια κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου δύναται να εξακολουθήση ούτω υπηρετούν έστω και εάν δεν κέκτηται τα υπό του παρόντος Νόμου προνοούμενα προσόντα.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι σαφείς. Με βάση την πιο πάνω διάταξη τόσο η Αιτήτρια όσο η κα Σάββα θα έπρεπε να έχουν τα προσόντα που απαιτούνται αντίστοιχα για το διδακτικό προσωπικό των δημόσιων σχολείων. Και οι δύο κρίθηκαν ότι δεν είχαν τα απαιτούμενα προσόντα καθώς δεν έφεραν πανεπιστημιακό πτυχίο. Το Υπουργείο έκρινε ότι θα έπρεπε να δοθεί και στις δύο η ευκαιρία να περατώσουν τις σπουδές τους ώστε να αποκτήσουν τα απαιτούμενα προσόντα. Για την κα Σάββα η οποία ενεγράφη σε πανεπιστήμιο, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι μπορούσε να διατηρήσει τη θέση καθηγήτριας ενώ στην Αιτήτρια, που δεν φαίνεται να έλαβε οποιαδήποτε σαφή ενημέρωση με βάση τα ευρήματα μας, προτάθηκε άλλη κατώτερη θέση, η απόρριψη της οποίας ήταν καθοριστική για την μη συνέχιση της απασχόλησης της. Είναι έκδηλο, κατά την άποψη μας, ότι το γράμμα του νόμου δεν παρέχει μια τέτοια ευχέρεια και ούτε νομιμοποιεί μια κατάσταση με την εγγραφή και μόνο σε πανεπιστήμιο, όπως συνέβη στην περίπτωση της κα Σάββα. Νομιμοποίηση μπορεί να επέλθει μόνο με την απόκτηση του απαιτούμενου τίτλου σπουδών. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση του νόμου, γεγονός που ήταν αναπόφευκτο από τη στιγμή που παρεχόταν η ευχέρεια να διατηρήσουν την Αιτήτρια και την κα Σάββα στην υπηρεσία τους κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Κατ' ακολουθία η παράβαση του νόμου από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση αφορούσε τόσο την εργοδότηση της Αιτήτριας όσο και την αντίστοιχη εργοδότηση της κας Σάββα, η οποία ωστόσο δεν έτυχε του ίδιου ή ανάλογου χειρισμού με την Αιτήτρια. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ενήργησαν στα πλαίσια του λογικού εργοδότη και φέροντες το βάρος απόδειξης δεν κατάφεραν να αποδείξουν οποιονδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας στη βάση των άρθρων 5(α) και (γ) του Νόμου. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση από την 1.9.1993 μέχρι 10.6.2014 ήτοι 21 σχεδόν συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €473,16 εβδομαδιαίως. Επίσης κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της διάνυε το 56ο έτος της ηλικίας της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τα ημερομίσθια της, την ηλικία της, ως και την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας καθώς υπό κανονικές συνθήκες η απασχόληση της θα διαρκούσε μέχρι την αφυπηρέτηση της, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €28.153,02 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 59,5 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €28.153,02 πλέον νόμιμο τόκο από 26.5.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου ποσό €24.604,32 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στην Αιτήτρια από τους Καθ' ων η αίτηση, το δε υπόλοιπο ποσό των €3.548,70 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 7½ εβδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα της καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Περαιτέρω η Αιτήτρια δικαιούται στην καταβολή του 13ου μισθού για το 2013 που ανέρχεται στο ποσό των €1.892,67 και αναλογία 13ου μισθού για το 2014 που ανέρχεται στο ποσό των €836,00 ήτοι το συνολικό ποσό των €2.728,67 για το οποίο επίσης εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση πλέον νόμιμο τόκο από 26.5.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης Τέλος επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Χατζιήκκου, Μέλος Σ. Φιλίππου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Π. Πολυβίου «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου - Θεωρία και Πράξη, σελ.281 όπου γίνεται αναφορά στην Αίτηση 572/10 ημερ.11.9.2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο