ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 551/2014, 30/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Λ. Γεωργιάδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 551/2014 Μεταξύ: ΕΛΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΕΜΟΥ Αιτήτρια -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 30η Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Χρ. Τριανταφυλλίδης με Ι. Παπαμιλτιάδου και Ε. Μάνουλος Για Καθ' ης η αίτηση: X. Παπαχριστοδούλου με Κ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από την Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Τράπεζα»): (α) Απόφαση για το ποσό των €71.588,16 και ή ποσό ίσο με τους δεκαέξι τελευταίους μισθούς της, (β) Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (γ) Νόμιμο τόκο από 2.8.2013 μέχρι εξοφλήσεως (δ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που συνθέτουν το ιστορικό και τις παραμέτρους της υπόθεσης. Παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης Η Τράπεζα είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ασχολούμενη με τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών. Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας την 1.7.
- Από το 2007 απασχολείτο στην Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας (στο εξής «ΥΑΔ»). Η απασχόληση της τερματίστηκε με βάση το Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου (στο εξής «ΠΕΕ») που εξήγγειλε η Τράπεζα στις 2.7.2013 και έληξε στις 2.8.
- Σύμφωνα με τη Γενική Εγκύκλιος Φ.311.12/25/2013 (Τεκ.2) δικαίωμα συμμετοχής στο ΠΕΕ παρείχετο σε όλο το μόνιμο προσωπικό της Τράπεζας και των θυγατρικών εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων της πρώην Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα. Η έγκριση του αιτήματος για αποχώρηση υπόκειται στην αποκλειστική ευχέρεια της Τράπεζας. Υπάλληλοι που πληρούσαν τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο ΠΕΕ, σε περίπτωση έγκρισης, θα είχαν δικαίωμα καταβολής ενός εφάπαξ ποσού, ως αποζημίωση για τερματισμό εργοδότησης / απώλειας καριέρας, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €150.000-. Για διευκόλυνση δε των υπαλλήλων που επιθυμούσαν να συμμετέχουν στο ΠΕΕ, το ποσό αποζημίωσης που δικαιούταν ο καθένας, θα αναρτάτο στις προσωπικές σελίδες στο Portal "My Folder" από τη Δευτέρα 8.7.
- Αφού γίνονταν όλες οι αναγκαίες διευθετήσεις (π.χ. τήρηση Εσωτερικών Κανονισμών Ασφάλειας, υπογραφή Συμφωνίας Τερματισμού Σύμβασης), το εφάπαξ ποσό αποζημίωσης θα κατατίθετο στο τρεχούμενο λογαριασμό του δικαιούχου εντός μίας εβδομάδας από την ημερομηνία αποχώρησης. Στα άτομα που θα αποχωρούσαν παρεχόταν επίσης ιατροφαρμακευτική κάλυψη και ασφαλιστική κάλυψη σε περί-πτωση θανάτου μέχρι το τέλος του
- Για σκοπούς ασφαλείας, πριν την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης θα έπρεπε να ολοκληρωθεί (α) η διαδικασία τερματισμού της απασχόλησης του υπαλλήλου και (β) η διαδικασία παράδοσης και παραλαβής τμήματος/ καταστήματος/υπηρεσίας, όπως αυτές περιγράφονταν στις σχετικές εγκυκλίους / διαδικασίες. Εάν ο υπάλληλος υπέβαλλε αίτηση συμμετοχής στο ΠΕΕ σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πιο πάνω Εγκυκλίου και του οποίου η αίτηση γινόταν αποδεχτή από την Τράπεζα κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια, τότε ο εν λόγω υπάλληλος και η Τράπεζα θα συμφωνούσαν από κοινού να τερματίσουν τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση με την υπογραφή ανάλογης συμφωνίας. Η πιο πάνω Εγκύκλιος τροποποιήθηκε με την Γενική Εγκύκλιο Φ.311.12/30/2013 ημερ. 26.7.2013 (Τεκ.3) η οποία προέβλεπε αύξηση του ποσού της αποζημίωσης για τερματισμό εργοδότησης/απώλεια καριέρας κατά δύο μηνιαίους μισθούς και παρά-ταση της διάρκειας του ΠΕΕ μέχρι την Παρασκευή 2.8.2013, ώρα 14:
- Ενεργώντας η Αιτήτριας με βάση το περιεχόμενο των πιο πάνω Εγκυκλίων, στις 29.7.2013 αιτήθηκε ηλεκτρονικά αποδοχή συμμετοχής στο ΠΕΕ και ακολούθως την ίδια ημέρα συμπλήρωσε, υπέγραψε και υπέβαλε στην ΥΑΔ
(258), μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, την αίτηση για συμμετοχή της (Τεκ.4). Για την έγκριση του αιτήματος της, η Αιτήτρια ενημερώθηκε με σχετική επιστολή που της κοινοποιήθηκε πριν τις 2.8.2013 (Τεκ.6) και την οποία εν μέρει παραθέτουμε: «Αγαπητέ συνάδελφε, ΘΕΜΑ: Έγκριση του αιτήματος για συμμετοχή στο Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου 7/2013 Θα ήθελα να σε ενημερώσω ότι έχει εγκριθεί το αίτημα σου για συμμετοχή στο Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στην Γενική Εγκύκλιο Φ.311.12/25/2013, ημερ. 2.7.
- Η ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης σου είναι η 2.8.
- Κατόπιν συνεννόησης με τη διεύθυνση στην οποία υπάγεσαι η τελευταία ημέρα εργασίας σου στην Τράπεζα είναι η 2.8.
- Οι εργάσιμες μέρες που υπολείπονται μέχρι τις 2.8.2013 (όπου εφαρμόζεται) δεν θα αφαιρεθούν από ετήσια άδεια σου. Μέχρι την τελευταία ήμερα εργασίας σου θα πρέπει απαραίτητα, σε συνεννόηση με τον Διευθυντή σου, να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται στην Οργανωτική Εγκύκλιο 28 - Εσωτερικοί Κανονισμοί Ασφάλειας - παράγραφοι 7 &
- Θα ειδοποιηθείς εντός των ημερών από την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού (ΥΑΔ) για την ακριβή ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας Τερματισμού Σύμβασης, νοουμένου ότι παραληφθούν από την ΥΑΔ συμπληρωμένα όλα τα έντυπα / επιβεβαιώσεις που προβλέπονται από την Οργανωτική Εγκύκλιο 28 - παράγραφοι 7 & 8 (αρμόδιοι: Διευθυντής Καταστήματος /Υπηρεσίας, Υπηρεσία Πληροφορικής, Κέντρο Κάρτας, Υπηρεσία Δανειοδοτικής Πολιτικής & Διαχείρισης Πιστωτικού Κινδύνου, Υπηρεσία Επιχειρηματικής Προστασίας / Ασφάλειας & Υγείας ΚΥΕΕ.) Η καταβολή του ποσού της αποζημίωσης θα γίνει μετά την ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης σου και της υπογραφής της συμφωνίας Τερματισμού Σύμβασης. [..]» Στις 2.8.2013, τελευταία ημέρα απασχόλησης της Αιτήτριας, της δόθηκε και υπέγρα-ψε τη σχετική κατάσταση που αφορούσε τον τρόπο χειρισμού του ποσού που θα λάμβανε ως αποζημίωση με βάση τις πιο πάνω Εγκυκλίους (Τεκ.5). Μέχρι της 14:30 της εν λόγω ημερομηνίας δεν είχε δοθεί στην Αιτήτρια να υπογράψει την έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτής και της Τράπεζας, ως προνοείται στις Εγκυκλίους (Τεκ.2 και 3). Η εν λόγω συμφωνία (Τεκ.8) που υπεγράφη αυθημερόν στις 17:35, από την Τράπεζα και την Αιτήτρια, προνοούσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «[...]
- Στη συμφωνία αυτή: «ημερομηνία κανονικής αφυπηρέτησης» σημαίνει ημερομηνία κατά την οποία προβλέπεται ότι ο υπάλληλος θα αφυπηρετούσε με βάση τα σημερινά δεδομένα, η οποία στην περίπτωση του υπαλλήλου είναι η 31.12.
- «τελευταίος μισθός» σημαίνει τον τελευταίο μηνιαίο μισθό που έλαβε ο υπάλληλος πριν από την ημερομηνία αυτής της συμφωνίας (βασικός μισθός + τιμάριθμος, με τα σημερινά δεδομένα) ο οποίος στην περίπτωση του υπαλλήλου είναι €4.474,
- Μετά από επιθυμία του υπαλλήλου η Τράπεζα και ο υπάλληλος συμφωνούν ότι ο υπάλληλος θα αποχωρήσει από την υπηρεσία της Τράπεζας πριν από την κανονική ημερομηνία αφυπηρέτησης του. Με αντάλλαγμα την καταβολή προς τον υπάλληλο του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η σύμβαση εργοδότησης του υπαλλήλου τερματίζεται κοινή συναινέσει από τις 2.8.2013 (η «ημερομηνία τερματισμού εργοδότησης»).
- Θα καταβληθεί στον υπάλληλο από την Τράπεζα ποσό €103.154,10 ως αποζημίωση για τερματισμό εργοδότησης / απώλεια καριέρας (και το οποίο δεν θα υπόκειται σε φόρο εισοδήματος). Προϋπόθεση για την καταβολή του ποσού θα αποτελέσει η συμμόρφωση του υπαλλήλου με τους Εσωτερικούς Κανονισμούς Ασφαλείας, δηλαδή η ολοκλήρωση της Διαδικασίας Τερματισμού Απασχόλησης Υπαλλήλου και της Διαδικασίας Παράδοσης / Παραλαβής Τμήματος / Καταστήματος / Υπηρεσίας σύμφωνα με τις σχετικές Εγκυκλίους της Τράπεζας.
- Με την καταβολή στον υπάλληλο του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πιο πάνω η τράπεζα απαλλάσσεται οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα από κάθε απαίτηση ή διεκδίκηση του υπαλλήλου, άμεση ή έμμεση, παρούσα, παρελθούσα ή μελλοντική. .......
- Μέχρι τις 31.12.2014 η Τράπεζα θα συνεχίσει να παρέχει στον υπάλληλο με δικά της έξοδα ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση θανάτου. Το ποσό της κάλυψης θα ισούται με τον τελευταίο μισθό του υπαλλήλου πολλαπλασιαζόμενο επί εξήντα. Η υποχρέωση της Τράπεζας παύει αμετάκλητα μόλις ο υπάλληλος αναλάβει άλλη εργασία (είτε ως υπάλληλος είτε ως αυτοεργοδοτούμενος).
- Σε περίπτωση που ο υπάλληλος επιθυμεί να συνεχίσει να συμμετέχει στο Ταμείο Υγείας της Ένωσης Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (ΤΥΕΤΥΚ) και καταβάλει ο ίδιος τις εισφορές που του αναλογούν, δηλαδή 1,25% επί του τελευταίου μισθού, η Τράπεζα θα καταβάλει στην ΤΥΕΤΥΚ μηνιαίως ποσοστό 2,5% επί του τελευταίου μισθού του υπαλλήλου. Νοείται ότι η προσφερόμενη κάλυψη δε θα εκτείνεται στα εξαρτώμενα του υπαλλήλου αλλά μόνο στον ίδιο και ότι ο υπάλληλος δε θα μπορεί να συμμετέχει στο ΤΥΕΤΥΚ ως εξαρτώμενος άλλου υπαλλήλου. Η ρύθμιση αυτή θα ισχύει μέχρι 31.12.
- [...]». Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειώσουμε ότι κατά τον χρόνο πρόσληψης της Αιτήτριας υπεγράφη μεταξύ αυτής και της Τράπεζας Συμβόλαιο Υπηρεσίας (Τεκ.9). Σύμφωνα με τον όρο 6 του εν λόγω Συμβολαίου: «
- Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει το απόλυτο δικαίωμα να τερματίζει σε οποιοδήποτε χρόνο τις υπηρεσίες οποιουδήποτε υπαλλήλου χωρίς να δώσει προς αυτό δικαιολογία για την εν λόγω απόλυση, δίνοντας προς τον υπάλληλο ενός μηνός γραπτή προειδοποίηση ή καταβάλλοντας προς αυτόν ενός μηνός μισθό αντί της γραπτής προειδοποιήσεως. Νοείται ότι αν η διάρκεια της υπηρεσίας του απολυόμενου υπαλλήλου είναι μεγαλύτερη του ενός έτους αυξάνεται η αρχική περίοδος της προειδοποίησης κατά δεκαπέντε μέρες για κάθε συμπληρωμένο έτος πέραν του πρώτου έτους ή πληρώνεται προς τον απολυόμενο υπάλληλο μισθός ανάλογος προς την περίοδο της πρόσθετης προειδοποιήσεως.» Οι δικογραφημένες θέσεις των μερών Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι το περιεχόμενο του εγγράφου (Τεκ.8) δεν αποτελούσε μέρος του υλικού που τέθηκε υπόψη της κατά την αποδοχή συμμετοχής της στο ΠΕΕ, με αποτέλεσμα η μεταξύ τους συμφωνία που συνάφθηκε πριν τις 2.8.2013, με την αποδοχή και έγκριση από την Τράπεζα της αιτήσεως της, να μην περιλαμβάνει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου (Τεκ.8) το οποίο υπεγράφη στις 6.8.2013 και φέρει ημερομηνία 2.8.
- Κατ' επέκταση των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι νομιμοποιείται στη λήψη του ποσού της προειδοποίησης που προβλέπει το Συμβόλαιο Υπηρεσίας (Τεκ.9), το οποίο με βάση τα χρόνια υπηρεσίας της ανέρχεται σε 16 μηνιαίους μισθούς ήτοι στο ποσό των €71.588,16-. Και τούτο διότι την αποκλειστική απόφαση για συνέχιση ή μη της εργοδότησης της με βάση το ΠΕΕ ανήκε στην Τράπεζα και όχι στην ίδια. Συνεπώς στην ουσία η Τράπεζα τερμάτισε τις υπηρεσίες της πριν τις 2.8.2013, εγκρίνοντας και αποδεχόμενη την αίτηση συμμετοχής της στο ΠΕΕ. Ανεξάρτητα και ή διαζευκτικά από τα πιο πάνω και ή άνευ βλάβης αυτών, είναι πε-ραιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο τερματισμός της εργοδότησης της διέπεται από τους όρους του Τεκ.8, όπου στον όρο 4 αναφέρεται ρητά ότι το καταβαλλόμενο από την Τράπεζα ποσό συνιστά «. αποζημίωση για τερματισμό εργοδότησης / απώλεια καριέρας .», είναι εμφανές ότι ο τερματισμός της εργοδότησης της προκλήθηκε με απόφαση της Τράπεζας, εξ' ου και περιγράφεται ως «αποζημίωση», με επακόλουθο να νομιμοποιείται στη λήψη του ποσού της προειδοποίησης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται η Αιτήτρια, ότι ο όρος 5 της συμφωνίας (Τεκ.8) δεν τη δεσμεύει, καθότι: (α) κατά τον χρόνο υπογραφής του εν λόγω εγγράφου η συμφωνία μεταξύ αυτής και της Τράπεζας είχε ήδη ολοκληρωθεί πριν τις 2.8.2013, και/ή (β) ο όρος 5 είναι αντίθετος με τον Νόμο καθώς συνιστά αποποίηση νομικών δικαιωμάτων της, υπό συνθήκες που καθιστούν αυτό νομικά ανεπίτρεπτο (τερματισμός της εργοδότησης της με αποκλειστική απόφαση της Τράπεζας), και/ή (γ) αναγκάστηκε να υπογράψει το ρηθέν έγγραφο (Τεκ.8) για να μπορέσει να λάβει το αναφερόμενο ποσό, αφού στην ουσία η εργοδότηση της είχε τερματιστεί στις 2.8.2013 με την αποκλειστική απόφαση της Τράπεζας πριν τις 2.8.2013 και αν δεν το υπέγραφε δεν θα μπορούσε πλέον να λάβει οποιονδήποτε ποσό και ταυτόχρονα θα είχε ήδη καταστεί άνεργη και ως εκ τούτου κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του εγγράφου την 6.8.2013 τελούσε υπό συνθήκες πίεσης ανεπίτρεπτες με βάση τον Νόμο και ή τη νομολογία. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης η Τράπεζα απορρίπτει όλες τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι η Αιτήτρια συμφώνησε με όλους τους όρους που προνοούνται στη συμφωνία (Τεκ.8) και αποδέχθηκε αυτούς υπογράφοντας δεόντως την εν λόγω συμφωνία ανεπιφύλακτα και χωρίς οποιαδήποτε ένσταση. Επίσης ότι κατέβαλε στην Αιτήτρια το ποσό των €103.154,10 ως αποζημίωση για τον τερματισμό της εργοδότησης της, η οποία το αποδέχθηκε σε πλήρη εξόφληση απαλλάσσοντας την Τράπεζα οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα από κάθε απαίτηση ή διεκδίκηση της, άμεση ή έμμεση, παρούσα, παρελθούσα ή μελλοντική. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η διαδικασία που ακολούθησε ήταν απόλυτα νόμιμη και ορθή, σύμφωνη με τον Νόμο και τη νομολογία, τις πρόνοιες του ΠΕΕ και των Γενικών Εγκυκλίων (Τεκ.2 και 3). Ότι η Αιτήτρια εντάχτηκε στο ΠΕΕ κατόπιν αιτήσεως της και με βάση τους όρους και προϋποθέσεις αυτού. Η συμφωνία (Τεκ.8), όπως προβλέπεται στους όρους του ΠΕΕ, καθώς και όλοι οι όροι αυτής έγιναν αποδεχτοί από την Αιτήτρια, η οποία υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία νόμιμα και με την ελεύθερη βούληση της και σε καμία περίπτωση υπό συνθήκες πίεσης και εξαναγκασμού. Η Αιτήτρια υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία χωρίς να θέσει οποιαδήποτε επιφύλαξη και ή ένσταση και ή παράπονο. Μαρτυρία Πλείστα σημεία της ενόρκου μαρτυρίας του κ. Γιάννη Χαραλάμπους, μοναδικού μάρτυρα για την Τράπεζα, έχουν συμπεριληφθεί στα παραδεκτά και μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα, με επακόλουθο, η προσοχή του Δικαστηρίου να στραφεί σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας του που έτυχαν αμφισβήτησης. Η πλευρά της Αιτήτριας δεν πρόσφερε μαρτυρία. Ο κ. Χαραλάμπους εργάζεται στην Τράπεζα από το 1987 και από το 2002 στην ΥΑΔ κατέχοντας τη θέση του Διευθυντή Μισθοδοσίας, Διοικητικών Εργασιών και Συστημάτων της εν λόγω Υπηρεσίας. Η ΥΑΔ, όπως ανέφερε, είναι υπεύθυνη κυρίως για τις προσλήψεις, τις τοποθετήσεις, την ανάπτυξη των καλών σχέσεων μεταξύ των υπαλλήλων, την εκπαίδευση και ενημέρωση τους, όπως και για τα πλείστα ζητήματα που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις. Με αναφορά στη διαδικασία που ακολουθείτο με την εξαγγελία του ΠΕΕ και στην εγκύκλιο 33/2013 (Τεκ.10), ισχυρίστηκε ότι η αίτηση που υπέβαλε η Αιτήτρια στις 29.7.2013 εγκρίθηκε στις 2.8.2013 και ότι λόγω της θέσεως της, είχε άμεση εμπλοκή στη διαδικασία του ΠΕΕ Ιανουαρίου και Ιουλίου
- Τόσο η Αιτήτρια όσο και το υπόλοιπο προσωπικό της ΥΑΔ, ενημέρωναν και συμβούλευαν τους συναδέλφους τους για τις πρόνοιες, τους όρους και τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου. Ενδεικτικά παρουσίασε τα Τεκ.11 και 12 που αφορούν ενημερωτικά email που απευθύνονται σε υπαλλήλους της ΥΑΔ, σημειώνοντας ότι όλοι οι υπάλληλοι της ΥΑΔ είχαν συντελέσει στη διεκπεραίωση της διαδικασίας υπογραφής των συμφωνιών, η οποία γινόταν στην παρουσία τους, απ' όσους υπαλλήλους επιθυμούσαν να αποχωρήσουν. Ότι η Αιτήτρια ήταν παρούσα σε όλη αυτή τη διαδικασία και γνώριζε πολύ καλά τη διαδικασία και το περιεχόμενο των συμφωνιών. Ότι γνώριζε με ακρίβεια πως λειτούργησε το ΠΕΕ Ιανουαρίου 2013 και πως θα λειτουργούσε το ΠΕΕ Ιουλίου 2013, προτού υποβάλει την αίτηση της. Ειδικότερα η Αιτήτρια γνώριζε ότι ο αποχωρούν υπάλληλος δεν θα δικαιούταν σε οποιαδήποτε άλλη «αποζημίωση» ή πληρωμή από την Τράπεζα πέραν του καταβληθέντος ποσού, κάτι που ήταν γνωστό σε όλους τους υπαλλήλους της Τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο του Τεκ.8 περιήλθε εις γνώσιν της Αιτήτριας ημέρες πριν το υπογράψει, ότι το κείμενο δινόταν σε όποιο υπάλληλο ζητούσε αντίγραφο και ότι ο ίδιος γνώριζε πως η Αιτήτρια ήταν από τους υπαλλήλους που ζήτησαν να λάβουν αντίγραφο της συμφωνίας εκ των προτέρων. Επίσης ότι από τις 2.500 υπαλλήλους που αποχώρησαν με ΠΕΕ από το 2013 και έπειτα, κανένας δεν απαίτησε οποιονδήποτε άλλο ποσό. Υπήρξαν μάλιστα περιπτώσεις υπαλλήλων που ενώ υπέβαλαν αίτηση και το αίτημα τους έγινε αποδεκτό, στο τελικό στάδιο κατά την υπογραφή της συμφωνίας άλλαξαν γνώμη και επέλεξαν να μην υπογράψουν και να μην αποχωρήσουν. Ότι η Αιτήτρια δεν εξέφρασε καμία ένσταση στη συμφωνία ή στους όρους του ΠΕΕ και ήγειρε την παρούσα Αίτηση αφότου επωφελήθηκε του ΠΕΕ. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν διαφώνησε ότι το αίτημα της Αιτήτριας εγκρίθηκε πριν τις 31.7.2013 σημειώνοντας ότι η επίσημη θέση της Τράπεζας φέρει ημερομηνία 2.8.
- Ότι κατά τον χρόνο που η Αιτήτρια υπέβαλε το αίτημα της για αποδοχή της προσφοράς, μπροστά της δεν είχε τίποτε άλλο πέραν των δύο εγκυκλίων (Τεκ.2 και 3) και ότι γνώριζε το ποσό που θα λάμβανε ως αποζημίωση για τερματισμό εργοδότησης. Επίσης ότι το ΠΕΕ ίσχυε μέχρι τις 2.8.2013 ώρα 14:30 και ότι ο υπάλληλος το τι μπορούσε να κάνει ήταν να δεχθεί τις δύο εγκυκλίους μέχρι την εν λόγω ημερομηνία που έληγε το σχέδιο. Ερωτηθείς εάν πέραν του ποσού της αποζημίωσης που αναφέρεται στις εγκυκλίους, αποκλείετο η πληρωμή άλλου ποσού, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι σε καμία περίπτωση δεν διδόταν άλλη αποζημίωση πέραν του αναφερόμενου ποσού. Ερωτηθείς επίσης εάν η Αιτήτρια πριν τις 29.7.2013 που αποδέχθηκε την προσφορά της Τράπεζας, είχε γνώση της σύμβασης (Τεκ.8) που κλήθηκε να υπογράψει εκ των υστέρων ή αν είχε οτιδήποτε που να δείχνει ότι της είχε δοθεί ή σταλεί η εν λόγω συμφωνία, ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ηλεκτρονικά δεν είχε οτιδήποτε, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι η Αιτήτρια ήταν στην υπηρεσία και μπορούσε να λάβει αντίγραφο. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν την είχε εφοδιάσει με την εν λόγω συμφωνία, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι η Αιτήτρια είχε λάβει αντίγραφο από άλλη συνάδελφο την οποία στο τέλος δεν κατονόμασε, αλλά ούτε και η πλευρά της Αιτήτριας επέμενε στη θέση της. Σε υποβολή ότι η Αιτήτρια ζήτησε όπως αναγραφεί στη συμφωνία (Τεκ.8) η ώρα 17:35, για να φαίνεται ότι υπέγραψε μετά τη λήξη ισχύος του σχεδίου, που με βάση το Τεκ.3 έληγε στις 14:30, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν γνωρίζει. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι με τις τελικές γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τη θέση της κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομική της πτυχή. Ο κ. Παπαχριστοδούλου υποστήριξε αρχικά ότι το παρόν Δικαστήριο στερεί-ται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, επικαλούμενος επί του θέματος νομολογία. Περαιτέρω, επί της ουσίας εισηγήθηκε ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα τεκμήρια προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται το ποσό που αξιώνει εφόσον αφυπηρέτησε πρόωρα και εθελοντικά από την Τράπεζα με βάση το ΠΕΕ υπογράφοντας τη σχετική συμφωνία (Τεκ.8) την οποία δεν αποκήρυξε και ούτε κατήγγειλε. Αντίθετα, ο κ. Τριανταφυλλίδης υποστήριξε ότι δεν τίθεται θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί καθώς πρόκειται για αυτοτελή αξίωση που πηγάζει από το Συμβόλαιο Υπηρεσίας (Τεκ.9). Ως προς την ουσία της υπόθεσης εισηγήθηκε ότι η Συμφωνία (Τεκ.8) υπογράφηκε στις 2.8.2013 και ώρα 17:35 και δη σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας ολοκλήρωσης της συμφωνίας για αποχώρηση της Αιτήτριας και μετά τις 14:30 της 2.8.2013 που έληγε το ΠΕΕ. Ότι η απαίτηση της Αιτήτριας αφορά την προειδοποίηση που οφείλετο να της δοθεί με βάση το Τεκ.9 και όχι αποζημίωση, καθώς στα σχέδια δεν γίνεται καμία αναφορά ότι το ποσό αφορούσε οτιδήποτε άλλο πέραν της αποζημίωσης για τερματισμό εργοδότησης / απώλειας καριέρας, ή για απεμπόληση του ποσού της προειδοποίησης. Επίσης ότι η Αιτήτρια αποδέχθηκε την πρόταση της Τράπεζας να αποχωρήσει από την υπηρεσία της με βάση τις πρόνοιες των Τεκ.2 και 3 στις 29.7.2013 όπου με την έγκριση της Τράπεζας επετεύχθη αυθημερόν συμφω-νία. Ότι στο Τεκ.2 που υφίσταται η αναφορά περί υπογραφής έγγραφης συμφωνίας δεν αναφέρεται ότι η συμφωνία που επετεύχθη μετά την πρόταση και αποδοχή της από την Αιτήτρια στις 29.7.2013, τελούσε υπό την αίρεση (subject to) υπογραφής του Τεκ.8, με επακόλουθο κατά την εν λόγω ημερομηνία να υπάρξει τελική συμφωνία με βάση τις πρόνοιες των Τεκ.2 και
- Περαιτέρω ότι τον τελικό λόγο για τον τερματισμό της εργοδότησης της Αιτήτριας τον είχε η Τράπεζα καθώς η αποδοχή της πρότασης από την Αιτήτρια τελούσε υπό την έγκριση της Τράπεζας, γεγονός που ενεργοποιεί την παράγραφο 6 της Συμβολαίου Υπηρεσίας (Τεκ.9), εφόσον ο τερματισμός της εργοδότησης της Αιτήτριας επήλθε σε τελικό στάδιο με απόφαση της Τράπεζας. Ανάλυση Αξιολογώντας τη μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της Τράπεζας και έχοντας κατά νου τα κατατεθέντα Τεκμήρια, είναι πρόδηλο ότι τα ουσιώδη γεγονότα όπως εξελίχθηκαν και αποτελούν τη βάση για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Ειδικότερα τα κατατεθέντα Τεκμήρια δεν έχουν αμφισβητηθεί ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο τους και από αυτά συνάγονται και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η διαφωνία των διαδίκων εστιάζεται στην ερμηνεία εγγράφων, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Είναι αναμφισβήτητο συνεπώς και ή παραδεκτό ότι στις 29.7.2013 η Αιτήτρια αιτήθηκε ηλεκτρονικώς να επωφεληθεί του Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου του Προσωπικού της Τράπεζας και ότι αυθημερόν υπέβαλε και γραπτώς την αίτηση ως προνοεί η σχετική Εγκύκλιος (Τεκμήριο 4). Η αίτηση της για αποχώρηση με το ΠΕΕ Προσωπικού εγκρίθηκε από την Τράπεζα πριν από τις 2.8.2013 (Τεκ.6) και ως ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης της καθορίστηκε η 2.8.2013, ενώ ως αποζημίωση για τερματισμό εργοδότησης / απώλεια καριέρας καθορίστηκε το ποσό των €103.154,10 το οποίο θα ήταν απαλλαγμένο από οποιανδήποτε φορολογική επιβάρυνση. Με τη σχετική επιστολή έγκρισης (Τεκ.6) τίθετο ως προϋπόθεση ότι το ποσό της αποζημίωσης θα καταβαλλόταν σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας τερματισμού της εργοδότησης της Αιτήτριας και της υπογραφής της συμφωνίας (Τεκ.8). Στις 2.8.2013 η Αιτήτρια υπέγραψε την κατάσταση που αφορούσε τον τρόπο χειρισμού των χρημάτων που θα λάμβανε ως αποζημίωση σύμφωνα με τις προαναφερθείσες Εγκυκλίους (Τεκ.2 και 3). Την ίδια μέρα οι διάδικοι υπέγραψαν και τη συμφωνία (Τεκ.8). Μέχρι τις 14:30 δεν δόθηκε στην Αιτήτρια για υπογραφή η εν λόγω συμφωνία, η οποία εν τέλει υπεγράφη στις 17:
- Από την εν λόγω συμφωνία φαίνεται ότι μετά από επιθυμία της Αιτήτριας, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως αυτή αποχωρήσει από την υπηρεσία της Τράπεζας πριν την κανονική ημερομηνία αφυπηρέτησης της. Με αντάλλαγμα την καταβολή του ως άνω ποσού ως αποζημίωση για τερματισμό εργοδότησης / απώλεια καριέρας, η σύμβαση εργοδότησης της Αιτήτριας τερματιζόταν κοινή συναινέσει από 2.8.
- Περαιτέρω, με την καταβολή του ως άνω ποσού, η Τράπεζα απαλλασσόταν οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα από κάθε απαίτηση ή διεκδίκηση της Αιτήτριας, άμεση ή έμμεση, παρούσα, παρελθούσα ή μελλοντική. Μέχρι τις 31.12.2014 η Τράπεζα θα συνέχιζε να παρέχει στην Αιτήτρια με δικά της έξοδα ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση θανάτου. Επίσης, παρεχόταν στην Αιτήτρια το δικαίωμα, εάν η ίδια επιθυμούσε, να συνεχίσει να συμμετέχει στο Ταμείο Υγείας της Ένωσης Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (ΤΥΕΤΥΚ). Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα τέθηκαν οι θέσεις της άλλης πλευράς που αφορούν ουσιαστικά την ερμηνεία που αποδίδεται στο περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή αποτελεί, υπό τις περιστάσεις, έργο του Δικαστηρίου και οι διατυπωθείσες υπό του μάρτυρα απόψεις δεν αποτελούν μαρτυρία προς αξιολόγηση. Στην Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v. Μούτση
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1809, κρίθηκε ότι η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σκοπός της ερμηνείας είναι η εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων και μετά τη γραπτή δια-τύπωση μιας συμφωνίας δεν είναι αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Στη Θεολόγου κ.α. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε (βλ. Saab and another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων». Περαιτέρω σημεία της μαρτυρίας που έθεσε ο μάρτυρας, ενώ αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας με την υποβολή των δικών της θέσεων, ωστόσο η ίδια δεν προσέφερε οποιαδήποτε συγκεκριμένη θετική μαρτυρία για να υποστηρίξει τους δικούς της ισχυρισμούς. Επίσης από την εξέταση της ενώπιον μας μαρτυρίας δεν έχουμε διαπιστώσει την ύπαρξη οποιωνδήποτε στοιχείων που να θέτουν σε δοκιμασία την αξιοπιστία του μάρτυρα. Για όλα τα πιο πάνω αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του κ. Χαραλάμπους ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα το Δικαστήριο καλείται αρχικά να αποφασίσει κατά πόσο η απαίτηση της Αιτήτριας εμπίπτει στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου (στο εξής «το Δ.Ε.Δ.»). Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική και κριθεί ότι δεν τίθεται θέμα δικαιοδοσίας, η απαίτηση της Αιτήτριας θα πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της, ενόψει των εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων των διαδίκων και των ευρημάτων του Δικαστηρίου. (i) Δικαιοδοσία Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, έχει αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618 που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κορέλλης v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67) ως έχει τροποποιηθεί. Στο άρθρο 12 του Νόμου, προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του που περιορίζεται στην επίλυση εργατικών διαφορών. Προβλέπει ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ., τη διάγνωση και απόφαση, μεταξύ άλλων, των ακολούθων διαφορών ως προσδιορίζονται στις υποπαραγράφους (α) και (β): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας δια-φοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. Ο όρος «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Στην Αίτηση Certiorari Αρ. 21/05 Thermofast Ltd [2005] 1 (A) ΑΑΔ, 567, όπου επίσης τέθηκε ζήτημα αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ., αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του Περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν 8/67, όπως τροποποιήθηκε).Έχει αποκλειστικήν αρμοδιότητα να εκδικάζει και να αποφασίζει εργατικές διαφορές δηλαδή διαφορές που δημιουργούνται από την εφαρμογή του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/67 όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 6/73). Η πρόσβαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο είναι επιτρεπτή μόνον στις περιπτώσεις που η απαίτηση του εργοδοτουμένου υπερβαίνει τις αποζημιώσεις που μπορεί να διεκδικήσει (ο εργοδοτούμενος) δυνάμει των διατάξεων του προαναφερομένου νόμου, δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα να επιληφθεί εργατικής διαφοράς όπου οι διεκδικήσεις του εργοδοτουμένου υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 30 του προαναφερόμενου Νόμου (Ν. 24/67 όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 6/73), σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και τον Πρώτο Πίνακα του προαναφερομένου νόμου όπως αυτά έχουν τροποποιηθεί από το άρθρο 9(β) του Ν. 92/79.» Εξέταση του Ν.24/67 καταδεικνύει, χωρίς περιθώρια σοβαρής αμφισβήτησης, πως πρωταρχικός σκοπός του είναι η προστασία του εργοδοτούμενου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67 ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. και κανένα άλλο Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του. (Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd, [1990] 1 ΑΑΔ, 517, 527). Είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του Ν.24/67 ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένου. Η μελέτη των προνοιών του ως συνόλου αποκαλύπτει πως βρίσκονται έξω από το πλαίσιο των ρυθμίσεων του, ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσας της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της. Έτσι ο Νόμος καθορίζει τα περί την αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης, για πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και για πληρωμή λόγω πλεονασμού (Χριστόδουλος Κυριάκου και Άλλοι ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 ΑΑΔ 1020). Όπως έχει εντοπιστεί στην απόφαση Πλοίο «Παναγία Μυρτιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.α. [1993] 1 ΑΑΔ, 991, 999: «Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος προσδίδει στην "εργατική διαφορά" ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και «παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.» Δυνάμει του άρθρου 9 σε συνάρτηση με το άρθρο 3 του Ν.24/67, ο εργοδότης που προτίθεται να τερματίσει την απασχόληση εργοδοτούμενου του, ο οποίος έχει συμπληρώσει συνεχή περίοδο απασχόλησης είκοσι έξι
(26)τουλάχιστον βδομάδων, υποχρεούται να δώσει εγγράφως στον εργοδοτούμενο ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης, η οποία αυξάνεται ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(3), το δικαίωμα του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου σε μακρότερη περίοδο προειδοποίησης δεν επηρεάζεται, εάν τέτοιο δικαίωμα παρέχεται δυνάμει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως ή για άλλο λόγο. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 9
(4), οποιαδήποτε πρόνοια σε σύμβαση ή άλλη συμφωνία για μικρότερη από την ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης, είναι άκυρη. Τέλος, με το άρθρο 9
(5), ο Νόμος απαιτεί όπως η προειδοποίηση δίδεται εγγράφως. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(1)του Ν.24/67, εργοδότης που δίνει προειδοποίηση σε εργοδοτούμενο έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργοδοτούμενο να αποδεχθεί πληρωμή αντί προειδοποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του ιδίου Νόμου: «30.-
(1)Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.» Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τις ανωτέρω αναφορές, είναι σαφές ότι η απαίτηση της Αιτήτριας στηρίζεται στον όρο 6 του Συμβολαίου Υπηρεσίας (Τεκ.9) το οποίο αποτελεί κατ' ουσία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την περίοδο προειδοποίησης που η Τράπεζα όφειλε να παράσχει στην Αιτήτρια σε περίπτωση απόλυσης. Πρόκειται για δικαίωμα της Αιτήτρια σε μακρότερη περίοδο προειδοποίησης από τη νόμιμα προβλεπόμενη, που καθορίζει το άρθρο 9
(3)του Ν.24/67 και την οποία το άρθρο 30 του ιδίου Νόμου περιλαμβάνει μεταξύ των διαφορών που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. Οι θέσεις των μερών, όπως τίθενται στις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων, ότι πρόκειται για αυτοτελή αξίωση ή αξίωση που δεν εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, με αναφορά στην απόφαση Toni & Guy Limassol Ltd κ.α. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496, δεν ευσταθούν. Καταληκτικά και ως αποτέλεσμα της πιο πάνω ανάλυσης, η θέση της Τράπεζας περί αναρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. απορρίπτεται. (ii) Η αιτούμενη θεραπεία Στην απόφαση Στέλιος Χριστοδούλου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1295, οι εφεσίβλητοι είχαν αποφασίσει να μειώσουν δραστικά το προσωπικό τους και προς το σκοπό αυτό υιοθέτησαν Σχέδιο Πρόωρης Αφυπηρέτησης βάσει του οποίου προσφερόταν στους υπαλλήλους η δυνατότητα να αποχωρήσουν από την εργασία τους έναντι αποζημίωσης η οποία καθοριζόταν ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας και το μισθολόγιο. Τo Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας τα όσα ανέφερε στην απόφαση Ειρήνη Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ [1998] 1 Α.Α.Δ. 1794 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στη δική μας κρίση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν διαφοροποιούνται ποσώς από εκείνα στην έφεση Ειρήνη Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(1998)1 ΑΑΔ, 1794. Έχουμε σαν αναντίλεκτο δεδομένο το γεγονός πως ο εφεσείων, στις 7.3.90, αποδέχτηκε την προσφορά του Σχεδίου, και, στις 16.3.90, επιβεβαίωσε την αποδοχή του γραπτώς. Με αυτή την αποδοχή συνομολογήθηκε η σύμβαση. Το θέμα κλείνει κανονικά εδώ. Θα επιληφθούμε όμως ακόμη ενός ζητήματος. Εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσίβλητων πως το Σχέδιο δεν πρόβλεπε για την πρόωρη αφυπηρέτηση του προσωπικού αλλά για χαριστική αποζημίωση, πρόσθετη σ' εκείνη που θα εισέπρατταν ως πλεονάζον προσωπικό, σύμφωνα με τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο του 1967, όπως τροποποιήθηκε. Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση. Ο τερματισμός της υπηρεσίας εργοδοτουμένου, ως πλεονάζοντος, πρέπει να πληροί τις ρητές προϋποθέσεις του άρθρου 18 του Νόμου. Μόνον όταν θεωρηθεί πως ορθά ο εργοδοτούμενος απολύθηκε ως πλεονάζων καταβάλλεται σ' αυτόν η αποζημίωση, όπως καθορίζεται από το Νόμο, από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Απόλυση από τον εργοδότη εργοδοτούμενου, με συμφωνία αποζημίωσης από τον πρώτο, είναι ασυμβίβαστη και αντίθετη με την έννοια της απόλυσης ως πλεονάζοντος. Το Σχέδιο, κατά τη γνώμη μας, πρόβλεπε συμφωνία για πρόωρη αφυπηρέτηση του προσωπικού στο οποίο απευθυνόταν.» Μέσα από την αγγλική νομολογία προκύπτει η νομική διάκριση μεταξύ μιας σύμβασης που καταγγέλλεται μονομερώς και μιας σύμβασης που καταγγέλλεται κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας. Για να διαπιστώσει ένα Δικαστήριο τον τρόπο καταγγελίας μιας σύμβασης εργασίας, εάν δηλαδή τερματίστηκε μονομερώς με απόφαση του εργοδότη ή κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας εργοδότη - εργοδοτούμενου, θα πρέπει να λάβει υπόψη την ουσία και τις πραγματικές περιστάσεις και όχι το τυπικό τρόπο τερματισμού της σύμβασης ή γενικότερα της εργασιακής σχέσης. Στην υπόθεση Birch and Humber v. University of Liverpool [1985] ICR 470 ο εργοδότης αποφάσισε να μειώσει το προσωπικό του και έτσι κυκλοφόρησε εγκύκλιο με την οποία καλούσε τους εργοδοτούμενους του να αποδεχθούν ένα σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης. Οι αιτήσεις που υπέβαλαν οι εργοδοτούμενοι προς το σκοπό αυτό, τελούσαν υπό την επιφύλαξη της τελικής έγκρισης του εργοδότη. Το Court of Appeal αναφερόμενο στις πιο πάνω νομολογιακές αρχές έκρινε ότι οι εργοδοτούμενοι των οποίων η εργασιακή σχέση τερματίστηκε με βάση το εν λόγω σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης δεν δικαιούνταν σε αποζημίωση λόγω πλεονασμού καθώς η απασχόλησή τους δεν τερματίστηκε μονομερώς με απόφαση του εργοδότη αλλά κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδότη. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το εάν υπήρχε απόλυση λόγω πλεονασμού αποτελεί ξεχωριστό και μεταγενέστερο ζήτημα που πρέπει να αγνοηθεί όταν το δικαστήριο εξετάζει τον τρόπο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου, εάν δηλαδή επήλθε με μονομερή απόφαση του εργοδότη ή κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας. Το γεγονός δε, ότι οι αιτήσεις για πρόωρη αφυπηρέτηση υποβάλλονταν κατόπιν σχετικής έκκλησης του εργοδότη και ότι τελούσαν υπό την επιφύλαξη της τελικής έγκρισης του και/ή ότι υφίσταντο συνθήκες πλεονασμού κατά τον χρόνο έγκρισης των εν λόγω αιτήσεων από τον εργοδότη, δεν συνιστούν γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου επήλθε κατόπιν μονομερούς απόφασης του εργοδότη. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης και θέτοντας αυτά επί τη βάσει των πιο πάνω νομολογιακών αρχών κρίνουμε κατ' αρχάς ότι με την αποδοχή της προσφοράς του ΠΕΕ από την Αιτήτρια και την έγκριση της εν λόγω αποδοχής από την Τράπεζα, συνομολογήθηκε η μεταξύ τους σύμβαση. Η εν λόγω σύμβαση επιβεβαιώθηκε και γραπτώς με τη Συμφωνία (Τεκ.8), που υπέγραψαν οι διάδικοι στις 2.8.2013 ώρα 17:35, όπου ρητώς αναφέρεται ότι «η σύμβαση εργοδότησης του υπαλλήλου τερματίζεται κοινή συναινέσει από τις 2.8.2013». Είναι φανερό, ότι η υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας προβλεπόταν στο ΠΕΕ, οι δε όροι της, κατά την εκτίμηση μας, δεν διαφοροποιούνται ποσώς από τους όρους που η Τράπεζα εξήγγειλε με το εν λόγω ΠΕΕ (Τεκ.2 και 3) το οποίο η Αιτήτρια αποδέχθηκε. Επίσης στην επιστολή έγκρισης του αιτήματος της Αιτήτριας με το οποίο αποδέχθηκε την προσφορά του ΠΕΕ (Τεκ.6), ρητά αναφέρετο ότι θα ειδοποιείτο για την ακριβή ημερομηνία υπογραφής της εν λόγω Συμφωνίας. Πέραν του ποσού που προέβλεπε η εν λόγω Συμφωνία ότι θα καταβαλλόταν στην Αιτήτρια ως αποζημίωση για τερματισμό εργοδότησης / απώλεια καριέρας και για το οποίο η ίδια είχε υπογράψει αυθημερόν τη σχετική κατάσταση για τον τρόπο χειρισμού του (Τεκ.5), η Αιτήτρια με την εν λόγω σύμβαση απάλλασσε την Τράπεζα «οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα από κάθε απαίτηση ή διεκδίκηση της, άμεση ή έμμεση, παρούσα, παρελθούσα ή μελλοντική». Πλην των ως άνω, η Αιτήτρια δεν φαίνεται να έχει αμφισβητήσει ή αποκηρύξει τους όρους της εν λόγω Συμφωνίας (Τεκ.8) και ούτε έχει επιφυλάξει οποιονδήποτε δικαίωμα της κατά την υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας. Με τον ίδιο τρόπο η Αιτήτρια αποδέχθηκε και το συμφωνηθέν ποσό που κατατέθηκε στον λογαριασμό της στο αμέσως επόμενο διάστημα με βάση τη σχετική κατάσταση (Τεκ.5) που είχε υπογράψει. Η ώρα επίσης που υπεγράφη η εν λόγω Συμφωνία (Τεκ.8) δεν βρίσκουμε να επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την ισχύ της, καθώς τίποτε δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιμαρτυρεί το αντίθετο. Πρόσθετα, κανένα στοιχεία δεν τείνει να καταδείξει, έστω και αμυδρά, ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, για πρόωρη αφυπηρέτηση της Αιτήτριας, επιτεύχθηκε υπό συνθήκες πίεσης ή εξαναγκασμό ώστε να θεωρηθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης έγινε μονομερώς από την Τράπεζα. Εν πάση περιπτώσει η υπογραφή της Συμφωνίας (Τεκ.8) δεν φαίνεται να αναιρεί το γεγονός ότι οι υπηρεσίες της Αιτήτριας τερματίστηκαν στη βάση προσφοράς ΠΕΕ την οποία η Αιτήτρια αποδέχθηκε με την υποβολή σχετικής αίτησης που ενέκρινε η Τράπεζα. Το γεγονός δε ότι η έγκριση του αιτήματος της Αιτήτριας, τελούσε υπό την επιφύλαξη της τελικής έγκρισης της Τράπεζας, κρίνουμε, με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, ότι δεν συνιστά γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της επήλθε με μονομερή απόφασης της Τράπεζας. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν το αποτέλεσμα της μεταξύ αυτής και της Τράπεζας επιτευχθείσας συμφωνίας για εθελούσια αποχώρηση από την εργασία της με βάση τους όρους του ΠΕΕ, η οποία υλοποιήθηκε με την καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού. Η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η απασχόληση της τερματίστηκε με μονομερή απόφαση της Τράπεζας, για να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία και δη σε πληρωμή αντί προειδοποίησης με βάση τον όρο 6 της Σύμβασης Υπηρεσίας (Τεκ.9). Ενόψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση δεν μπορεί αν επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της Τράπεζας. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Λ. Γεωργιάδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο